Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 39

Ο κακός άνθρωπος: Μια φιλοσοφική ανάγνωση -Άρθρο της Παρασκευής Κοψιδά-Βρεττού

photo © Στράτος Προύσαλης

Στην καθημερινή μας ανθρωπογνωστική συνάφεια ακούγεται συνεχώς ο προσδιορισμός «καλός» ή «κακός άνθρωπος», ανάλογα με την καλή ή την κακή εμπειρία μας από πράξεις, συμπεριφορές, στάσεις ή και λόγους συνανθρώπων μας. Πολλοί-θύματα προπάντων του κακού ανθρώπου-, μακαρίζουν τους δράστες θεωρώντας τους ευτυχισμένους ανθρώπους. Αυτή είναι και η κρατούσα αντίληψη: ότι δηλαδή ο κακός άνθρωπος είναι, αν όχι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, τουλάχιστον ένας «τυχερός» άνθρωπος, στο βαθμό που ο ίδιος είναι δράστης (κακών πράξεων) και κάποιοι άλλοι είναι τα θύματά του. Τη στιγμή επίσης, που ο καλός ή ο «αδύναμος»-όπως συχνά θεωρείται ο καλός άνθρωπος- εύχεται να μπορούσε να αντιστρέψει το ρόλο του, να βρεθεί δηλαδή στην «κυρίαρχη» θέση του κακού ανθρώπου.

Αλλά ας αρχίσουμε από μια πρώτη εννοιολογική προσέγγιση του όρου «κακός άνθρωπος». Το ζήτημα δεν είναι απλό, καθώς ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου, στην ατομική και συλλογική της έκφραση, συνιστά μια διαλεκτική του καλού και του κακού, και επομένως οι έννοιες αυτές συναρτώνται διαχρονικά με ποικίλες θεωρήσεις και αντίστοιχες απαντήσεις της θρησκείας, της φιλοσοφίας, της ηθικής, της ψυχολογίας κ.λ.π., όπως και με την ιστορικότητα των διαφόρων απαντήσεων, τη διαφορετικότητα δηλαδή των απαντήσεων στον χώρο και τον χρόνο. Ήδη, ο Σωκράτης με το «ουδείς εκών κακός»-κανένας δεν είναι με τη θέλησή του κακός-, αναφέρεται στη γνώση (του καλού και του κακού), ως βασικό παράγοντα για την επιλογή του καλού. Ενώ ο Αριστοτέλης με το «εν τη προαιρέσει η μοχθηρία και το αδικείν», η μοχθηρία και η αδικία δηλαδή –βασικές εκφάνσεις του κακού- ασκούνται από ελεύθερη επιλογή: αναδεικνύοντας έτσι την ελευθερία του ατόμου, την ελευθερία της συνείδησής του.

Όλη η ευρωπαϊκή σκέψη στο εξής δομείται με αφετηρία τον βασικό προβληματισμό της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, προσπαθώντας να συνθέσει τις αντιθέσεις και τις αντινομίες που προκύπτουν, και μάλιστα τις αντιθέσεις μεταξύ της θεολογικής και της κοσμικής σύλληψης των εννοιών: και προπάντων την αντίθεση ύλη-πνεύμα, σώμα-ψυχή, κατευθυνόμενη βούληση-ελεύθερη επιλογή. Ακραίες θέσεις κατά καιρούς (π.χ. Νεοπυθαγόρειοι και Γνωστικοί) είδαν με εχθρότητα την ύλη, το σώμα, και θεώρησαν ότι ο Θεός, ως έκφραση της απόλυτης Αγαθότητας, δεν μπορεί να έχει σχέση μ’αυτήν. Ό, τι μπορεί να κάμει ο άνθρωπος είναι να απαρνηθεί την υλική του φύση και τον κόσμο, ν’ ασκήσει την ψυχή του στην αρετή, η οποία θα υπαγορεύει και το καλό μέσα του. Ο Αλεξανδρινός Ωριγένης συμφιλιώνει τις ακραίες απόψεις, δημιουργώντας ένα σύστημα θεώρησης του κόσμου, ως προϊόντος της δημιουργικής ενέργειας του Θεού. Απ’αυτό τον κόσμο των καθαρών πνευμάτων, ένα μέρος αποσκίρτησε, με αποτέλεσμα την ποινικοποίηση της πράξης του και την εξορία του στον κόσμο της ύλης. Το «προπατορικό» αμάρτημα του ανθρώπου ήταν ο εγωισμός του, η κατάσταση που τον αποξένωσε από τον Θεό, που τον κατέστησε δηλαδή μιαν οντότητα ατομιστική. Ο άνθρωπος λοιπόν είναι έκτοτε ένα πνεύμα σε κατάσταση τιμωρίας. Από την τιμωρία του ωστόσο αρχίζει και ο ελεύθερος αγώνας του για την επιστροφή στην καθαρότητα του πνευματικού κόσμου, στην επικοινωνία του με τον Θεό.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Paul Ricoeur (1913-2005), που συνδύασε σε όλη του τη ζωή την πίστη σε μια κοσμική-κοινωνική και σε μια θρησκευτική φιλοσοφία (σοσιαλισμός και προτεσταντισμός), στο συνθετικό βιβλίο του: Το κακό. Μια πρόκληση για τη φιλοσοφία και τη θεολογία, (μτφρ. Γιώργος Γρηγορίου, εκδ. Πόλις, 2006. Τίτλος πρωτοτύπου: Le mal. Un défi à la philosophie et à la théologie ), διατρέχει κριτικά την ευρωπαϊκή διαλεκτική που έχει διαχρονικά παραχθεί, γύρω από την έννοια του κακού, από τον Iώβ και τον Ιερό Αυγουστίνο, μέχρι τον Hegel και τον Fichte και τον Barth. Ενώ ο ίδιος ο Ricoeur συνδέει το κακό με την ανθρώπινη βούληση, την οποία θεωρεί πηγή της λειτουργίας του στον κόσμο. Μετακινεί δε το πεδίο από τη φιλοσοφική θεωρία στην ανθρώπινη πράξη- όπως οι φιλόσοφοι των μετακλασικών, ελληνιστικών χρόνων- και γίνεται ο ίδιος κήρυκας μιας στράτευσης εναντίον του. Το παραινετικό του τρίπτυχο εναποτίθεται στις τρεις «εντολές»: Να σκεφτούμε, να πράξουμε, να συναισθανθούμε.

Από την πλευρά της ψυχολογίας: Mε τo στοιχείο της ενσυναίσθησης (empathy) συνδέει το κακό ο ψυχολόγος και ψυχίατρος Simon Baron-Kohen (Σάιμον Μπάρον Κοέν), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Cambridge. Στο βιβλίο του με τίτλο: Zero Degrees of Empathy: A New Theory of Human Cruelty (Penguin/Allen Lane, 2011), ο Άγγλος ψυχίατρος υποστηρίζει ότι οι εκδηλώσεις του κακού σε κάποια άτομα συνιστούν ασθένεια και οι κατεχόμενοι από κακία, την οποία εκδηλώνουν με διάφορους τρόπους στην κοινωνική τους συμβίωση με τους άλλους ανθρώπους, είναι άρρωστοι και μπορούν να αντιμετωπιστούν θεραπευτικά. Οι συμπεριφορές και οι πράξεις τους, των οποίων όμως έχουν απόλυτη συνείδηση της βλαπτικότητάς τους και επομένως ευθύνη, αφορμώνται από ένα είδος σκληρότητας απέναντι στους συνανθρώπους τους. Η σκληρότητα συνυφασμένη με τις εκφάνσεις του κακού, θεωρεί ο Κοέν ότι είναι προϊόν μειωμένης ενσυναίσθησης, απουσίας δηλαδή της ικανότητας να αντιλαμβάνονται και να κατανοούν τα προβλήματα και τις ψυχικές καταστάσεις των άλλων ανθρώπων και να προθυμοποιούνται να τους προσφέρουν βοήθεια ώστε να οδηγηθούν σε κάποια λύση.

Γιατί ωστόσο συμβαίνει μερικά άτομα να έχουν μειωμένο βαθμό ενσυναίσθησης; Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος διαμορφώνεται από τον συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Στους τελευταίους ανήκει και η αγωγή που θα δεχτεί ως παιδί μέσα στο οικογενειακό του περιβάλλον. Αναφερόμενος στα δικά του οικογενειακά βιώματα ο συγγραφέας, εξομολογείται ότι απόχτησε έναν ικανό βαθμό αυτοπεποίθησης και αυτάρκειας-ζωτικά στοιχεία για την ανάπτυξη ενσυναίσθησης- και αυτό ήταν το πολύτιμο εσωτερικό δώρο των γονιών του.

Μπορούμε ωστόσο να αναζητήσουμε με απόλυτο ντετερμινισμό αιτίες, συνθήκες και παράγοντες που κατευθύνουν τον κάθε άνθρωπο στο κακό; Που τον εξωθούν στο να διαπράξει το κακό αντί για το καλό; Είναι ο γενετικός παράγοντας ισχυρότερος από τον «πολιτισμό», την αγωγή, την παιδεία; Πώς εξισορροπούνται τάσεις, ορμές, ένστικτα που ωθούν στο κακό με την ηθική, το δίκαιο, το κοινωνικά επιβαλλόμενο καλό; Η ψυχανάλυση μας αποκάλυψε και το ένστικτο της ανθρώπινης καταστροφικότητας, το οποίο υπάρχει φύσει στον άνθρωπο. Αλλά, αν πρόκειται για μια έμφυτη κατάσταση στο ανθρώπινο πλάσμα, τότε πώς εξηγείται ο διαφορετικός βαθμός άσκησης του ενστίκτου της καταστροφικότητας; Ο Έριχ Φρομμ διασυνδέει τον βαθμό καταστροφικότητας με τον βαθμό στον οποίο παρεμποδίζεται η ανάπτυξη των ικανοτήτων τού ατόμου. Αναφέρεται βέβαια-όπως επεξηγεί-, όχι «στις τυχαίες διαψεύσεις αυτής ή εκείνης της Επιθυμίας, αλλά στην παρεμπόδιση της έκφρασης των αισθητηριακών, συναισθηματικών, φυσικών και διανοητικών ικανοτήτων, στην ανακοπή της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνατοτήτων». «Αν ή τάση της ζωής»-υποστηρίζει- «προς την ανάπτυξη, προς τη βίωση ανακόπτεται, η Ενέργεια που δεσμεύεται μ’ αυτό τον τρόπο περνάει μια διεργασία αλλαγής και μετασχηματίζεται σε Ενέργεια καταστροφική για τη ζωή. Η καταστροφικότητα είναι το αποτέλεσμα της μη βιωμένης ζωής. Τα άτομα εκείνα, καθώς και οι κοινωνικές συνθήκες που συμβάλλουν στη δέσμευση της προωθητικής τής ζωής Ενέργειας, παράγουν καταστροφικότητα, που με τη σειρά της γίνεται η πηγή απ’ όπου ξεπηδούν οι διάφορες εκδηλώσεις τού κακού.

Είναι γεγονός ότι ο σύγχρονος πολιτισμός, που δίνει έμφαση στις θετικές επιστήμες, -και κυρίως στην οικονομία-, και στην τεχνολογία, όχι με ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό, με γνώμονα δηλαδή τη βελτίωση των αντικειμενικών συνθηκών ζωής, αλλά ένα ασύμμετρο και στερούμενο κοινωνικής ηθικής κέρδος, φαίνεται να προάγει μορφές του «κακού ανθρώπου» και ήθη που υλοποιούν τη βία, την απληστία, τον ανταγωνισμό. Και στις ανθρώπινες σχέσεις, τη ζήλεια, τον δόλο και την πανουργία. Έναν δηλαδή κώδικα «απαξιών», με τις οποίες-πιστεύεται ότι- διασφαλίζεται η επικράτηση, η επιτυχία, η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική άνοδος του ατόμου. Αυτοί οι κώδικες φαίνεται να υλοποιούνται σε όλα τα επίπεδα της ζωής, ακόμα και στις μικροκλίμακες της καθημερινότητας, εμποτίζοντας ωστόσο με τοξίνες τόσο τον δράστη όσο και τα θύματά του. Και μάλλον περισσότερο αποτελεσματικά τον δράστη, καθώς τον κρατούν συνεχώς σε νοσηρή ψυχική ένταση τόσο να σχεδιάσει το κακό, ώστε να είναι αποτελεσματικό, όσο και να αντέξει τον ίδιο του τον εαυτό, που βρίσκεται διαρκώς εκτεθειμένος σε μια τοξική συναισθηματική και ψυχική κατάσταση.

Δεν είναι δύσκολο να αντλήσουμε βιωματικό υλικό από την προσωπική μας, ο καθένας, ζωή, προκειμένου να «θυμηθούμε» συναισθήματα και ψυχικές διαθέσεις πράττοντας το καλό ή το αντίθετό του, δημιουργώντας ανθρώπινες σχέσεις, που στηρίζονται στη δοτικότητα ή αποσυνθέτοντας ανθρώπινες σχέσεις, όταν υπονομεύονται από το κακό. Υπάρχει όμως και μια σοβαρή ερευνητική συνηγορία υπέρ του καλού και των επιπτώσεών του στην ποιότητα ζωής εκείνου που το πράττει. Πριν από πολλές δεκαετίες, έχει αρχίσει και βρίσκεται σε εξέλιξη μια επαναστατική-όπως χαρακτηρίζεται-έρευνα που διεξάγεται στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, με θέμα: Study of Adult Development-Μελέτη της Ανάπτυξης των Ενηλίκων. Η έρευνα στηρίζεται σε κοινωνικές ιστορίες τεσσάρων γενεών. Το δείγμα της έρευνας αποτελούν 814 άτομα, με την παρακάτω κατανομή: 268 αγόρια, από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα του Χάρβαρντ, 456 αγόρια από φτωχές συνοικίες της Βοστώνης και 90 γυναίκες με υψηλό δείκτη νοημοσύνης (IQ άνω του 140). Από το 1938 που άρχισε η έρευνα, οι ερευνητές παρακολουθούν σε τακτά χρονικά διαστήματα τις ζωές του δείγματος με διάφορες μεθόδους (ερωτηματολόγια κάθε 2 χρόνια, προσωπικές συνεντεύξεις κάθε 15 χρόνια, γενικές εξετάσεις-αιματολογικές, μαγνητικές εγκεφάλου κ.λ.π. κάθε 5 χρόνια) ώστε να έχουν μια ολιστική προσέγγιση των συμπερασμάτων τους. Οι ερευνητές έχουν εστιάσει στα εξής σημεία: Προσαρμογή στο στρες, πνευματική υγεία, μηχανισμοί άμυνας.

Ποια είναι λοιπόν τα συμπεράσματα που προκύπτουν; Ο Τζωρτζ Βάιλαντ (George Vaillant), ψυχίατρος και καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Harvard, ένας από τους τελευταίους διευθυντές του ερευνητικού προγράμματος, έχει εκδώσει κατά καιρούς πολύ ενδιαφέροντες τίτλους πάνω στα ζητήματα αυτά: Adaptation to Life (1977), Natural History of Alcoholism (1983),The Ego and the Mechanisms of Defense (1992), Wisdom of the Ego (1993). Στο τελευταίο του βιβλίο, με τίτλο Στοιχεία ευτυχίας, στο οποίο παρακολουθεί και καταγράφει τις ιστορίες ζωής δέκα συμμετεχόντων, παρατηρεί: «Είναι οι καλοί άνθρωποι που έρχονται στη ζωή μας σε κάθε ηλικία, που οδηγούν σε μια ευτυχισμένη ζωή. Οι σχέσεις που μας γιατρεύουν διευκολύνονται από την ικανότητά μας να συγχωρούμε, να ευγνωμονούμε και να αφήνουμε τους ανθρώπους να μας αγγίξουν, δηλαδή να εμπλουτίζουμε τους εαυτούς μας από την αγάπη που τρέφουμε για κάποιον…» Η συγχώρεση, η υπέρβαση των μικρών και ασήμαντων, η ευγνωμοσύνη, η θετική αντίδραση, δεν τροφοδοτούν απλώς την ψυχική και συναισθηματική ισορροπία, τις αρμονικές ανθρώπινες σχέσεις. Επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό και την υγεία, σωματική και πνευματική.
Προς μια «αγωγή του καλού», λοιπόν, όπως διδάσκει και η σωκρατική τέχνη του βίου για την κατάκτηση της ευτυχίας. Που δεν αποκαλύπτεται ως έννοια οριακή, για να χαρακτηρίσει μεμονωμένες περιστάσεις του ανθρώπινου βίου και ευτυχείς συγκυρίες, αλλά ως καθημερινό βίωμα, υλοποίηση της κοινωνικότητας του ανθρώπου, χειρονομία εξανθρωπισμού των καθημερινών ανθρώπινων σχέσεων. Να μάθουμε και ν’ασκηθούμε στο καλό, ο μόνος δρόμος που οδηγεί στην ευτυχία. Γιατί, τελικά, εκτός των άλλων, η κακία βλάπτει σοβαρά –και- την υγεία…

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog