Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 15

Σάμιουελ Μπέκετ : Η Τραγωδία μας αρχίζει απ’ τη στιγμή που σκεφτήκαμε

της Άτης Σολέρτη

Λονδίνο 1960. Μια ύπαρξη αποκομμένη απ’ τις ρίζες του παρελθόντος της κι απ’ όλες εκείνες τις προσλαμβάνουσες της ανθρώπινης φύσης της, που της θύμιζε συνεχώς το πρέπει, το πώς και το γιατί, ποιο ήταν το όνομά της, το φύλο της, η σκέψη της και η πορεία της…, έστρεψε αλλού το βλέμμα. Αψήφισε εκείνη τη σκιά που την ακολουθούσε και της φορούσε τη σάρκα του γένους της, το δέρμα της ψυχρής υπόστασής της και την ασθμαίνουσα ψυχή της μνήμης της… Έτσι θολωμένη από τα φώτα του θεάματος, τους καθρέφτες μιας γερασμένης αρχής κι ενός εφηβικού τέλους που έτεινε στην ενηλικίωσή του, βρέθηκε θεατής στο θέατρο του λόγου της ψυχής. Μιας έννομης διαδικασίας που έπρεπε να περάσει κάθε επίδοξος μύστης των ιερών τελετών μιας πρόωρης συγκομιδής αισθήσεων συνειδητοποίησης. Στο όνομα των ασωμάτων αδελφών! Στο όνομα των μυστικών της άγονης προόδου! Στο όνομα της κόλασης που κρύβει ο καθένας μέσα του!  Τα πρώτα λόγια μεθούν τα σώματα… Και ξετυλίγεται αργά το μάταιο της ελπίδας, της αληθοφανούς προσμονής… Και πόσο μόνοι αλήθεια! Πόσο μόνοι παραμένουμε στις θέσεις μας…. καρφώνοντας τα ίδια μάτια στη σκηνή. Σε μια σκηνή γεμάτη υποκείμενα κι ωστόσο άδεια από αντικείμενα. Σε μια σκηνή που τα ρέοντα λόγια δεν ξεχωρίζουν μεταξύ τους… Επαναλαμβάνονται σε μια ατέρμονη διαδικασία περισυλλογής…  «Memoria praeteritarum bonorum»  Αυτό είναι το θέατρο του… «παραλόγου». Κι ένα ειρωνικό χαμόγελο σημάδεψε αιφνιδιαστικά τα χείλη. Σσσσσσσσσς! Ξέρω πως κάτι είναι να ‘ρθει…Και η αυλαία ανοίγει!

Μία μορφή βρίσκεται πάνω στη σκηνή! Μόνη. Καθηλωμένη κι αυτή σε μια καρέκλα, με σταυρωμένα χέρια και βλέμμα ίσως το ίδιο σκεπτικό με το δικό μου… Το ίδιο αινιγματικό… Ίσως κι απελπισμένο… Μα όμως όχι! Δεν είναι αυτός ο ρόλος του θεατή, αλλά του θεαθέντος. Μέσα στα μάτια με κοιτά. Και νιώθω περιέργως πως… Όμως…Όχι! Δεν είμαι εγώ αυτή η μορφή! Δεν είναι η αντανάκλασή μου σε καθρέφτη. «Κάπου σε ξέρω…» Ψιθυρίζω… Κι αυτή δεν βιάζεται να συστηθεί… Μα όμως σύντομα… το κάνει… ακολουθώντας τον κανόνα που υποβάλλει κάθε θεατρική εξομολόγηση μεταξύ δυο. Κι ας είναι περισσότεροι ανάμεσά τους…, μας…, σας…

Αυτός είναι ο Samuel Barclay Beckett, που μας μυεί στον κόσμο του θεάματος της κάθε του σκέψης και παρατήρησης, που με αλήθεια χτίζει γκρεμίζοντας… ανθρώπινα κομμάτια εκ των έσω.

Η γενέθλιος ημερομηνία: 13 Απριλίου του 1906
Τόπος: Φόξροκ κοντά στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας

Το παρασκήνιο: Η φοίτηση στο Trinity College του Δουβλίνου (στο ίδιο κολλέγιο που είχε φοιτήσει και ο Όσκαρ Γουάιλντ), η γνωριμία με τον Ιρλανδό σπουδαίο συγγραφέα Τζέιμς Τζόυς και η επιρροή που του άσκησε, η βασισμένη στον Μπέρκλεϋ θεωρία του, το κυνήγι της ακαδημαϊκής καριέρας και η απογοήτευση που του επέφερε, η συγγραφή, τα ταξίδια στην Ευρώπη, η επιρροή από τον Έλιοτ, τον Προύστ και τον Κάφκα, η απέχθεια για τους Ναζί και η συμμετοχή του στη Γαλλική Αντίσταση κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μακροχρόνια σχέση του και ο γάμος με τη Σουζάν Ντεσεβώ Ντουμεσνίλ, η επιστροφή στο Λονδίνο, η επιτυχία του έργου του, το Νόμπελ λογοτεχνίας του 1969, τα ίχνη που άφησε στους μαθητές του Ζαν Πωλ Σάρτρ και Σιμόν ντε Μπωβουάρ…, τα ίχνη συνειδητοποίησης σ’ ένα πεδίο γεμάτο υπαρξιακές αντιθέσεις, συνθέτουν την ανθρώπινη προσωπικότητα του σπουδαίου αυτού πεζογράφου, ποιητή και δραματουργού.

«Οι λέξεις ήταν η μόνη μου αγάπη»

Οι λέξεις που γίνονται ψίθυροι, οι ψίθυροι που δυναμώνουν, που γίνονται κραυγές που εγκλωβίζουν… Ουρλιάζουν ανώφελα οι υπόγειοι ήρωες, τα κομμάτια ανθρώπινων καταδικασμένων ψυχών να παραμιλούν το παραμύθι της ύπαρξης. Το τόσο μάταιο και περιττό, όσο μοιραίο, κινητήριο κι αληθινό. Η ύπαρξη πόσο απέχει απ’ την ανυπαρξία; Η κοινωνία χρίστηκε κυνικός παρατηρητής των επιζώντων αδελφών του μέλλοντος. Το πλήθος υψώνεται απειλητικό χτίζοντας από ανθρώπινα μέλη, ουρανοξύστες απομόνωσης. Γυναίκες και άντρες δεν ξεχωρίζουν μεταξύ τους. Είναι παγιδευμένοι στα παιχνίδια που παίζει η μνήμη με τη λήθη. Σκιές τους κλείνουν το δρόμο. Ο απεγκλωβισμός απ’ το αδιέξοδο είναι οικουμενικώς ανθρώπινη υπόθεση.

Αυτό είναι το έργο του Μπέκετ

Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος χάραξε στις ανθρώπινες ψυχές που βίωσαν τα τότε γεγονότα, τα σημάδια της απόλυτης δυστυχίας, βιαιότητας και αποκτήνωσης, στρέφοντας τα βλέμματα σε μια βαθιά εσωτερική ενδοσκόπηση προς αναζήτηση της αλήθειας. Η ανθρώπινη ύπαρξη αιμορραγούσε. Πάλευε να επιβιώσει σε μια κοινωνία εχθρική, προσπαθώντας, χωρίς απαραίτητα να επιθυμεί, να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με τον Θεό, που τόσο άδοξα της είχε γυρίσει την πλάτη στην τραγικότερη στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Δεν ήξερε αν υπήρχε ελπίδα. Κι αν υπήρχε πότε θα ερχόταν… Η συνειδητοποίηση έσπρωχνε την κάθε ψυχή με φόρα στο παιχνίδι της μοίρας της. Το άτομο και η μοίρα του βρήκαν τον εξερευνητή τους στο πρόσωπο του Σάμουελ Μπέκετ. Ο κόσμος που τοποθετεί τους ήρωές του ο Μπέκετ, είναι αυτός του περιθωρίου της ζωής, των πνευματικά και σωματικά αρρώστων, των παρωχημένων στην ηλικία, των αποτυχημένων, των κοινωνικά άχρηστων ανθρώπων. Κι αυτό δεν γίνεται τυχαία. Ένας τέτοιος κόσμος γίνεται καθρέφτης του πυθμένα της κοινωνίας που επιμελώς ντύνει όπως της ταιριάζει τους «νεκρούς» της. Κι ύστερα ο Μπέκετ τους αποκόπτει εντελώς απ’ τον κοινωνικό αυτό περίγυρο για να τους μελετήσει στην πλήρη απομόνωσή τους. Ξεχωριστά κομμάτια σάρκας τέμνονται και διασταυρώνονται με τα ανάλογα μέρη που φέρουν οι θρυμματισμένες ψυχές τους. Λόγια σοφά πλέκουν τα παραμιλητά μιας ψυχρής και ασυνάρτητης λογικής την ίδια ώρα που ατίθασοι και ξεχασμένοι χαρακτήρες βαφτίζονται άσπονδοι εραστές της ζωής και του θανάτου. Πίσω απ’ τις λέξεις κρύβονται μνήμες, έτοιμες να χλευάσουν, να σατυρίσουν και να ειρωνευτούν την κάθε αλήθεια που συναντούν, σε μια γλώσσα δίχως ύφος. Δεν είχε σημασία άλλωστε το ύφος. Τι θα είχε να πει μπροστά σ’ ένα κοινό που τώρα… σίγουρα… δεν ήταν το ίδιο με άλλοτε…

«Είμαστε καταδικασμένοι σε έναν αιώνιο μονόλογο, χωρίς έννοια, χωρίς περιεχόμενο. Σε ένα αιώνιο μουρμούρισμα.»
«Να μιλάμε, και να μιλάμε για το τίποτα.»

(Έτσι μας λέει στον «Ακατανόμαστο», που αποτελεί το τρίτο μέρος της τριλογίας που έγραψε στα έτη 1948-1953. Τα άλλα δυο ήταν «Μολλόϋ  και Ο Μαλόν πεθαίνει»).

Ο λόγος είναι ο μοναδικός παράγοντας που δένει τους ήρωες μεταξύ τους και τους κρατά στη ζωή. Χωρίς έννοια, χωρίς περιεχόμενο. Για το τίποτα. Αυτό το τίποτα που αφορά στην αλήθεια και στην ελπίδα. Με θυμό, δηκτικότητα, πόνο, οργή, αφέλεια, αμφιβολία, επανάληψη, κρυμμένη τρυφερότητα, αδιαλλαξία, επιμονή και σκιερή εγκαρτέρηση σε ένα γκρι αποκομμένο απ’ τα φώτα φόντο. Η λύτρωση αργεί να επέλθει…

Τι θα ‘κανα χωρίς αυτόν τον κόσμο χωρίς πρόσωπο χωρίς απορίες
όπου η ψυχή δε ζει παρά μια στιγμή όπου κάθε στιγμή
χάνεται στο κενό στη λησμονιά της αλλοτινής της ύπαρξης
χωρίς αυτό το κύμα όπου στο τέλος
κορμί και σκιά καταβροχθίζονται
τι θα ‘κανα χωρίς αυτή τη σιωπηλή δίνη των ψιθύρων
που ασθμαίνει μανιασμένη για βοήθεια γι’ αγάπη
χωρίς αυτόν τον ουρανό που υψώνεται
πάνω απ’ τη σκόνη της σαβούρας του
τι θα ‘κανα θα ‘κανα ό,τι και χθες ό,τι και σήμερα
αγναντεύοντας απ’ το φεγγίτη μου μπας και δεν είμαι μόνος
να πλανιέμαι και να φεύγω μακριά απ’ όλη ετούτη τη ζωή
σ’ ένα χώρο μπερδεμένο
χωρίς φωνή ανάμεσα στις φωνές
που είν’ έγκλειστες μαζί μου

(Από τη συλλογή «Ποιήματα συνοδευόμενα από σαχλοκουβέντες», μτφρ: Γιώργος Βίλλιος, εκδ: Ερατώ, 1989)

Η σιωπηλή δίνη των ψιθύρων… Το ταξίδι της καθημερινότητας σε έναν εσωτερικό χώρο μπερδεμένο από φωνές γνώριμες και τόσο μακρινές… Η σιωπή είναι φορές που εξισώνεται με τις λέξεις. Η παύση δηλώνει τη σκέψη και με την απουσία της έκφρασής της, δηλώνει την παρουσία της. Η αδυναμία του λόγου, η αδυναμία της σιωπής και η μόνωση αποτελούσε την τριλογία της σκέψης που βασάνιζε τον Μπέκετ όσο ζούσε. Κι αυτό το έδειξε. Μέσα από εικόνες. Μέσα από τις παραστάσεις που έστησε ενώπιον σε θεατές και θεαθέντες…

«Θα δημιουργηθεί μια καινούρια έκφραση στην τέχνη που θα δεχθεί το χάος. Έργο του καλλιτέχνη σήμερα είναι να βρει μια καινούργια έκφραση που να συνθέτει τα συντρίμμια.»

Το σκηνικό αλλάζει σε μια εποχή που οι καθιερωμένες αξίες έχουν ξεθωριάσει και η αμφισβήτηση υπονομεύει το κάθε βήμα της εξέλιξης. Απέναντι σε έναν κόσμο που κατέχει μια ανελέητη και καταθλιπτική αόρατη δύναμη, το άτομο συνθλίβεται, καταπιέζεται, κλείνεται στον εαυτό του σε μια επίμονη ενδοσκόπηση, συνειδητοποιεί πως δεν έχει περιθώρια, πως δεν μπορεί να αλλάξει την τύχη του και να επηρρεάσει τη ζωή γύρω του. Η μόνη διέξοδός του είναι η φυγή. Αλλιώς συνέπεια είναι η διάλυση και η αποδιοργάνωσή του. Το θέατρο είναι τόσο μέσα του όσο και έξω του. Τώρα που το κοινό είναι προετοιμασμένο να δεχτεί την επόμενη λέξη, σκέψη, κίνηση…, τώρα δεν γίνεται θέατρο. Γίνεται αντι-θέατρο. Τώρα τη θέση της λογικής παίρνει το παράλογο. Οι παραδοσιακοί κανόνες αρνούνται να εφαρμοστούν στη θεατρική έκφραση. Ένα νέο είδος σκηνικής γραφής, που διαμορφώνει και επιβάλλει το θέατρο του παραλόγου, αποτελεί την αυθεντικότερη έκφραση του νέου δραματικού λόγου. Κι αυτό δεν είναι απλά αντανάκλαση του κόσμου. Είναι η θέαση της πορείας του στο τρίπτυχο του χρόνου. Παρελθόν. Παρόν. Μέλλον. Και η ματιά βυθίζεται στην ουσία της ύπαρξης, πίσω από κάθε συναίσθημα και πέρα από προκαταλήψεις και ενδοιασμούς. Η αναζήτηση της διεξόδου μέσα στον παραλογισμό της καθημερινότητας, του φωτός της ελπίδας για το νήμα της αλήθειας, γίνεται ο κύριος στόχος του έργου του Μπέκετ. Και όλα αυτά κινούνται από την αγάπη του για τον άνθρωπο που είναι καταδικασμένος να ζει με τους φόβους του και τη μοναξιά του.

«Εκεί που πέφτουν οι κρεμασμένοι φυτρώνουν μανδραγόρες. Γι’ αυτό ουρλιάζουν όταν τις ξεριζώνει κανείς».
(Από το θεατρικό έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό», 1948, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)

Γκροτέσκοι χαρακτήρες, περιπλανώμενοι παλιάτσοι, κομμάτια ανθρώπινων μελών, αναμνήσεις του χτες που δεν απέχει από το τώρα και το μέλλεσθαι… Μια σκιερή επανάληψη η λέξη τους, η σκέψη τους, η πράξη τους, που όμως δεν έγινε. Κι ας νομίζουμε εμείς τα αντίθετα.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Μα πως γίνεται να ξεχνάς τόσο εύκολα;
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Έτσι είμ’ εγώ. Ή ξεχνάω αμέσως ή δεν ξεχνάω ποτέ.

(Από το θεατρικό έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό», 1948, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)

Η αλήθεια τους τόσο ορθολογική όσο και παράλογη. Ο αγώνας τους τόσο μεγάλος και ουσιαστικός, όσο μικρός και ανούσιος. Η ζωή τους, μια πορεία προς το θάνατο, και ο θάνατός τους η εξέλιξη της ζωής τους. Το μηδέν και η αρχή τους δεν απέχουν απ’ το τέλος του κύκλου τους. Κι όμως… από εδώ που βρίσκομαι εγώ, στην καρέκλα ενός απλού θεατή, βλέπω… μεγάλη απόσταση…

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Το βέβαιο είναι πως οι ώρες μας, έτσι όπως είμαστε, είναι ατελείωτες κι έτσι αναγκαζόμαστε να τις γεμίσουμε με πράξεις που εκ πρώτης όψεως φαίνονται λογικές αλλά… που τις κάνουμε πια μηχανικά. Θα μου πεις ότι πρέπει να εμποδίσουμε το μυαλό μας να θολώσει. Έχεις δίκιο! Αλλά αναρωτιέμαι: Σάμπως δεν έχει κιόλας βυθιστεί σε απέραντα σκοτάδια; Παρακολουθείς το συλλογισμό μου;

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Όλοι γεννιόμαστε τρελοί. Μερικοί παραμένουν.
(Από το θεατρικό έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό», 1948, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)

Ανθρώπινα κομμάτια με υποστρώματα ψυχής σκηνοθετούνται να αιωρούνται σε ένα παιχνίδι που το τέλος απ’ την αρχή φαίνεται. Η ελπίδα για την ύπαρξη παραμένει πιο πέρα… Πάντα σκιάζεται από ερωτηματικά ντυμένα χέρια επιφορτισμένα να εμποδίζουν τρομάζοντας το βήμα της. Την ελπίδα τη λένε Γκοντό.

«Ο Γκοντό τελικά θα έρθει;  Είπε θα έρθει! Θα έρθει αύριο… Κι αν έρθει αύριο… Θα είναι αργά… Ας φύγω… Μα θα μείνω!»

Αυτή είναι η μετάφραση της αναμονής σε ένα πεδίο που φέρει την καταδίκη της ύπαρξης. Η μονοτονία της ζωής γίνεται η παρωδία της. Η ανία μεταβάλλεται σε συνθήκη ζωής. Η έκφραση της υπαρξιακής αγωνίας και τα λόγια του ποιητή Καβάφη κάνουν «το αύριο με αύριο πια να μοιάζει». Κι αν μοιάζει το αύριο με αύριο, κι αν κοινωνούμε σ’ αυτό το «αύριο» πολλοί, σημαδεμένοι απ’ τις ίδιες αφιλόξενες μέρες, τότε αρχίζουμε μιμητικά στο πανηγύρι των ψυχών μας να λατρεύουμε μόνο τις νύχτες. Ο Σάρτρ έλεγε πως «ο άλλος είναι η κόλασή μας». Κι αυτό είναι το αιώνιο πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους, όπως αποδεικνύεται κι απ’ το έργο του Μπέκετ. Καταντά πρόβλημα τελικά η παρουσία του διπλανού μας.

θα’ θελα η αγάπη μου να πέθαινε
θα’ θελα να ‘βρεχε στο κοιμητήρι
και στα δρομάκια που διαβαίνω
κλαίγοντας αυτήν που πίστεψε ότι μ’ αγάπησε
κρανίο μονάχο έξω και μέσα
κάπου ενίοτε
σαν κάτι
κρανίο καταφύγιο τελευταίο
δοσμένος απ’ έξω
φτυστός Bocca μες στον καθρέφτη
το μάτι στον έσχατο φόβο
ανοίγει διάπλατα ξανακλείνει
μην έχοντας πια τίποτα
έτσι ενίοτε
σαν κάτι
απ’ τη ζωή όχι αναγκαστικά
κάθε μέρα επιθυμείς
να’ σαι μια μέρα ζωντανός
όχι βέβαια χωρίς να λυπάσαι
μια μέρα που γεννήθηκες
τίποτα μηδαμινό
δεν θα’ χε υπάρξει
για το τίποτα
τόσο υπαρκτό
τίποτα
μηδαμινό
βήμα το βήμα
πουθενά
κανένας μόνος
δεν ξέρει πώς
μικρά βήματα
πουθενά
επίμονα.

(Από τα «Ποιήματα συνοδευόμενα από Σαχλοκουβέντες»)

Και οι Θεοί πια δεν υπάρχουν. Η ελπίδα μπορεί να δήλωσε πως θα επιστρέψει… αλλά η πίστη ξεθώριασε. Το τραγικό ντύνει τις μέρες και η παρουσία του θανάτου τις νύχτες. Ο πόνος σημαίνει ζωή. Το παραμιλητό της ύπαρξης ακολουθεί μια πορεία προς τη λύτρωση. Όσο παράλογη κι αν είναι η θέασή της κάθε ύπαρξης. Όσο χαοτικό κι αν είναι το κέντρο βάρους της.

ΧΑΜ: Τί κάνει;
ΚΛΟΒ: Κλαίει.
ΧΑΜ: Άρα ζει.

(Από το θεατρικό έργο «Το τέλος του Παιχνιδιού», 1954-1956, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)

Η αναμονή και η παρουσία του θανάτου, εμβόλιμη στο έργο του Μπέκετ, τον σπρώχνει στη μελέτη της ζωής και του θανάτου. Ο θάνατος αποδεικνύεται πως είναι η ίδια η ζωή, η επιβεβαίωσή της. Κυρίαρχη φιλοδοξία του σπουδαίου αυτού δραματουργού και βασική εστίαση της ματιάς του απέναντι στον άνθρωπο, ήταν η μελέτη του ως οντολογική μονάδα. Αυτό που σοβαρά απασχολεί είναι το πρόβλημα της ταυτότητάς του. Ποιο θα ήταν το τραγικότερο πράγμα που θα μπορούσε να του συμβεί; Η απώλεια της προσωπικότητάς του και η συνειδητοποίηση αυτής της απώλειας. Αυτό θα σήμαινε και το τέλος της παρτίδας του παιχνιδιού.

ΧΑΜ: Όσο πιο μεγάλος είναι κανείς, τόσο πιο γεμάτος είναι και τόσο πιο άδειος.
(Από το θεατρικό έργο «Το τέλος του Παιχνιδιού», 1954-1956, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)

Η μνεία στους γεννήτορες, η περισυλλογή για το προπατορικό αμάρτημα, τα «Γιατί» της ζωής, η κόλαση της θέασης του τοίχου μας, το φώς που σβήνει, η επέλαση της ζωής και η αναμονή του θανάτου στοιχειώνουν όνειρα και γίνονται εφιάλτες για κάθε μικροσκοπικό, μοναχικό, σκεπτόμενο εαυτό.

ΧΑΜ: Αναρωτιέμαι τι κάνεις στην κουζίνα;
ΚΛΟΒ: Κοιτάζω τον τοίχο.
ΧΑΜ: Τον τοίχο! Και τι βλέπεις στον τοίχο; Μεν, μενέ .* Ξεγυμνωμένα σώματα;
ΚΛΟΒ: Βλέπω το φως μου να σβήνει.
ΧΑΜ: Το φως σου να…! Να δούμε τι άλλο θ’ ακούσουμε! Ε, λοιπόν, θα σβήσει κι εδώ, μια χαρά το φως σου. Κοίταξέ με λιγάκι, κι ύστερα τα λέμε για το φως σου.

*Το γνωστό «Μενέ, Θεκέλ, Φαρές», που αποκρυπτογραφήθηκε από τον προφήτη Δανιήλ (Μενέ= εμέτρησεν ο Θεός τη βασιλεία σου και τελείωσε αυτήν). βλ. Παλαιά Διαθήκη, Δανιήλ, κεφ. Ε΄.
(Από το θεατρικό έργο «Το τέλος του Παιχνιδιού», 1954-1956, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)

Κι ύστερα ένας χτύπος να μας θυμίζει ότι ζούμε. Κι ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται... «Το αύριο είναι μια άλλη μέρα» . Η ίδια που ήταν χτες. Η ίδια που θα ‘ναι αύριο. Άλλος επιμένει να γελά, άλλος να κλαίει. Άλλος να μιλάει. Άλλος να σιωπά. «Άκουσες; Σκέψου καλά! Και τότε θα πάψω. Τότε θα σ’ αφήσω».

ΝΑΓΚ: (σιγά) Άκουσες; Μια καρδιά στο κεφάλι του! (Για τον ΧΑΜ).
(Γελά πνιχτά, για να μην ακουστεί)
ΝΕΛ: Δεν πρέπει να γελάς μ’ αυτά τα πράγματα, Ναγκ. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί επιμένεις να γελάς.
ΝΑΓΚ: Πιο σιγά!
ΝΕΛ: (Χωρίς να χαμηλώσει τη φωνή): Παραδέχομαι βέβαια ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο αστείο απ’ τη δυστυχία. Αλλά…
ΝΑΓΚ: (σοκαρισμένος) Α!
ΝΕΛ: Ναι, ναι, είναι το πιο κωμικό πράγμα στον κόσμο. Στην αρχή γελάμε, γελάμε με την καρδιά μας. Αλλά η ιστορία επαναλαμβάνεται. Είναι σαν το ανέκδοτο που τ’ ακούμε κάθε τόσο και μ’ όλο που μας αρέσει, δεν μπορούμε πια να γελάσουμε. (Παύση). Έχεις να μου πεις τίποτα;
ΝΑΓΚ: Όχι.
ΝΕΛ: Σκέψου καλά. (Παύση). Τότε θα σ’ αφήσω.

(Από το θεατρικό έργο «Το τέλος του Παιχνιδιού», 1954-1956, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)

Το κλείσιμο της αυλαίας: 22 Δεκεμβρίου του 1989

Τα λόγια του: «...σαφές τελικά σε εμένα πως το σκοτάδι που πάντα πάλευα να κατανικήσω είναι στην πραγματικότητα ο καλύτερός μου σύμμαχος...»
(Από το θεατρικό έργο «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κράπ», 1958)

Η έλευση του σκότους μοιάζει μοναδικά με όνειρο. Κανένας λόγος πια για εφιάλτες. Η ώρα πέρασε. Το Ευαγγέλιο της ανθρώπινης ύπαρξης αφέθηκε αμελητέα να ψυχορραγήσει στο ξύλινο εδώλιο της ρέουσας ζωής και του επερχόμενου θανάτου. Η εξομολόγηση της σκεπτικής  μορφής που με κοιτούσε μες στα μάτια και μου μιλούσε ασταμάτητα ήταν σαφής. Το ίδιο και η διδαχή που έγινε η καταδίκη της. Η ώρα έφτασε. Μου έγνεψε αργά. Στο τέλος φευγαλέα. Κοίταξα ολόγυρα και πάλι δεν υπήρχε κανείς. «Το παιχνίδι της αληθινής παράστασης παίζεται με έναν», σκέφτηκα. Σηκώθηκα κι εγώ απ’ την καρέκλα. Πλησίασα και δώσαμε τα χέρια. Η συμφιλίωση με το είδωλο ενός παράλογου κομματιασμένου από σκέψεις, ήχους και λέξεις εαυτού, ίσως να είναι το μόνο πράγμα που απέχει απ’ τη ματαιότητα. Ένα ειρωνικό μα πιότερα γλυκό χαμόγελο σχημάτισα στα χείλη. «Η ναρκοφόρα προσμονή της ελπίδας και της αιώνιας ματαιότητας ακόμα επιζεί στο γδάρτη χρόνο», συλλογίστηκα. Και η παράσταση… ακόμα συνεχίζεται…

Διάβασε το κείμενο Διωγμένος, σε μτφρ. Πάτροκλου Χατζηαλεξάνδρου.

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog