Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 39

Τα παραμύθια της έρημος, του Ζ.Δ. Αϊναλή

Τα παραμύθια της έρημος, ποίηση, Ζ.Δ. Αϊναλής, εκδόσεις Κέδρος 2017

«Τα παραμύθια της έρημος» είναι το τρίτο ποιητικό βιβλίο σε «πεζή» μορφή του Ζήση Αϊναλή, μετά τα «Αποσπάσματα» (Γαβριηλίδης, 2008) και τη «Μυθολογία» (Πανοπτικόν, 2013)· βιβλίο που διατηρεί και προάγει τα βασικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του παραγωγής ενσωματώνοντας τα σε έναν ενιαίο μύθο.

Η σύλληψη είναι αρκετά προσωπική, γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο, παραθέτοντας αλλεπάλληλες εικόνες και μεταφορές που παρεμβαίνουν δραστικά στις εξελισσόμενες καταστάσεις και νοήματα.

Το ιδιαίτερο στον Αϊναλή είναι ότι αυτό το πετυχαίνει μέσα από έναν λόγο που βρίθει από διακειμενικές αναφορές σε άλλα κείμενα, με ιδιαίτερη αδυναμία στη θεολογική γραμματεία (εβραϊκή, χριστιανική και ισλαμική) και όπως εύστοχα επεσήμανε ήδη ο Αχιλλέας Κυριακίδης, ολόκληρη η ποιητική σύνθεση «Τα παραμύθια της Έρημος», γιατί περί ενιαίας ποιητικής σύνθεσης πρόκειται, διατρέχεται υπόγεια από την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη.

Ο ποιητής χρησιμοποιεί την αποκαλυπτική γλώσσα άλλοτε για να υπαινιχθεί ή να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα:

«Είδα τη θάλασσα ν’ ανοίγει αστραπή.»
«Είδα ν’ ανοίγουνε τα σύννεφα, να κρύβονται του ουρανού τα πετεινά».
«Άκουσα την κραυγή να σκίζει τον αέρα.»

και άλλοτε για να παραπέμψει ευθέως στην «Αποκάλυψη»:

«Μαύριζ’ η άμμος έρεβος το ύπουλο λυκόφως. Πόρνη βασίλισσα προστακτική η σιωπή βαριά μες τον μεταίχμιο θρόνο στη μέρα ο μισός κι ο άλλος του θανάτου. Κι ήταν η πόρνη πορφυρή κι ολόχρυσος ο θρόνος. Και πάταγε ολάκερος σε νεκροκεφαλές ανθρώπων λόφος.»

Η σύνθεση χωρίζεται σε τρία μέρη χονδρικά: έναν πρόλογο που θέτει το ζήτημα ποιητικά, το πρώτο μέρος που εισάγει τη δράση, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, και το τρίτο μέρος που αποτελεί και το μεγαλύτερο τμήμα της σύνθεσης και του οποίου ο ορίζοντας σκηνοθεσίας είναι η έρημος. Η ίδια εκείνη έρημος των δοκιμασιών του Μωυσή, του Ιησού του Ναυή, του Ιωνά, του Ιησού αλλά και των πρώτων χριστιανών ασκητών. Εκτός από τον πρόλογο (και ένα ακόμα εμβόλιμο κείμενο που συνδέεται μαζί του - κάτι που δηλώνεται και τυπογραφικά) σε όλο το υπόλοιπο βιβλίο δεσπόζουν οι παρελθοντικοί χρόνοι. Ο παρατατικός και αόριστος που χρησιμοποιεί ο αφηγητής για τις πράξεις που περιγράφει σε πρώτο πρόσωπο είναι ενδεικτικός του ύφους που είναι ιδιαίτερο και δημιουργεί ένα τραχύ, εξομολογητικό, κοσμογονικό κλίμα που προσδίδει στο έργο έναν τόνο βαθιά προσωπικό και δηλωτικό ταυτόχρονα.

Σε αυτό βοηθούν επίσης πολύ και τα ρήματα που ανοίγουν τις προτάσεις. Οι παράγραφοι κλείνουν με ομοβροντία λέξεων που διευρύνουν το εξεταζόμενο θέμα με μια τονικότητα που ακούγεται σαν εκκλησιαστική λειτουργία. Η γλώσσα όμως παραμένει σύγχρονη και οι βωμολοχίες είναι ομοιόμορφα κατανεμημένες σε όλο το κείμενο, δυναμιτίζοντας συνειδητά εκ των έσω το ψευδο-θεολογικό ύφος του βιβλίου. Τέλος, η σύνταξη των προτάσεων, με την απουσία κομμάτων ή άλλων βοηθητικών σημείων στίξης, λειτουργεί με την απαίτηση ο ίδιος ο αναγνώστης να προβεί στη δική του ανάγνωση και συνεπώς να νοηματοδοτήσει μόνος του το κείμενο.

Για παράδειγμα το παρακάτω απόσπασμα:

«Μες στην ομίχλη θάλασσα στα δέντρα κρέμασα το φως μεσίστια τις
μυστικές φωνές ακροβατώντας στις κορφές το πούσι χόρευα σαν άγγελος το κύμα.»

θα μπορούσε να αναγνωσθεί με αρκετούς διαφορετικούς τρόπους:

«Μες στην ομίχλη θάλασσα, στα δέντρα κρέμασα το φως, μεσίστια, τις
μυστικές φωνές ακροβατώντας, στις κορφές το πούσι, χόρευα, σαν άγγελος το
κύμα.»

ή

«Μες στην ομίχλη, θάλασσα στα δέντρα, κρέμασα το φως μεσίστια, τις
μυστικές φωνές ακροβατώντας στις κορφές, το πούσι χόρευα, σαν άγγελος το
κύμα.»

Η ανάγκη του ποιητή να εφεύρει τον εαυτό του και να βιώσει την ποίηση τον αναγκάζει να οδηγήσει τον εαυτό του σε έναν εικονικό θάνατο. Μόνο έτσι βρίσκει τον τρόπο για να αποδράσει από την καθημερινή ζωή και να εκτεθεί στο άγνωστο. Έχοντας όμως την απαίτηση της συνέπειας, ο ποιητής προσδιορίζει ακριβώς το είδος θανάτου που επιδιώκει.

«Να έχεις πεθάνει χωρίς να το καταλάβεις! Ιδού ένα σοβαρό πρόβλημα μ’
ανυπολόγιστες κάποτε προεκτάσεις… Τότε ήταν που είδα στην άκρη του δρόμου
ν’ ανοίγει το τίποτα μία μαύρη σκιά και τον εαυτό μου να χάνεται μέσα του.
Όταν το συνειδητοποίησα πως είχα πεθάνει ήταν ήδη αργά γιατί γνώριζα πως
δεν θ’ αργούσα ξανά να πεθάνω.»

Από το θάνατο λοιπόν ξεπηδά η δημιουργία. Έρημος απλώνεται γύρω του, ζέστη, σιωπή και ξεραΐλα. Ο αφηγητής-ήρωας γυμνός ή κουρελής κι ο ίδιος, αγκομαχεί στην άμμο, προχωρά, κατακλύζεται από άχρηστες αναμνήσεις, παλεύει με αντικατοπτρισμούς, δοκιμάζει να προχωρήσει «κόντρα στον άνεμο», τρομοκρατείται από το ενδεχόμενο του «άπειρου κόσμο της έσωθεν αποικίας», άλλα τελικά καταλήγει στην πικρή διαπίστωση του «στην καρδιά μου η έρημος».

Χωρίς ξεκάθαρο δικό του εσωτερικό προορισμό, ο αφηγητής αναζητά μια φωτεινή πηγή, προσπαθεί να δραπετεύσει στην παιδικότητα, να εξερευνήσει τον εσωτερικό του κόσμο αλλά γύρω του βρίσκει μόνο τούφες από θάμνους ξερούς που παρασέρνει ο αέρας και παγωμένη σιωπή.

«Προσγειώθηκα άτσαλα πάνω στην άμμο της έρημος» λέει ο ίδιος.

Οι μεταβολές στην φυσική του κατάσταση επηρεάζουν και την αντίληψη του για τον εξωτερικό κόσμο. Ο ήλιος από «ένας χώρος τόσο μικρός» στην αρχή, μετατρέπεται σε «μεγάλος ξύλινος σωρός φωτιά» στη συνέχεια και σε «ήλιο σακάτη» ή «καρμανιόλα» αργότερα.

«Το μεσημέρι με έβρισκε και πάλι στα γόνατα. Ξευτελισμένο κι αδύναμο, εξαντλημένο και πρόστυχο… Ικέτης έκλεινα τον ήλιο μες στις παλάμες μου το σχήμα της προσευχής».

Η μνήμη δεν έχει τίποτα για να ανακαλέσει, το ανθρώπινο υπόβαθρο είναι λειψό. Ώσπου ξαφνικά, απρόσμενα, πλουτίζει το υπέδαφος της ερήμου. Έρχεται η επίγνωση, η άβυσσος παίρνει πρόσωπο και «γινόμουν ήλιος πυρκαγιά και έκαιγα τον ήλιο.» «παζάρια ντελάληδες διαλαλούσαν την πραμάτεια τους γυναίκες τραβούσαν απ’ το χέρι τους τα παιδιά τους, κι εκείνα στρέφοντας το κεφάλι δείχναν με το δάχτυλο κάτι στον πάγκο και ο χασάπης ακονίζοντας με στριγκλιές τα μαχαίρια του χαμογελούσε χαϊδολογώντας το μουστάκι. Γελούσε ο ψαράς με την πελάτισσα. Πάνω στον πάγκο σπαρταρούσαν τα ψάρια γεμάτα ζωή».

Η ζωή όμως σφύζει κάτω από τα πόδια του, σε ένα άλλο επίπεδο, όχι μέσα του ούτε και γύρω του. Εκείνος πρέπει να ψάξει στους προγόνους, στους προγενέστερους, ν’ ανακαλύψει τη γνώση, για να βρει ένα τρόπο να φτάσει σε μια δημιουργική έξοδο. Όμως «τα κόκκαλα πυξίδα μαύρη το σκότος φυλακή».

Η επίγνωση φέρνει τη ματαιότητα, η γνώση που προέρχεται από τρίτους φαντάζει χρυσή αντανάκλαση που γλιστράει απαλά μέσα από τα δάχτυλα του κι εξαφανίζεται. Πρέπει να στραφεί στον εαυτό του και να παλέψει με αυτά που έχει και με αυτά που δεν έχει. Η παραμυθία πρέπει να φυτρώσει μέσα από το άγονο αμμώδες σώμα της ερήμου.

«Δεν μπορούσα να καταλάβω και δεν περίμενα από κανένα να μου το εξηγήσει. Μόνο περπάταγα. Χαράκων’ η άμμος με το μαχαίρι τα μάγουλα μου, λάξευε τα χαρακτηριστικά μου. Έμενε ένα καινούργιο πρόσωπο σπασμένα όστρακα στην άμμο.»

Μόνο τώρα μπορεί να ψάξει τη γλώσσα του ο αφηγητής-ήρωας, να συγκροτηθεί, να δει «Το Σύμπαν αντεστραμμένο δι εσόπτρου εν αινίγματι κι έπρεπε να μάθω να βλέπω ήλιο τον ήλιο και το σκοτάδι σκοτάδι».

Όταν πρωτοέπεσε στην έρημο σέρνονταν, μετά μπουσουλούσε και τώρα την περιδιαβαίνει σκυφτός. Τα πρώτα έργα ξεθυμαίνουν γρήγορα και η περίσκεψη έρχεται ξανά πάνω από το κεφάλι του. Η μοναξιά, η θλίψη, η παράνοια, ο φόβος τον παραλύουν και τον ακινητοποιούν. Μέχρι να καταλάβει ότι αυτός είναι η μοναξιά, η θλίψη, η παράνοια και ο φόβος.

«Ήμουν εγώ η έρημος και η θάλασσα, το σύννεφο και η βροχή, το χρώμα και το άνθος.»

Ο λόγος του από εδώ και πέρα είναι παγανιστικός, λατρευτικός, προσκυνητικός, εορταστικός.

«Γινόμουν άγιος κι ασκητής και μοναχός και ήμουν».

Το σώμα δεν είναι πια γυμνό, δεν είναι πια αδύναμο, η άμμος το έχει λειάνει, το έχει χαράξει, το έχει λαξέψει.

Η ωριμότητα καταφτάνει με την Ομάδα Μεταμοσχεύσεων που, ώρα μεσημβρινή, «απάγει» τις πολλές καρδιές του σε βαλιτσάκια, «αισχρά τεμαχισμένες» και του αφήνει μόνο μία, τη δική του.

«Χάριζα τον εαυτό μου αφειδώς κι έπρεπε κάπως να συμμαζέψω κι εγώ τα κομμάτια μου».

Ο ήλιος κόβει την ανάσα, η παραμυθία έρχεται σε δόσεις.

Έχει μάθει όμως να νοιάζεται, να συνειδητοποιεί την άκαμπτη ευθύτητα, να οραματίζεται μια καμπυλότητα, να ψάχνει λέξεις λίθους, να διακρίνει τη σιωπή μπροστά του, τον θάνατο γύρω του. Εύχεται να δει αυτά που δεν μπορεί να διακρίνει, να πει αυτά που δεν μπορεί ν’ ακούσει, να σπάσει το λυχνάρι, να διασκορπιστεί στο στερέωμα, σαν την τέφρα ελεύθερος. Η ελευθερία ταυτίζεται με την εξέγερση:

«Και να που καμιά φορά εξεγειρόμουν κι έβλεπες αίφνης τον άνεμο ν’ αγκαλιάζει τη σκέψη μου.»

Σε μια τυπική αντιστροφή όμως, για τον τρόπο με τον οποίον δουλεύει ο ποιητής, αυτή η καινούργια κατακτημένη ελευθερία μέσω της εξέγερσης αλυσοδένεται στην απειλητική και οπωσδήποτε αμφίσημη σιωπή στην οποία καταλήγει η σύνθεση.

Στέλιος Κραουνάκης

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog