Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 40

Το ήθος της σύγχρονης ποίησης

Γράφει η Διώνη Δημητριάδου

Η ποίηση, περισσότερο από κάθε άλλη μορφή λόγου, προσφέρει στον αναγνώστη της μια προνομιούχο θέα στον κόσμο, η οποία εξαρτάται από τη θέση του ποιητή και αποτελεί προσωπική του κατάκτηση. Ο ποιητής παρατηρεί και σημειώνει εικόνες, κατόπιν τις μετουσιώνει σε λέξεις και τις δίνει στον αναγνώστη του με το φορτίο που ήδη έχουν αλλά και την ερμηνεία που ο ίδιος -στη βάση της προσωπικής του ηθικής στάσης- τους προσδίδει. Σ’ έναν κόσμο στον οποίο η ομοιομορφία καταξιώνεται, η διαφορετικότητα καταδιώκεται και στοχοποιείται, η ποίηση έχει τον τρόπο να απομονώνει το ουσιώδες, να το προβάλλει σε ευσύνοπτο λόγο και να το κοινωνεί. Είναι, λοιπόν, η ποίηση φορέας μηνυμάτων; Ναι, αλλά όχι με το περιεχόμενο που συχνά προσδίδεται στη λέξη μήνυμα. Η λεγόμενη στράτευση του ποιητή σε πολιτικά τσιτάτα και κομματικές επιταγές είναι όχι μόνο πεπαλαιωμένη μέθοδος προπαγάνδας αλλά και πολύ φορτωμένη με αμαρτίες για να υποστηριχθεί σοβαρά από κάποιον. Ο ποιητής είναι ένας ευαίσθητος δέκτης που συλλαμβάνει τα μηνύματα της εποχής του και αντιλαμβάνεται πού αξίζει να εστιάσει το νόημα των στίχων του. Ο λόγος του εμπεριέχει το νόημα της εποχής του, όπως κι αν θελήσει να το δώσει, με όποιο τρόπο -σαφή ή κρυπτικό- επιλέξει να μιλήσει. Η ποίηση δεν χρειάζεται την ευτέλεια ενός κωδικοποιημένου συνθηματικού λόγου που υπηρετεί πάντοτε σκοπιμότητες. Εμπεριέχει με τον καλύτερο και πιο σαφή τρόπο την εποχή μέσα στην οποία γεννιέται, και της οποίας τον ουσιαστικό πυρήνα φέρει μέσα στον λόγο της, θέλοντας και μη. Θυμάμαι εδώ τα λόγια του μεγάλου ζωγράφου Αλέκου Κοντόπουλου που προσδιόρισε τον ρόλο του πνευματικού ανθρώπου:

να είσαι ταυτόχρονα κοινωνικός και αντικοινωνικός

Εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία του ρόλου του. Να βρίσκεται μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, δίπλα στα προβλήματα των ανθρώπων, να ευαισθητοποιείται και να κινητοποιείται απ’ αυτά. Κοινωνικός, λοιπόν, σημαίνει όχι απομονωμένος. Όμως πάντοτε οφείλει να βρίσκεται απέναντι στις συμβάσεις, κατ’ ουσίαν αντίθετος με τους συμβιβασμούς που ορίζουν την αποδεκτή κοινωνικότητα, άρα αντι-κοινωνικός, με την έννοια του απέναντι βαθιά ριζωμένη μέσα του. Το ποιητικό υποκείμενο αποστασιοποιημένο για να μπορεί να δει καλύτερα, πληρώνοντας έτσι το τίμημα της ώριμης και ξεκάθαρης θέας με τη μοναξιά. Αυτή την αντίθεσή της απέναντι σε όλα τα κακώς κείμενα δίνει η ειλικρινής και αυθεντική ποίηση, αθώα και αμέτοχη σε κάθε εύκολο συνυπολογισμό, σε κάθε δελεαστική ενσωμάτωσή της στην κατασκευασμένη τοιχογραφία της εποχής. Κραυγάζει ο ποιητής αυτό που βλέπει, αυτό που τον απογοητεύει, αυτό που διαψεύδει τις προσδοκίες του ως πολιτικού όντος και κοινωνικά ενεργού μέλους ενός συνόλου ηθικά απορριπτέου. Και η σύγχρονη πραγματικότητα έχει πολλές αφορμές για να κινητοποιήσει την ευαισθησία της ποίησης. Κατορθώνει ο ποιητής να διατηρήσει τους τρεις πυλώνες της ηθικής του μέσα στην καταιγίδα καταρράκωσης των ανθρωπιστικών αξιών που μαίνεται γύρω του.

Πρώτα απ’ όλα κρίνεται ως προς το πολιτικό ήθος, το ποικιλοτρόπως τρωθέν τις τελευταίες δεκαετίες (γιατί αλίμονο αν η τωρινή κατάντια μας οφείλεται μόνο σε μια χούφτα άτιμα χρόνια).

Έπειτα η κοινωνική ευαισθησία προς τον πάσχοντα άνθρωπο όπου γης έρχεται να καθορίσει το ήθος πάλι, δίνοντας το μέτρο της σύμπλευσης, της συμπαράστασης, της αλληλεγγύης. Η ποιητική παραγωγή, πλούσια πάντοτε, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης απογειώνεται, καθώς οι στίχοι μπορούν να αποτυπώσουν με τον πιο αυθόρμητο τρόπο τις σκηνές της δύσκολης πραγματικότητας, χωρίς να απαιτείται χρονική απόσταση από τα γεγονότα.

Μόνο που για να ισχύουν οι δύο παραπάνω παράμετροι του ήθους, πρέπει να προηγηθεί η γενεσιουργός συνθήκη, το προσωπικό ήθος. Όταν αυτό δεν υπάρχει, τότε οι πολιτικές ή κοινωνικές ευαισθησίες καταλήγουν κενά ρητορικά σχήματα. Είναι αυτό που θα ανασύρει από τη μνήμη τα άξια λόγου (κατ’ εξοχήν υπόθεση προσωπικού ήθους η μνήμη), είναι αυτό που θα αναδείξει την ωριμότητα των επιλογών. Η ποίηση, καθώς μετουσιώνει τον ιδιώτη σε πολίτη, είναι βαθύτατα ανθρώπινη, όπως κάθε τι που αγωνιά σε μια κοινωνία φθίνουσα, είναι ποίηση με ήθος προσωπικό, όχι με την κοινά αποδεκτή (φθαρμένη πλέον) έννοια αλλά με την ουσιαστική. Κυρίως όταν απαιτεί αίμα για να γραφεί.. Το χρώμα της είναι το μαύρο. Κι αν είναι κόκκινο παραπέμπει σε αιμάσσοντα σώματα που καθημερινά σπαράσσονται. Είναι και η ωριμότητα που ανιχνεύεται πίσω από λέξεις δηλωτικές της απόλυτης συνειδητοποίησης του «ποιος είμαι», «πού πηγαίνω», κυρίως «τι γίνεται εδώ». Είναι θέμα επιλογής το περιβάλλον που θα δώσει στον ποιητή την απαραίτητη ανάσα προκειμένου να μην πνιγεί από τον ασφυκτικό κλοιό των προκαθορισμένων δρόμων.

Ο ποιητής, λοιπόν, δεν ηθικολογεί, δεν ρητορεύει ανοήτως, δεν επαναπαύεται σε ευκολίες του λόγου. Μιλά, κραυγάζει αυτό που αποθηκεύει από τον πάσχοντα εν γένει πολιτισμό μας. Και μετά σιωπά. Γιατί έτσι οφείλει να κάνει. Ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνον ο λόγος του. Και αυτός είναι αρκετός.

Αυτό ακριβώς δηλώνει ο Ιωάννης Παπουτσάκης γράφοντας:

Μιλάμε μόνο όταν πρέπει να μιλήσουμε
Όταν ο λόγος μας είναι πιο δυνατός απ’ τη σιωπή
δυνατά για να ακούσουν
αυτοί που φιμώνουν τις λεύτερες φωνές
για να τους δείξουμε ότι νικήσαμε το φόβο
που σφραγίζει τα στόματα των ανθρώπων.

Ένας τέτοιος λόγος είναι δηλωτικός του ήθους. Όπως άλλωστε ποιητική στάση ώριμη και υπεύθυνη δηλώνει με τη χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου, δείχνοντας την ανάγκη συμπερίληψης σε ένα κοινό παρελθόν οραμάτων αλλά και πικρών απογοητεύσεων, παράλληλα πιστεύοντας ότι το «εμείς» του λόγου του αρκεί για μια συνέχιση του αγώνα, με όποιους όρους είναι πλέον αυτό δυνατό.

[…]
Ο δρόμος είναι μακρύς
σαν την ιστορία αυτού του τόπου
και τα αρπακτικά που μας περιτριγυρίζουν
είναι μονίμως πεινασμένα και βιαστικά
[…]

[…]
Κάθε μας χαμόγελο και κάθε μας τραγούδι
είναι μια γροθιά
στους αγέλαστους κι ανέραστους
που θέλουν να μας τα στερήσουν
Το ξέρουμε πως μας μισούν γι’ αυτό
Γιατί δεν είμαστε κι ούτε θα γίνουμε
όμοιοί τους

[…]
Ποιος είπε ότι δεν φοβόμαστε τη μοναξιά;
Ποιος είπε ότι δεν τρομάζουμε με το αύριο
που θα μας βρει σκυθρωπούς κι απελπισμένους;
[…]

Η Κατερίνα Λιάτζουρα δηλώνει εξ αρχής ότι παράλληλα με την ποιητική της κατάθεση επιχειρεί να δώσει και το ηθικό της στίγμα, δίνοντας ταυτόχρονα και τη θέση του ποιητή. Ο ποιητής είναι εκτεθειμένος.

... Πάμπολλες φορές παλούκωσα τούτο το κορμί
μες στις ανήλιαγες φανφάρες της ηθικής
το παλούκωσα
και το κρέμασα από το δοκάρι...

Αρθρώνει μια ώριμη πολιτική φωνή με σαφή επίγνωση των πραγμάτων, μακριά από αφελείς προσδοκίες:

[…]
Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία
η ρύπανση της πολιτικής μού μαύρισε το μάτι[…]

Καταξιώνει την προσωπική ηθική στάση, τον ατομικό ηθικό αγώνα, σε μια μοναδικής ειλικρίνειας ποιητική πρόταση, αφήνοντας πίσω στη λήθη αδιέξοδους πολιτικούς δρόμους:

[…]
Ο μύθος της ατομικής αντίστασης
μοναχική και παλλόμενη λεπίδα
προσδίδει στο λυκόφως
ανθρώπινη μεγαλειότητα.

Και ταυτόχρονα ρίχνει το βλέμμα της στον άνθρωπο που πάσχει δίπλα μας πλησιάζοντάς τον με μια υπέροχη ευαισθησία:

Υποθήκευσα τη ζωή μου.
Αποθήκευσα την ψυχή μου σε αιγαιοπελαγίτικο φέρετρο.
[…]
Αγκίστρωσα τον αγκώνα μου σ’ ένα απομεινάρι του ναυαγίου
μπορεί όμως και στο πτώμα της συντρόφου μου.
Δεν ξέρω.
Δεν κοίταξα.
Δεν θυμάμαι.

φοβάμαι και το θάνατο -σας το ’πα;

Η Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου ακολουθεί στα ίδια βήματα συμπάσχοντας με:

τους άρρωστους•
τους άνεργους•
τους άστεγους•
τους απάτριδες•
τους βιασμένους•
τους κακοποιημένους•
τους δολοφονημένους•
τα παιδιά τα άρρωστα•
τα ορφανεμένα•
τα απελπισμένα•
τους πολιτικούς κρατούμενους•
τους φυλακισμένους•
τους εξωθημένους στην πορνεία•
τους αυτόχειρες•
όσους έχασαν παιδι(ά)•
όσους είναι μόνοι.

Και θα δείξει το ηθικό ανάστημα μέσα από αντιξοότητες, πάλι τονίζοντας τον ατομικό αγώνα, καταξιώνοντας το «εγώ» του προσωπικού ήθους, απαραίτητη συνθήκη για να ισχύει το ήθος του «εμείς»:

Αντάξια του ονόματός σου στάθηκες.
Πιστή στο λόγο που είχες κάποτε
στον εαυτό σου δώσει.
Για σένα. Όχι για εκείνους.
Είσαι καλύτερος άνθρωπος.
Ίσως μια μέρα βγεις από το τέλμα
που ο ίδιος δημιούργησες,
όπου μονάχος σου επέλεξες και κλείστηκες.

[…]
Μην κατηγορείς, μην ψάχνεις ενόχους

[…]
Δεν είναι καιροί για αυτολύπηση.

Η Νίκη Κωνσταντοπουλου, σε ακόμα πιο προσωπικό τόνο, θα ανασύρει μνήμες καθοριστικές που δομούν το προσωπικό της τοπίο:

Στην ντουλάπα του σπιτιού μου
βάζαμε άτακτα όλα μας τα ρούχα - όπως τις σκέψεις μας.
Στριμώχναμε τα παλιά•
πάνω πάνω ήταν τα νέα για να ξεχνάμε.

Με σαφή τη θέση του «απέναντι» δηλώνει πως έχει καταλάβει πώς είναι αυτό το «παιχνίδι και κοινωνεί την αλήθεια της στους άλλους:

[…]
Καταγράφω τους ήχους
με τα μάτια δεμένα
εκπαιδεύτηκα σκληρά
να κυνηγάω σκιάχτρα.
[…]
Μην υποτιμάς το ελάχιστο του χρόνου.
Σε μια κλίμακα αντιστρόφως ανάλογη
μετρά όσο η αιώνια μνήμη.

Και απευθυνόμενη στον Μπωντλαίρ (δείγμα ταπεινότητας και όχι αλαζονείας η συναίσθηση της ποιητικής συνέχειας) θα πει:

[…]
Δεν έχω καλά νέα να σου πω
τα άνθη του κακού ακόμα ανθίζουν
και σαν πληγές κακοφορμίζουν
σκορπίζοντας κίτρινο υγρό παντού.

Ο ρόλος του ποιητή, θα πει η Νίκη είναι να εντοπίζει, να μιλά, να δείχνει, να αντίκειται στη γενική αδιαφορία:

στέκεται μέρες τώρα
στη μέση του δρόμου
τα αυτοκίνητα τον προσπερνούν
οι άνθρωποι περνάνε από δίπλα του ξυστά
ακουμπάνε τον ώμο τους
κι αμέσως τινάζουν το παλτό τους
τα περιστέρια δεν τον πλησιάζουν ούτε για λίγα ψίχουλα
τα παιδιά τον κοιτάζουν με περιέργεια
μέχρι οι μανάδες να τα απομακρύνουν γρήγορα

Τέτοια συντονισμένη αδιαφορία
θα ζήλευε και ο διάβολος.

Η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, τέλος, με την ωριμότητα και τη σαφήνεια του πολιτικού της λόγου δηλώνει:

Ο χρόνος είναι δίκαιος
και η ανατολή η απόδειξή του.

Δες!

Ο κόκκινος ήλιος στις ροδακινιές θα τρυπήσει

την ομίχλη
το πείσμα
την εμμονή
στην ουτοπία.

Και με το ελάχιστο των λέξεων θα δείξει ότι και οι νεότερες ποιητικές γραφές άριστα γνωρίζουν τη βαρύτητα του ποιητικού λόγου:

[…]
Εδώ,
η τέχνη του να επιζείς
ταυτίζεται με την τέχνη του να επιλέγεις
- αλλά δίχως χαμένες μάχες.

[…]
Άνοιξα το στόμα, έγινα μαύρη τρύπα
και μεγάλωνα.
Στις απόκριες μου ’ραψαν τη στολή των μεγάλων
Κλαίγοντας
Κατάσαρκα
Έτσι έμαθα για τον κόσμο που κέντρο του είναι ο άνθρωπος
- όχι εγώ –
[…]

Κι εδώ, σε αυτό το ελάχιστο του λόγου θα μιλήσει δίνοντας τον γενικό αφορισμό:

[…]

Λέω• αν δεν πονάς, κάτι δεν κάνεις σωστά.

Και μόνο ο παραπάνω στίχος θα αρκούσε για να συμπεριλάβει μέσα στη λιτότητά του και να δείξει το μέτρο της ποιητικής ηθικής.

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog