Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 40

Με τα μάτια, της Ελένης Ε. Νανοπούλου

Με τα μάτια, διηγήματα, Ελένη Ε. Νανοπούλου, εκδόσεις Γκοβόστη 2016

Μοιάζει με σύναξη προσώπων, εικόνων, αντικειμένων, με έναν απολογισμό ζωής. Χωρισμένο το βιβλίο σε ενότητες, που οριοθετούν τις μνήμες, τα κατακτηθέντα, τα αγαπημένα, όλα αυτά που συναποτελούν τη ζωή, όταν θέλουμε να την αφηγηθούμε. Γιατί, μικρές αφηγήσεις μαζεύονται εδώ, που η Ελένη Νανοπούλου μοιράζεται μαζί μας. Ή, κάτω από μια άλλη θεώρηση της γραφής, ιστορίες που τις αφηγείται στον εαυτό της, με τους κώδικες της προσωπικής ζωής. Κι εμείς λαθραία εισχωρούμε, διαβάζουμε ή ακούμε.

Στην πρώτη ενότητα («Στο σπίτι») θα συναντήσουμε τον άνθρωπο στον χώρο του, με τα αντικείμενα όλα γύρω του να αποτελούν κομμάτια του κόσμου του αναπόσπαστα. Αρχικά η συνειδητοποίηση της παρουσίας των αντικειμένων. Η συνύπαρξη και η οριακή ανοχή (αμοιβαία ίσως;) μεταξύ τους. Μετά η αναπόφευκτη ενσωμάτωση στον κόσμο τους. Τότε αντιλαμβάνεσαι πως τα πράγματα έχουν ζωή, αισθάνονται, αντιδρούν και διεκδικούν. Ίδιες ανθρώπινες παρουσίες. Το πώς θα αντιδράσεις σ’ αυτή τη συνειδητοποίηση είναι προσωπική σου υπόθεση. Τα αγνοείς; Συμφιλιώνεσαι με τη δική τους αλήθεια;

Γυρνάς στο κρεβάτι από τη μια μεριά στην άλλη και σού δίνει και καταλαβαίνεις. Ο ίλιγγος, βέβαια, όχι κάτι άλλο. Μήπως είναι δυνατό να μείνεις ξερός όλη νύχτα, να κάνεις το πτώμα; Κλείνεις τα μάτια. Για να τον αποφύγεις. Να μη δεις στο μισοσκόταδο να πηγαινοέρχεται το ταβάνι, να αλλοιώνονται οι γωνίες του δωματίου. Να διώξεις τη ναυτία. Και να, με κλειστά μάτια βλέπεις ένα δρόμο να γλιστράει ιλιγγιωδώς -πώς αλλιώς- κάτω απ’ τα πόδια σου ή πιο σωστά, κάτω από τη ζωή σου. Μπροστά σου ένα τούνελ, σήραγγα ή σύριγγα που έλεγε -μάλλον κυριολεκτικά- ένας συγχωρεμένος θείος, όταν πρωτοάνοιξαν το παρακείμενο στο χωριό του τούνελ. Το βλέπεις με κλειστά τα μάτια μέσα σε μια αχλή, καθόλου μαύρο και σκοτεινό, αλλά λευκό με μια θαμπάδα σαν το αλώνι του φεγγαριού, όταν έχει.

Στη δεύτερη ενότητα («Δικά μου») το υποκείμενο διεκδικεί με τη σειρά του τον χώρο του. Για να τον κατακτήσει επανεκτιμά όσα θεωρεί αποκλειστικά δικά του. Το σώμα του, τα μέλη, τα αναγνωριστικά του σημάδια. Όλα πρέπει να επανακτηθούν ως κομμάτια ενός συνόλου, που μάθαμε να το εκλαμβάνουμε ενιαίο και πειθαρχημένο, ωστόσο αυτό συχνά καταργεί τη συνοχή του. Απρόσμενα και αιφνιδιαστικά βρισκόμαστε μπροστά σε μικρές αυτονομήσεις. Τότε βλέπεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Όπως είναι ή όπως τον βλέπουν οι άλλοι.

Πάντα ξεκινώ απ’ τα μάτια. Άλλοτε όμορφα, αμυγδαλωτά και προσηνή, άλλοτε στενά και σχιστά, μυστηριώδη και άλλοτε βαθιά και σκοτεινά, με απροσδιόριστο χρώμα. Μετά ολοκληρώνω το πρόσωπο. Προσπάθησα να κάνω τα βλέφαρα να κλείσουν μια φορά που κάτι γυναικεία μάτια με κοίταζαν παράξενα, διεισδυτικά και με τάραξαν. Το πέτυχα κι αυτό. Χαμήλωσε τα βλέφαρά της εκείνη, ησύχασα εγώ. Η πιο τρελή εικόνα που σχημάτισα ήταν το δικό μου προφίλ. Κλειστά μάτια. Νεκρή σχεδόν.

«Η γραφή», που συνιστά την τρίτη σύντομη ενότητα, σε ποιον ανήκει, αλήθεια; Είναι δική μας, όταν επινοούμε και γράφουμε, αφορά μόνον εμάς ή και τους αποδέκτες, ακούσιους συνοδοιπόρους ή εκούσιους συνδημιουργούς, σε μια διαφορετική θεώρηση του θέματος; Αλλά και οι λέξεις δεν είναι τάχα δηλωτικές μιας απόπειρας να τιθασευτεί το χάος; Αρκεί να τις διαβάζουμε σωστά. Αρχινά η δόμηση εκ νέου του προσώπου μας με γνώμονα τον λεκτικό κώδικα. Ένας κώδικας, όμως, είναι μια συμβατική συμφωνημένη πραγματικότητα για χάρη της επικοινωνίας. Τίποτε άλλο.

Φεύγοντας κατεβαίνω απ’ τον εμπορικό πεζόδρομο, σκέφτομαι πόσους χάσαμε τον περασμένο χρόνο και νιώθω αυτό το «καθημαγμένη» στις σκυφτές μου πλάτες. Αλλά να δούμε και πώς γράφεται και τι σημαίνει ακριβώς.

Η τέταρτη ενότητα («Οι άλλοι») μας αναγκάζει να στρέψουμε το βλέμμα γύρω και να παρατηρήσουμε όσους υπάρχουν διεκδικώντας ένα κομμάτι του κόσμου, περιορίζοντας αναπόφευκτα τον δικό μας χώρο, καταργώντας την επιθυμητή μας ελευθερία κινήσεων, δεσμεύοντας και καμιά φορά καθοδηγώντας τις επιλογές μας. Σε μια άλλη εκδοχή μπορεί να μας κάνουν να δούμε με άλλα μάτια τη ζωή. Ίσως μέσα από πολύ απλές καθημερινές ενέργειες. Είναι τότε που ανακαλύπτουμε ταυτόχρονα με τους άλλους και μια διαφορετική όψη του εαυτού μας. Ίσως και τα όριά μας.

Κάτι τον εμπόδιζε, του κοβόταν η ανάσα. Προσπάθησα να είμαι ψύχραιμη αλλά κοίταζα και γύρω μήπως χρειαστώ βοήθεια. Αργοπορούσαμε στη διάβαση κι είχε ανάψει κόκκινο πάλι στα τελευταία μας βήματα. Έκανα με το χέρι μου νόημα στο αυτοκίνητο που ξεκινούσε, να περιμένει να περάσουμε. Φτάνοντας στην απέναντι όχθη είπα μέσα μου, ούτε βαθύ ποτάμι να ήταν.

Τέλος, στην πέμπτη ενότητα («Οι άνθρωποί μου») συναντάμε τους οικείους, αυτούς που αποτελούν τη φυσική μας συνέχεια. Κάνεις να φύγεις μακριά τους και δεν μπορείς. Λεπτό αλλά γερό το σχοινί σε κρατά δεμένο μαζί τους. Τα στηρίγματά μας ή εμείς τα δικά τους. Συγκεχυμένες οι συνδέσεις και πολλαπλές οι εκδοχές τους. Συνήθως επώδυνες. Και ακόμη συχνότερα δυσερμήνευτες.

