Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 17

Ιχθύων Λόγος - Ανάγνωση του Ντέμη Κωνσταντινίδη

Ιχθύων Λόγος, Ποίηση, Ντέμης Κωνσταντινίδης, Εκδόσεις University Studio Press, 2011


Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής του Ντέμη Κωνσταντινίδη, Ιχθύων Λόγος, είναι ένα εύγλωττο οξύμωρο, ιδιαίτερα αποκαλυπτικό: σηματοδοτεί από τη μια την εγγενή αδυναμία εκπομπής του λόγου, και από την άλλη  το επικοινωνιακό αδιέξοδο στο οποίο καταλήγει αυτός ο λόγος, αφού, σε περίπτωση που παραχθεί, δεν ακούγεται, δε γνωρίζει δεκτικό αντίκρισμα, καταλήγοντας έτσι να ταυτίζεται με τη σιωπή. Μια κατάσταση όπου ο φορέας του λόγου είναι αδύναμος να μιλήσει ή ν’ ακουστεί, είναι οπωσδήποτε μια κατάσταση στερητική που παραπέμπει στη ματαιότητα του λόγου σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις εκείνες που πιστεύουν στη δύναμη της ρητορικής του, στην αλαζονική παντοδυναμία του, στην κηρυγματική του αποτελεσματικότητα, στη δυνατότητά του να επέμβει και ν’ αλλάξει μεταμορφωτικά την κοινωνία. Ωστόσο, μέσα στην όλη αντίφαση, πρόκειται για μια σιωπή που επιλέγει τελικά το λόγο, παρά την επίγνωση της ενδεχόμενης ακύρωσης ή της αδυναμίας του.
Τα ποικίλα σχήματα λόγου εξάλλου που απαντούν στη συλλογή είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα επεμβάσεων πάνω στο λόγο με λεπτές και ευδιάκριτες σημασιολογικές στοχεύσεις: οι αλλαγές, προσθέσεις ή μετατοπίσεις φωνημάτων επιστρατεύονται με αποτέλεσμα τις αλλαγές στη σημασία των λέξεων και των εκφράσεων, ούτως ώστε από την κοινά αποδεκτή λογική να εκφράζουν τη λογική του ποιητή, διαφορετική ή και αντίθετη από την αρχική τους στερεότυπη και φθαρμένη έννοια. Τα συναντούμε ιδιαίτερα στους τίτλους ποιημάτων. Ο τίτλος αποτελεί συνειδητή επιλογή που βρίσκεται σε άμεση οργανική συνάρτηση με το ποίημα: δίνει, σε πολλές περιπτώσεις  όχι απλά το θεματικό πλαίσιο, αλλά και το ερμηνευτικό του  στίγμα: δεν είναι περιγραφικός αλλά κριτικός. Πολλές φορές βρίσκουμε να λειτουργεί μια οξύμωρη σχέση ανάμεσα στον τίτλο και το περιεχόμενο του ποιήματος, κάτι που συντελεί σ’ ένα αποτέλεσμα ειρωνείας. Χαρακτηριστικός τίτλος αυτού του είδους η «Ανεξάρτητη αρχή», όπου στο περιεχόμενο του ποιήματος τονίζεται η ανελευθερία του κοινωνικού κατεστημένου.
Στην περίπτωση του ποιήματος «Το Μανιφέστο» η αντίθεση τίτλου-περιεχομένου λειτουργεί πιο υπαινικτικά.  Το μανιφέστο είναι ηχηρός τίτλος που αφορά εδώ σε ένα κείμενο αυτοειρωνικό, που υπονομεύει τον τίτλο, καθώς δεν πρόκειται για μια διθυραμβική διακήρυξη πίστης σε κάποιες αρχές, αλλά για τη διαπίστωση μιας κούρασης που μαρτυρά ακριβώς το αντίθετο:
Παθιαζόμαστε…/Μα ύστερα, κουραζόμαστε/Και λέμε να το ρίξουμε έξω/Χωρίς φράγκα και κεράσματα/Σαν σπάνια, ιδανικά αποβράσματα.
Το ποιητικό υποκείμενο λειτουργεί  άλλοτε σε ατομική (εγώ) άλλοτε σε συλλογική διάσταση (εμείς): και οι δύο αυτές διαστάσεις διέπονται  από μια συνοχή σε ιδεολογικό και συναισθηματικό επίπεδο που καταλήγει σε ταύτιση ή/και εκπροσώπηση. Το εγώ μιλά τόσο εκ μέρους του εαυτού του όσο και ως εκπρόσωπος ενός κοινωνικού συνόλου, για την ακρίβεια μιας γενιάς, εκείνης του ποιητή, η οποία περιγράφεται με όρους ρεαλιστικούς και αναγνωρίσιμους, μέσα από στοιχεία μιας πολυεπίπεδης αυτοβιογραφικότητας. Η ανθρωπολογία της συλλογής είναι σαφώς διατυπωμένη: οι άνεργοι, τα άτομα που βρίσκονται σε αντίθεση με το σύστημα αλλά και η θεμελιακή και διαχρονική στην ποίηση αντίθεση εγώ/κόσμος, με την τελευταία έννοια να έχει εδώ ευδιάκριτο κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο. Πρόκειται για το σύστημα που εγκλωβίζει το άτομο, διαψεύδει τις προσδοκίες του, περιορίζει τις επιλογές του. Η άμυνα του ατόμου ωστόσο απέναντι σ’ ένα συλλογικό και πανίσχυρο κύκλωμα που θυμίζει κατά κάποιο τρόπο εκείνο του Κάφκα είναι έκδηλη και εκφράζεται με πολλαπλές μορφές: η ειρωνεία, ο σαρκασμός, η ρητή καταγγελία συνεργούν, σε τελική ανάλυση, στην υπονόμευση της παντοδυναμίας αυτού του συστήματος, που απαξιώνεται από το υποκείμενο όπως και εκείνο απαξιώνει το υποκείμενο. Οι αμυντικές αυτές αντιδράσεις φαίνονται ως ο μόνος τρόπος να βιώσει το υποκείμενο ικανοποίηση, εκδίκηση, αλλά και αυτοδικαίωση.
Φτάνει ο κύριος υπουργός/Και συνεπώς/Οι γραμματείς/Σερνάμενοι ξοπίσω./Λεφούσι αρμόδιοι-επιτελείς/Επιθεώρηση ως τις τρεις/Κι έπειτα, θα το στρώσουν/Στο τσιμπούσι. («Νέα σεζόν»)
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει στη συλλογή ο τρόπος αναπαράστασης της φύσης: Ο ρομαντισμός και ο μακρινός του απόγονος, ο υπερρεαλισμός είχαν αποδώσει στη φύση μια ιδιαίτερα θετική, στις περισσότερες εκδηλώσεις της, διάσταση. Κυρίως οι Έλληνες ποιητικοί εκπρόσωποι της αποκαλούμενης γενιάς του ΄30 έβρισκαν στο φυσικό κόσμο ένα καταφύγιο, ένα ευδαιμονικό πλαίσιο και συχνά ένα πρότυπο προς μίμηση, με τον ποιητή να διδάσκεται από τα κρυφά μηνύματα της φύσης και να αντλεί αξίες από αυτήν. Εδώ όμως η αρμονική αυτή σχέση με τη φύση ανατρέπεται, κάτι που μας θυμίζει τον Μίλτο Σαχτούρη και τα τρομακτικά εξπρεσιονσιστικά σύμβολα που αντλούσε από το ζωολογικό και κοσμολογικό βασίλειο για να αποτυπώσει τα ανθρώπινα δρώμενα της εποχής του. Αντίστοιχα, και εδώ η ισοτοπία της φύσης κατ’ αντανάκλαση προς την ανθρώπινη ισοτοπία δέχεται αρνητικές σημασιοδοτήσεις.
Κόκκινα σύννεφα/Ξερνάνε σήμερα/Σ’ όλη την πλάση/Σε όχθες και δάση/Όξινες στάλες/Μαύρες ψιχάλες/Καντάρια-τόνους/Προγόνων φόνους. («Σημεία στίξεως»)
Η φύση αδυνατεί να ενισχύσει το υποκείμενο, να το παρηγορήσει και να αντισταθμίσει την αρνητική ψυχολογία που προέρχεται από τη δυσαρμονική σχέση του με τον κόσμο ως τεχνητό πολιτισμικό οικοδόμημα.
Συγκεντρώσεις ενός μαγιάτικου πρωινού/Και παραπόταμοι μικροί-ενωμένοι/Από χιλιάδες ανυποψίαστες υπάρξεις/Που συνωστίζονται στα σύννεφα/Ενός θλιμμένου κι αφιλόξενου ουρανού. («Ανεμοδείκτης»)
Αντί να εμπνέει μια στάση δοξαστική, η φύση αποτελεί μέρος της παρακμής και συμμετέχει στη συνολική απομυθοποίηση των αξιών που υφίσταται το άτομο.  
Διασχίζω βρωμισμένους δρόμους/Τα πόδια μου γλστρούν σε ακαθαρσίες/Πάνω μου κρέμονται ανύπαρκτα αστέρια («Αγελαίου κυνός»)
Η άλλη πλευρά της χωρογραφίας της συλλογής, ρητά δηλωμένη και εξεικονισμένη, είναι η αστική πραγματικότητα, η πόλη που κατονομάζεται, με τα χαρακτηριστικά βιωματικά σημεία της: το παλιό σχολείο από αμιαντολαμαρίνες, η πλατεία Αριστοτέλους, τα στέκια όπου συχνάζουν οι άνεργοι. Ο ερωτισμός, αφυπνισμένος από τον παράγοντα του τυχαίου, είναι μια πρόσκαιρη διέξοδος για τη γενιά των ανέργων, εκεί που συζητούν τα εργασιακά τους προβλήματα.
Στριμώχνονται οι άνεργοι/Στα πάρκα και στις καφετέριες/Σκόρπιες παρέες./Λοξοκοιτούν υπάρξεις αιθέριες/Και αραδιάζουν τα προσόντα τους/Ο ένας στον άλλον […] Αφηρημένη, κάποια γυρνά και τους κοιτά/Τότε, ασυναίσθητα εντελώς, αναστενάζουν! («Αριστοτέλους»)
Η ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας γνωρίζει εδώ απόηχους συμβολισμού μέσω συγκεκριμένων επιλογών τόπων και αντικειμένων που λειτουργούν και σε συμβολικό ταυτόχρονα επίπεδο. Θα λέγαμε ότι η διαδικασία της συμβολοποίησης περνάει από μια τεχνική ρεαλιστικής καταγραφής της πραγματικότητας με ρητές καταγραφές καθημερινών και αναγνωρίσιμων στοιχείων. Καθημερινά σύμβολα συνιστούν στο σύνολό τους μια ατμόσφαιρα που εσωτερικεύεται ως παρακμιακή: τα αντικείμενα είναι πεταμένα, η ύλη  φθαρμένη και ξεπερασμένη.
Χαρτιά τσαλακωμένα, πεταμένα/Παλιές, εξοφλημένες αποδείξεις/Στοίβες δελτίων, εισιτηρίων και περιοδικών/Κιτρινισμένες αγγελίες/Πτυχία σκονισμένα –θυσία στις μούσες και τις χάριτες («Σωρός»)
Η ματαιότητα των απλών χειρονομιών, των καθημερινών και καθόλου ένδοξων δράσεων καταγράφεται μέσα από μια ευαίσθητη παρατηρητικότητα, μέσα από το φακό ενός εμπλεκόμενου και ταυτόχρονα παρατηρητή. Η γενιά που προβάλλεται εδώ διά μέσου της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης του ποιητή είναι ταυτοποιημένη, καθώς κατονομάζεται και αναπαρίσταται με στοιχεία ρεαλισμού όσον αφορά τους τόπους και τις συμπεριφορές.
Ακόμη και ο ερωτισμός παραδοσιακά σηματοδοτούμενος ως  αξία της ζωής στην ποίηση αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό και καταλήγει στην ενοχή, μια αντίληψη του έρωτα που υπόκειται κι αυτή στο γενικότερο κλίμα άρνησης και στην έμμεση υπονόμευση μιας από της πρωταρχικές αξίες της ζωής. Ο τίτλος-γλωσσοπαίγνιο «Οίκος ενοχής» αποδίδει εύστοχα αυτό τον ενοχικό ερωτισμό.
Κι επίσης παραδοσιακά φυσικά σύμβολα, όπως ο ουρανός, εδώ είναι αμέτοχοι και γι’ αυτό συνένοχοι μάρτυρες• απλώς συνοδεύουν το υποκείμενο, δεν το ενισχύουν, είναι ο αδιάφορος διάκοσμος της διαδρομής του.
Ως κι ο ουρανός εδώ μας φτύνει/Τους ζωντανούς δε συμπαθεί/Με ένα τεράστιο μαύρο πέπλο/Έχει τυλίξει τη βροχή. («2012»)
Χαρακτηριστικό και πολυχρησιμοποιημένο ποιητικό σύμβολο, το ταξίδι, εδώ δε υπαινίσσεται το άγνωστο, το όνειρο και την ελπίδα της αλλαγής, αλλά απλώς την παροδική διέξοδο από μια μάταιη και άχαρη επαναληπτικότητα.
Θα έχει ξεβάψει το εισιτήριο/Θα έχεις απ’ το όχημα κατέβει/Στατιστικό στοιχείο επιβίβασης/Με χρησιμότητα λησμονημένη/Θα μαρτυράει ότι ταξίδεψες/Κι ο ήλιος έκαιγε στη διαδρομή («Υπεριώδης»)
Η μεταφυσική διάσταση, φυσική διέξοδος του υποκειμένου είναι και αυτή παρούσα στη συλλογή, ένα θα λέγαμε από τα θεματικά της κέντρα. Το θείο, αν και δεν αναιρείται οντολογικά, ωστόσο επισημαίνεται η αδυναμία του υποκειμένου να έρθει σ’ επαφή μαζί του είτε λόγω ηθικής αναξιότητας είτε λόγω μιας μοιραίας αδυναμίας. Έτσι, εγκαθίσταται μια απόσταση μεταξύ θείου και ανθρώπινου, ένας από τους παράγοντες που οδηγούν σε μια φιλοσοφημένη διάψευση του ποιητικού υποκειμένου. Αν και βρισκόμαστε μακριά από το μηδενισμό, καθώς η ύπαρξη και η παντογνωσία του Θεού δεν αμφισβητούνται, η σχέση του ανθρώπου μαζί του έχει πληγεί. Αυτό συμβαίνει επειδή ο άνθρωπος τον πλησιάζει υποκριτικά και η υποκρισία ακρωτηριάζει τη σχέση με το Θείο.
Τα υποκριτικά παρακάλια/Στο Θεούλη, δε σε γλυτώνουν/Απ’ τον εαυτό σου. («Πλήρωμα»)
Όπως η φυσική έτσι και η μεταφυσική λύτρωση δε λειτουργούν εδώ τονίζοντας ένα γενικό υπαρξιακό κενό.  
Η πικρία από την οποία διέπεται το υποκείμενο δεν αφορά μόνο ατομικά αλλά κυρίως κοινωνικά βιώματα. Το υποκείμενο συμπάσχει με τη γενιά του, ζει τα βιώματά της και δεν είναι απομονωμένο, αλλά αισθάνεται μέρος ενός συνόλου. Η ατομική συνείδηση διαπλέκεται με την κοινωνική, η οποία αναπαρίσταται στις ποικίλες διακλαδώσεις της με θέματα όπως η επαγγελματική απορρόφηση, το εκπαιδευτικό σύστημα με την περιοριστικότητά του, η έλλειψη ευκαιριών και, αντίστοιχα, οραμάτων.
Παράλληλα, σε αρκετά σημεία της συλλογής παραμονεύει η λανθάνουσα αντίθεση με μια προηγούμενη κατάσταση πληρότητας.
Εδώ που τώρα μηρυκάζεις/Κάποτε παίζανε παιδιά./Κάποτε οι δρόμοι, τα στενά-πλατύτερα/Όλα μυρίζαν ξεγνοιασιά. («Αναδρομή»)
Αυτή η κατάσταση παραπέμπει στη χαμένη παιδικότητα, μια εποχή που συνδέεται με το παιχνίδι, την αθωότητα, την έλλειψη τριβής με το πανίσχυρο σύστημα, ένα ανέμελο παρελθόν που η ενηλικίωση ακυρώνει.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η διέξοδος ή φυγή προς μια θετική πραγματικότητα δεν τοποθετείται στο μέλλον•ως ιδεολογικός οραματισμός ή στόχευση: παρουσιάζεται ως παρελθόν ή ως μια εναλλακτική υπόθεση, προκαταβολικά όμως αμφισβητούμενη από τον ποιητή.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι αντιθέσεις και οι εμπλεκόμενες σ’ αυτές διαψεύσεις που  καταγράφονται εδώ δεν προέρχονται από μια ενδογενή κρίση, μια συνειδησιακή κατάσταση, που προσομοιάζει στη spleen των Γάλλων ποιητών της παρακμής του τέλους του 19ου αι., αλλά από μια αντιδραστική κατάσταση που υποθάλπεται έντονα από το κοινωνικό κλίμα. Ηεσωτερική κρίση αντανακλά και είναι συνέπεια της κοινωνικής κρίσης. Η ποίηση δεν αναλώνεται στα άδυτα του προσωπικού βιώματος και της ατομικότητας –κάτι που μερικές φορές οδηγεί σε ναρκισσιστική απομόνωση- αλλά διαπλέκεται στενά με το κοινωνικό βίωμα, συναντά τον κοινωνικό χώρο και πυροδοτεί τον προβληματισμό γύρω από αυτόν. Ανιχνεύονται οι επιπτώσεις της κοινωνικής παθολογίας πάνω στον ανθρώπινο ψυχισμό. Σ’ αυτό το πλαίσιο, το εγώ του ποιητή δεν εκμηδενίζεται, ούτε ακυρώνεται η ιδιαιτερότητά του, αλλά το βλέπουμε να λειτουργεί ως μάρτυρας της εποχής του, να διαμορφώνει μια φωνή που μπορεί να λειτουργήσει αντιπροσωπευτικά.
Το θέμα της ανθρώπινης ελευθερίας, ένα από τα βασικά θέματα της συλλογής, έστω και στην αρνητική του διατύπωση, δεν τίθεται εδώ με φιλοσοφικούς όρους. Η ζωή δε γνωρίζει ελευθερία όχι επειδή είναι προσδιορισμένη εξ αρχής από κάποια άγνωστη υπερφυσική και απρόσωπη δύναμη-μοίρα, αλλά από διαμορφωτικούς παράγοντες ρεαλιστικούς και γι’ αυτό αναγνωρίσιμους, κοινωνικούς και οικονομικούς, που υποχρεώνουν το υποκείμενο από την παιδικότητά του ακόμη, να ζήσει εγκλωβισμένο στα δίχτυα τους. Για παράδειγμα, το ποίημα «Εκπαίδευση» αφήνει να εκφραστεί ένας προβληματισμός και μια κριτική του εκπαιδευτικού συστήματος.
Τι όλο γυρεύετε απ’ τα παιδάκια;/Τι ψάχνετε διαρκώς να συλλαβίσουν;/Αφήστε τα στην ησυχία τους/Και στο αγαθό τους πνεύμα-παραστάτη
Στο ποίημα «Εθνική οδός» η ειρωνεία προκύπτει από την ίδια τη ζωή, τις συμπτώσεις της που προκαλούν τραγικές αντιθέσεις μεταξύ των καταστάσεων και των όντων, στις οποίες τα υποκείμενα κινούνται παθητικά και ανήξερα, χωρίς ευθύνη, χωρίς ν’ απολογούνται, περιοριζόμενα απλά στην ιδιότητα του αυτόπτη μάρτυρα.
Δίπλα από το άψυχο σώμα ενός σκύλου/Περνούν οι ρόδες των φορτηγών./Γκρίζα μάζα, άμορφη/Σαν την άσφαλτο./Το προσπερνούν, βιάζονται/Σε λόγο θα φτάσουν στην πόλη/Και στην εξώπορτα, ανύποπτο/Θα τους υποδεχτεί/Το κακομαθημένο τους σκυλί.
Ο χώρος και ο χρόνος συνδέονται αξεδιάλυτα: ο χρόνος, κυρίαρχος, αλλάζει  και μεταμορφώνει το χώρο, τον μετατρέπει σε ανάμνηση, στην οποία το υποκείμενο είναι  ιδιαίτερα ευαίσθητος δέκτης. Το μνημονικό τοπίο καταλαμβάνει μεγάλη θέση στη συνείδηση του ποιητή, συχνά συνδεόμενο με την παιδικότητα στην οποία συναντούμε πολλαπλές αναφορές.
Ευδιάκριτες είναι οι απηχήσεις από την πρώτη μεταπολεμική γενιά. Στο ποίημα «Επανάληψη», ο διάλογος με το ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη, «Κάθε πρωί» πλαισιώνει ένα σαφές μήνυμα: δεν γίνεται πλέον λόγος για διάψευση αλλά για απουσία ονείρων.
«Κάθε πρωί καταργούμε τα όνειρα»/Έλεγες Μανόλη/Μα τώρα/Δεν έχουν μείνει πια όνειρα;/Πώς καταργείς αυτό που δεν υπάρχει;
Μια βασική ιδεολογική  αντίθεση που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντιπροσωπευτική διαφορά ανάμεσα στην πρώτη μεταπολεμική γενιά που εξακολουθούσε να διέπεται από οράματα και στην σύγχρονη, που σημαδεύεται από τη γενικότερη διάψευση των οραμάτων και την  κρίση των ιδεολογιών.
Γίνεται φανερό ότι μια πόλωση άτομο/κοινωνία διατρέχει σπονδυλωτά τη συλλογή, και ότι αυτή εντάσσεται σε μια ιεραρχική σχέση: η αναμέτρηση του εγώ με τους άλλους, οι οποίοι ταυτίζονται μ’ εκείνους που διαθέτουν εξουσία, που έχουν τη δυνατότητα να σε δεχτούν, να σε χειριστούν, να σε αφομοιώσουν ή να σε αποβάλλουν λειτουργεί άλλοτε στην επιφάνεια του ποιήματος άλλοτε υπόγεια, συνδηλωτικά και σε επάλληλα επίπεδα. Στην κατηγορία των «άλλων» ανήκουν επίσης και εκείνοι που συμβιβάζονται και ελίσσονται μέσα στο σύστημα, που υιοθετούν και εν τέλει ταυτίζονται με τους μηχανισμούς του. Στο «Επιτελείο» σχολιάζονται αναγνωρίσιμες κοινωνικές συμπεριφορές με την αποκορύφωση να βρίσκεται στο τέλος, όπου στοχοθετείται ο χαμηλός και ιδιοτελής στόχος του οπορτουνισμού με τρόπο απαξιωτικό από τον ποιητή.
Η θέση του ατόμου στο σύστημα, η σχέση του μ’ αυτό, η οποία πάντως αναγνωρίζεται ως μια σχέση μοιραίας εξάρτησης (αφού το άτομο είναι προδιαγραμμένο να καλύπτει βασικές του ανάγκες μέσα σ’ αυτό: επιβίωση, επιβεβαίωση) λειτουργεί προβληματικά και κάποτε τραυματικά. Ωστόσο, σε τελευταία ανάλυση, σ’ αυτή την άνιση αναμέτρηση το απειλούμενο εγώ θριαμβεύει έναντι «των άλλων» έστω και ακυρωμένο από εκείνους, χάρη στα όπλα της ειρωνείας, της κριτικής, αλλά και της αυτοκριτικής.
Η επίδραση εδώ από τον Καρυωτάκη είναι εμφανής και μάλιστα προβάλλεται ανοιχτά από τον ίδιο τον ποιητή ως μια έκφραση αισθητικής και ιδεολογικής αποδοχής και εκτίμησης του έργου του. Στους «Ρομαντικούς αυτόχειρες», παραλλαγή και διακειμενικό σχόλιο στους «Ιδανικούς αυτόχειρες» του Καρυωτάκη, η κατακλείδα του ποιήματος κλιμακώνει σαρκαστικά το θέμα του θανάτου με ένα στερεότυπο σχήμα λόγου.

Να φεύγω• χάρηκα για την γνωριμία
To ύφος είναι άμεσο, ο λόγος, διαπιστωτικός, ενίοτε προφορικός, εκφράζει αδιαμεσολάβητα τα συναισθήματα και την αντίδραση του υποκειμένου στα ερεθίσματα της πραγματικότητας• δεν αφήνει περιθώρια για υπόρρητες ή πολλαπλές ερμηνείες.
Πρόκειται για μια μεικτή ποιητική από ρεαλιστικά και συμβολιστικά στοιχεία που αλληλοδιαπλέκονται σε ευανάγνωστες ωστόσο συνδέσεις, μεταδίδοντας έτσι ευδιάκριτα μηνύματα. Η διαλογικότητα με τον Καρυωτάκη αλλά και με την πρώτη μεταπολεμική γενιά δεν είναι τυχαίες επιλογές: υπάρχουν ομόλογα στοιχεία ανάμεσα στις δύο γενιές, συμπτώματα διάψευσης, έστω κι αν εκφράζονται διαφορετικά και εκτρέφονται από άλλες ιστορικοκοινωνικές συνθήκες. Ο ποιητής εξωτερικεύει μια εκλεκτική συγγένεια με την ποιητική αυτών των προκατόχων του, τόσο σε επίπεδο περιεχομένου όσο και μορφολογικό (απόηχοι στίχων του Καρυωτάκη και αρκετά ολιγόστιχα ομοιοκατάληκτα ποιήματα στο τέλος της συλλογής, που θυμίζουν την ποιητική του τελευταίου, προφορικός τόνος και διαλογικό στοιχείο του Αναγνωστάκη, εξπρεσσιονιστική παραμόρφωση των φυσικών στοιχείων του Σαχτούρη).
Στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής Ιχθύων Λόγος ο εξομολογητικός τόνος και ο  ειλικρινής (και γι’ αυτό απροκάλυπτος) προβληματισμός για ατομικά και συλλογικά ζητήματα, με αφόρμηση επίκαιρη αλλά και διαχρονική, προσδίδουν μια υπαρξιακή χροιά, ενώ η διάσπαρτη παρουσία της ειρωνείας αλλά και της αυτοειρωνείας σηματοδοτούν μια ποιητική με διπλή κριτική στόχευση: τόσο κοινωνιολογική όσο και αυτογνωσιακή.


Μάρθα Soderquist
Vakxikon Radio
Vakxikon Blog