Όσο περισσότερο χρόνο ζεις με έναν άνθρωπο τόσο πιο αθέατος παρατηρητής γίνεσαι. Το καθημερινό μου θέαμα, λοιπόν, από αθέατη θέση. Η ματιά μου το όπλο μου. Το θήραμα εύκολο. Η θέα δυσανάγνωστη.

Και τότε η παρατήρηση αποβαίνει το όπλο, η απαραίτητη αρματωσιά και για τη ζωή και για τη γραφή. Το αφηγηματικό υποκείμενο παρατηρεί και γράφει.

Ο κόσμος, έτσι όπως τον εννοεί η Νανοπούλου, είναι πολυσύχναστος και πολύμορφος, έχει γωνίες και απότομες στροφές, χρειάζεσαι το νήμα που θα σε οδηγήσει σε ευθεία πορεία. Συνέχεια πέφτεις πάνω σε πρόσωπα και πράγματα. Είναι και οι ήχοι, ένας βόμβος συνεχής που σε οδηγεί σε τοπία εξωσυνειδησιακά, στον χώρο και τον χρόνο πριν, πριν από (από τι άραγε;), όταν όλα αυτά ακόμη δεν υπήρχαν. Καμιά φορά οι εμβοές αυτές μπορεί να είναι σωτήριες. Αποτελούν τη μοναδική ίσως σύνδεση με έναν κόσμο περίκλειστο, που απομονώνει σε εσωτερική πλέον ακρόαση τη σύνθεση (μουσική ή όχι) όσων αγαπήσαμε.

Κολυμπούσα σε μια ζεστή λίμνη. Κάτι έπινα γλυκό κι ανακουφιστικό. Ήταν τόσο όμορφα που θα μπορούσα όλη μου τη ζωή να είμαι ’κει. Μέχρι που άρχισε. Ένα μουρμουρητό μονότονο, μακρινό. Σιγά σιγά όμως πλησίαζε και τάραζε τα ήσυχα νερά της λίμνης μου. Πιο κοντινό τώρα έμοιαζε με βουβό κλάμα. Πηγαινοερχόταν απ’ το ένα στο άλλο μου αυτί. Δεν μου άρεσε καθόλου. Βαθύ παράπονο. Τα παράσιτα ατ’ αυτιά μου δυνάμωναν και με ενοχλούσαν. Προσπαθούσα να βρω θέση ώστε να μην τα ακούω. Δεν μπορούσα να στρίψω. Ο χώρος ήταν κλειστός. Η λίμνη μικρή. Κάποια στιγμή κατάφερα να φέρω τις μικρούτσικες μπουνιές μου ως τ’ αυτιά. Η ηχώ απ’ το κλάμα μάκραινε σιγά σιγά ώσπου χάθηκε κι έτσι αποκοιμήθηκα.

Η Ελένη Νανοπούλου έχει μια γραφή που ισορροπεί ανάμεσα στην πεζή καταγραφή των καθημερινών εικόνων και αποτυπώσεων και σε ένα ποιητικό εκχύλισμα που ανατρέπει διαρκώς το ρεαλιστικό τοπίο σε κάτι πιο απογειωτικό και άυλο. Η μετάλλαξη αυτή προσδίδει μια ιδιαιτερότητα στη γραφή της και μεταβάλλει τις ιστορίες της (αν μπορούμε να τις πούμε έτσι) σε φωτογραφικές στιγμές, με την κλεμμένη αθανασία που οι φωτογραφίες εγκλωβίζουν μέσα τους και την ποιητικότητα που αποπνέουν, όταν τις κοιτάζεις και θυμάσαι. Δεν μπορείς, ωστόσο, να μην παρατηρήσεις τον τρόπο που κατορθώνει όλο αυτό να το συγκροτεί σε ένα ενιαίο σύνολο, που το βλέπεις από όποια από τις πέντε (όσες και οι ενότητες του βιβλίου) αλληλένδετες εκδοχές επιθυμείς. Μια διαφορετική ματιά (να καταχραστώ κάτι από τον τίτλο) στη γραφή των μικροδιηγημάτων. Ενδιαφέρουσα σε κάθε περίπτωση.

Διώνη Δημητριάδου

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog