Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 14

Ρόσμερσχολμ, του Ερρίκου Ίψεν [Μτφρ. Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου]

Με την παρούσα ολοκληρωμένη μετάφραση του σημαντικού θεατρικού έργου του Ερρίκου Ίψεν, στα ελληνικά, ξεκινά και πάλι η συνεργασία του Vakxikon.gr με το καλλιτεχνικό στέκι Περί-γραφής, του Πάτροκλου Χατζηαλεξάνδρου. Αφορμή στάθηκε το φετινό ανέβασμα του Ρόσμερσχολμ στο θέατρο, από τον ηθοποιό Σπύρο Μπιμπίλα και την ομάδα του. Ο κ. Μπιμπίλας προσκάλεσε το Vakxikon.gr στην παράσταση του, έχοντας ανακαλύψει το κείμενο για το έργο αυτό, που είχε γραφτεί από τον Πάτροκλο Χατζηαλεξάνδρου, και είχε δημοσιευτεί στο τεύχος 1 του περιοδικού, τρία και μισό χρόνια πίσω. Όλη αυτή η μικρή "αναστάτωση" μας έφερε και πάλι σε επαφή με τον Πάτροκλο του Περί-γραφής. Αποφασίσαμε λοιπόν, να ξεκινήσουμε τη συνεργασία των δύο καλλιτεχνικών ιστοχώρων, με τη δημοσίευση της πλήρους μετάφρασης του Ρόσμερσχολμ, όπως είχε πραγματοποιηθεί από τον διευθυντή του παλιού και κλασικού αυτού διαδικτυακού στεκιού.

 

Νέστορας Πουλάκος
Εκδότης του Vakxikon.gr

 
του Πάτροκλου Χατζηαλεξάνδρου
 

                                                                                  δράμα σε 4 πράξεις
ΠΡΟΣΩΠΑ

Γιαν Ρόσμερ                                 ιδιοκτήτης του Ρόσμερσχολμ, πρώην πάστωρ
Ρεβέκα Γουέστ                             φίλη
Κρολ                                               καθηγητής, γυναικάδελφος του Ρόσμερ
Ούλριχ Βρέντελ &
Πέτερ Μόρτενσγκαρντ             πολιτικά πρόσωπα
κυρία Έλσεθ                                 οικονόμος του πύργου

δράμα εκτυλισσόμενο στο Ρόσμερσχολμ, παλιά έπαυλη κοντά σε μικρή πόλη της Νορβηγίας

Α' πράξη: (ευρύχωρη αίθουσα, έπιπλα παλιού ρυθμού αλλά κομψά κι αναπαυτικά. Στο τοίχο δεξιά, πολυτελής θερμάστρα κι η πόρτα. Στο βάθος διπλή πόρτα, κύρια είσοδος της κατοικίας. αριστερά παράθυρο με ζαρντινιέρα γεμάτη λουλούδια και φυτά. δίπλα στη θερμάστρα, μεγάλο τραπέζι, καναπές και μερικές πολυθρόνες. στους τοίχους κρεμασμένα πορτρέτα, παλιά και νεότερα, που παριστούν αξιωματικούς και πάστορες ή υπάλληλους με στολή. το παράθυρο ανοιχτό κι η διπλή είσοδος στο βάθος. πίσω διακρίνεται σειρά μεγάλων και γερασμένων δέντρων, που οδηγεί στην αγροικία. είναι βράδυ, ότι έχει δύσει ο ήλιος. η Ρεβέκα κάθεται στον καναπέ και πλέκει ζακέτα, σχεδόν έχει τελειώσει. κρυμμένη από τα λουλούδια της ζαρντινιέρας, ρίχνει ανήσυχα βλέμματα έξω. συγχρόνως μπαίνει από δεξιά η κυρία Έλσεθ).

Eλσ. Η κυρία θέλει να ετοιμάσω το τραπέζι; Είναι ώρα για το δείπνο.
Ρεβ. Ναι. Ο πάστορας δε θ' αργήσει να 'ρθει.
Eλσ. Δεσποινίς γιατί κάθεστε στο ρεύμα; Θέλετε να κλείσω;
Ρεβ. Πράγματι, κλείσε αν θέλεις.
Eλσ. Δεν είναι ο πάστορας αυτός που 'ρχεται;
Ρεβ. Από πού; Ναι... αυτός είναι. Απομακρύνσου, δε πρέπει να μας δει.
Eλσ. Φανταστείτε λοιπόν δεσποινίς, αρχίζει πάλι να 'ρχεται από το δρόμο του μύλου.
Ρεβ. Ναι. Και προχτές από κει ήρθε. Να δούμε τώρα...
Eλσ. Θα περάσει από τη μικρή γέφυρα;
Ρεβ. Αυτό ακριβώς θέλω να δω. Όχι. Να... στρίβει όπως προχτές και πάει κατά μήκος του ρεύματος. (απομακρύνεται από το παράθυρο). Κάνει μεγάλο γύρο...
Eλσ. Θεέ μου, ναι. Καταλαβαίνω πως τονε στεναχωρεί πολύ να περάσει από κείνο το πέρασμα, που συνέβη το ατύχημα...
Ρεβ. Δεν αποχωρίζονται εύκολα από τους νεκρούς τους, εδώ στο Ρόσμερσχολμ.
Eλσ. Όσο γι' αυτό... πιστεύω δεσποινίς πως οι νεκροί του δεν αποχωρίζονται έτσι εύκολα το Ρόσμερσχολμ...
Ρεβ. Οι νεκροί;
Eλσ. Θα μπορούσε κανείς να πει, ότι τους κάνει κόπος να χωρίζουν εντελώς απ' όσους αφήνουνε ξοπίσω τους.
Ρεβ. Τί σε κάνει να πιστεύεις κάτι τέτοιο;
Eλσ. Μα αν δεν ήταν αυτό, δε θα 'βλεπε κανείς κείνο το λευκό άλογο να περνά...
Ρεβ. Αλήθεια κυρία Έλσεθ, τί είναι λοιπόν αυτό με το λευκό άλογο;
Eλσ. Γιατί να μιλάμε γι' αυτά τα πράματα; Σεις όπως ξέρω, δε πιστεύετε σε τέτοια.
Ρεβ. Κι εσύ;
Eλσ. Ω, δε θέλω η δεσποινίς να με περιγελά... (κοιτά από το παράθυρο). Αλλ' αυτός που 'ρχεται δεν είναι ο πάστορας... να! κείνος κει κάτω, που μας έρχεται...
Ρεβ. Αυτός εκεί κάτω είναι... (πλησιάζει στο παράθυρο). αν δε κάνω λάθος... είναι ο καθηγητής Κρολ.
Ελσ. Αλήθεια, αυτός είναι.
Ρεβ. Να δεις που 'ρχεται δω. Α! είμαι πολύ ευχαριστημένη γι' αυτό.
Ελσ. Δε πολυστεναχωριέται ο κύριος καθηγητής. Αυτός που 'ταν αδελφός της, περνά τη μικρή γέφυρα, χωρίς δισταγμό... Ας είναι... πρέπει να πάω να ετοιμάσω το τραπέζι. Δεν είναι ώρα δεσποινίς; (βγαίνει).
Ρεβ. (μένει λίγο στο παράθυρο. χαμογελά, κουνά το χέρι και νεύει με το κεφάλι, ενώ σκοτεινιάζει. μισανοίγει την είσοδο). Ε λοιπόν κυρία Έλσεθ να προσθέσεις απόψε κάτι σπέσιαλ για το κύριο καθηγητή.
Ελσ. (απέξω). Πολύ καλά δεσποινίς, θα φροντίσω.
Ρεβ. (ανοίγοντας τη κεντρική είσοδο). Επιτέλους αγαπητέ καθηγητή, καλώς ορίσατε.
Κρολ. Δεν ενοχλώ ε;
Ρεβ. Σεις; Μα δε ντρέπεστε που...
Κρολ. Πάντα περιποιητική, ευγενική και φιλόφρων... Ο Ρόσμερ είναι πάνω;
Ρεβ. Όχι. Έχει βγει να περπατήσει λιγάκι. Συνήθως επιστρέφει νωρίτερα. Δε θ' αργήσει όμως. Καθίστε όμως, παρακαλώ. (του δείχνει το μεγάλο καναπέ).
Κρολ. Ευχαριστώ. Πόσο κομψή κι ωραία έγινε τούτη η παλιά αίθουσα... 'Ανθη παντού!
Ρεβ. Ο Ρόσμερ λατρεύει τα λουλούδια. Θέλει πάντα να 'χει γύρω του λουλούδια.
Κρολ. Κι εσείς το ίδιο θαρρώ.
Ρεβ. Ναι! Μας μεθάνε τόσο ηδονικά! Άλλοτε δε μπορούσαμε να 'χουμε αυτή την ευχαρίστηση.
Κρολ. Η καημένη η Ευτυχία δε μπορούσε να υποφέρει τη μυρωδιά τους.
Ρεβ. Μήτε τη λαμπρότητά τους. Ταραζότανε πάντα όταν έβλεπε λουλούδια.
Κρολ. Το θυμάμαι. Λοιπόν, πώς τα περνάτε δω;
Ρεβ. Ησυχία τάξη κι ασφάλεια. Οι μέρες μας μοιάζουνε μονότονα, η μια με την άλλη. Εσείς; Η σύζυγός σας;
Κρολ. Δεσποινίς Γουέστ, ας μιλάμε για τα δικά μου, σε κάθε οικογένεια άλλωστε υπάρχει και κάτι φάλτσο. Ειδικά στην εποχή που ζούμε.
Ρεβ. (μετά μικρή σιγή, κάθεται σε μια πολυθρόνα). Γιατί δε περάσατε διόλου να μας δείτε τώρα στις διακοπές;
Κρολ. Δε θέλω να 'μαι ενοχλητικός.
Ρεβ. Αν ξέρατε πόσο σας αναζητήσαμε...
Κρολ. Έπειτα ήμουνα σε ταξίδι.
Ρεβ. Ναι, για δυο βδομάδες. Πήγατε νομίζω, να παρακολουθήσετε πολιτικές συγκεντρώσεις.
Κρολ. Ναι; Τί λέτε; Φανταστήκατε πως τώρα στα γεράματα θα στραφώ στη πολιτική;
Ρεβ. (χαμογελαστή). Αγαπητέ μου, είχατε πάντα ενδιαφέρον για τη πολιτική.
Κρολ. Έστω. Ναι. Για την ευχαρίστησή μου. Αλλά στο μέλλον η ανάμιξη μου θα 'ναι πιο σοβαρή, σας τ' ορκίζομαι. Διαβάσατε ποτέ αυτές τις ριζοσπαστικές φυλλάδες;
Ρεβ. Φίλε μου κύριε καθηγητή, δε μπορώ ν' αρνηθώ πως...
Κρολ. Αγαπητή δεσποινίς, δεν είναι ανάγκη να δικαιολογηθείτε. Για σας η ανάγνωσή τους δε μπορεί να 'χει συνέπεις.
Ρεβ. Έτσι δεν είναι; Έχω βέβαια το δικαίωμα να ενημερώνομαι...
Κρολ. Θεέ μου, επιτέλους δε μπορώ να 'χω απαιτήσεις από μια γυναίκα, να λάβει ενεργό μέρος στους πολιτικούς αγώνες ή καλύτερα, στους εμφύλιους σχεδόν, αγώνες, που μαστίζουνε τη χώρα μας. Είδατε λοιπόν πως αυτοί οι κύριοι, οι λεγόμενοι... λαϊκοί, επιτεθήκανε στον κλήρο; Είδατε πως τα βάλανε και μαζί μου;
Ρεβ. Ναι. Αλλά θαρρώ πως αποκρούσατε επιδέξια τις προσβολές.
Κρολ. Αλήθεια είναι. Μπορώ να το καυχηθώ. Τώρα θα δουν ότι δεν είμαι απ' αυτούς που υποκύπτουν. Αλλ' όχι παρακαλώ, ας μη μιλήσουμε σήμερα γι' αυτό το θλιβερό ζήτημα.
Ρεβ. Καλά. Ας μη μιλήσουμε άλλο γι' αυτό.
Κρολ. Πείτε μου καλύτερα, πως περνάτε δω στο Ρόσμερσχολμ, απ' όταν μείνατε μόνη... από τότε που η δυστυχισμένη Ευτυχία...
Ρεβ. Ευχαρίστως. Περνώ πολύ καλά. Αναμφίβολα ο θάνατός της άφησε δω μέσα, πολλά κενά και πολλή θλίψη. Αλλά...
Κρολ. Και σχεδιάζετε να μείνετε δω; Θέλω να πω... να μείνετε οριστικά;
Ρεβ. Αγαπητέ μου κύριε Κρολ, δεν αποφάσισα ακόμα. Αλλά θαρρώ πως ανήκω σχεδόν σε τούτο το σπίτι του Ρόσμερ, τόσο που το συνήθισα.
Κρολ. Το πιστεύω.
Ρεβ. Κι εφόσον ο κύριος Ρόσμερ βρίσκει την εδώ παρουσία μου ευχάριστη και χρήσιμη, ε... να σας πω την αλήθεια, υποθέτω πως ... θα 'θελα να μείνω δω.
Κρολ. Ξέρετε πως υπάρχει μεγαλείο στη ζωή της γυναίκας εκείνης που θυσιάζει τα νιάτα της για την ευχαρίστηση των άλλων...
Ρεβ. Θεέ μου, τί άλλο ενδιαφέρον μπορεί να παρουσιάσει σε μένα η ζωή;
Κρολ. Καταρχήν αφοσιωθήκατε στο θετό πατέρα σας, που ήτανε παραλυτικός και που ο κακότροπος χαρακτήρας του...
Ρεβ. Ω! δε πρέπει να πιστεύετε πως ο Δρ Γουέστ ήτανε τόσο κακότροπος, όταν μέναμε στο Φίνμαρκ. Εκείνα τα φοβερά θαλασσινά ταξίδια τονε τσακίσανε κατόπιν. Όταν εγκατασταθήκαμε δω, περάσαμε μερικά ...δύσκολα χρόνια. Τελικά έφτασε ο έρμος στο τέρμα των βασάνων του.
Κρολ. Και τα χρόνια που ακολουθήσαν μετά θα 'τανε χειρότερα για σας!...
Ρεβ. Ω! πώς μπορείτε να υποθέσετε κάτι τέτοιο. Ήμουνα τόσο τρυφερά αφοσιωμένη στην Ευτυχία! Κι εκείνη η δύστυχη αισθανότανε τόσο ζωηρά την ανάγκη να περιτριγυρίζεται από ανθρώπους που να μπορούν να τη φροντίζουνε και να τη περιποιούνται...
Κρολ. Ο Θεός να σας ανταμείψει για την επιεική ανάμνηση που διατηρείτε για κείνη.
Ρεβ. (πλησιάζοντάς τονε λίγο). Από την ειλικρίνεια και την εγκαρδιότητα που μου λέτε τούτα, κύριε Κρολ, τολμώ να συμπεράνω πως δε νιώθετε καμιά δυσαρέσκεια εναντίον μου.
Κρολ. Δυσαρέσκεια; Τί θέλετε να πείτε;
Ρεβ. Δε σας είναι δυσάρεστη η παρουσία μιας άλλης που διευθύνει πλέον το σπίτι του Ρόσμερ;
Κρολ. Μα πώς μπορέσατε να...
Ρεβ. Λοιπόν δεν έχετε τέτοια δυσάρεστη εντύπωση; (του δίνει το χέρι της). Ευχαριστώ αγαπητέ καθηγητά, ευχαριστώ, ευχαριστώ.
Κρολ. Μα πώς μπορέσατε να σκεφτείτε κάτι τέτοιο;
Ρεβ. Αραιώσατε τις επισκέψεις σας κι έτσι μου πέρασε από το νου ο φόβος ότι...
Κρολ. Αλήθεια δεσποινίς Γουέστ, γελαστήκατε τελείως. Εξάλλου δεν έγινε δα και καμιά καινοτομία δω μέσα. Σεις πάντα και μόνη σας διευθύνατε το σπίτι και τα πριν θλιβερά χρόνια, πριν το θάνατο της δύστυχης Ευτυχίας.
Ρεβ. Αλλα μόνον σαν αναπληρώτρια κι επ' ονόματί της.
Κρολ. Οπωσδήποτε, δις Γουέστ, γνωρίζετε πως όσον αφορά σε μένα, δεν έχω να κάνω καμιά παρατήρηση, αν... αλλά μάλλον αυτό είναι ζήτημα που δε πρέπει να θίξουμε.
Ρεβ. Τί θέλετε να πείτε;
Κρολ. Αν ήτανε δυνατό να γίνει... να πάρετε σεις τη θέση... τη χηρεύουσα θέση...
Ρεβ. Έχω ακριβώς τη θέση, που επιθυμώ να 'χω, κύριε καθηγητά.
Κρολ. Όσον αφορά στην εργασία ναι, αλλά πρόκειται περί...
Ρεβ. (τονε διακόπτει πολύ σοβαρή). Θα 'πρεπε να ντρέπεστε να μου μιλάτε κατ' αυτό τον τρόπο, κύριε Κρολ.
Κρολ. Βέβαια, η πείρα που διαθέτει ο καλός μας Ρόσμερ για το γάμο, του 'ναι αρκετή για να... Κι όμως...
Ρεβ. Το ξέρετε πως σχεδόν με κάνετε να γελώ;
Κρολ. ...κι όμως, επιτρέψτε μου να σας ρωτήσω δεσποινίς, χωρίς να σας φανώ πολύ αδιάκριτος. Πόσων ετών είστε;
Ρεβ. Ντρέπομαι να το μολογήσω κύριε Κρολ: Είμαι εικοσιεννιά και πατώ γερά στα τριάντα πλέον.
Κρολ. Καλά. Κι ο Ρόσμερ είναι ...πόσο; Στάσου... είναι πέντε χρόνια μικρότερός μου, άρα είναι σαραντατριών. Οι ηλικίες σας ταιριάζουνε θαυμάσια.
Ρεβ. (ερεθισμένα). Πώς είπατε; Θαυμάσια; Θα πιείτε μαζί μας τσάι;
Κρολ. Και βέβαια. Λογαριάζω να εγκατασταθώ εδώ, επειδή έχω να κουβεντιάσω με το φίλο μας. Κι εξάλλου δεσποινίς Γουέστ, για να μη σας μπαίνουνε ξανά αλλόκοτες ιδέες, θα 'ρχομαι συχνότατα, όπως ποτέ άλλοτε...
Ρεβ. Ω ναι. Το δίχως άλλο, θα 'ρχεστε; (του ξανασφίγγει το χέρι). Ευχαριστώ, είστε πάντα πολύ ευγενικός.
Κρολ. Αλήθεια; Τούτο όμως δε το παραδέχονται στο σπίτι μου.
Ρεβ. Κύριε Ρόσμερ, δείτε ποιός είναι δω!
Ροσ. Η κυρία Έλσεθ μου 'πε ήδη το μαντάτο. Καλώς μας ήρθες πάλι δω φίλε μου
Κρολ. (βάζει το δεξί του χέρι στον ώμο του Κρολ, κοιτάζοντάς τονε στα μάτια). Αγαπητέ μου, παλιόφιλε. Το 'ξερα καλά, πως αργά ή γρήγορα θα 'ρχόσουν να μας ξαναβρείς.
Κρολ. Μα τί λοιπόν, μη μου πεις πως κι εσύ φαντάστηκες περιέργως πως υπήρχε κάποια ψυχρότητα μεταξύ μας;
Ρεβ. Φανταστείτε λοιπόν κύριε Ρόσμερ, πως ήταν αβάσιμη εικασία μας. Τι ευτυχία! Έτσι δεν είναι;
Ροσ. Αλήθεια Κρολ; Αλλά τότε γιατί τόσο καιρό έμεινες μακριά μας;
Κρολ. Γιατί δεν ήθελα να 'μαι για σένα, ζωντανή ανάμνηση θλιβερών περασμένων στιγμών, να σου θυμίζω με τη παρουσία μου, κείνη που βρήκε τον θάνατο στο ρέμα του μύλου.
Ροσ. Είναι ευγενική η σκέψη σου. Πάντα είσαι γεμάτος λεπτότητα. Έλα κάτσε κοντά μου. (κάθονται στο μεγάλο καναπέ). Όχι, δεν υποφέρω ηθικά, όταν θυμάμαι την Ευτυχία. Μιλάμε για κείνη κάθε μέρα. Μας φαίνεται μάλιστα πως δεν έχει φύγει διόλου απ' αυτό το σπίτι.
Κρολ. Αληθινά, σας φαίνεται...
Ρεβ. (ανάβοντας τη λάμπα). Αναμφίβολα.
Ροσ. Είναι πολύ φυσικό. Ήτανε τόσο προσφιλής και στους δυο. Κι η Ρεβέκ... η δις Γουέστ δηλαδή κι εγώ, έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας, γιατί κάναμε ό,τι μπορούσαμε για τη δύστυχη άρρωστη.
Κρολ. Είστε γενναίες καρδιές κι οι δυο. Στο εξής θέλω να 'ρχομαι καθημερινά.
Ρεβ. (κάθεται σε μια πολυθρόνα). Να δούμε θα κρατήσετε το λόγο σας.
Ροσ. (μετά από δισταγμό). Φίλε μου Κρολ, θα 'θελα πολύ να μη διακόψουμε τη συντροφιά μας. Από τότε που γνωριστήκαμε, όταν ήμασταν φοιτητές, ήσουνα πάντα ο φυσικός σύμβουλός μου.
Κρολ. Αλήθεια; Είμαι περήφανος γι' αυτό. Θα 'θελες να μου μιλήσεις λοιπόν για...
Ροσ. Έχω τόσα πράματα που θέλω να συζητήσουμε, με άνεση κι ανοιχτή καρδιά.
Ρεβ. Πράγματι κ. Ρόσμερ, μου φαίνεται πως είναι καλό να μοιράζεται κανείς τις μύχιες σκέψεις του με παλιούς και καλούς του φίλους.
Κρολ. Ε, καλά λοιπόν. Κι εγώ έχω να σου πω πιότερα. Ξέρεις βέβαια πως ανακατεύτηκα με τη πολιτική;
Ροσ. Ναι το 'μαθα. Αλλά εξήγησέ μου πως και συνέβη τούτο;
Κρολ. Αναγκάστηκα, θέλοντας και μη. Στην εποχή που ζούμε, είναι αδύνατο να μείνει κανείς απαθής θεατής. Τώρα που -για μεγάλη δυστυχία μας- ανέβηκαν οι ριζοσπάστες στην εξουσία, είναι καιρός να δράσουμε άμεσα.
Ρεβ. (κρυφοχαμογελώντας). Δεν είναι κάπως... αργά τώρα;
Κρολ. Βέβαια θα 'τανε καλύτερα αν γίνονταν έγκαιρα προσπάθειες για ν' ανακοπεί ο χείμαρρος. Γιατί τώρα που μιλάμε, το επαναστατικό πνεύμα έχει χωθεί ακόμα και στα σχολεία.
Ροσ. Στα σχολεία; Όχι φυσικά σε κείνο που διευθύνεις.
Κρολ. Κι όμως... Χώθηκε ακόμα και στο δικό μου. Πώς σου φαίνεται αυτό; Πριν έξι μήνες ανακάλυψα, πως οι μαθητές των ανωτέρων τάξεων, στήσαν μυστική εταιρεία κι είναι συνδρομητές στη φυλλάδα του Μόρτενσγκαρντ!
Ρεβ. Μπα; Στο "Φάρο";
Κρολ. Ναι! Υπάρχει βλέπετε υπάρχει πολλή υγιής τροφή στη φυλλάδα αυτή, για τους μελλοντικούς υπαλλήλους του κράτους
Ρεβ. Κι αυτό σας στεναχωρεί πολύ, καθηγητά μου;
Κρολ. Αν με στεναχωρεί λέει; Να βλέπω έτσι μηδενισμένο το έργο που αφιέρωσα σ' αυτό, ολάκερη τη ζωή μου! Κι όμως θα το άντεχα με ηρεμία και τούτον ακόμα το χτύπημα. Αλλά μου 'ρθε και χειρότερο ακόμη. Δε μας ακούει κανείς απέξω ε;
Ρεβ. Όχι, μείνετε ήσυχος.
Κρολ. Καλά λοιπόν μάθετε πως η διχόνοια κι η επανάσταση φτάσανε και μέσα στο σπίτι μου και φωλιάσανε κάτω από τη στέγη μου. Τέλος πια η σπιτική, οικογενειακή γαλήνη.
Ροσ. Τί λες; Και στο σπίτι σου;
Ρεβ. 'Ασε να δούμε. Πες μας φίλε μου τί συνέβη;
Κρολ. Φανταστείτε τα ίδια μου τα παιδιά... ο Λόρεντς μπήκε επικεφαλής στη συνομωσία τούτη. Κι η Χίλντε κέντησε μια πλεχτή τσάντα και μέσα κρύβανε το "Φάρο".
Ροσ. Ορίστε τί δε θα μου περνούσε ποτέ από το νου. Στο σπίτι σου; Κάτω από την ίδια σου τη στέγη;
Κρολ. Έτσι δεν είναι; Ποιός θα μπορούσε ποτέ να το φανταστεί! Στο σπίτι μου, που η υπακοή κι η πειθαρχία βασιλεύανε πάντα, που όλοι μας ως τώρα ήμασταν ένα πνεύμα, μια ψυχή και με μια και μόνη θέληση...
Ρεβ. Και τί λέει η γυναίκα σας;
Κρολ. Α να τι είναι το πιο απίστευτο. Κείνη που σ' όλη της τη ζωή και στα μεγάλα και στα μικρά πράματα, συμβάδιζε με τις θέσεις και τις θελήσεις μου, τώρα δεν απέχει δα και πολύ να ενταχθεί με το μέρος των παιδιών. Φυσικά, εννοείται πως δε το 'χω πει πουθενά... είναι απ' αυτά τα πράματα που πρέπει να συγκαλύπτονται καλά. Αχ Θεέ μου.. Θεέ μου! (σκεπάζει το πρόσωπό του με τις παλάμες του, για κάμποσο).
Ρεβ. (βρίσκοντας ευκαιρία πλησιάζει τον Ρόσμερ και του λέει, χωρίς να γίνει αντιληπτή από τον Κρολ). Πες του...
Ροσ. (επίσης χαμηλόφωνα). Όχι απόψε.
Ρεβ. (επίσης). Ναι, τώρα. (πλησιάζει το τραπέζι κι ανεβάζει το φως της λάμπας).
Κρολ. Βλέπεις λοιπόν, αγαπητέ μου Ρόσμερ, πως το πνεύμα της εποχής έρχεται να επισκιάσει το κοινωνικό μου έργο και να δηλητηριάσει την οικογενειακή μου γαλήνη; Δε πρέπει λοιπόν να καταπολεμήσω τούτο το πνεύμα, της καταστροφής και της ερήμωσης, μ' όσα μέσα διαθέτω;
Ροσ. Κι ελπίζεις να πετύχεις κάτι έτσι;
Κρολ. Εν πάσει περιπτώσει, θέλω να κάνω αυτά που μου επιβάλλει το καθήκον και πιστεύω πως κάθε καλός πατριώτης πρέπει να δράσει όπως εγώ. Να λοιπόν κι η πρώτη αιτία της σημερινής μου επίσκεψης εδώ.
Ροσ. Τί θες να πεις; Τί περιμένεις από μένα;
Κρολ. Πρέπει να βοηθήσεις τους παλιούς φίλους, -να κάνεις ότι κι αυτοί.
Ρεβ. Μα καθηγητά μου γνωρίζετε καλά τον κύριο Ρόσμερ και την απόστροφή του γι' αυτού του είδους τα πράματα.
Κρολ. Είναι καιρός πλέον να κατανικήσει την αποστροφή αυτή... Δεν είσαι αρκετά ενήμερος των τεκταινομένων Ρόσμερ. Μένεις δω μέσα κλεισμένος κι απορροφημένος από τις ιστορικές σου μελέτες. Θεέ μου, σου αναγνωρίζω όλη την αρμόζουσα εκτίμηση γι' αυτή την εργασία, αλλά η εποχή... αλίμονο... δεν είναι κατάλληλη για τέτοιες ενασχολήσεις. Κάθε σεβασμός στο καθεστώς χάθηκε και χρειάζεται πια Ηράκλεια δύναμη κι εργασία για ν' απαλλαγεί ο λαός από τις πλάνες που τον έχουνε ρίξει.
Ροσ. Το πιστεύω, μα τέτοιου είδους ασχολίες δεν είναι κατάλληλες για μένα.
Ρεβ. Κι εξάλλου, πιστεύω πως ο κύριος Ρόσμερ βλέπει τώρα καθαρότερα τα κοινωνικά πράματα.
Κρολ. Καθαρότερα;
Ρεβ. Ναι. Τα κοιτά με μάτι καθαρότερο κι απαλλαγμένο προκαταλήψεων.
Κρολ. Τί λέει Ρόσμερ; Ελπίζω πως δεν υπήρξες τόσον ασθενής, ώστε να παρασυρθείς κι εσύ από τη προσωρινή επικράτηση των οχλαγωγών!
Ροσ. Αγαπητέ μου φίλε, γνωρίζεις καλά πως δε πολυκαταλαβαίνω πολιτικά, αλλά μου φαίνεται πως τα τελευταία χρόνια, η προσωπική γνώμη του καθενός μας, απόκτησε πια μεγαλύτερην ανεξαρτησία.
Κρολ. Θαυμάσια! Και δε διστάζεις ίσως να το βρίσκεις αυτό καλό! Αλλά πλανάσαι πολύ φίλε μου. Πρώτα μάθε καλά, ποιές είναι οι κοινωνικές δοξασίες που διδάσκουν οι ριζοσπάστες. Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ αυτών κι αυτών που γράφονται στο "Φάρο".
Ρεβ. Πράγματι. Ο Μόρτενσγκαρντ ασκεί παντού μεγάλη και σημαντικήν επίδραση.
Κρολ. Ναι, είναι ακατανόητο! Με παρελθόν τόσο κηλιδωμένο, -δάσκαλος που τον έπαυσαν εξ αιτίας της ανηθικότητάς του! Ένας τέτοιος άνθρωπος αναλαμβάνει να οδηγήσει το λαό! Και το πετυχαίνει! Το πετυχαίνει θαυμάσια!
Ρεβ. Εκπλήσσομαι που σεις κι οι φίλοι σας δεν του επιτεθήκατε ακόμα συστηματικά.
Κρολ. Ναι μα πρόκειται να το κάνουμε τώρα. Ακριβώς σήμερα, αγοράσαμε την "Επαρχιακή Εφημερίδα". Για το χρηματικό, δεν υπήρξανε δυσκολίες αλλά -ορίστε που φτάνω και στην αιτία της σημερινής μου επίσκεψης- έχουμε δυσκολίες για το πρόσωπο που θ' αναλάβει τη διεύθυνσή της. Πες μου Ρόσμερ δε νιώθεις την ευχαρίστηση και το καθήκον ν' αναλάβεις εσύ αυτή τη θέση, από ενδιαφέρον για τον άξιο αυτόν αγώνα;
Ροσ. (λιγάκι ταραγμένος). Εγώ;
Ρεβ. Πώς μπορέσατε να το φανταστείτε;
Κρολ. Αν αποστρέφεσαι τις πολιτικές συγκεντρώσεις και τους θορύβους την διαδηλώσεων, εντάξει, το κατανοώ. Αλλά η εργασία του διευθύνοντος και συντάκτη, ο μοναχική κι ήσυχη αυτή ενασχόληση, ή καλύτερα να πω...
Ροσ. Όχι φίλε μου. Δε πρέπει να μου το ζητήσεις αυτό.
Κρολ. Δε θα 'θελα κάτι καλύτερο από το ν' αναλάβω εγώ κι αυτή την εργασία, αλλά μου 'ναι απολύτως αδύνατο. Είμαι ήδη βαρυφορτωμένος εργασίες. Συ όμως, απεναντίας, έτσι καθώς είσαι απαλλαγμένος από κάθε υποχρέωση και παραιτημένος από το επάγγελμά σου... και θα σε βοηθήσουμε κι εμείς αναμφίβολα, όσο μπορούμε.
Ροσ. Δε μπορώ Κρολ, είμαι εντελώς ακατάλληλος.
Κρολ. Ακατάλληλος; Το ίδιο έλεγες κι όταν ο πατέρας σου αποφάσισε να σε βάλει στο ιερατικό αξίωμα.
Ροσ. Κι είχα δίκιο. Γι' αυτό κατόπιν παραιτήθηκα.
Κρολ. Εντούτοις, αν αποδειχτείς σα δημοσιογράφος, τόσον ικανός όσο και πάστορας, θα 'μαστε κατενθουσιασμένοι.
Ροσ. Αγαπητέ μου Κρολ, στο λέω άπαξ δια παντός: δε δέχομαι πάει και τέλειωσε.
Κρολ. Τουλάχιστον θα μας αφήσεις να κάνουμε χρήση του ονόματός σου;
Ροσ. Του ονόματός μου;
Κρολ. Ναι, τ' όνομα μόνο του Γιαν Ρόσμερ θα 'ναι σπουδαίο πλεονέκτημα για την εφημερίδα μας. Εμάς όλους τους άλλους, μας θεωρούνε παρασυρμένους από τα πολιτικά μας πάθη και πιστεύω. Εσύ όμως ήσουν ανέκαθεν αμερόληπτος και το πνεύμα σου είναι πράο κι ευθύ, η ευγένεια των ιδεών σου, η αδιαπραγμάτευτη ευθύτητα του χαρακτήρα σου κι η αβρότητά σου, είναι αδιαμφισβήτητα χαρίσματά σου, που αναγνωρίζονται κι εκτιμώνται απ' όλους. Πρόστεσε σ' αυτά και την υπόληψη και το σεβασμό που αρμόζει στο πρώην αξίωμά σου κι επίσης τη μεγάλην υπόληψη του οικογενειακού σου ονόματος... Σκέψου λοιπόν.
Ροσ. Ως προς το οικογενειακό μου όνομα...
Κρολ. Οι Ρόσμερ του Ρόσμερσχολμ, -ιερείς, στρατιώτες, ανώτεροι δικαστικοί και διοικητικοί υπάλληλοι, όλοι άνθρωποι τίμιοι κι ευγενείς. Μια οικογένεια, που επί δυο σχεδόν αιώνες υπήρξεν η πρώτη, σε τούτη την επαρχία. Ρόσμερ έχεις υποχρέωση προς τον εαυτό σου και τις παραδόσεις της γενιάς σου, να μετέχεις σ' αυτό τον αγώνα και να υπερασπίσεις κάθε τι που ο χρόνος κι η παράδοσή μας καθιερώσανε. Τί λέτε δεσποινίς Γουέστ;
Ρεβ. (χαμογελώντας ελαφρά). Κύριε καθηγητά δε μπορείτε να φανταστείτε πόσον αλλόκοτα μου φαίνονται, όλα όσα ακούω.
Κρολ. Αλλόκοτα; Μα γιατί;
Ρεβ. Ναι. Γιατί, για να σας μιλήσω ειλικρινά...
Ροσ. Όχι, όχι, περιμένετε. Όχι ακόμα.
Κρολ. Μα για τ' όνομα του Θεού, αγαπητοί μου φίλοι! Α...
Ελσ. Ένας άνθρωπος θέλει να δει τον κύριο πάστορα.
Ροσ. (ανακουφισμένος). Έχει καλώς. Πες του να περάσει.
Ελσ. Στο σαλόνι;
Ροσ. Ναι... βέβαια...
Ελσ. (διστακτικά). Δεν έχει όμως εμφάνιση για...
Ρεβ. Τί εμφάνιση έχει λοιπόν κυρία Έλσεθ;
Ελσ. Όχι πολύ καθώς πρέπει, δεσποινίς.
Ρεβ. Δεν είπε τ' όνομά του;
Ελσ. Ναι, πιστεύω ότι μου πε πως ονομάζεται Κέκμαν ή κάπως έτσι.
Ρόσ. Αυτό τ' όνομα δε μου 'ναι άγνωστο.
Ελσ. Έπειτα πρόστεσε πως λέγεται Ούλριχ.
Ροσ. (τινάζεται πάνω). Ούλριχ Έκμαν. Έτσι δεν είναι;
Ρεβ. Δεν υπόγραψε όμως έτσι ο παράδοξος αυτός άνθρωπος.
Ροσ. (προς τον Κρολ). Είναι το ψευδώνυμο του Ούλριχ Βρέντελ.
Κρολ. Ούλριχ Βρέντελ; Αλήθεια; Κείνος ο... χαμένος;
Ρεβ. Ζει λοιπόν ακόμα;
Ροσ. Νόμιζα πως περιόδευε με κάποιο θίασο κωμικών.
Κρολ. Το τελευταίο που άκουσα γι' αυτόν είναι πως ήτανε φυλακή...
Ροσ. Πες του να περάσει κυρία Έλσεθ.
Ελσ. Αμέσως κύριε.
Κρολ. Μπορείς λοιπόν ν' ανεχτείς μες στο σπίτι σου, αυτό τον άνθρωπο;
Ροσ. Το ξέρεις πως ήτανε δάσκαλός μου για κάμποσο;
Κρολ. Ναι. Ξέρω πως σου παραγέμιζε το κεφάλι μ' επαναστατικές ιδέες κι ότι ο πατέρας σου τον έδιωξεν οργισμένος.
Ροσ. Ο πάτερας μου ήτανε πάντα συνταγματάρχης ακόμα και στην οικογενειακή του ζωή. Ποτέ δε του 'λειψε η τραχύτητα...
Κρολ. Έπρεπε αγαπητέ μου Ρόσμερ, να τον ευχαριστείς ακόμα και πάνω από τον τάφο του, γι' αυτό... Α νάτος!
Βρεν. Καλησπέρα Γιαν.
Κρολ. Κύριε!
Βρεν. Περίμενες να με ξαναδείς; Ε; Και μάλιστα στον... καταραμένο αυτό τόπο;
Κρολ. Κύριε. Από κει...
Βρεν. Α ναι! Κείνος είναι. Ο Γιαν, το καλό μου παιδί που αγάπησα πιότερο απ' όλα στο κόσμο.
Ροσ. Γερο-δάσκαλέ μου!
Βρεν. Παρόλο που 'χω πικρές αναμνήσεις εδώ στο Ρόσμερσχολμ, δε μπόρεσα περνώντας να μη σ' επισκεφθώ για λίγο.
Ροσ. Καλώς ώρισες. Στο εύχομαι, πίστεψέ με, από καρδιάς.
Βρεν. Ω! κι η θεσπέσια κείνη κυρία; Η σύζυγός σου, χωρίς αμφιβολία...
Ροσ. Η δεσποινίς Γουέστ.
Βρεν. Πολύ κοντινή συγγενής λοιπόν... κι ο άγνωστός μου κύριος; Συνάδελφός σας, αν υποθέτω σωστά...
Ροσ. Ο καθηγητής κύριος Κρολ.
Βρεν. Κρολ... Κρολ... Περιμένετε... Σπουδάσατε φιλολογία στα νιάτα σας;
Κρολ. Βέβαια.
Βρεν. Τότε, μα την αλήθεια, σας έχω γνωρίσει προ πολλού!
Κρολ. Κύριε...
Βρεν. Συ δεν ήσουν...
Κρολ. Κύριε;
Βρεν. ...ένας απ' αυτούς τους υπερασπιστές της αρετής, που με διώξαν από τη διάλεξη;
Κρολ. Πιθανότατα... Αλλά δεν έχουμε κύριε, μεταξύ μας καμιάν οικειότητα.
Βρεν. Καλά. Καλά! Όπως σου αρέσει κύριε ντόκτορ, το ίδιο μου κάνει. Ο Ούλριχ Βρέντελ δε θα χάσει εξ αυτού, τίποτ' από τη προσωπικότητά του.
Ρεβ. Σκέφτεστε να κατεβείτε στη πόλη, κύριε Βρέντελ;
Βρεν. Η κυρία Ρόσμερ αντελήφθη καλά. Που και που βρίσκομαι στην ανάγκη να ριχτώ στον περί ύπαρξης αγώνα, για να συντηρηθώ. Το κάνω δίχως κέφι, αλλ' η ανάγκη βλέπετε...
Ροσ. Αγαπητέ μου κύριε Βρέντελ, θα μου επιτρέψετε να σας βοηθήσω με κάποιο τρόπο;
Βρεν. Θεέ μου τί πρόταση! Θες λοιπόν να χαλαρώσεις το δεσμό που μας ενώνει; Ποτέ Γιαν, ποτέ!
Ροσ. Αλλά τί σκέφτεστε να κάνετε στη πόλη; Δε θα σας είναι εύκολο να βρείτε δουλειά. Πιστέψτε με.
Βρεν. 'Αφησέ τα αυτά παιδί μου. Ο κύβος ερρίφθη. Παρόλη τη κατάσταση που με βλέπεις, ανέλαβα μεγάλο ταξίδι, μεγαλύτερο κι από τις μέχρι τώρα εκδρομές μου. Κι μιας και το θυμήθηκα τώρα: μπορώ να ρωτήσω κάτι τον καθηγητή; Υπάρχει στη πόλη καμιά αίθουσα κεντρική και πολύ ευρύχωρη;
Κρολ. Η μεγαλύτερη αίθουσα είναι κείνη που συγκεντρώνονται οι εργάτες των συντεχνιών.
Βρεν. Σεις έχετε καμιάν επιρροή σε κείνο το σύνδεσμο των συντεχνιών, μιας κι είστε έφορος της παιδείας; Μου φαίνεται πως θα βγει κάτι ωφέλιμο από τούτο.
Κρολ. Δεν ανακατεύομαι σ' αυτά.
Ρεβ. Πρέπει να βρείτε τον κύριο Πέτερ Μόρντενσγκαρντ.
Βρεν. Συγνώμη κυρία, ποιός είναι αυτός ο ηλίθιος;
Ρεβ. Γιατί τον λέτε ηλίθιο;
Βρεν. Τ' όνομά του με κάνει να το υποθέσω. Ένας άνθρωπος του όχλου...
Κρολ. Να μια απάντηση που δε περίμενα!
Βρεν. Θα προσπαθήσω να τα καταφέρω μαζί του Δεν έχω άλλην επιλογή. Όταν κανείς βρίσκεται -όπως εγώ τώρα- στο σταυροδρόμι... Αποφασίστηκε λοιπόν! Θα έρθω σ' απευθείας έπαφή με τον άνθρωπο τούτο.
Ροσ. Το σκέφτεστε σοβαρά τούτο;
Βρεν. Αγαπητό μου παιδί, δεν έμαθες ακόμα πως ότι κι αν αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας ο Βρέντελ, το φέρνει και μάλιστα σοβαρά; Ναι φίλτατέ μου, θέλω να δράσω, σαν άνθρωπος, να βγω από την επιφύλαξη που τήρησα μέχρι τώρα.
Ροσ. Με ποιό τρόπο;
Βρεν. Θέλω να λάβω ενεργό μέρος στη ζωή, να παραταχθώ μαζί με τις εργαζόμενες τάξεις, της κοινωνίας, να ξαναγίνω παραγωγός. Περνάμε δύσκολους, θυελλώδεις καιρούς, θέλω κι εγώ να θέσω κι εγώ τον οβολό μου στο βωμό της απολύτρωσης.
Κρολ. Κι εσείς;
Βρεν. Κανείς από σας εδώ, δεν εμβάθυνε στα γραπτά μου;
Κρολ. Όχι, οφείλω να ομολογήσω πως...
Ρεβ. Διάβασα πολλά εξ αυτών. Τα 'χεν ο πατέρας μου.
Βρεν. Ωραία πυργοδέσποινα, στη περίπτωση αυτή, χάσατε το καιρό σας. Ολ' αυτά ήτανε χωρίς βάση κι αναληθή.
Ρεβ. Αλήθεια;
Βρεν. Όσα διαβάσατε ναι. Τα πράγματι αξιοσημείωτα έργα μου δε διαβαστήκαν από κανένα κοινό, παρά μόνον από μένα τον ίδιο.
Ρεβ. Πώς αυτό;
Βρεν. Γιατί ουδέποτε γραφτήκανε.
Ροσ. Αλλ' αγαπητέ μου κύριε Βρέντελ...
Βρεν. Ξέρεις Γιαν παιδί μου, πως είμαι λιγάκι συβαρίτης στο πνεύμα, λεπτός... πολύ λεπτός... Έτσι ήμουνα πάντα. Αγαπώ ν' απολαμβάνω μόνος, διότι τότε απολαμβάνω πολλαπλάσια. Με πιάνεις; Όταν τα χρυσά όνειρα μ' επισκέπτονταν, όταν ένιωθα να γεννιούνται μέσα μου σκέψεις κι ιλιγγιώδεις υψηλές ιδέες, τις έφτιαχνα στίχους, εικόνες, οπτασίες κι όλα σ' ευρύ κύκλο... Με πιάνεις;
Ροσ. Ναι. Ναι.
Βρεν. Ω πόσον απόλαυσα, πόσο ρούφηξα την απόλαυση στη ζωή μου! Οι μυστικές χαρές της εσώτερης ανάπτυξης ήταν εκείνες -πάντα ευρείας κατανάλωσης. Τα χειροκροτήματα, τις απολυτρώσεις, τους επαίνους, τα δάφνινα στεφάνια, όλα τα μάζεψα με τρεμάμενα από χαρά, χέρια. Και κυριεύτηκα στις μοναχικές οπτασίες μου από χαρά... ω χαρά μεθυστική.
Κρολ. Χμμ...!
Ροσ. Αλλά ποτέ δε γράψατε κάτι απ' όλ' αυτά;
Βρεν. Ούτε λέξη. Μ' αήδιαζε πάντα το να 'μαι συγγραφέας επαγγελματικά. Και γιατί να βεβηλώσω το ιδεώδες μου όταν μπορούσα να το απολαύσω σ' όλη την αγνότητά του, μόνος μου; Αλλά σήμερα πρέπει να το θυσιάσω. Αλήθεια... μ' έχει κυριεύσει το συναίσθημα κείνο, που πιάνει τη μητέρα όταν πρόκειται ν' αφήσει τη κόρη της στα χέρια του συζύγου. Κι όμως είμαι αποφασισμένος για τη θυσία. Θα τη προσφέρω στο βωμό της χειραφέτησης. Θα κάνω λοιπόν μια σειρά καλών διαλέξεων σ' όλη τη χώρα.
Ρεβ. (ενθουσιασμένη). Πολύ ευγενικό από μέρους σας κύριε Βρέντελ. Δίνετε ό,τι πολυτιμότερον έχετε.
Βρεν. Τον μόνο θησαυρό μου.
Ρεβ. (κοιτάζοντας με νόημα τον Ρόσμερ). Δε φέρονται έτσι όλοι οι άνθρωποι. Δεν έχουν όλοι το θάρρος...
Ροσ. (ανταποδίδοντας το νεύμα). Ποιός ξέρει;
Βρεν. Η κοινωνία συνταράζεται. Το γεγονός αυτό μου διεγείρει το συναίσθημα και μου δυναμώνει τη θέληση, γι' αυτό κι αποφάσισα να εργαστώ. Αλλ' ακόμα μιαν ερώτηση: (προς τον Κρολ). Μπορείτε να μου πείτε κύριε καθηγητή, αν υπάρχει στη πόλη κανάς σύλλογος εγκράτειας; Εγκράτειας απόλυτης: Πρέπει να υπάρχει.
Κρολ. Μάλιστα κύριε κι είμαι πρόεδρος.
Βρεν. Το κατάλαβα από τη φυσιογνωμία σας. Καλά λοιπόν. Πιστεύω ότι θα μου 'ναι δυνατό να μπω στο σύλλογο για καμιά βδομάδα.
Κρολ. Συγνώμη, μα δε γράφουμε μέλη με τη βδομάδα.
Βρεν. Καλή ώρα κύριε καθηγητά! Ο Ούλριχ Βρέντελ δε συνηθίζει να μπαίνει με το στανιό σε τέτοια ιδρύματα. (προς τον Ρόσμερ). Αλλά δε θέλω να παρατείνω την επίσκεψή μου στο σπίτι σας, που 'χει για μένα τόσο πλούσιες αναμνήσεις. Πρέπει να πηγαίνω, στη πόλη έχω να 'βρω μιαν αναπαυτική διαμονή. Ελπίζω να μπορέσω να βρω κανά υποφερτό ξενοδοχείο.
Ρεβ. Δε θέλετε να πιείτε κάτι ζεστό πριν μας αφήσετε;
Βρεν. Τί είδους, ωραία μου κυρία;
Ρεβ. Μια κούπα τσάι ή...
Βρεν. Ευχαριστώ γενναία δέσποινα. Δε μου αρέσει να καταχρώμαι τη φιλοξενία. (χαιρετά). Χαίρετε κύριες και κύριοι. (πάει προς τη κεντρικήν είσοδο). Α! Αλήθεια, Γιαν, πάστορα Ρόσμερ, θέλεις να μου προσφέρεις κάποια σπουδαία υπηρεσία στ' όνομα της παλιάς φιλίας μας;
Ροσ. Βέβαια και με μεγάλη μου ευχαρίστηση.
Βρεν. Καλά. Δάνεισέ μου για μια-δυο μέρες ένα πουκάμισο με λευκά μανίκια, σιδερωμένο.
Ροσ. Αυτό μόνο;
Βρεν. Γιατί όπως βλέπεις, ταξιδεύω με τα πόδια τούτη τη φορά. Οι αποσκευές μου θα σταλούν αργότερα.
Ροσ. Καλά, καλά. Το δίχως άλλο, θα κάμω πρόθυμα ό,τι μου ζητήσατε. Αλλά δε χρειάζεστε τίποτ' άλλο;
Βρεν. Ξέρεις τί θα 'θελα; Αν μπορούσες να μου δώσεις και μια καλοκαιρινή ρεντιγκότα, όχι καινούρια.
Ροσ. Βεβαίως!
Βρεν. Κι αν υπήρχε και κανά ζευγάρι παπούτσια, με τη ρεντιγκότα...
Ροσ. Υπάρχει τρόπος να τακτοποιηθούν όλ' αυτά. Μόλις μάθουμε τη διεύθυνσή σας, θα σας τα στείλουμε.
Βρεν. Α με τίποτα! Δε θέλω να ενοχλώ συνεχώς. Θα τα πάρω τώρα μαζί μου αυτά τα μικροπράματα.
Ροσ. Έχει καλώς. Θέλετε να 'ρθετε για λίγο, μαζί μου πάνω;
Ρεβ. Όχι, αφήστε, θα το τακτοποιήσω εγώ με τη κυρία Έλσεθ.
Βρεν. Με τίποτα! Δε θα επιτρέψω μια κυρία τόσο διακεκριμένη...
Ρεβ. Μόνον ελάτε κύριε Βρέντελ. (βγαίνει).
Ροσ. (κρατώντας τον Βρέντελ). Πέστε μου δε χρειάζεστε τίποτ' άλλο από μένα;
Βρεν. Δε ξέρω ακριβώς τί θα 'τανε δυνατό να χρειάζομαι... Α ναι! Κατάρα! Όσο σκέπτομαι... Γιαν... μήπως κατά τύχην, έχεις εύκαιρες στο πορτοφόλι σου οχτώ κορώνες;
Ροσ. Για να δω... (ανοίγει το πορτοφόλι του). Έχω δυο χαρτονομίσματα των δέκα.
Βρεν. Καλά, καλά. Το ίδιο κάνει. Μπορώ να τα πάρω. Να θυμάσαι καλά πως μου 'δωσες είκοσι κορώνες. Καληνύχτα, αγαπητό μου παιδί! Καληνύχτα, εντιμότατε κύριε! (προχωρεί προς τη πόρτα, ο Ρόσμερ τονε συνοδεύει και τη κλείνει πίσω του).
Κρολ. Κύριε των Δυνάμεων! Και να φανταστεί κανείς πως σε τούτον τον άνθρωπο, αναγνωρίσανε κάποτε, προτερήματα μεγάλου ανδρός!
Ροσ. (ήρεμα). Εν πάση περιπτώσει, είχε το θάρρος να ζήσει κατά τα κέφια του. Μου φαίνεται πως αυτό κάτι σημαίνει...
Κρολ. Μα τί λες; Ζωή όπως η δική του! Θα πίστευε κανείς αλήθεια, πως αυτός είναι ικανός να ταράξει το μυαλό σου άλλη μια φορά.
Ροσ. Όχι, όχι φίλτατε. Τώρα είμαι βέβαιος για μένα, όπως πάντα.
Κρολ. Μακάρι να 'ναι αληθές αυτό, αγαπητέ μου Ρόσμερ. Επιδρούν επάνω σου οι εξωτερικές εντυπώσεις, τόσον εύκολα...
Ροσ. Ας καθήσουμε. Έχω να σου μιλήσω.
Κρολ. Ευχαρίστως.
Ροσ. (μετά σύντομη σιγή). Δε βρίσκεις πως βασιλεύει εδώ μέσα ατμόσφαιρα ειρήνης κι ευτυχίας;
Κρολ. Βέβαια. Ζείτε καλά κι ειρηνικά εδώ. Εσύ κέρδισες οικογενειακήν εστία Ρόσμερ, ενώ γω έχασα τη δική μου.
Ροσ. Μη το λες φίλες μου. Κει όπου βασιλεύει τώρα διχόνοια, αύριο θα ξαναγεννηθεί αρμονία.
Κρολ. Ποτέ! Ποτέ! Ο σπόρος της διχόνοιας θα υπάρχει πάντα. Δε πρόκειται να ξαναβρώ το παρελθόν.
Ροσ. 'Ακουσέ με καλά, Κρολ. Υπήρξαμε δεμένοι γα πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Μπορείς ποτέ να υποθέσεις ότι τούτη η φιλία είναι δυνατό να διαρραγεί;
Κρολ. Τίποτε απ' όσο γνωρίζω, δε θα μπορούσε να τη ψυχράνει. Αλλά πώς σου μπαίνουνε τέτοιες ιδέες;
Ροσ. Γιατί συ δίνεις μεγάλη σημασία στη συμφωνία των πιστεύω και των κρίσεων.
Κρολ. Έστω λοιπόν, ναι. Αλλά όσον αφορά σε μας τους δυο, είμαστε σύμφωνοι σ' όλα τα θεμελιώδη ζητήματα.
Ροσ. (ήσυχα). Όχι, δεν είμαστε πλέον.
Κρολ. Τί σημαίνει αυτό;
Ροσ. Κάθησε παρακαλώ, Κρολ.
Κρολ. Τί θες να πεις; Δε σε καλαβαίνω. Μίλα καθαρά.
Ροσ. Έγινε μια ανανέωση στο πνεύμα μου. Νέα αχτίδα νεότητας με φώτισε. Κι ορίστε πως έφτασα ως εκεί... Κι εγώ ακόμα.
Κρολ. Πού έφτασες;
Ροσ. Εκεί που φτάσανε και τα παιδιά σου.
Κρολ. (φανερά έκπληκτος). Συ; Συ; Μα είναι αδύνατο. Λες ό,τι...
Ροσ. Συμφωνώ με τις ιδέες του Λόρεντς και της Χίλντε.
Κρολ. Αποστάτης! Ο Γιαν Ρόσμερ, αποστάτης!
Ροσ. Ποιά χαρά, πόσην ευτυχία, θα μπορούσα να βρω σ' αυτή την... αποστασία, όπως τη λες! Αντ' αυτού όμως, υπόφερα πολύ, ξέροντας πως θα σου προξενήσω τόση πίκρα.
Κρολ. Ρόσμερ... Ρόσμερ! Ποτέ δε θα συνέλθω απ' αυτό. Ορίστε λοιπόν κι εσύ μεταξύ κείνων που διαφθείρουνε, που γκρεμίζουνε, που καταστρέφουνε την άτυχη χώρα μας!
Ροσ. Θέλω να συμμετάσχω στο έργο της ανοικοδόμησης και της απελευθέρωσης!
Κρολ. Ναι το ξέρω... έτσι λένε οι διαφθορείς κι οι παραπλανημένοι.
Ροσ. Δε παρασύρθηκα από το λεγόμενο πνεύμα της εποχής. Θέλω να κάνω έκκληση προς πάντας, να προσπαθήσω να ενώσω όσο το δυνατό περισσότερους ανθρώπους κι όσο το δυνατό κοντύτερα. Θέλω να ζήσω και να μεταχειριστώ όλες τις δυνάμεις μου, προς το σκοπό τούτο. Προς το σκοπό της ανύψωσης, αληθινής λαϊκής κυριαρχίας, στη χώρα τούτη.
Κρολ. Βρίσκεις λοιπόν, πως δεν έχουμε υποστεί αρκετά αυτή τη ...λαϊκή κυριαρχία, όπως τη λες;
Ροσ. Ορίστε λοιπόν γιατί θέλω λαϊκό πολίτευμα, που να εκπληρώνει τη πραγματική αποστολή του.
Κρολ. Ποιάν αποστολή;
Ροσ. Τον εξευγενισμό όλων των πολιτών.
Κρολ. Με ποιά μέσα;
Ροσ. Με την απελευθέρωση του πνεύματος από τις προκαταλήψεις και με τον εξαγνισμό των θελήσεων.
Κρολ. Είσαι ιδεολόγος Ρόσμερ. Θες να τους απελευθερώσεις;
Ροσ. Όχι αγαπητέ μου. Θέλω μόνο να τους βγάλω από το λήθαργο. Αυτοί κατόπιν θα ενεργήσουν από μόνοι τους.
Κρολ. Και τους νομίζεις ικανούς να ενεργήσουν έτσι, σωστά;
Ροσ. Ναι!
Κρολ. Με τις δικές τους δυνάμεις;
Ροσ. Ναι! Δε γίνεται αλλιώς.
Κρολ. Είναι αυτή γλώσσα που αρμόζει σ' ιερέα;
Ροσ. Δεν είμαι πια ιερέας.
Κρολ. Ναι, αλλά... η πίστη των παιδικών σου χρόνων;
Ροσ. Δεν την έχω πλέον.
Κρολ. Δεν την έχεις πλέον;
Ροσ. (σηκώνεται). Την εγκατέλειψα. Όφειλα να την εγκαταλείψω, Κρολ!
Κρολ. Α! Α! Ναι, ναι, ναι! Το 'να δεν έρχεται δίχως τ' άλλο. Τάχα τούτο σ' έκανε να παραιτηθείς του ιερατικού αξιώματος;
Ροσ. Ναι. Όταν σχηματίστηκε μέσα μου η πεποίθηση, όταν βεβαιώθηκα ότι δε πρόκειται περί παροδικού πειρασμού, αλλά κάτι απ' όπου δε θα μπορέσω ποτέ ν' απαλλαγώ, παραιτήθηκα.
Κρολ. Συνεπώς, αυτή η κατάσταση υπήρχε μέσα σου προ πολλού κι εμείς οι φίλοι σου δε ξέραμε τίποτα; Ρόσμερ, Ρόσμερ, πώς μπόρεσες να μας κρύψεις αυτή τη θλιβερή αλήθεια;
Ροσ. Το πράμα αφορούσε μόνο μένα. Κι έπειτα, ήθελα ν' απαλλάξω και σένα και τους άλλους από ανώφελη πίκρα. Σκεφτόμουν να εξακολουθήσω ζώντας εδώ, ήσυχος, ευχαριστημένος κι ευτυχής.
Κρολ. Αποστάτη! Κάθε λέξη σου σε καταχωρεί έτσι! Αλλά τότε γιατί αυτή η εξομολόγησή σου; Και γιατί ακριβώς αυτή τη στιγμή;
Ροσ. Συ το θέλησες, Κρολ.
Κρολ. Εγώ;
Ροσ. Ναι. Γιατί έμαθα τη βιαιότητά σου, τις πλήρους μίσους επιθέσεις σου, εναντίον των αντιφρονούντων σου... Α Κρολ, πόσον αλλαγμένο σ' είδα! Κι έτσι, είδα πως είχα επιτακτικήν ανάγκη και καθήκον να εκτελέσω. Ο ήδη γενόμενος αγώνας, έχει κάνει τους ανθρώπους κακούς. Τα πνεύματα έχουν ανάγκη χαράς, ειρήνη και συμφιλίωση. Ορίστε γιατί προβαίνω στον αγώνα, έχοντας πάρει θέση, ανεπιφύλακτα, μαζί με τους ομοϊδεάτες μου. Κι εξ άλλου θέλω να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου. 'Ακουσέ με Κρολ! Δε θες και συ να βοηθήσεις την ενέργειά μου;
Κρολ. Ποτέ! Ποτέ! Δε θα συνεννοηθώ με τους καταστροφείς της κοινωνίας!
Ροσ. Έστω. Αν λοιπόν υπάρξει ανάγκη να πολεμήσουμε, πρέπει να χρησιμοποιήσουμεν όπλα ευγενικά.
Κρολ. Οποιοσδήποτε δεν είναι μαζί μου στις θεμελιώδεις κοινωνικές αρχές κι ιδέες, μου είναι άγνωστος και δεν έχω ουδεμίαν επιφύλαξη για κείνον.
Ροσ. Αυτό να το εκλάβω και για μένα προσωπικά;
Κρολ. Από σένα ήρθε, Ρόσμερ, η διάσπαση.
Ροσ. Μα είναι λοιπόν διάσπαση;
Κρολ. Αν είναι λέει; Εμφανέστατα είναι διάσπαση απ' όλους τους φίλους σου. Ναι! Και θα υποστείς τις συνέπειες.
Ρεβ. (μπαίνει κι αφήνει τη πόρτα ανοιχτή μιλώντας μονάχη). Επιτέλους! Ορίστε, βαδίζει πλέον στο δρόμο της αυτοθυσίας. (μεγαλόφωνα). Είναι έτοιμο το δείπνο. Ελάτε κύριε Κρολ.
Κρολ. Καληνύχτα δεσποινίς Γουέστ. Δεν έχω καμιά δουλειά πλέον εδώ πέρα.
Ρεβ. (συγκινημένη κλείνει τη πόρτα και πλησιάζει). Τί συμβαίνει; Μιλήσατε;
Ροσ. Ξέρει πλέον τα πάντα.
Κρολ. Δε θα σ' αφήσουμε Ρόσμερ. Θα σ' αναγκάσουμε να επανέρθεις στον ίσιο δρόμο.
Ροσ. Ουδέποτε.
Κρολ. Θα το δούμε αυτό. Δεν είσαι από κείνους που μπορούν ν' αντέξουνε στην απομόνωση.
Ροσ. Δεν είμαι μόνος. Είμαστε ήδη δυο εδώ, για να την αντέξουμε.
Κρολ. Α! Έτσι λοιπόν ε! Κείνα τα λόγια της Ευτυχίας...
Ροσ. Της Ευτυχίας;
Κρολ. Όχι. Όχι! Έχω άδικο. Σχώρα με! Γειά σου.
Ροσ. Πώς; Τί θες να πεις; Μίλα.
Κρολ. Ας μη κάνουμε κουβέντα... Ουφ! Σχώρα με. Γειά σου.
Ροσ. Κρολ, δε πρέπει να χωριστούμε έτσι. Θα περάσω να σε δω αύριο.
Κρολ. Δε θα πατήσεις το πόδι σου ξανά στο σπίτι μου! (βγαίνει απότομα).
Ροσ. Δεν είναι τίποτα, Ρεβέκα. Θα μπορέσουμε ν' αντέξουμε τα πάντα οι δυο μας, πιστοί φίλοι καθώς είμαστε.
Ρεβ. Τί σκεφτόταν, όταν είπε: "ουφ"! Το γνωρίζει άραγε;
Ροσ. Μην ανησυχείς γι' αυτό, αγαπητή μου φίλη. Δε πίστεψε στην υποψία του, μήτ' αυτός ο ίδιος. Αύριο θα πάω να τονε βρω. Καληνύχτα.
Ρεβ. Αποσύρεσαι τόσο νωρίς απόψε. Φταίν όσα συνέβησαν;
Κρολ. Κι απόψε, όπως συνήθως. Τώρα που φανερωθήκανε τα πάντα, νιώθω μεγάλην ανακούφιση. Είμαι όπως βλέπεις εντελώς γαλήνιος. Να 'σαι κι εσύ αγαπητή Ρεβέκα. Καληνύχτα.
Ρεβ. Καληνύχτα φίλε μου. (ο Ρόσμερ πηγαίνει προς τη πόρτα στο βάθος, τον ακούμε ν' ανεβαίνει τη σκάλα. η Ρεβέκα πλησιάζει στη θερμάστρα και χτυπά το κουδούνι. η κυρία Έλσεθ μπαίνει). Ξεστρώστε το τραπέζι κυρία Έλσεθ. Ο πάστορας δε θέλει να δειπνήσει κι ο κύριος Κρολ έφυγε.
Ελσ. Έφυγε; Τί του 'ρθε πάλι;
Ρεβ. (πιάνοντας το κέντημά της) Προέβλεψε πως θα 'ρχοταν μεγάλη κακοκαιρία.
Ελσ. Περίεργο! Ο ουρανός δεν έχει κανένα σύννεφο απόψε.
Ρεβ. Φτάνει μόνο να μη συναντήσει τα φαντάσματά σου με το λευκό άλογο. Φοβάμαι πως πολύ σύντομα θ' ακούσουμε να γίνεται λόγος και πάλι για φαντάσματα.
Ελσ. Χριστέ μου! Μη λέτε τέτοια δεσποινίς.
Ρεβ. Εμπρός. Εμπρός...
Ελσ. (πιο σιγά). Η δεσποινίς πιστεύει αλήθεια θα πεθάνει κανείς γρήγορα, δω μέσα;
Ρεβ. Όχι δα, Αλλά υπάρχουνε διάφορα είδη λευκών αλόγων στο κόσμο αυτό, κυρία Έλσεθ. Εμπρός. Καληνύχτα. Θα πάω να κοιμηθώ.
Ελσ. Καληνύχτα δεσποινίς. (η Ρεβέκα κρατώντας το κέντημα βγαίνει. η κυρία Έλσεθ σβήνει τη λάμπα, κουνά το κεφάλι και ψιθυρίζει). Χριστέ μου! Αυτή η δεσποινίς Γουέστ, τί παράξενα που τα λέει μερικές φορές!

Aυλαία της 1ης πράξης

Β' Πράξη: (πρωί στο γραφείο του Ρόσμερ, αριστερά και στο βάθος, πόρτες, η 2η βγάζει στο υπνοδωμάτιο. δεξιά παράθυρο κι από κάτω γραφείο με βιβλία κι έγγραφα. βιβλιοθήκες στους τοίχους κι αριστερά σοφάς, τραπέζι παλιού ρυθμού. ο Ρόσμερ με νυχτικό κάθεται στο γραφείο, κόβει φύλλα από περιοδικό. κάποιος χτυπά τη πόρτα).

Ροσ. (χωρίς να σηκώσει το βλέμμα). Περάστε.
Ρεβ. (μπαίνει φορώντας ατημέλητα, το νυχτικό). Καλημέρα.
Ροσ. (κρατά το περιοδικό ανοιχτό). Καλημέρα αγαπητή μου φίλη. Θες κάτι;
Ρεβ. Ήρθα μόνο να σε ρωτήσω αν κοιμήθηκες καλά.
Ροσ. Θαυμάσια. Ύπνος δίχως όνειρα. Κι εσύ;
Ρεβ. Πολύ καλά. Τώρα το πρωί...
Ροσ. Είχα καιρό να νιώσω τόσον ελαφρά τη καρδιά μου. Είναι τόσο καλό, η εξομολόγηση των μύχιων σκέψεων!
Ρεβ. Δεν έπρεπε, Ρόσμερ, να παραμείνεις τόσο καιρό σιωπηλός.
Ροσ. Δε καταλαβαίνω μήτε κι εγώ ό ίδιος τη δειλία μου.
Ρεβ. Θεέ μου, δεν ήτανε καθαυτό δειλία.
Ροσ. Ναι, ναι, το ξέρω. Εξετάζοντας καλά τον εαυτό μου, βρίσκω πως το μεγαλύτερο μέρος ήτανε δειλία.
Ρεβ. Υπήρξες όμως και γενναίος, μιας κι είπες με τη μια, την αλήθεια. (κάθεται δίπλα στο γραφείο). Τώρα θα σου πω τί έκανα. Δε θα με μαλώσεις;
Ροσ. Να σε μαλώσω; Πώς μπορείς να υποθέτεις κάτι τέτοιο, αγαπητή μου φίλη;
Ρεβ. Ίσως αυθαιρέτησα να! Αλλά...
Ροσ. Θα δούμε. Πες μου.
Ρεβ. Χθες βράδυ που αποχαιρετούσα τον Βρέντελ του 'δωσα μια σύντομη επιστολή μου προς τον Μόρντενσγκαρντ.
Ροσ. (ανήσυχος). Μα, φιλτάτη μου Ρεβέκα... θα δούμε. Τί του 'γραψες;
Ρεβ. Του 'γραψα πως θα σου παρείχε μεγάλην εκδούλευση, αν προστάτευε τον φέροντα αυτήν.
Ροσ. Αγαπητή φίλη, αυτό δεν έπρεπε να το κάνεις. Το διάβημά σου δε μπορεί παρά να βλάψει τον Βρέντελ κι εξάλλου με τον Μόρτενσγκαρντ δε θέλω να 'χω οικειότητες. Ξέρεις από παλιά έχουμε προστριβές.
Ρεβ. Δε πιστεύεις πως σήμερα θα 'ναι ωφέλιμο να βρίσκεσαι στενότερα με κείνον;
Ροσ. Με τον Μόρτενσγκαρντ; Εγώ; Γιατί;
Ρεβ. Γιατί η θέση σου κλονίστηκε μιας και τα 'σπασες με τους παλιούς σου φίλους.
Ροσ. (κοιτώντας τη και κουνώντας το κεφάλι). Μπορείς να πιστέψεις σοβαρά πως ο Κρολ ή κάποιος άλλος απ' αυτούς θα 'θελε να μ' εκδικηθεί; Ότι θα 'ταν ικανοί να...
Ρεβ. Πάνω στη βράση, φίλε μου, κανείς δε μπορεί να προβλέψει τί θα συμβεί. Αν κρίνουμε από τη στάση που κράτησεν ο κύριος καθηγητής...
Ροσ. Θα 'πρεπε να τονε γνωρίζεις καλύτερα. Ο Κρολ είναι εντελώς τίμιος άνθρωπος. Σήμερα, μετά το μεσημέρι, θα πάω επίτηδες στη πόλη για να τονε συναντήσω. Θέλω να μιλήσω μ' όλους. Θα δεις πόσον εύκολα θα πετύχω...
(η κυρία Έλσεθ μπαίνει, η Ρεβέκα σηκώνεται).
Ρεβ. Τί συμβαίνει κυρία Έλσεθ;
Ελσ. Ο κύριος καθηγητής περιμένει στην είσοδο.
Ροσ. (ζωηρά). Ο Κρολ!
Ρεβ. Ο καθηγητής! Πώς;
Ελσ. Ρωτά αν μπορεί να περάσει για μιαν επίσκεψη στον πάστορα.
Ροσ. (προς Ρεβέκα). Είδες; Βέβαια και μπορεί. (προχωρά στην είσοδο). Ανέβα λοιπόν αγαπητέ φίλε μου. Καλώς ήρθες. Το 'ξερα πως δε θα 'ταν η τελευταία φορά...
Κρολ. Βλέπω σήμερα το ζήτημα, από τελείως άλλη σκοπιά.
Ροσ. Ναι. Έτσι δεν είναι; Ήμουνα βέβαιος. Τώρα που το σκέφτηκες...
Κρολ. Γελιέσαι εξ ολοκλήρου ως προς την ερμηνεία των λόγων μου. Είναι ανάγκη να μιλήσουμε μόνοι μας.
Ροσ. Γιατί; Η δεσποινίς Γουέστ δε θα μπορούσε να...
Ρεβ. Όχι, όχι κύριε Ρόσμερ. Πηγαίνω.
Κρολ. Εξ άλλου θα πρέπει να της ζητήσω συγνώμη γιατί ήρθα τόσο νωρίς, ώστε να τη βρω με τα νυχτικά...
Ρεβ. (ερεθισμένη). Πώς; Μήπως θα μου κάνετε παρατήρηση, γιατί είμαι ατημέλητη στο σπίτι;
Κρολ. Όχι δα! Αλλά δε ξέρω τις συνήθειες που επικρατούνε τώρα στο Ρόσμερσχολμ.
Ροσ. Κρολ, δε σ' αναγνωρίζω σήμερα.
Ρεβ. Χαίρετε κύριε καθηγητά.
Κρολ. Επιτρέπεται; (κάθεται στον καναπέ).
Ροσ. Ναι φίλε μου ας κάτσουμε κι ας μιλήσουμε μ' ανοιχτή καρδιά.
Κρολ. Δε κοιμήθηκα χτες. Σκεφτόμουν όλη νύχτα.
Ροσ. Και τί λες σήμερα;
Κρολ. Θα 'μαι διεξοδικός, μη φοβάσαι, πλην όμως επίτρεψέ μου να κάνω μιαν εισαγωγή. Έχω νέα από τον Βρέντελ.
Ροσ. Ήρθε να σε βρει;
Κρολ. Όχι, εγκαταστάθηκε σ' ύποπτο καπηλειό, έχοντας εννοείται, συντροφιά κι άλλους φαύλους. Κέρασε όλο τον κόσμο κι εξακολούθησε να πίνει μέχρι που του τελειώσαν όλα τα λεφτά. Κατόπιν έβρισε τη συντροφιά του αποκαλώντας τους όλους τους συμπότες του, ποταπό κι ηλίθιον όχλο. Τότε τονε ξυλοφορτώσανε και τονε πετάξανε σε χαντάκι.
Ροσ. Φοβάμαι πως είναι αδιόρθωτος τελικά.
Κρολ. Έδωσε κατόπιν ενέχυρο τη ρεντιγκότα, αλλά κάποιος τηνε πλήρωσε και του την επέστρεψε. Και ξέρεις ποιός;
Ροσ. Ποιός; Εσύ ίσως;
Κρολ. Όχι. Ο ευγενής εκείνος Μόρτενσγκαρντ.
Ροσ. Αλήθεια.
Κρολ. Γιατί ξέχασα να σου πω, πως ο φίλος σου πρώτα επισκέφτηκε τον ηλίθιο κείνο με το πληβείον όνομα, όπως τον αποκάλεσε.
Ροσ. Ίσως να μπορούσε να ωφεληθεί απ' αυτόν.
Κρολ. Το πιστεύω. Αλλά τώρα σου μιλώ για κάτι που νιώθω υποχρέωση να σου γνωστοποιήσω.
Ροσ. Τί τρέχει λοιπόν, φίλε μου;
Κρολ. Πως παίζεται δω μέσα παιγνίδι που δε το 'χεις πάρει χαμπάρι καθόλου.
Ροσ. Τί σε κάνει να το πιστεύεις; Υπαινίσσεσαι τη Ρεβ... τη δεσποινίδα Γουέστ θέλω να πω;
Κρολ. Κάτι τέτοιο δε θα μ' εξέπληττε διόλου. Εδώ και καιρό, έχει συνηθίσει να διευθύνει τα πάντα δω μέσα. Κι όμως...
Ροσ. Αγαπητέ μου Κρολ, γελιέσαι τελείως. Δεν έχουμε κανένα μυστικό μεταξύ μας.
Κρολ. Ξέρεις ότι έχει αλληλογραφία με τον ιδιοκτήτη του "Φάρου";
Ροσ. Α! Εννοείς τις τρεις-τέσσερις γραμμές που του συνέστησε τον Βρέντελ;
Κρολ. Έμαθες λοιπόν; Κι επιδοκιμάζεις το διάβημά της; Να 'ρχεται σε συνεννόηση με τον συντάκτη των σκανδαλωδών εκείνων χρονικών, τον διακωμωδιστή του λυκείου μου και...
Ροσ. Αγαπητέ μου φίλε, βεβαίως δεν είχεν αυτά υπόψη. Εξάλλου έχει κι αυτή ελευθερία κινήσεων, όπως κι εμείς.
Κρολ. Αλήθεια; Υποθέτω πως η γνώμη σου αυτή στηρίζεται στις νέες κοινωνικές αρχές, που πρόσφατα ασπάστηκες. Γιατί πιστεύω πως συ κι η δεσποινίδα Γουέστ έχετε τις ίδιες αρχές.
Ροσ. Θα παραδεχτώ πως πάμε προς τον κοινό σκοπό, ομόφωνα.
Κρολ. Τυφλέ, δε βλέπεις τη παγίδα...
Ροσ. Γιατί το λες αυτό;
Κρολ. Γιατί δε τολμώ... δε θέλω να πιστέψω κάτι άλλο. Όχι, άφησε με να ξηγηθώ. Έχεις εμπιστοσύνη στη φιλία και την εκτίμησή μου;
Ροσ. Αμφιβάλλεις;
Κρολ. Όχι, αλλά υπάρχει ανάγκη να σε ρωτήσω κι άλλα. Δέχεσαι;
Ροσ. Ερωτήσεις;
Κρολ. Θα μιλήσω μόνο με γεγονότα, που κι η θύμησή τους μόνο μου 'ναι θλιβερή. Βλέπεις... η αποστασία σου συνδέεται με τόσα πράματα, που για δικό σου συμφέρο θα πρέπει να μου τα εξηγήσεις.
Ροσ. Ρώτησέ με ό,τι θες Κρολ. Δεν έχω να κρύψω κάτι.
Κρολ. Καλά λοιπόν. Ποιά ήτανε, κατά τη γνώμη σου, η αληθινή αιτία της αυτοκτονίας της Ευτυχίας;
Ροσ. Υπάρχει καμιά αμφιβολία; Ή μάλλον μπορεί κανεις να ρωτήσει τους λόγους της ενέργειας αυτής και των διαβημάτων, ενός δυστυχισμένου πλάσματος, που νοσεί έχοντας σαλεμένο το νου;
Κρολ. Είσαι εντελώς σίγουρος περί του σαλέματος του νου της; 'Αλλωστε κι οι γιατροί δε διαγνώσανε με βεβαιότητα, νοητική βλάβη.
Ροσ. Αν οι γιατροί μπορούσαν να τη δούνε στη κατάσταση που την έβλεπα γω, μέρες και νύχτες συνεχώς, δε θα 'χανε καμιάν αμφιβολία.
Κρολ. Κι εγώ δεν είχα την εποχή κείνη.
Ροσ. Ναι φίλε μου. Δυστυχώς δεν υπήρχεν αμφιβολία. Πιστεύω πως σου 'καμα λόγο για το άγριο και παράφορο κείνο πάθος, που μου ζητούσε να μοιραστούμε. Ω! τί τρόμο μου προξενούσε. Κι έπειτα οι αδικαιολόγητες κείνες τύψεις που τη βασανίζανε τα τελευταία χρόνια...
Κρολ. Ναι. Όταν έμαθε πως δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει μητέρα.
Ροσ. Βλέπεις λοιπόν; Να αισθάνεται κανείς τύψεις για πράμα που δεν είναι υπαίτιος, δεν αποδεικνύει ότι δεν έχει σώας τας φρένας;
Κρολ. Χμμ... το θυμάσαι; Κείνη την εποχή είχες μερικά βιβλία που πραγματεύονταν την αληθινή αιτία του γάμου, κατά τις λεγόμενες νεότερες ιδέες.
Ροσ. Θυμάμαι πως η δεσποινίς Γουέστ μου δάνεισε ένα τέτοιο βιβλίο. Κληρονόμησε όπως ξέρεις, τα βιβλία του γιατρού. Αλλ' αγαπητέ μου Κρολ, δε μπορείς να μας θεωρήσεις τόσον ασύνετους, ώστε να συζητάμε με μιαν ασθενή, τέτοια θέματα; Μπορώ να σε διαβεβαιώσω με κάθε επισημότητα, πως η διαγωγή μας ως προς αυτό το θέμα υπήρξεν άμεμπτη. Μόνο σαλεμένος νους και ταραγμένα νεύρα τη σπρώξανε στη πλάνη.
Κρολ. Όμως υπάρχει κάτι... που μπορώ να στο πω σήμερα... Η δυστυχής Ευτυχία, ταραγμένη στο έπακρον, αυτοκτόνησε για να σε λευτερώσει και να ζήσεις κατά πως επιθυμούσες.
Ροσ. (πετάγεται πάνω, ξαφνικά). Τί εννοείς;
Κρολ. Πρέπει να μ' ακούσεις ήσυχα. Μπορώ να στα πω όλα τώρα. Τη τελευταία χρονιά της ζωής της, ήρθε δυο φορές σπίτι μου, για να μου εμπιστευτεί τη στεναχώρια και την απελπισία της.
Ροσ. Γι' αυτό το θέμα;
Κρολ. Όχι. Τη πρώτη φορά ήρθε να μου πει πως ήσουν έτοιμος ν' απαρνηθείς τη πίστη σου και να εγκαταλείψεις τη θρησκεία.
Ροσ. Αυτό που λες είναι αδύνατον, εντελώς αδύνατον. Γελιέσαι.
Κρολ. Γιατί;
Ροσ. Γιατί όσο ζούσεν η Ευτυχία, πάλευα ακόμα με την αμφιβολία και την αβεβαιότητα. Τη πάλη αυτή της ψυχής μου δε τη γνωστοποίησα σε κανένα. Πιστεύω μάλιστα, πως ούτε κι η Ρεβέκα...
Κρολ. Η Ρεβέκα;
Ροσ. Ναι. Η δεσποινίς Γουέστ. Τη λέω έτσι για ν' απλοποιήσω τα πράματα.
Κρολ. Το 'χω προσέξει.
Ροσ. Ορίστε γιατί μου φαίνεται τελείως αδύνατο να 'χε ποτέ τέτοιαν ιδέα η Ευτυχία. Και γιατί δε μου 'κανε λόγο ποτέ;
Κρολ. Η καημένη... Με παρακάλεσε τόσο πολύ, να σου μιλήσω...
Ροσ. Και γιατί δε μου μίλησες;
Κρολ. Πίστευα τότε πως είχε σαλεμένο νου. Ένα μήνα μετά φαινότανε πιο ήρεμη αλλά μου 'πε να ετοιμαστώ να δω το λευκό άλογο στο Ρόσμερσχολμ.
Ροσ. Α ναι. Για τη μυθολογία του πύργου, μιλούσε συχνά.
Κρολ. Κι επειδή προσπάθησα τότε να την απαλλάξω από τέτοια θλιβερή σκέψη περί θανάτου, μου 'πε πως δε μπορεί να ζήσει ακόμα πολύ καιρό, γιατί εσύ πια πρέπει να παντρευτείς χωρίς άλλη αργοπορία τη Ρεβέκα Γουέστ!
Ροσ. (με φωνή πνιγμένη). Τί λες; Εγώ να παντρευτώ...
Κρολ. Αυτά μου τα 'πε Πέμπτη απόγευμα και Σάββατο βράδυ έπεσε από το γεφυράκι του μύλου.
Ροσ. Κι εσύ να μη με ειδοποιήσεις!
Κρολ. Ξέρεις καλά πως συχνά έλεγε ότι δε μπορεί να ζήσει περισσότερο.
Ροσ. Και λοιπόν; Γιατί δε μου 'πες τίποτα;
Κρολ. Γιατί να σε ταράξω; Δεν έβλεπα στα λεγόμενά της κάτι άλλο, πέρ' απ' ονειροφαντασιές νου σκοτεινιασμένου. Έτσι πίστευα μέχρι χτες το βράδυ.
Ροσ. Και δε το πιστεύεις πλέον;
Κρολ. Η Ευτυχία δεν έκρινε σωστά όταν έλεγε πως βρίσκεσαι σε σημείο ν' απαρνηθείς το σχήμα;
Ροσ. Ναι και δε καταλαβαίνω πως. Είναι μυστήριο.
Κρολ. Μυστήριο ή όχι, είναι ωστόσο βέβαιο. Και τώρα Ρόσμερ σ' ερωτώ τί βάσιμο υπάρχει στη δεύτερη κατηγορία;
Ροσ. Κατηγορία;
Κρολ. Δε πρόσεξες ίσως πως μου 'χε διατυπώσει τα πράματα. Μου 'πε πως ήθελε να πεθάνει. Γιατί;
Ροσ. Για να παντρευτώ τη Ρεβέκα.
Κρολ. Όχι ακριβώς έτσι. Μου 'πε πως δε μπορεί να ζήσει ακόμα πολύ καιρό, γιατί εσύ πια πρέπει να παντρευτείς χωρίς άλλη αργοπορία τη Ρεβέκα Γουέστ!
Ροσ. (κοιτάζοντάς τον έντονα). Τώρα σε πιάνω.
Κρολ. Και τί απαντάς;
Ροσ. (γαλήνια). Ν' απαντήσω σε τέτοια ακατανόμαστα; Η καλύτερη απάντηση είναι να σου δείξω τη πόρτα!
Κρολ. Καλά. (σηκώνεται).
Ροσ. (εμποδίζοντάς τον). 'Ακουσέ με. Εδώ κι ένα χρόνο, από την εποχή του θανάτου της Ευτυχίας, η δεσποινίς Γουέστ κι εγώ ζούμε μαζί σ' αυτό το σπίτι. Από τότε λοιπόν κι ενώ γνώριζες τη κατηγορία της, ουδέποτε έδειξες σκανδαλισμένος.
Κρολ. Από χθες μόνον, έμαθα πως ένας άθρησκος και μια χειραφετημένη γυναίκα, ζούνε μαζί έτσι.
Ροσ. Α! Δε πιστεύεις δηλαδή πως οι άθρησκοι κι οι χειραφετημένες, μπορούν να ζήσουν μαζί, με αγνότητα. Ότι το ένστικτο της ηθικής...
Κρολ. Δε λογαριάζω στους ηθικούς, ανθρώπους που δεν έχουνε ρίζες στη χριστιανική πίστη.
Ροσ. Ώστε λοιπόν αυτά που λες αφορούν σε μένα αλλά και στη Ρεβέκα;
Κρολ. Δε μπορώ ν' αλλάξω γνώμη προκειμένου για σας, δε βλέπω άβυσσο που δε θα μπορούσατε να υπερπηδήσετε, με όχημα την ελεύθερη σκέψη και...
Ροσ. Και...;
Κρολ. ...και του ελεύθερου έρωτα.
Ροσ. Και δε ντρέπεσαι να μου το λες εσύ αυτό, που με ξέρεις από παιδάκι;
Κρολ. Ακριβώς γιατί ξέρω πόσον εύκολα επηρεάζεσαι από το περιβάλλον κι ως προς τη Ρεβέκα (απότομη κίνηση του Ρόσμερ) δε ξέρουμε διόλου. Με κάθε τρόπο Ρόσμερ, πρέπει να προσπαθήσεις να σωθείς, πριν είναι πολύ αργά...
Ροσ. Να σωθώ, πώς; (η κυρία Έλσεθ μισανοίγει τη πόρτα). Τί θέλετε;
Ελσ. Ήθελα να παρακαλέσω τη δεσποινίδα Γουέστ να κατεβεί.
Ροσ. Η δεσποινίς δεν είναι δω.
Ελσ. Κι όμως δε κατέβηκε... (ξαναβγαίνει).
Ροσ. Έλεγες λοιπόν...
Κρολ. 'Ακουσέ με. Ό,τι συνέβαινε δω, στα κρυφά, με την Ευτυχία ζωντανή, κι ό,τι συμβαίνει τώρα, δε θέλω να το εξετάσω. Υπήρξες πολύ δυστυχής στο γάμο σου κι άρα είσαι κάπως δικαιολογημένος.
Ροσ. Πόσο λίγο με ξέρεις!
Κρολ. Μη με διακόπτεις. Σου λέω μόνον ότι αν η συμβίωσή σου με τη δεσποινίδα Γουέστ πρόκειται να συνεχιστεί, είναι απόλύτως αναγκαίο ν' αποκρύψεις την αποστασία σου. Έχε ό,τι ιδέες θες, αλλά προς Θεού, μην εκδηλώνεσαι.
Ροσ. Εγώ όμως αισθάνομαι την ανάγκη να βγω από τη ψευδή θέση που βρίσκομαι.
Κρολ. Μα οι οικογενειακές σου παραδόσεις σου επιβάλλουνε καθήκοντα. Θυμήσου Ρόσμερ, ότι το σπίτι αυτό υπήρξε από αμνημονεύτων ετών, κέντρο τάξης και πειθαρχίας -εστία όλων των κοινωνικών αρχών. Όλη η χώρα έχει υποστεί την αγαθή επίδραση των ηθικών αρχών της οικογενείας Ρόσμερ.
Ροσ. Αγαπητέ μου Κρολ, βλέπω τα πράματα όλως διόλου διαφορετικά. Μου φαίνεται πως έχω το επιτακτικό καθήκον, να σκορπίσω λίγο φως και χαρά στη χώρα όπου οι Ρόσμερ για πολλά χρόνια, ρίξανε στα σκότη και που τη πίεσαν ηθικά.
Κρολ. Αποστολή αντάξια του τελευταίου βλασταριού της οικογένειας. 'Αστα λοιπόν αυτά. Δεν είναι ασχολία που σου αρμόζει. Είσαι πλασμένος να ζεις ήσυχα σαν ιδεολόγος.
Ροσ. Πιθανόν, αλλά τώρα θέλω να μετέχω κι εγώ στους αγώνες.
Κρολ. Ο αγώνας αυτός ξέρεις τί θα σημάνει για σένα; Πάλη μέχρι θανάτου, μεταξύ εσένα κι όλων των φίλων σου.
Ροσ. Δεν είναι όλοι τόσο φανατικοί όσο νομίζεις.
Κρολ. Είσαι απλοϊκός κι άπειρος. Δε συνειδητοποιείς τί θύελλα θα ξεσπάσει στο κεφάλι σου.
Ελσ. (μισανοίγει τη πόρτα). Η δεσποινίς μ' έστειλε να ρωτήσω...
Ροσ. Τί συμβαίνει;
Ελσ. Κάποιος θέλει να σας μιλήσει.
Ροσ. Εκείνος που 'ρθε χθες το βράδυ;
Ελσ. Όχι, ένας κύριος Μόρτενσγκαρντ.
Ροσ. Ο Μόρτενσγκαρντ!
Κρολ. Α το φτάσαμε ως εκεί ε; Μέχρις εκεί;
Ροσ. Τί με θέλει; Γιατί τονε δεχτήκατε;
Ελσ. Η δεσποινίς είπε πως πρέπει να σας ρωτήσω.
Ροσ. Πέστε του πως έχω επισκέπτη.
Κρολ. Όχι, καλύτερα άστον ν' ανέβει. (η κυρία Έλσεθ βγαίνει. ο Κρολ παίρνει το καπέλο του). Παραχωρώ τη θέση μου μα η οριστική πάλη ακόμα δεν έχει διεξαχθεί.
Ροσ. Μπορείς να 'σαι βέβαιος Κρολ, πως τίποτα δε με συνδέει μ' αυτό τον άνθρωπο.
Κρολ. Δε σε πιστεύω πια ή μάλλον δε σου 'χω εμπιστοσύνη. Τώρα αρχίζει λυσσαλέος αγώνας. Θα δούμε αν θα μπορέσουμε να σε βγάλουμε εκτός μάχης.
Ροσ. Ω Κρολ πόσο μικρός γίνεσαι!
Κρολ. Εγώ; Και το λες εσύ αυτό; Θυμήσου την Ευτυχία...
Ροσ. Ξαναρχίζεις!
Κρολ. Όχι, αλλά στη συνείδησή σου, -αν έχεις ακόμα δηλαδή- μένει, να βρει το μυστήριο που κρύβεται στον πάτο του χείμαρρου. (ο Πέτερ Μόρντενσγκαρντ μπαίνει αργά-αργά κι επιφυλακτικά. είναι κοντός, ασθενικός με κόκκινα μαλλιά κι αραιό γένι. o Κρολ μιλά με βλέμμα μίσους). Ορίστε λοιπόν ο "Φάρος"... ανάβει τώρα και στον πύργο των Ρόσμερ. (κουμπώνει τη ρεντιγκότα του βιαστικά). Δεν έχω πια καμιάν αμφιβολία, για το δρόμο που πρέπει ν' ακολουθήσω.
Μορ. (με γλυκύτητα). Ο "Φάρος" θα 'ναι πάντα αναμμένος, όταν πρόκειται να δείχνει το δρόμο στον κύριο καθηγητή.
Κρολ. Ναι, προ πολλού δείχνετε πράγματι τις καλές σας διαθέσεις προς το πρόσωπό μου. Δεν υπάρχει εντολή που ν' απαγορεύει τη ψευδομαρτυρία;
Μορ. Ο κύριος καθηγητής δεν έχει ανάγκη να μου διδάξει τις εντολές.
Κρολ. Ούτε την... έκτη; "Ου μοιχεύσεις"!
Ροσ. Κρολ!
Μορ. Αν υπήρχεν ανάγκη, έπρεπε να το κάνει ο πάστορας.
Κρολ. (ειρωνικά). Ο πάστορας οπωσδήποτε! Είναι ο... αρμοδιότερος για τέτοια... ζητήματα. Χαίρετε κύριοι! (βγαίνει και κλείνει με πάταγο τη πόρτα πίσω του).
Ροσ. Εμπρός! Ο κύβος ερρίφθη! Θέλετε να μου πείτε κύριε Μόρτενσγκαρντ, σε τι οφείλω τη τιμή της επίσκεψής σας;
Μορ. Αλήθεια, ήρθα να δω τη δεσποινίδα Γουέστ. Νόμισα καθήκον μου να την ευχαριστήσω για τη χτεσινή της επιστολή.
Ροσ. Και της μιλήσατε;
Μορ. Ναι, για μια στιγμή. (μισοχαμογελώντας). 'Ακουσα πως άλλαξε το ρεύμα, από μερικές απόψεις, στο Ρόσμερσχολμ.
Ροσ. Οι δοξασίες μου αλλάξανε σε πολλά πράματα... μπορώ να πω πως γενικά... αλλάξανε.
Μορ. Αυτό μου 'πε κι η δεσποινίδα κι ήτανε μάλιστα της γνώμης, να 'ρθω και να το συζητήσουμε λιγάκι.
Ροσ. Τί να συζητήσουμε;
Μορ. Μου επιτρέπετε να δημοσιεύσω στο "Φάρο" πως οι ιδέες σας αλλάξανε κι ότι συνταχτήκατε με τους αγωνιστές της προόδου και των ελευθέρων ιδεών;
Ροσ. Σας εξουσιοδοτώ και μάλιστα σας παρακαλώ για τούτο.
Μορ. Θα το δημοσιεύσω στο αυριανό φύλλο, είναι σπουδαία κι ενδιαφέρουσα είδηση.
Ροσ. Τί θέλετε να πείτε;
Μορ. Πως ο αγώνας μας αποκτά ισχυρόν ηθικόν έρεισμα, μιας και μπαίνει σ' αυτόν ένας κύριος που εμπνέεται από χριστιανικό πνεύμα και με τη δική σας επιρροή κι εμβέλεια...
Ροσ. Δε γνωρίζετε λοιπόν; Η δεσποινίδα δε σας τα 'πεν όλα;
Μορ. Τί κύριε πάστορα; Πιθανόν, ήτανε πολύ βιαστική.
Ροσ. Λοιπόν σας το αποκαλύπτω: Απάλλαχτηκα κι απελευθερώθηκα εντελώς του σχήματός μου και δε συνδέομαι πλέον με τίποτα, με την εκκλησία.
Μορ. (θορυβημένος). Ώστε έτσι; Το φεγγάρι να 'πεφτε στη γη, θα μου 'κανε λιγότερην εντύπωση και θα εκπλησσόμουνα λιγότερο. Ένας άνθρωπος της εκκλησίας...
Ροσ. Έφτασα κι εγώ στο σημείο που προ πολλού βρίσκεστε, κι αυτό επίσης μπορείτε να το δημοσιεύσετε στον "Φάρο".
Μορ. Κι αυτό; Μα ίσα-ίσα, που αυτό πρέπει να μη κάνουμε θέμα.
Ροσ. Να μη το κάνουμε θέμα; Δε σας κατανοώ.
Μορ. Βλέπετε κύριε πάστορα, δεν είστε σε επίγνωση της κατάστασης, όπως εγώ, αλλά πιστεύω πως άπαξ κι ασπαστήκατε τις αρχές του αγώνα μας και θέλετε να συνδράμετε σ' αυτόν, σίγουρα θα θέλετε να 'στε όσο πιο χρήσιμος γίνεται.
Ροσ. Μ' όλη μου τη ψυχή.
Μορ. Ωραία. Στη περίπτωση αυτή, οφείλετε να μάθετε, πως αν δηλώσετε πως είστε θρησκευτικός αποστάτης, δένετε τα χέρια σας.
Ροσ. Το πιστεύετε αυτό;
Μορ. Ναι. Να 'στε βέβαιος ότι μετά δε θα 'χατε καμιάν εξαιρετική σημασία. Κι εξάλλου έχουμε πολλούς κύριε Ρόσμερ, πάρα πολλούς ανθρώπους. Το κόμμα μας έχει ανάγκη από θρησκευόμενους άντρες που να μπορούν να εμπνεύσουνε σεβασμό.
Ροσ. Α! ώστε έτσι; Αν λοιπόν ανακοινώσω γενικά την αποστασία μου, δε θα θέλατε να 'χετε τη τόλμη να 'χετε σχέσεις μαζί μου;
Μορ. Δε θα 'χα τη τόλμη κύριε πάστορα. Τελευταίως, αποφάσισα, κατά κανόνα μάλιστα, να μην υποστηρίζω κανένα που να προσβάλλει τα συμφέροντα της εκκλησίας.
Ροσ. Ώστε, να υποθέσω πως επανήλθατε στις..."αγκάλες" της εκκλησίας;
Μορ. Αυτό είναι άλλο θέμα.
Ροσ. Καταλαβαίνω...
Μορ. Κύριε πάστορα, θα θυμάστε βέβαια πως εγώ, δεν έχω απόλυτη ελευθερία δράσης.
Ροσ. Τί σας δεσμεύει;
Μορ. Τί με δεσμεύει; Το ότι είμαι ένας στιγματισμένος άνθρωπος.
Ροσ. Πράγματι...
Μορ. Και μάλιστα δε πρέπει σεις να το ξεχνάτε, γιατί σεις ήσασταν εκείνος που μου φορέσατε το στίγμα.
Ροσ. Αν σκεφτόμουν τότε, όπως σκέφτομαι τώρα, σίγουρα θα 'μουν επιεικέστερος τότε, στο παράπτωμά σας.
Μορ. Το πιστεύω. Αλλά είναι πια αργά. Με στιγματίσατε για όλη μου τη ζωή. Βέβαια, δε μπορείτε να συνειδητοποιήσετε το μέγεθος τούτου, αλλά εντός ολίγου, κύριε πάστορα, θα νιώσετε κι εσείς πάνω σας, το πυρακτωμένο σίδερο.
Ροσ. Εγώ;
Μορ. Σίγουρα! Γιατί, δε φαντάζεστε βέβαια πως ο καθηγητής Κρολ κι οι όμοιοί του, θα συγχωρήσουνε το λάθος σας. Διαδίδεται μάλιστα, πως η νέα τους εφημερίδα θα ξεκινήσει επιθετικότατα.
Ροσ. Θεωρώ τον εαυτό μου απρόσβλητο όσον αφορά στην ιδιωτική μου ζωή.
Μορ. (χαμογελώντας). Τώρα είπατε μεγάλη κουβέντα, κύριε πάστορα.
Ροσ. (συννεφιασμένος). Πιθανόν. Αλλά έχω το δικαίωμα να τη πω.
Μορ. Ακόμα κι αν επανεξετάσετε τη διαγωγή σας τόσον επίμονα, όσο κάποτε εξετάσατε τη δική μου;
Ροσ. Το λέτε με πολύ παράξενο τόνο, μήπως θέλετε να υπαινιχθείτε κάτι;
Μορ. Ναι, υπάρχει κάτι, που αυτό και μόνο σε χέρια εχθρών κακόβουλων, θα 'ταν επικίνδυνο όπλο.
Ροσ. Τί εννοείτε;
Μορ. Δε μπορείτε να το βρείτε μόνος σας;
Ροσ. Όχι. Δε μπορώ να φανταστώ...
Μορ. Στη περίπτωση αυτή, πρέπει να γίνω πιο ελευθερόστομος. Έχω επιστολή για μένα, που προέρχεται από το Ρόσμερσχολμ.
Ροσ. Θέλετε να πείτε, την επιστολή της δεσποινίδας Γουέστ. Και τί βρίσκετε το τόσο παράξενο;
Μορ. Όχι αυτήν. Έτυχε να λάβω και μιαν άλλη.
Ροσ. Από τη δεσποινίδα, επίσης;
Μορ. Όχι.
Ροσ. Αλλά, ποιανού;
Μορ. Από τη μακαρίτισσα τη κυρία Ρόσμερ.
Ροσ. Από τη σύζυγό μου;
Μορ. Μάλιστα. Στις τελευταίες της μέρες, πριν ενάμιση και πλέον έτος. Γι' αυτή την επιστολή μιλώ, που πραγματικά είναι παράδοξη.
Ροσ. Ξέρετε πολύ καλά, πως η καημένη η σύζυγός μου, είχε σαλεμένο νου.
Μορ. Ξέρω πως πολλοί το πιστεύουν αυτό. Η επιστολή αυτή όμως αποδεικνύει το αντίθετο.
Ροσ. Και για ποιό λόγο, σας έγραψε η γυναίκα μου;
Μορ. Φυλάω την επιστολή. Αρχίζει περίπου έτσι. "Ζει μες σε διαρκείς ενοχλήσεις και προσβολές, από κακούς ανθρώπους, που κύριο σκοπό έχουν να τονε βλάψουν και να του προξενήσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κακό".
Ροσ. Σε μένα;
Μορ. Ναι. Αλλά ορίστε το παραδοξότερο. Θέλετε να συνεχίσω;
Ροσ. Οπωσδήποτε. Μιλήστε λεύτερα.
Μορ. Η μακαρίτισσα με ικετεύει να φανώ γενναιόφρων προς εσάς, γιατί γνωρίζει πως υπήρξατε αιτία να χάσω τη θέση μου σα καθηγητής και μ' εξορκίζει να μην εκδικηθώ.
Ροσ. Και πώς θα μπορούσατε να μ' εκδικηθείτε;
Μορ. Στην επιστολή κάμει λόγο περί φημών, που θα 'τανε δυνατό να διαδοθούνε, κατά τις οποίες γίνονται σκανδαλώδη πράματα δω μέσα. Δε πρέπει λέει, να τις πιστέψω, γιατί δεν είναι παρά συκοφαντίες των εχθρών σας.
Ροσ. Λέει τέτοια πράματα η επιστολή;
Μορ. Όποτε το θελήσετε, μπορείτε να βεβαιωθείτε.
Ροσ. Δε καταλαβαίνω τίποτα. Τί τάχα να φανταζότανε;
Μορ. Πρώτον, ότι απαρνηθήκατε τη πίστη των προγόνων σας, πράμα που το αρνιότανε πεισματικά η ίδια. Έπειτα... χμμ...
Ροσ. Έπειτα;
Μορ. Έπειτα λέει, αλλά μπερδεμένα, πως απ' όσα ξέρει, δεν υπάρχουν ένοχοι και κακοήθεις σχέσεις στο σπίτι σας και πως αυτή ουδέποτε αδικήθηκε. Αν αυτά διαδοθούνε ποτέ, με παρακαλεί να μην αναφέρω στο "Φάρο" αυτές τις λασπολογίες.
Ροσ. Δεν αναφέρει όνομα;
Μορ. Όχι.
Ρος. Ποιός σας έφερε την επιστολή;
Μορ. Υποσχέθηκα να μη το πω. Μου τη φέραν ένα βράδυ.
Ροσ. Αν θέλετε να μάθετε, σας ξαναλέω, πως η καημένη η σύζυγός μου είχε σαλεμένο το νου της.
Μορ. Το 'μαθα, αλλά για να 'μαι ειλικρινής, δεν είμαι αυτής της γνώμης.
Ροσ. Ώστε έτσι; Αλλά γιατί τότε μου κάνετε σήμερα λόγο, γι' αυτή την επιστολή;
Μορ. Για να σας συμβουλέψω να κινείστε με πολλή σύνεση.
Ροσ. Στα της ιδιωτικής μου ζωής;
Μορ. Ναι. Πρέπει να 'χετε υπόψη σας πως τώρα δεν είστε πια απρόσβλητος.
Ροσ. Ώστε λοιπόν επιμένετε να πιστεύετε πως έχω κάποιο μυστικό;
Μορ. Δε βλέπω, πώς ένας άνθρωπος που απορρίπτει όλες τις προκαταλήψεις, θ' απείχε από τις πλήρεις απολαύσεις της ζωής. Μόνο, να 'στε συνετός, από σήμερα και πέρα, για να μη διαβρωθεί και ζημιωθεί το κίνημα της ελευθερίας μας. Τα σέβη μου κύριε πάστορα.
Ροσ. Χαίρετε.
Μορ. Πάω στο τυπογραφείο για να δημοσιεύσω αυθημερόν τη σπάνια είδηση. Δηλαδή μόνον ό,τι είναι ανάγκη να μάθει το κοινό. (χαιρετά και βγαίνει. ο Ρόσμερ στέκεται στην είσοδο. ακούγεται η ξώπορτα να κλείνει).
Ροσ. (σιγανά). Ρεβέκα, Ρεβ... χμμ... (δυνατά). Κυρία Έλσεθ, δεν είναι κάτω η δεσποινίς Γουέστ;
Ελσ. Όχι κύριε.
Ρεβ. (σηκώνοντας το παραβάν, δίπλα στη πόρτα). Ρόσμερ.
Ροσ. Πώς; Ήσουν εκεί; Στον κοιτώνα μου;
Ρεβ. (πλησιάζει). Τ' άκουσα όλα.
Ροσ. Ρεβέκα, πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό;
Ρεβ. Όπως βλέπεις... μίλησε με τόση κακεντρέχεια, για το ατημέλητο των ρούχων μου...
Ροσ. Ήσουνα λοιπόν εκεί όταν ο Κρολ...
Ρεβ. Ναι. Ήθελα να ελέγξω με τα ίδια μου τ' αφτιά, τις μύχιες σκέψεις του.
Ροσ. Θα σου τα 'λεγα όλα.
Ρεβ. Όχι ακριβώς.
Ροσ. Και τ' άκουσες όλα;
Ρεβ. Τα περισσότερα. Αναγκάστηκα μόνο να κατέβω, μια στιγμή, όταν ήρθε ο Μόρτενσγκαρντ.
Ροσ. Και ξανάρθες... Έστω. Κάνε ό,τι βρίσκεις σωστό και δίκαιο, φίλη μου. Και τί λες για όλ' αυτά; Ω ποτέ δεν ένιωσα πόσο μου 'σαι απαραίτητη, όσο κείνες τις στιγμές.
Ρεβ. Έχουμε ετοιμαστεί κι οι δυο για ό,τι θα συνέβαινε, αργά ή γρήγορα.
Ροσ. Όχι όμως και για κάτι τέτοιο. Θα μπορούσα ίσως να φανταστώ, πως αργά ή γρήγορα οι κακόβουλοι κι οι χαμερπείς στη ψυχή, θα ρίχνανε λάσπη στην όμορφη κι αγνή φιλία μας. Αλλά όχι κι ο Κρολ. Ακριβώς γι' αυτό έκρυβα τη σχέση μας.
Ρεβ. Και τί μας νοιάζει η γνώμη των άλλων; Είμαστε βέβαιοι πως δεν έχουμε κάτι που να τύπτει τη συνείδησή μας.
Ροσ. Εγώ... Ναι... το πίστευα, μέχρι σήμερα. Αλλά τώρα Ρεβέκα...
Ρεβ. Τώρα;
Ροσ. Πώς να εξηγήσω τη φοβερή κατηγορία της Ευτυχίας!
Ρεβ. Α! μη μιλάς πλέον για την Ευτυχία, μη τη σκέφτεσαι άλλο. Είχες καταφέρει τόσο καλά να χωρίσεις από τη νεκρή.
Ροσ. Απόταν έμαθα τα συμβάντα, μου φαίνεται τρομακτικά ζωντανή... Ναι... Ναι σου λέω. Κι αισθάνομαι την ανάγκη να διαλευκάνω το μυστήριο. Πώς έφτασε σε κείνο το συμπέρασμα!
Ρεβ. Αλλά δεν αμφιβάλλεις ελπίζω, πώς ήτανε τρελή ή σχεδόν τρελή.
Ροσ. Δεν είμαι πια σίγουρος. Κι αν ακόμα ήτανε παλαβή, έχουμεν υποχρέωση να μάθουμε, πώς η αδυναμία του πνεύματός της, μεταβλήθηκε σε παραφροσύνη.
Ρεβ. Ω! Έλα, άστα αυτά λοιπόν. Γιατί να βασανίζεσαι μ' αυτές τις σκέψεις, που δεν έχουνε κανένα πρακτικόν αποτέλεσμα;
Ροσ. Θα 'θελα, αλλά δε μπορώ ν' απαλλαγώ από τις αμφιβολίες που με βασανίζουνε.
Ρεβ. Αλλ' αυτό μπορεί ν' αποβεί μοιραίο κι επικίνδυνο. Να επικεντρώνεσαι πάντα σ' αυτό το μελανό σημείο!
Ροσ. (βηματίζει). Θα προδόθηκα από τους τρόπους μου. Θα πρόσεξε πως με την εμφάνισή σου δω, άρχισα να δείχνω ευτυχής.
Ρεβ. Μα καλέ μου φίλε... ακόμα κι έτσι...
Ροσ. Θυμάσαι... θα παρατήρησεν ότι διαβάζαμε τα ίδια βιβλία, ότι μας άρεσε να κάνουμε συντροφιά και να συζητάμε περί των νέων ιδεών... κι όμως δε μπορώ να καταλάβω. Της φερόμουνα πάντα τόσο καλά και με τόσην αφοσίωση...
Ρεβ. Βέβαια.
Ροσ. Κι εσύ επίσης. Κι όμως παρολαυτά! Μα είναι φοβερό και να το φανταστεί κανείς. Ζούσε κείνη το νοσηρόν έρωτά της, σιωπηλά πάντα και προσέχοντας μας κι ακόμα, παραξηγώντας μας.
Ρεβ. (δένοντας τα χέρια της). Ω! Ποτέ δεν έπρεπε να 'χα έρθει εδώ!
Ροσ. Φαντάσου λοιπόν πόσο θα υπέφερε, πόσα χαμερπή πράματα θα 'πλαθε με τ' αρρωστημένο μυαλό της για μας. Δε σου 'πε ποτέ κάτι, που να μπορούσες να το υποπτευθείς, που να σε βάλει σε τέτοιες σκέψεις;
Ρεβ. (ταραγμένη και με φρίκη). Σε μένα; Πιστεύεις λοιπόν πως αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, θα 'μενα έστω και μια στιγμή παραπάνω, σε τούτο το σπίτι;
Ροσ. Όχι. Όχι βέβαια. Ποιά απεγνωσμένη πάλη θα γινότανε μέσα της. Κι ο θρίαμβός της τελικά, θρίαμβος ελεγχόμενος πλήρως για μας, στο βάθος του χείμαρρου!
(πέφτει πίσω στη καρέκλα του γραφείου και κρύβει το πρόσωπο στις παλάμες του).
Ρεβ. (αποχωρώντας ήσυχα, από πίσω του). 'Ακουσέ με, Ρόσμερ. Αν εξαρτιόταν από σένα να την επαναφέρεις εδώ, δίπλα σου, θα 'θελες να το κάνεις;
Ροσ. Δε μπορώ να σκεφτώ... παρά μόνον ένα πράμα: το ανεπανόρθωτο.
Ρεβ. Ήσουν έτοιμος να ριχτείς στον αγώνα. 'Αρχισες μάλιστα ν' αγωνίζεσαι Ρόσμερ. Είχες ανακτήσει όλη την ελευθερία σου κι αισθανόσουνα γι'αυτό χαρούμενος κι ανακουφισμένος...
Ροσ. Κι όμως να που με συνέτριψε το βάρος αυτό.
Ρεβ. (στηριγμένη στη ράχη της καρέκλας). Αναπόλησε τις γλυκειές εκείνες στιγμές, τις πλήρους απόλαυσης συζητήσεις μας τα βραδάκια, όταν πηγαίναμε οι δυο μας να κάτσουμε στη σάλα. Φτιάχναμε μαζί τα σχέδια μιας νέας ζωής. Συ ήθελες να ριχτείς στη δράση, καταπώς έλεγες. Να πηγαίνεις από σπίτι σε σπίτι, μεταφέροντας το λόγο της ελευθερίας, να μεταστρέψεις στις δικές σου ιδέες και τις θελήσεις όλων να εξευγενίσεις τα πνεύματα των ανθρώπων, παντού στα περίχωρα, στις πόλεις, μεγαλώντας έτσι τον κύκλο δράσης σου. Την ευγένεια...
Ροσ. Ναι. Την ευγένεια και τη χαρά.
Ρεβ. Τη χαρά... και τη λύπη ίσως Ρόσμερ. Τη μεγάλη λύπη. Δε το δέχεσαι;
Ροσ. Ναι, αλλά με τη βεβαιότητα πως θα την υπερπηδήσω, θα τη κατανικήσω.
Ρεβ. Αυτό πρέπει να κάνεις και τώρα, Ρόσμερ.
Ροσ. (κουνά το κεφάλι). Ω! Ποτέ δε θ' απαλλαγώ απ' αυτή. Θα μου μένει πάντα μια αμφιβολία... Ποτέ δε θα γνωρίσω πλέον το συναίσθημα που δίνει κάποιαν ευχαρίστηση, κάποιαν απερίγραπτη απόλαυση στη ψυχή.
Ρεβ. (κόβει τους συλλογισμούς ξαφνιασμένη). Ποιό συναίσθημα, Ρόσμερ;
Ροσ. (σηκώνεται να τη κοιτάξει στα μάτια). Το πιο ήρεμο και το πιο γλυκύ. Την αγνότητα συνείδησης!
Ρεβ. (κάνει ένα βήμα πίσω). Ναι. Την αγνότητα συνείδησης! (σύντομη σιγή).
Ροσ. (κοιτάζοντας σα χαμένος, με στηριγμένο κεφάλι στις παλάμες). Και πώς μπόρεσε να τα συνδυάσει όλα! 'Αρχισε ν' αμφιβάλλει για τη πίστη μου στη θρησκεία. Έπειτα βεβαιώθηκε γι' αυτό... Έπειτα... έπειτα της ήτανε τόσον εύκολο να πιστέψει ότι τα πάντα ήτανε δυνατά. (σηκώνεται). Α! Ποτέ δε θα μπορέσω ν' απαλλαγώ απ' αυτές τις σκέψεις. Το ξέρω. Θα μου θυμίζουνε πάντα τη νεκρή.
Ρεβ. Όπως το φάντασμα του λευκού αλόγου, κατά τη παράδοση του Ρόσμερσχολμ.
Ροσ. Ακριβώς! Στο σκοτάδι και τη σιωπή.
Ρεβ. Κι εξαιτίας αυτού του άθλιου εφιάλτη, θες ν' απαρνηθείς την ενεργή ζωή, στην οποία είχες αρχίσει να ρίχνεσαι;
Ροσ. Έχεις δίκιο Ρεβέκα. Αλλά πως θες ν' απαλλαγώ;
Ρεβ. (πίσω από τη πόρτα). Δημιουργώντας νέες σχέσεις.
Ροσ. (ανατριχιάζοντας). Νέες σχέσεις!
Ρεβ. Ναι... με τον έξω κόσμο, ζώντας, δρώντας, εργαζόμενος, όχι να μένεις άπραγος και να σε κατατρώγουν ανώφελα κι άλυτα αινίγματα.
Ροσ. Νέες σχέσεις! Μια ερώτηση μου 'ρχεται στο νου. Δε σκέφτηκες ποτέ κι εσύ...
Ρεβ. (αναπνέοντας με δυσκολία). Τί πράμα;
Ροσ. Πώς θα 'ναι οι σχέσεις μας από σήμερα κι έπειτα;
Ρεβ. Πιστεύω πως η φιλία μας θα μπορέσει ν' αντέξει οποιαδήποτε δοκιμασία.
Ροσ. Ναι. Αλλά δεν ήθελα να πω αυτό. Μιλώ για κείνο που μας έκανε να σχετισθούμε στενά, από την αρχή, που μας ένωσε τόσον ισχυρά, τον ένα με τον άλλο. Μιλώ περί της κοινήας μας πεποίθησης, πως είναι δυνατό να υπάρξει αγνή φιλία μεταξύ άντρα και γυναίκας, που ζούνε μαζί.
Ρεβ. Ναι, ναι κι έπειτα;
Ροσ. Τέτοια σχέση αρμόζει μόνο σε βίον ατάραχο κι ήσυχο.
Ρεβ. Και λοιπόν;
Ροσ. Από τούδε και στο εξής, ο βίος μου θα 'ναι διαρκής αγώνας, θα βρίσκομαι συνεχώς σε ανησυχία και συγκινήσεις και δε θ' αφήσω να με βαραίνουνε φρικτές υποψίες, ούτε ζωντανών, ούτε ...κανενός.
Ρεβ. Έτσι είναι, Ρόσμερ. Να 'σαι σ' όλα λεύτερος άνθρωπος.
Ροσ. Καταλαβαίνεις τώρα τί σκέφτομαι; Δε βλέπεις κι εσύ τι πρέπει να κάμω;
Ρεβ. Συνέχισε!
Ροσ. Θέλω να επιβάλλω στο παρελθόν, άλλη πραγματικότητα, νέα κι ολοζώντανη.
Ρεβ. (ζαλίζεται και στηρίζεται στη ράχη της καρέκλας). Ζωντανή; Τί θες να πεις;
Ροσ. (πλησιάζοντάς τη). Ρεβέκα Γουέστ... αν σε ρωτούσα... θες να γίνεις η δεύτερη μου σύζυγος;
Ρεβ. (μένει άφωνη προς στιγμήν, μετά έκπληκτη και χαρούμενα). Σύζυγός σου; Συ! Εμένα!
Ροσ. Ναι. Ας δοκιμάσουμε το μέσο τούτο. Ας ενωθούμε σε μιαν ύπαρξη. Δε πρέπει να υπάρχει κενό ανάμεσά μας, μετά το θάνατο...
Ρεβ. Εγώ στη θέση της Ευτυχίας!
Ροσ. Έτσι θα σβήσει κείνη, για πάντα.
Ρεβ. (σιγανά και δειλά). Το πιστεύεις Ρόσμερ;
Ροσ. Πρέπει. Πρέπει... Δε μπορώ να περάσω τη ζωή μου ολάκερη, φορτωμένος ένα πτώμα. Βοήθησέ με Ρεβέκα κι ας πνίξουμε όλες τις αναμνήσεις στον ωκεανό της λευτεριάς, της απόλαυσης και του πάθους. Θα 'σαι η μόνη σύζυγος που παντρεύτηκα....
Ρεβ. Μη συνεχίζεις... Ποτέ δε θα γίνω σύζυγός σου.
Ροσ. Τί λες; Ποτέ δε θα μάθεις λοιπόν να με αγαπάς; Μήπως δεν κρύβεται ήδη έν ερωτικό σκίρτημα, στα βάθη της φιλίας μας;
Ρεβ. (καλύπτει τ' αφτιά της φοβισμένα). Μη μιλάς άλλο Ρόσμερ! Μη το λες αυτό!
Ροσ. Ναι. Ναι. Ω! Βλέπω πως το νιώθεις, όπως κι εγώ.
Ρεβ. (γαληνεύει). 'Ακουσέ με, Ρόσμερ. Σου λέω πως αν επιμένεις στην ιδέα τούτη θα φύγω από δω.
Ροσ. Συ να φύγεις; Όχι δε το μπορείς. Αδύνατον!
Ρεβ. Μου 'ναι πλέον αδύνατο να γίνω γυναίκα σου. Με τίποτα δε θα μπορούσα να το κάνω.
Ροσ. (έκπληκτος). Λες: "Με τίποτα δε θα μπορούσα να το κάνω." και το λες με αλλόκοτον ύφος. Γιατί δε θα μπορούσες;
Ρεβ. (πιάνοντάς του το χέρι). Αγαπητέ φίλε, για το συμφέρο σου και για το δικό μου συμφέρο, σε παρακαλώ μη με ρωτάς το γιατί. (απομακρύνεται). Αρκεί, Ρόσμερ. (κατευθύνεται προς τη πόρτα).
Ροσ. Από τούτη τη στιγμή και πέρα, δεν υπάρχει μέσα μου παρά μόνο μια ερώτηση: "Γιατί;"!
Ρεβ. Εν πάση περιπτώσει, όλα τελειώσανε.
Ροσ. Μεταξύ μας;
Ρεβ. Ναι.
Ροσ. Ποτέ δε θα χωριστούμε. Ποτέ δε θα φύγεις από δω.
Ρεβ. (κρατώντας τη πόρτα). Πιθανόν. Αλλ' αν εξακολουθήσεις να με ρωτάς, πάλι θα τελειώσουνε τα πάντα.
Ροσ. Θα τελειώσουνε; Πώς;
Ρεβ. Ναι, γιατί τότε θ' ακολουθήσω το δρόμο της Ευτυχίας.
Ροσ. Ρεβέκα!
Ρεβ. (κουνά το κεφάλι της ελαφρά). Τώρα το ξέρεις. (βγαίνει).
Ροσ. (κοιτάζοντας προς τη κλεισμένη πόρτα). Τί σημαίνει τούτο;

Αυλαία της 2ης Πράξης

Γ' πράξη: (ίδιος διάκοσμος με τη Α' πράξη. παράθυρο και πόρτα εισόδου ανοιχτά. έξω πρωινός ήλιος φωτίζει το τοπίο. η Ρεβέκα ντυμένη, όπως στη Α' πράξη, όρθια στο παράθυρο, φροντίζει τα λουλούδια. η κυρία Έλσεθ ξεσκονίζει τα έπιπλα).

Ρεβ. Περίεργο να μη κατέβει ακόμα ο πάστορας.
Ελσ. Ω! είναι κάτι σύνηθες. Αλλά δε θ' αργήσει.
Ρεβ. Τον είδατε σήμερα;
Ελσ. Μόλις. Όταν του πήγα τον καφέ, έκανε τη τουαλέτα του, στο υπνοδωμάτιό του.
Ρεβ. Σας ρωτώ, γιατί χθες το βραδάκι, ήταν αδιάθετος.
Ελσ. Το κατάλαβα. Έπειτα φαίνεται πως έχει λογοφέρει με τον κουνιάδο του.
Ρεβ. Πώς το υποθέτετε;
Ελσ. Ξέρω κι εγώ; Ίσως εκείνος ο Μόρτενσγκαρντ τον ερέθισε.
Ρεβ. Πιθανό. Ξέρεις τίποτα για κείνο τον άνθρωπο;
Ελσ. Πώς μπορείτε να υποθέσετε κάτι τέτοιο δεσποινίς; Ένα τέτοιον άνθρωπο;
Ρεβ. Σκέφτεσαι την αχρεία κείνην εφημερίδα που εκδίδει;
Ελσ. Ω! και για το παιδί που 'καμε με μια παντρεμμένη, την οποία κατόπιν εγκατέλειψεν ο άντρας της.
Ρεβ. Μου το 'παν. Αλλ' αυτό θα συνέβη πολύ πριν έρθω.
Ελσ. Ναι. Ήταν νεότατος τότε... Θέλησε να τη παντρευτεί μα δε μπόρεσε. Πάντως το ακριβοπλήρωσε κείνο το σκάνδαλο. Αλλά έκτοτε, ανέβηκε πολύ και μα τη πίστη μου, τώρα είναι πολλοί κείνοι που θα θέλανε να 'χουνε σχέσεις μαζί του.
Ρεβ. Οι περισσότεροι φτωχοί, σ' αυτόν απευθύνονται όταν είναι σε δυσκολία.
Ελσ. Ναι. Είναι όμως ενδεχόμενο, να μη σπεύδουν μόνον οι φτωχοί που...
Ρεβ. (κρυφοκοιτάζοντάς τη). Αλήθεια;
Ελσ. (ξεσκονίζει με πιότερη ζέση). Είναι δυνατό να 'χουνε την ανάγκη του κι άνθρωποι ανώτεροι, πού δε θα μπορούσε κανείς να το πιστέψει.
Ρεβ. (τακτοποιώντας τα λουλούδια). Αυτό είναι απλή υπόθεση. Δε μπορείς να το γνωρίζεις, κυρία Έλσεθ.
Ελσ. Ώστε έτσι; Ε λοιπόν η δεσποινίς γελιέται, γιατί εγώ η ίδια πήγα με τα χέρια μου, μια φορά, ένα γράμμα στον Μόρτενσγκαρντ.
Ρεβ. (στρέφει απότομα προς το μέρος της). Αδύνατον!
Ελσ. Βέβαια το πήγα. Κι από δω μάλιστα.
Ρεβ. Αλήθεια κυρία Έλσεθ;
Ελσ. Μα τη πίστη μου και μάλιστα γράμμα σε καλό χαρτί και καλοσφραγισμένο.
Ρεβ. Ε καλά, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ποιός στο 'δωσε. Καμιά φαντασιοπληξία της καημένης της κυρίας Ρόσμερ...
Ελσ. Σεις το λέτε, όχι εγώ...
Ρεβ. Αλλά τί να περιείχε το γράμμα; Βέβαια πώς θα μπορούσες να το ξέρεις;
Ελσ. Κι όμως...
Ρεβ. Σου 'χε πει περί τίνος επρόκειτο;
Ελσ. Όχι, αλλά όταν ο Μόρτενσγκαρντ το διάβασε, με ρώτησε πολλά πράματα, κι έτσι κατάλαβα περί τίνος επρόκειτο.
Ρεβ. Περί τίνος λοιπόν; Πες μου αγαπητή μου κυρία Έλσεθ.
Ελσ. Όχι δεσποινίς, αδύνατον.
Ρεβ. Καλά, ας είναι. Αλλά μπορείς να μ' εμπιστευτείς. Δεν είμαστε τόσο καλές φίλες;
Ελσ. Θεός φυλάξοι δεσποινίς. Δε μπορώ να σας πω λέξη. Επρόκειτο περί ενός αχρείου πράματος που 'χανε κάνει τη καημένη τη κυρία να το πιστέψει.
Ρεβ. Ποιός;
Ελσ. Κακοί άνθρωποι. Υποψιάζομαι έναν... αλλά Θεός φυλάξοι, αν τονε πω... Είναι στο πόλη κάποια κυρία...
Ρεβ. Καταλαβαίνω πως έχεις κατά νου, τη κυρία Κρολ.
Ελσ. Πώς να σας το πω... αυτή μου φαίνεται. Σε μένα φερνότανε πάντα σκληρά και να 'στε σίγουρη πως δε σας πολυσυμπαθεί.
Ρεβ. Πιστεύεις πως η κυρία Ρόσμερ είχε πλήρως τα λογικά της όταν έγραψε κείνο το γράμμα;
Ελσ. Είναι τόσο παράξενο πράμα το λογικό, που κανείς δε μπορεί, να το καλοκαταλάβει, δεσποινίς. Αν με ρωτάτε... Εγώ πιστεύω πως δεν ήταν όλως διόλου παράλογη η κυρία.
Ρεβ. Τα 'χεν όμως πάντα χαμένα, απ' όταν έμαθε πως δε μπορεί ν' αποκτήσει παιδιά. Έπειτα της εκδηλώθηκε η παραφροσύνη.
Ελσ. Ναι. Αυτό βασάνισε πολύ τη δύστυχη κυρία.
Ρεβ. (πιάνοντας το κέντημά της, κάθεται κοντά στο παράθυρο). Εξάλλου δε νομίζεις  κι εσύ, κυρία Έλσεθ, ότι δε μπορούσε να υπάρξει καλύτερη λύση για τον κύριο πάστορα;
Ελσ. Τί θέλετε να πείτε;
Ρεβ. Δηλαδή να μη κάνει παιδιά.
Ελσ. Θε μου, τί ξέρω κι εγώ;
Ρεβ. 'Ακουσέ με κυρία Έλσεθ. Ο πάστορας δεν είναι γεννημένος για ν' ακούει κλάμματα μωρών.
Ελσ. Δε θ' άκουγε. Τα παιδιά στο Ρόσμερσχολμ δε κλαίνε, δεσποινίς. Κι έπειτα, δε γελάνε, δε γελάνε ποτέ, σ' όλη τους τη ζωή... Είδατε ποτέ ή ακούσατε π.χ. τον κύριο Ρόσμερ να γελά;
Ρεβ. Όχι. Κι όσο το σκέφτομαι, τόσο σας βρίσκω δίκιο. Σκέφτεστε πολύ σωστά, κυρία Έλσεθ.
Ελσ. Με κοροϊδεύετε; (αφουγκράζεται). Σσστ. Να! κατεβαίνει ο κύριος. Δεν του αρέσει να βλέπει τα συγυρίσματα. (βγαίνει).
Ροσ. (με το καπέλο και το μπαστούνι στο χέρι, μπαίνει από το διάδρομο). Καλημέρα Ρεβέκα.
Ρεβ. Καλημέρα, αγαπητέ μου φίλε. (μετά σύντομη σιγή). Θα βγεις;
Ροσ. Ναι. (μετά σύντομη σιγή). Δεν ήρθες επάνω σήμερα.
Ρεβ. Όχι, δεν ήρθα.
Ροσ. Αποφάσισες να μη ξανάρθεις;
Ρεβ. Δε ξέρω ακόμα.
Ροσ. Φέρανε τίποτα για μένα σήμερα;
Ρεβ. Την "Επαρχιακή Εφημερίδα".
Ροσ. Πού 'ναι τη;
Ρεβ. Κει πάνω, στο τραπέζι.
Ροσ. (αφήνοντας καπέλο και μπαστούνι). Γράφει τίποτα;
Ρεβ. Ναι.
Ροσ. Γιατί δε μου την έστειλες;
Ρεβ. Έχεις πάντα τον καιρό να τη διαβάσεις.
Ροσ. Για να δούμε. (διαβάζει ορθός): "Δε λαμβάνονται ποτέ ικανοποιητικές προφυλάξεις ενάντια σε αξιοθρήνητους λιποτάκτες..." (σταματά). Με αποκαλούνε λιποτάκτη.
Ρεβ. Δε λεν όνομα.
Ροσ. Το ίδιο κάνει. (συνεχίζει): "...προδοτών, απίστων, που ομολογούνε χωρίς ντροπή, τη λιποταξία τους, μόλις βρούνε τη κατάλληλη στιγμή... Σκανδαλώδης κηλίδωση μνήμης προγόνων... Με τη προσδοκία ανταμοιβής, από κείνους που βρίσκονται προσωρινά στην εξουσία..." (αφήνοντας την εφημερίδα). Ορίστε τι γράφουνε για μένα, άνθρωποι που μέχρι πριν λίγο με γνωρίζανε και μάλιστα τόσο καλά!
Ρεβ. Όχι μόνον αυτά...
Ροσ. (ξαναπαίρνει την εφημερίδα): "Πρόφαση που βρέθηκε με ασθενή κρίση, εξαιτίας μάλλον ισχυρής επίδρασης, που οφείλεται σε πράματα που δε θέλουμε ακόμα να κατονομάσουμε και ν' ασχοληθούμε δημοσιογραφικά..." (κοιτά τη Ρεβέκα). Τί θέλει να πει με τούτο;
Ρεβ. Αυτό υπαινίσσεται μένα, όπως βλέπεις.
Ροσ. Ρεβέκα, τέτοια πάλη ταιριάζει σε άτιμους ανθρώπους. Εγώ όμως θ' αγωνιστώ ευγενέστερα.
Ρεβ. Πράγματι, αυτοί υπερβαίνουνε στη κακεντρέχεια τον Μόρτενσγκαρντ. Αλλά συ αποφάσισες, φίλε μου. Ο ευγενής αγώνας είναι λαμπρός σκοπός της ύπαρξης κι αν χρησιμοποιήσεις όλες σου τις δυνάμεις, θα δεις ότι θα νικήσεις.
Ροσ. Μου φαίνεται πράγματι πως μπορούμε να νικήσουμε. Και τότε πόσον η ζωή θα 'ναι ωραία, χωρίς να υπάρχουν, έχθρες, μίση και μανία εκδίκησης. Ευτυχία για όλο τον κόσμο. (βρίσκεται στο παράθυρο, κοιτά έξω και με φρίκη, κατσουφιάζει). Ω! Δεν είναι δυνατόν... με μένα...
Ρεβ. Δεν είναι δυνατόν; Μη δειλιάζεις Ρόσμερ.
Ροσ. Όχι. Δεν είναι δυνατόν από μένα ούτε με μένα. Η ευτυχία Ρεβέκα, είναι απ' όλα, το πιο γλυκό, ευχάριστο συναίσθημα, που βασίζεται όμως στην αγνή συνείδηση.
Ρεβ. Μα συ έχεις αγνή τη συνείδησή σου, πιότερο από κάθε άλλο.
Ροσ. (δείχνει το παράθυρο με το δάχτυλό του). Ο χείμαρρος του μύλου... (μπαίνει η κυρία Έλσεθ).
Ελσ. Δεσποινίς!
Ρεβ. Αργότερα, αργότερα. Όχι τώρα.
Ελσ. Μια και μόνη λέξη δεσποινίς. (πλησιάζει και μιλάνε χαμηλόφωνα λίγο. κουνά το κεφάλι και βγαίνει).
Ροσ. Ήτανε κάτι που αφορούσε μένα;
Ρεβ. Όχι, οικιακά πράματα. Μα δεν ήθελες να βγεις Ρόσμερ; Να πάρεις λιγάκι καθαρόν αέρα και να κάνεις μακρύ περίπατο. Δώσε μου την υπόσχεση, πως θ' αποτινάξεις από τη ψυχή σου, όλες τις θλιβερές αβάσιμες σκέψεις... Έλα, υποσχέσου μου το...
Ροσ. Αλίμονο! Δεν είναι πλάσματα της φαντασίας μου. Όλη νύχτα τα σκεφτόμουν. Η Ευτυχία ίσως έκρινε καλά και σε τούτον ακόμα.
Ρεβ. Ποιό;
Ροσ. Το ότι σ' αγαπούσα, Ρεβέκα. (αφήνει το καπέλο). Κάτι όμως με βασανίζει ακόμα. Δε τρέφουμε αυταπάτες, αποκαλώντας φιλία, το δεσμό που μας ενώνει;
Ρεβ. Νομίζεις πως έπρεπε να το λέμε...
Ροσ. Έρωτα; Ναι Ρεβέκα. Ακόμα κι όταν ζούσε η Ευτυχία, σε σένα ήταν οι σκέψεις μου, μόνο κοντά σου ήμουν ευτυχής. Κι αν το σκεφτούμε ακόμα βαθύτερα, Ρεβέκα, θα βρούμε πως οι σχέσεις μας αρχίσανε σα γλυκός, κρυφός παιδικός έρωτας, χωρίς πεθυμιές και ρεμβασμούς. Δε νιώθεις κι εσύ έτσι;
Ρεβ. (καταπνίγοντας τη συγκίνηση). Ω! Δε θα 'ξερα να σου απαντήσω.
Ροσ. Κι αυτό το λεπτό, στενό σύνδεσμο το πήραμε μεις σα φιλία, ενώ ήτανε βαθύς, πνευματικός έρωτας. Να γιατί νιώθω τον εαυτό μου ένοχο προς την Ευτυχία. Έβλεπε τη σχέση μας και τις έκρινε όπως ήτανε.
Ρεβ. Αλλά πώς μπορείς να κατηγορείς τον εαυτό σου για το θάνατό της;
Ροσ. Από έρωτα για μένα, τέτοιον όπως αυτή τον ένιωθε, έπεσε στον χείμαρρο. Και τούτο ποτέ δε θα το ξεχάσω και δε θα μπορώ με τούτο, να πετύχω στη ζωή μου, τον ευγενικό σκοπό για τον οποίο τάχθηκα.
Ρεβ. Και γιατί τάχα δε μπορείς να πετύχεις; (ζωηρά). Ορίστε λοιπόν το πνεύμα της γενιάς σου. Επικρατούν στεναχώριες συνείδησης, δισταγμοί... Διηγιούνται δω οι χωρικοί, πως οι νεκροί εμφανίζονται σα λευκά άλογα, στα βάθη της χαράδρας. Στο συμβολικό αυτό μύθο, αναγνωρίζω αποτυπωμένη, τη κατάσταση της ψυχής σου... Αλλά πες μου λοιπόν, Ρόσμερ, η χαρά είναι απαραίτητος όρος ζωής για σένα;
Ροσ. Η χαρά ναι, Ρεβέκα.
Ρεβ. Για σένα, που όμως ποτέ σου δε γελάς; Αλλά πήγαινε τώρα στον περίπατό σου, αγαπητέ μου φίλε, σε μακρυνό περίπατο, μ' ακούς;... Ορίστε το καπέλο και το μπαστούνι σου...
Ροσ. Ευχαριστώ. Κι εσύ δε με συνοδεύεις;
Ρεβ. Όχι, όχι. Αδύνατον! Μου 'ναι αδύνατον! (ο Ρόσμερ βγαίνει. η Ρεβέκα τονε κοιτά που απομακρύνεται, κι έπειτα πηγαίνει προς την είσοδο, την ανοίγει). Τώρα μπορείτε να τονε περάσετε μέσα. (σε λίγο μπαίνει ο Κρολ, χαιρετά επιφυλακτικά κι αφήνει το καπέλο του).
Κρολ. Βγήκε;
Ρεβ. Ναι.
Κρολ. Σκέφτεται να μείνει πολλήν ώρα έξω;
Ρεβ. Ω, ναι! Αλλά σήμερα τίποτα δε μπορεί να προδικάσει κανείς κι αν θέλετε να μη τονε συναντήσετε...
Κρολ. Όχι, όχι, με σας θέλω να μιλήσω και μη χάνουμε καιρό, δεσποινίς. (κείνη κάθεται κοντά στο παράθυρο και του δείχνει έν άλλο κάθισμα κοντά της). Δε μπορείτε να φανταστείτε, δεσποινίς, πόση μεγάλη λύπη μου προξένησε η αλλαγή, που έγινε στον Γιαν Ρόσμερ.
Ρεβ. Το 'χαμε προβλέψει ότι προς στιγμή θα σας ήτανε πολύ λυπηρό, αλλά ο Ρόσμερ είχε τη βεβαιότητα και την ελπίδα, πως αργά ή γρήγορα θα συνταχτείτε με κείνον και σεις κι όλοι οι φίλοι του.
Κρολ. Βλέπετε λοιπόν πόσον αδύνατη είναι η κρίση του, όταν πρόκειται για πρακτικά γεγονότα της ζωής;
Ρεβ. Αλλά νιώθει εξάλλου και την ανάγκη να λευτερωθεί από κάθε δεσμό...
Κρολ. Ορίστε τί ακριβώς δε πιστεύω.
Ρεβ. Τί πιστεύετε;
Κρολ. Πιστεύω πως όλη αυτή η αλλαγή, προέκυψε από την επίδρασή σας.
Ρεβ. Την ιδέα τούτη σας την υπέβαλε η σύζυγός σας ή μόνος σας τη σκεφτήκατε, κύριε καθηγητά;
Κρολ. Αδιάφορο. Το σίγουρο είναι πως όσο σκέφτομαι τη συμπεριφορά σας, από τη μέρα που 'ρθατε στο Ρόσμερσχολμ και βάζοντας σε τάξη τις μνήμες μου, αμέσως κυριεύομαι από κάποιαν υποψία, πολύ γερή υποψία.
Ρεβ. (παρατηρώντας τον). Θυμάμαι καλά, πως κάποιαν εποχή, είχατε μεγάλην εμπιστοσύνη σε μένα.
Κρολ. (με φωνή συγκρατημένη). Και ποιός δε θα σαγηνεύοταν από σας, αρκεί να το θέλατε σκόπιμα;
Ρεβ. Να το θέλω σκόπιμα;
Κρολ. Ναι. Όπως τώρα το κάνατε. Δεν είμαι πια τρελός να νομίζω πως υπήρχεν αίσθημα από μέρους σας... Θελήσατε απλούστατα να ριζώσετε δω μέσα. Σε τούτο έπρεπε να σας βοηθήσω. Τώρα το βλέπω καλά.
Ρεβ. Ξεχάσατε λοιπόν εντελώς πως υποχώρησα μόνο στις παρακλήσεις και τις ικεσίες της Ευτυχίας και δέχτηκα να μείνω δω; Ξεχνάτε τη κατάσταση του πνεύματός της; Εμένα βέβαια δε μπορείτε να με κατηγορήσετε για παραφορά...
Κρολ. Παραφορά όχι. Αλλά την Ευτυχία επίσης τη σαγηνεύσατε, ώστε να σας λατρέψει μέχρι παραφοράς... Σεις παραφορά; Όχι! και γι' αυτό είστε πλέον επικίνδυνη, γιατί ενεργείτε με υπολογισμό, με ακρίβεια, με καρδιά ψυχρή.
Ρεβ. Είστε βέβαιος; Με καρδιά ψυχρή;
Κρολ. Βεβαιότατος τώρα. Αλλιώς, θα μπορούσατε, για χρόνια να επιδιώκετε το σκοπό σας; Έτσι πετύχατε και τώρα όλα δω κι αυτός ακόμα, είναι υπό την εξουσία σας. Αλλά για να φτάσετε σ' αυτό το σημείο δε λυπηθήκατε να τονε κάμετε δυστυχισμένο;
Ρεβ. Όχι δεν είναι αλήθεια. Σεις τονε κάμετε δυστυχισμένο, όταν του δίνετε να καταλάβει πως είναι υπεύθυνος για το φρικτό τέλος της Ευτυχίας.
Κρολ. Α! αυτό λοιπόν του κάνει μεγάλην εντύπωση;
Ρεβ. Μπορείτε ν' αμφιβάλλετε; Ψυχή τόσο τρυφερή, όσον η δική του;
Κρολ. Πίστευα πως ο χειραφετημένος άνθρωπος, όπως λέτε, έχει τη δύναμη να 'ναι υπεράνω όλων αυτών των ενδοιασμών. Αλλά να! Ναι! Κατά βάθος ήμουν πεπεισμένος. Ο απόγονος αυτών των ανθρώπων, (δείχνει τα πορτρέτα τριγύρω), δε μπορεί ποτέ ν' αποβάλλει τα αισθήματα που καλλιεργηθήκανε και κληρονομηθήκανε σ' αυτόν από γενιά σε γενιά. Έπρεπε να το λάβετε υπόψη. Αλλά πιθανόν τέτοιες σκέψεις δε μπορούν να σας σταματήσουνε. Κι όμως το σημείον αφετηρίας είναι εντελώς διαφορετικό, -το δικό σας από το δικό του.
Ρεβ. Ποιό σημείον αφετηρίας;
Κρολ. Η καταγωγή δεσποινίς, η καταγωγή.
Ρεβ. Έστω. Είμαι πολύ χαμηλής καταγωγής. Κι όμως...
Κρολ. Δε πρόκειται περί κοινωνικής θέσης. Αλλά περί ηθικής καταγωγής, εκείνης δηλαδή που προηγήθηκε της γέννησης. Κάνω λόγο γι' αυτή, γιατί έτσι μόνο εξηγείται το φέρσιμό σας.
Ρεβ. Δε σας καταλαβαίνω και ζητώ σαφή και καθαρήν εξήγηση. Ελάτε στα πεπραγμένα παρακαλώ.
Κρολ. Πίστευα όμως πως όσα είπα τα εφαρμόσατε ήδη, στα γεγονότα. Αλλιώς... χωρίς αυτά... θα 'τανε παράδοξο, πώς αφήσατε να γίνεται θετή κόρη του δόκτωρα Γουέστ.
Ρεβ. Α! τώρα σας καταλαβαίνω. (σηκώνεται).
Κρολ. (συνεχίζοντας απτόητος). Πώς και λάβατε τ' όνομά του, ενώ η μητέρα σας λεγότανε Γκάμπια;
Ρεβ. (βηματίζοντας πέρα-δώθε). Γκάμπια ήτανε τ' όνομα του πατέρα μου.
Κρολ. (εξακολουθώντας στον ίδιο τόνο). Το επάγγελμα της μητέρας σας την έφερνε συνεχώς σε καθημερινήν επαφή, πέρ' από κάθε αμφιβολία, με τον γιατρό του διαμερίσματος... Με το θάνατό της, αυτός σας μαζεύει, σας φέρεται σκληρά κι όμως μένετε μαζί του, ενώ γνωρίζετε πώς τίποτα δε θα κληρονομήσετε απ' αυτόν. Όλη κι όλη η κληρονομιά, που σας άφησε, ήταν ένα κιβώτιο γεμάτο βιβλία. Κι όμως υποφέρετε κοντά του τα πάνδεινα και τονε περιποιείστε μέχρι το τέλος.
Ρεβ. (παρατηρώντας τον με ειρωνεία). Κι αν έκανα όλ' αυτά, αποτελούνε κατά τη γνώμη σας απόδειξη πως κάτι ανήθικο κι εγκληματικό υπάρχει στη γέννησή μου;
Κρολ. Ό,τι κάνατε γι' αυτόν το αποδίδω σε ασυνείδητη στοργή παιδιού προς γονέα. Και κρίνω αφ' ετέρου ότι για να εξηγήσω όλη τη διαγωγή σας, πρέπει ν' ανατρέξω μέχρι τη γέννησή σας.
Ρεβ. (απότομα). Αλλά μήτε λέξη απ' όσα είπατε είναι αλήθεια. Και μπορώ να το αποδείξω. Την εποχή της γέννησής μου, ο Δρ Γουέστ δεν είχεν έρθει ακόμα στην επαρχία μας, το Φίνμαρκ.
Κρολ. Συγχωρείστε με δεσποινίς που θα σας πω, πως είχεν ήδη εγκατασταθεί, πριν ένα χρόνο.
Ρεβ. Γελιέστε σας λέω. Γελιέστε!
Κρολ. Προχτές είπατε την ηλικία σας, εικοσιεννιά ετών κι επομένως...
Ρεβ. Μα ήθελα να κρύψω ένα χρόνο.
Κρολ. Σεις η χειραφετημένη γυναίκα, έχετε ακόμα τέτοιες αδυναμίες;
Ρεβ. Ναι, είναι ανόητο, γελοίο, αλλά δε μπορεί να χειραφετήσει κανείς τον εαυτό του με τη μια κι εξ ολοκλήρου. Απομένουνε πάντα μερικές αδυναμίες.
Κρολ. Πιθανόν. Αλλά ο λογαριασμός των ετών βρίσκεται πάντα ακριβής... διότι ο Δρ Γουέστ επισκέφτηκε τα μέρη τούτα, για λίγους μήνες, ένα έτος πριν τον διορισμό του.
Ρεβ. (παράφορα). Δεν είναι αλήθεια. Γιατί ουδέποτε η μητέρα μου μου κανε λόγο, μήτε κι ο γιατρός.
Κρολ. Ίσως να θέλαν ν' αποσιωπήσουνε τα γεγονότα της ζωής τους, όπως κάνετε κι εσείς τώρα.
Ρεβ. (βηματίζει και στρίβει τα χέρια της). Αδύνατον. Δεν είναι αλήθεια. Θέλετε να με κάνετε να το πιστέψω, μα είναι ψέμμα. Δεν ήτανε ποτέ δυνατόν! Ποτέ!
Κρολ. (σηκώνεται). Για να δούμε, αγαπητή μου δεσποινίς, γιατί ταραχτήκατε τόσο; Πώς πρέπει να εξηγήσει κανείς τη ταραχή σας αυτή;
Ρεβ. (συγκρατείται). Είναι φανερό, κύριε καθηγητή, ότι δεν έχω καμιάν όρεξη να με παίρνουνε σα μπάσταρδη.
Κρολ. Καλά. Δέχομαι προσωρινά την εξήγησή σας, αλλά σ' αυτή τη περίπτωση, να κι άλλο ζήτημα, που δεν έχετε ακόμα χειραφετηθεί. Και το ίδιο συμβαίνει και στη ψυχή σας και στη ψυχή των ομοίων σας, στις περισσότερες των ιδεών σας. Το πνεύμα σας βαθμηδόν κυριεύεται διαρκώς από νέες ιδέες, που ανατρέπουνε τις παλιές, αλλά τούτες οι ιδέες δεν έχουνε ριζωθεί στη ψυχή, δεν έχουν απορροφηθεί από το αίμα. Κοιτάξτε τη ψυχή του Ρόσμερ και τη δική σας και θα βεβαιωθείτε. Πρόκειται απλά για παραφροσύνη κι όχι περί πραγματικής πεποιθήσεως. Ενώ δε κείνος προχωρά προς την αποστασία ολοταχώς μα και τόσον ασταθώς, που τελικά θα βρεθεί εκτεθειμένος στις επιθέσεις όλης της κοινωνίας και να 'στε βέβαιη πως στην επίθεσην αυτή δε θα μπορέσει ν' αντέξει.
Ρεβ. Πρέπει ν' αντέξει! Είναι πολύ αργά να κάνει πίσω.
Κρολ. Όχι. Μπορεί να κρατηθεί σιωπή ή τουλάχιστον να χαρακτηριστεί το πράμα σα παραπλάνηση παροδική. Όμως είναι απαραίτητο να γίνει κάτι άλλο πρώτα.
Ρεβ. Τί;
Κρολ. Πρέπει δεσποινίς Γουέστ να καταφέρετε να νομιμοποιήσει τη κατάσταση αυτή.
Ρεβ. Τη κατάστασή μας, εννοείτε;
Κρολ. Πρέπει να τονε πείσετε.
Ρεβ. Ώστε δε μπορείτε να πιστέψετε πως η σχέση μας δεν είναι παράνομη.
Κρολ. Δε θέλω να το συζητήσω αυτό, συγκεκριμένα. Αλλά πιστεύω πως ποτέ δεν είναι τόσο εύκολο ν' απαλλαγεί κανείς από τις δήθεν λεγόμενες προκαταλήψεις, όσο... χμμ...
Ρεβ. Όσον όταν πρόκειται περί σχέσης άντρα και γυναίκας, θέλετε να πείτε; (βηματίζει κι έπειτα κοιτά από το παράθυρο). Έτσι δεν είναι; Λοιπόν έστω... τόσο το καλύτερο... ίσως... κύριε καθηγητή.
Κρολ. Να παράξενα λόγια! Τί εννοείτε;
Ρεβ. Λίγο ενδιαφέρει! Ας μη μιλήσουμε πλέον γι' αυτό... Α! νάτος, έρχεται.
Κρολ. Τόσο γρήγορα; Τότε γω πηγαίνω.
Ρεβ. Όχι, μείνετε. Μιλήστε ακόμα μια φορά μαζί του.
Κρολ. Όχι τώρα. Μου φαίνεται πως δε θα μπορέσω να υποστώ τη παρουσία του.
Ρεβ. Μείνετε... μείνετε σας παρακαλώ. Αλλιώς, αργότερα θα μετανιώσετε. Είναι η τελευταία φορά που σας παρακαλώ...
Κρολ. (έκπληκτος αφήνει πάλι το καπέλο, που 'χε πάρει στα χέρια). Καλά δεσποινίς Γουέστ. Μένω. (στιγμιαία σιγή. ο Ρόσμερ μπαίνει από το διάδρομο, διακρίνει τον Κρολ και σταματά στο κατώφλι).
Ροσ. Πώς; Εσύ εδώ;
Ρεβ. Θα προτιμούσε να μη σε συναντήσει, Ρόσμερ.
Κρολ. (χωρίς να το θέλει ξαναλέει). ...σε συναντήσει;
Ρεβ. Μάλιστα κύριε Κρολ. Εγώ κι ο Ρόσμερ μιλάμε μεταξύ μας με οικειότητα. Τούτο είναι φυσική συνέπεια της μεταξύ μας σχέσης.
Ροσ. (πλησιάζει). Ποιά είναι η αιτία της σημερινής επίσκεψής σου;
Κρολ. Θέλησα και πάλι να προσπαθήσω να σε σταματήσω πριν τον γκρεμό.
Ροσ. Ύστερα απ' όσα γραφτήκαν εκεί μέσα; (δείχνει την εφημερίδα).
Κρολ. Δε τα 'γραψα γω, αλλά θα αδικούσα τον αγώνα μας αν προσπαθούσα να μποδίσω τη δημοσίευσή τους.
Ρεβ. (σκίζει την εφημερίδα σε μικρά κομματάκια και τα ρίχνει στη σόμπα). Ορίστε! Κρύφτηκαν από τα μάτια μας, ας ξεχαστούνε κι από τη καρδιά μας. Γιατί κάτι τέτοιο δε θα επαναληφθεί, Ρόσμερ.
Κρολ. Σεις μπορείτε να κινηθείτε έτσι, ώστε ν' αληθέψουνε τα λόγια σας.
Ρεβ. Ας κάτσουμε φίλοι μου κι οι τρεις. Θέλω να σας τα πω όλα.
Ροσ. (υπακούει χωρίς να το θέλει). Τί έχεις Ρεβέκα; Από πού προέρχεται αυτή η τρομακτική γαλήνη σου;
Ρεβ. Είναι γαλήνη που προέκυψε από την απόφαση. (κάθεται). Καθήστε κι εσείς κύριε καθηγητή. (προς τον Ρόσμερ). Θέλω να σου δώσω κείνο που 'χες ανάγκη για να ζήσεις: την ευτυχία της αγνής συνείδησης.
Ροσ. Τί σημαίνουνε τα λόγια σου;
Ρεβ. Θα σου πω με λίγα λόγια. Όταν έφτασα από το Φίνμαρκ μαζί με το γιατρό Γουέστ, είχα ξαφνικήν ανακάλυψη στη ψυχή μου πως εντελώς νέος κόσμος διανοίγεται μπρος μου. Ο γιατρός με δίδαξε λίγον απ' όλα κι οι διδαχές αυτές αποτελούσαν όλη τη μόρφωσή μου για τη ζωή. (συγκινημένη). Και τότε...
Κρολ. Και τότε;
Ροσ. Μα Ρεβέκα, όλ' αυτά μου 'ναι γνωστά.
Ρεβ. (επιβάλλει στον εαυτό της να ηρεμήσει ξανά). Ναι, ναι! Έχεις δίκιο. Τα ξέρεις και πολύ καλά μάλιστα.
Κρολ. Μήπως είναι ανάγκη ν' αποσυρθώ;
Ρεβ. Όχι, πρέπει να μείνετε. (προς τον Ρόσμερ). Να περί τίνος πρόκειται. Θέλησα να γίνω γυναίκα της νέας εποχής, ν' ασπαστώ τις νέες ιδέες. Ο καθηγητής Κρολ μου 'πε κάποια στιγμή, πως ο καθηγητής Ούλριχ Βρέντελ είχε κάποτε, μεγάλην επίδραση πάνω σου και σκέφτηκα πως μπορούσα κι εγώ να πετύχω τέτοια μεγάλην επίδραση.
Ροσ. Ώστε όταν ήρθες εδώ είχες κρυφό σκοπό;
Ρεβ. Ήθελα να βαδίσω μαζί σου προς την ελευθερία, να προχωρούμε έτσι, διαρκώς. Αλλά υπήρχεν ανυπέρβλητος φραγμός μεταξύ εσού και της αληθινής ανεξαρτησίας.
Ροσ. Ποιός;
Ρεβ. Δε μπορούσες Ρόσμερ, να φτάσεις στη κορφή της ελευθερίας, παρά μόνο μες από το φως, φωτισμένος από καθαρόν ήλιο. Ενώ βρισκόσουνα βυθισμένος στα σκοτάδια του γάμου σου, εγώ σ' έβλεπα να εξασθενείς και να σβήνεις.
Ροσ. Ποτέ δε μου μίλησες έτσι για τον γάμο μου.
Ρεβ. Όχι, δε σου μίλησα, γιατί φοβόμουν μη σε τρομάξω.
Κρολ. (κάνοντας νόημα με σημασία προς τον Ρόσμερ). Ακούς;
Ρεβ. Όμως διέκρινα καλά, από που μπορούσε να 'ρθει η σωτηρία σου κι έδρασα...
Ροσ. Έδρασες, πώς;
Ρεβ. Ναι Ρόσμερ. (σηκώνεται). Πρέπει να χυθεί άπλετο φως... Όχι συ Ρόσμερ, -συ είσαι αθώος- αλλά εγώ, ναι εγώ, έσυρα την Ευτυχία στο δρόμο της καταστροφής, στο δρόμο του... του χειμάρρου. Τώρα τα ξέρετε όλα.
Ροσ. (έκπληκτος) Ρεβέκα! τί λες; Δε καταλαβαίνω. Τί λέει δεν καταλαβαίνω τίποτα.
Κρολ. Ω! ναι. Αρχίζω εγώ να καταλαβαίνω.
Ροσ. Αλλά τί έκανες λοιπόν; Τί της είπες; Τίποτε δε συνέβαινε, απολύτως τίποτε.
Ρεβ. Την έκανα να μάθει πως ζητούσες ν' απαλλαγείς από τις παλιές προκαταλήψεις... Ήξερα πως θα το 'καμες αυτό σε λίγο.
Ροσ. Λέγε! Λέγε! Θέλω να τα ξέρω όλα!
Ρεβ. Μετά, τη παρακάλεσα να με αφήσει να φύγω από δω. Δεν ήθελα να φύγω... αλλά το 'πα επίτηδες. Της είπα πως είναι συμφέρον όλων μας να φύγω καλύτερα. Την έκανα να καταλάβει πως περαιτέρω παραμονή μου, θα 'χε πιθανόν άσχημα αποτελέσματα.
Ροσ. Της τα 'πες αυτά;
Ρεβ. Ναι Ρόσμερ. Έτσι έπραξα...
Ροσ. Μας τα εξομολογήθηκες όλα;
Ρεβ. Ναι.
Κρολ. Όχι.
Ρεβ. Τί απομένει ακόμα;
Κρολ. Δεν κάνατε την Ευτυχία να καταλάβει πως ήταν αναγκαίο, -όχι επιθυμητό- και για σας και για τον Ρόσμερ, να εξαφανιστείτε από δω;
Ρεβ. (σιγά, με φωνή που μόλις ακούγεται). Ίσως να 'πα και κάτι παρόμοιο...
Ροσ. (πέφτει βαρύς στη καρέκλα του) Και στη πλεκτάνη αυτή των δόλων και των ψεμμάτων ήτανε στηριγμένη συνεχώς η καημένη η άρρωστη! Και ποτέ δε μου 'πε τίποτα. Α! Ρεβέκα! Το διακρίνω τώρα καθαρά στη φυσιογνωμία σου... συ τη παραπλάνησες.
Ρεβ. Μπήκε στο νου της η ιδέα, πως γυναίκα στείρα καθώς ήταν, δεν είχε δικαίωμα να μένει εδώ και μετά, ήταν εύκολο να κυλήσει στη σκέψη, πως ήτανε καθήκον της να παραχωρήσει τη θέση της...
Ροσ. Κι εσύ δε προσπάθησες διόλου να την αποσπάσεις απ' αυτές τις ιδέες;
Κρολ. Τις ενθαρρύνατε μάλλον ίσως; Ε; Απαντήστε!
Ρεβ. Ίσως να 'βγαζε τέτοιο συμπέρασμα από τα λεγόμενά μου...
Ροσ. Ναι, ναι. Σ' όλα καμπτόταν από τη θέλησή σου και παραχώρησε τη θέση της. (σηκώνεται απότομα). Α! πώς μπόρεσες να φτάσεις ως εκεί;
Κρολ. Με ποιό δικαίωμα!
Ρεβ. Πιστεύετε λοιπόν ότι έδρασα με ψυχρή προμελέτη; Α! δεν ήμουνα τότε, αυτή που 'μαι σήμερα. Και... κι έπειτα δεν υπάρχουνε πάντα στη ψυχή δυο ειδών θελήσεις; Ήθελα να εκτοπίσω την Ευτυχία, έτσι κι αλλιώς... Κι όμως δε πίστευα πως τα πράματα θα φτάναν ως εκεί. Σε κάθε βήμα, που τολμούσα να κάμω προς τα μπρος, άκουγα μιαν εσωτερική φωνή, παρηγορητική φωνή: "Δε θα πας πιο πέρα. Ούτε βήμα παραπάνω." κι όμως δε μπορούσα να σταματήσω. Όφειλα να εξακολουθήσω ακόμα... λίγα βήματα μόνον. Ένα μόνο βήμα κι έπειτα, έν ακόμα κι άλλο έν ακόμα και πέρασα όλο το δρόμο. Αυτό συμβαίνει πάντα. (σύντομη σιγή).
Ροσ. Και τώρα, μετά την εξομολόγηση αυτή τί θ' απογίνεις;
Ρεβ. Λίγο με νοιάζει αυτό. Δεν έχει μεγάλη σημασία.
Κρολ. Ούτε λέξη μετάνοιας... μήπως δε νιώθεις μεταμέλεια;
Ρεβ. (ψυχρά). Συγχωρείστε με, τούτο δεν αποβλέπει πουθενά. Είναι κάτι που θα το διευθετήσω μόνη με τον εαυτό μου.
Κρολ.(προς τον Ρόσμερ). Και κατοικείς στην ίδια στέγη με τη γυναίκα τούτη και μάλιστα με μεγάλην οικειότητα; (στρέφεται στα πορτρέτα, στους τοίχους). Ω! Αν μπορούσαν οι νεκροί να δούνε τί συμβαίνει εδώ!
Ροσ. Θα επιστρέψεις σύντομα στη πόλη;
Κρολ. Τώρα αμέσως.
Ροσ. Καλά λοιπόν, θα 'ρθω μαζί σου. (παίρνει κι αυτός το καπέλο του).
Κρολ. Αλήθεια! Το 'ξερα πως δε θα σε χάναμε για πολύ καιρό.
Ροσ. Έλα Κρολ. Πάμε. (βγαίνουνε χωρίς να κοιτάξουνε πίσω τους τη Ρεβέκα, που στέκεται πίσω από το παράθυρο και κοιτά έξω και μιλά μόνη).
Ρεβ. Και σήμερα ακόμα αποφεύγει να περάσει από τη γέφυρα. Ποτέ δε θα περάσει πάνω από τον χείμαρρο! (απομακρύνεται). Έστω. Εμπρός τώρα. (χτυπά το κουδούνι κι η κυρία Έλσεθ καταφτάνει).
Ελσ. Θέλετε κάτι;
Ρεβ. Αν έχεις τη καλωσύνη, φέρε μου από την αποθήκη τον ταξιδιωτικό μου σάκο.
Ελσ. Τον σάκο σας;
Ρεβ. Ναι. Τονε γνωρίζεις; Τον κιτρινωπό.
Ελσ. Βέβαια τονε γνωρίζω... αλλά Θεέ μου... η δεσποινίς θέλει να φύγει;
Ρεβ. Ναι! Και τώρα αμέσως. Μόλις ετοιμάσω τα πράγματά μου.
Ελσ. Δε ξανάκουσα τέτοιο πράμα! Μα θα επιστρέψετε πολύ γρήγορα... ε;
Ρεβ. Δε θα επιστρέψω ξανά.
Ελσ. Χριστέ μου! Και τί θ' απογίνουμε μεις τότε; Ο φτωχός μου κύριος είχεν αρχίσει να ζει ευτυχισμένα...
Ρεβ. Ναι κυρία Έλσεθ. Αλλά σήμερα φοβήθηκα.
Ελσ. Γιατί δεσποινίς;
Ρεβ. Μου φάνηκε πως είδα λευκά άλογα στη γέφυρα.
Ελσ. Λευκά άλογα! Φαντάσματα, μέρα-μεσημέρι;
Ρεβ. Ω! Βρίσκονται πάντα έξω, νύχτα και μέρα, τα λευκά άλογα του Ρόσμερσχολμ. (αλλάζει τόνο). Ας τ' αφήσουμεν όμως αυτά κυρία Έλσεθ. Σας έλεγα για τον σάκο μου.
Ελσ. Α ναι! τον σάκο σας! (βγαίνουνε κι οι δυο).

Αυλαία της 3ης Πράξης

Δ' πράξη: (ίδιος διάκοσμος, ώρα βραδυνή, προχωρημένη. στο τραπέζι αναμμένη λάμπα-αμπαζούρ. η Ρεβέκα γεμίζει στο τραπέζι το σάκο της, με διάφορα πράματα. πανωφόρι, καπέλο κι κάλυμμα, είναι ριγμένα στο σοφά. μπαίνει η κυρία Έλσεθ και μιλά με φωνή συγκρατημένη κι επιφυλακτική).

Ελσ. Δεσποινίς, βγάλαμε έξω όλες τις αποσκευές σας, είναι στο διάδρομο.
Ρεβ. Καλά. Ο αμαξάς ειδοποιήθηκε;
Ελσ. Ναι. Ρωτά τί ώρα θέλετε την άμαξα.
Ρεβ. Στις έντεκα. Το ατμόπλοιο φεύγει τα μεσάνυχτα.
Ελσ. Κι ο κύριος πάστορας; Αν αργήσει να 'ρθει;
Ρεβ. Θα φύγω ούτως ή άλλως. Θα του πείτε μόνον, αν δε τονε δω, ότι θα λάβει γράμμα μου.
Ελσ. Α ναι... αλλά πώς να σας το πω, δεσποινίς, καλύτερα θα 'ταν να του μιλούσατε μια φορά ακόμα... Θεέ μου, ποιός να το πίστευε;
Ρεβ. Τί πράμα, κυρία Έλσεθ;
Ελσ. Δηλαδή πίστευα, πώς να σας το πω, πως ο πάστορας, ήταν άνθρωπος πιότερο καθώς πρέπει... Δεν έπρεπε να τραβηχτεί, κατ' αυτό τον τρόπο.
Ρεβ. Εμπρός κυρία Έλσεθ, εξηγήσου, μίλα λεύτερα. Τί υποθέτεις πως με κάνει να φύγω;
Ελσ. Θεέ μου, ίσως είναι ανάγκη. Α ναι! ναι! Αλλά μου φαίνεται πως δεν είναι καλή η συμπεριφορά του. Ο κύριος Μόρτενσγκαρντ είχε κάποια δικαιολογία... ζούσεν ο σύζυγος, ώστε ήταν αδύνατο να γίνει άλλος γάμος, ενώ ο πάστορας... χμμ...
Ρεβ. (διστακτικά). Υποθέσατε τέτοια πράματα για μένα και τον πάστορα;
Ελσ. Όχι, ποτέ, δηλαδή μόνον από σήμερα... όταν είδα στην εφημερίδα... Γιατί μα τη πίστη μου, όταν έχει κανείς τη θρησκεία του Μόρτενσγκαρντ, όλα μπορεί να τα κάνει.
Ρεβ. Έστω... Αλλά για μένα; Τί λέτε για μένα;
Ελσ. (διστακτικά). Πώς να σας το πω, δεσποινίς, δε μπορεί κανείς να πει μεγάλα πράματα. Μια γυναίκα μόνη δε μπορεί ν' αντισταθεί... ξέρετε μεις οι γυναίκες, δεσποινίς, είμαστε...
Ρεβ. Αλήθεια κυρία Έλσεθ, είμαστε γυναίκες. Αλλά τί θέλετε να πείτε;
Ελσ. (χαμηλόφωνα). Νομίζω πως έρχεται.
Ρεβ. (ανατριχιάζει). Εμπρός... αποφασίστηκε... Ας γίνει ό,τι γίνει. (μπαίνει ο Ρόσμερ. παρατηρεί τις ετοιμασίες).
Ροσ. Τί σημαίνουν αυτά;
Ρεβ. Φεύγω απόψε. (προς τη κυρία Έλσεθ). Είπαμε, στις έντεκα.
Ελσ. Πολύ καλά. (βγαίνει).
Ροσ. (μετά σύντομη σιγή). Πού θα πας Ρεβέκα; Τί θα κάνεις;
Ρεβ. Πιο βορεινά. Από κει που 'ρθα.
Ροσ. Αλλά τίποτα δε σε καλεί κει.
Ρεβ. Κι εδώ τίποτα δε με συγκρατεί.
Ροσ. Τί σκέφτεσαι να κάνεις;
Ρεβ. Δε ξέρω. Θέλω μόνο να τελειώσουνε τούτα δω. Το Ρόσμερσχολμ με σύντριψε.
Ροσ. Τί είπες;
Ρεβ. Με σύντριψε. Όταν ήρθα δω, ένιωθα τόσο θάρρος στη ψυχή μου και τόση σταθερότητα θέλησης! Τώρα με γονατίζει ο ζυγός ξένου νόμου. Στο μέλλον δε θα τολμήσω πλέον να επιχειρήσω τίποτα... Αλλ' αγαπητέ μου φίλε, ας μην ασχοληθούμε πλέον μ' αυτά. Πες μου τί έγινε με σένα και τον καθηγητή;
Ροσ. Φιλιώσαμε. Μάζεψε στο σπίτι του όλους τους παλιούς μας φίλους και μετά από μεγάλη συζήτηση μου απέδειξε πως η αποστολή εξευγενισμού της ανθρωπότητας δε μου αρμόζει. Έπειτα το πράμα είναι τόσο δύσκολο!
Ρεβ. Ναι! Ναι! Καλύτερα έτσι.
Ροσ. Εγκρίνεις την αλλαγή μου;
Ρεβ. Το σκέφτηκα καλύτερα και κατέληξα στο ίδιο συμπέρασμα.
Ροσ. Δε λες αλήθεια Ρεβέκα, το βλέπω. Είναι μάλλον ότι ποτέ δεν είχες εμπιστοσύνη σε μένα και στις δυνάμεις μου, πως ήμουν ικανός να θριαμβεύσω σε τόσο μεγάλην αποστολή.
Ρεβ. Πίστεψα πως οι δυο μαζί θα θριαμβεύαμε.
Ροσ. Όχι. Πίστεψες ότι μόνη σου θα αρκούσες για να συντελέσεις το μέγα έργο κι ότι θα μπορούσα να σου χρησιμέψω στα σχέδιά σου...
Ρεβ. 'Ακουσέ με Ρόσμερ...
Ροσ. (πέφτοντας στο σοφά). 'Αφησέ με λοιπόν! Όλα τα βλέπω τώρα καθαρά. Υπήρξα στα χέρια σου πλαστελίνη, που την έκανες ό,τι ήθελες...
Ρεβ. 'Ακουσέ με Ρόσμερ, πρέπει να μιλήσουμε γι' αυτό, μια φοράν ακόμα. (κάθεται πλάι του στο σοφά). Σκόπευα να στα γράψω, μόλις έφτανα κει κάτω, αλλά τώρα προτιμώ να στα πω αμέσως.
Ροσ. Έχεις κι άλλα να μου ξομολογηθείς;
Ρεβ. Ναι και μεγαλύτερα. Πρόκειται περί πράγματος που ποτέ δεν υποπτεύθηκες και που ρίχνει φως σ' όλα τ' άλλα γεγονότα... 'Ακουσε. Αλήθεια προσπάθησα με κάθε τρόπο να γίνω αποδεκτή στο Ρόσμερσχολμ. Σκεφτόμουν από δω ν' αρχίσω το πραγματικό στάδιό μου, είτε με τον ένα, είτε με τον άλλο τρόπο... καταλαβαίνεις;
Ροσ. Και κατάφερες ό,τι ήθελες.
Ρεβ. Πιστεύω πως τότε, σ' όλα πέτυχα, γιατί είχα ακόμα τη θέλησή μου λεύτερη, περήφανη και τολμηρή. Δεν αισθανόμουν στη συνείδησή μου κανέν εμπόδιο που να μου κόβει το δρόμο. Δεν είχα θέση κοινωνική για να με κάνει να τρομάξω, η πιθανή διακύβευσή της. Αλλά τότε ακριβώς ένιωσα να μπαίνει στη ψυχή μου κάτι που με σύντριψε, έκαμψε τη θέλησή μου και μ' έκανε μικρόψυχη για όλη μου τη ζωή.
Ροσ. Τί ένιωσες; Μίλα καθαρότερα.
Ρεβ. Ένιωσα μιαν ορμή άγρια, μιαν επιθυμία ακατανίκητη... Αχ! Ρόσμερ!
Ροσ. Ορμή; Ρεβέκα! Προς...
Ρεβ. Για σένα.
Ροσ. (κάνει να σηκωθεί). Τί λες;
Ρεβ. (τονε συγκρατεί). Κάθησε φίλε μου, δε τελειώσα.
Ροσ. Και λες πως με αγάπησες... κατ' αυτό τον τρόπο...
Ρεβ. Πίστευα τότε πως είναι αυτό που ονομάζουμε αγάπη, μου φαινόταν έρωτας, αλλά δεν ήταν. Ήταν άγρια επιθυμία, ανίκητη επιθυμία.
Ροσ. (καταβεβλημένος). Ρεβέκα είσαι συ... συ μου τα λες αυτά; Και γι' αυτό... εξαιτίας αυτού του πάθους, έκανες ό,τι έκανες;
Ρεβ. Έπεσε πάνω μου το πάθος σα τρικυμία, σα χιονοστιβάδα που παρασέρνει τα πάντα. Με παράσυρε, με συνεπήρε στην ορμή του... δε μπορεί κανείς ν' αντισταθεί.
Ροσ. Κι η καταιγίδα τούτη, έριξε στο χείμαρρο του μύλου, τη δύστυχη Ευτυχία;
Ρεβ. Ναι γιατί ήμασταν οι δυο μας τότε σα δυο ναυαγοί, που πάλευαν να σωθούνε στην ίδια σανίδα σωτηρίας.
Ροσ. Χωρίς αμφιβολία, συ ήσουνα πιο δυνατή κι από τους δυο μας μαζί, δω μέσα... αλλά δε μπορώ πια να παρακολουθήσω τις σκέψεις σου, Ρεβέκα. Είσαι για μένα άλυτο πρόβλημα, συ κι η διαγωγή σου... (διστάζει). Ορίστε τώρα είμαι λεύτερος και στη πραγματικότητα και στο νου, Πέτυχες το σκοπό σου κι όμως...
Ρεβ. Ποτέ δεν ήμουνα τόσο μακριά από το σκοπό μου, όσο τώρα.
Ροσ. Κι όμως όταν χθες σε παρακάλεσα, σε ικέτεψα να γίνεις σύζυγός μου, φάνηκες να φρικιάς και φώναζες πως ουδέποτε θα γινότανε τούτο.
Ρεβ. Το φώναξα μ' απελπισία... Ναι... γιατί το Ρόμερσχολμ με τσάκισε, μ' έλυωσε, μου ρούφηξε όλη μου τη δύναμη και τη θέληση, με γκρέμισε... Ω! πέρασε ο καιρός που μπορούσα να τολμώ τα πάντα, να μην οπισθοχωρώ σε τίποτα. Έχασα τη δύναμη της ενέργειας, το ακούς Ρόσμερ; Την έχασα ζώντας εδώ, κοντά σου.
Ροσ. Πώς;
Ρεβ. Όταν βρεθήκαμε μόνοι κι εσύ λεύτερος, χωρίς να υπάρχει πια η Ευτυχία να σε απασχολεί, όταν βυθιστήκαμε μαζί στη γαλήνη, στην απομόνωση, όταν πια μου εμπιστευόσουν όλες τις σκέψεις σου, τις εντυπώσεις σου όπως τις ένιωθες εσύ, ευγενείς και λεπτές, τότε έγινε η μεγάλη μεταβολή της ψυχής μου, αργά-αργά, καταλαβαίνεις; Σχεδόν ανεπαισθήτως, μέχρις ότου κατάπεσα νικημένη, έχοντας υποστεί την αλλαγή ολάκερη, μέχρι το βάθος της ύπαρξής μου. Και τότε η κακή επιθυμία, η μέθη των αισθήσεων περάσανε, φύγανε μακριά μου. Όλες οι δυνάμεις γυρίσανε στο μηδέν και γνώρισα μέσα μου βαθιά γαλήνη, όπως εκείνη που βασιλεύει στα βουνά, τα βαθιά μεσάνυχτα... Δεν έχω σχεδόν τίποτ' άλλο να σου πω. Ο αληθινός έρωτας αποκαλύφθηκε στη ψυχή μου κι ο αληθινός έρωτας κάνει θυσίες, έχει αυταπάρνηση, αρκείται σε ύπαρξη, ίδια με κείνη που περάσαμε...
Ροσ. Ω! δε μπορούσα να υποπτευθώ τίποτ' απ' αυτά!
Ρεβ. Καλύτερα είναι που γίνανε τα πράματα έτσι. Χθες όταν μου ζήτησες να γίνω γυναίκα σου, παραφέρθηκα από χαρά... αλλά για μια στιγμή... για μια στιγμή ξέχασα τα πάντα. Αισθανόμουν να ξαναθεριεύει μέσα μου η παλιά θέληση. Αλλά ήτανε συντριμμένη και δε μπορούσε να συγκρατηθεί πολύ. Το πνεύμα των Ρόσμερ, το δικό σου πνεύμα οπωσδήποτε, επιβλήθηκε στη θέλησή μου, τη μόλυνε.
Ροσ. Τη μόλυνε;
Ρεβ. Ναι. Την αρρώστησε. Κάμφθηκε απ' το βάρος νόμων που 'ταν άγνωστοι σ' αυτή. Καταλαβαίνεις; Η ζωή κοντά σου εξευγένισε την ύπαρξή μου. Πίστευέ το! Το πνεύμα των Ρόσμερ μ' εξευγένισε. (κουνώντας το κεφάλι). Αλλά, αλλά...
Ροσ. Αλλά; Λέγε λοιπόν.
Ρεβ. Αλλά βλέπεις, τούτο σκοτώνει την ...ευτυχία, τουλάχιστον σε μένα.
Ροσ. Είσαι βέβαιη; Κι αν σου ζητούσα ακόμα μια φορά... αν σ' ικέτευα...;
Ρεβ. Ω! φίλε μου, μη μου κάνεις λόγο πλέον. Είναι αδύνατο! Γιατί... γιατί... πρέπει να το μάθεις, Ρόσμερ: έχω πίσω μου παρελθόν.
Ροσ. Περισσότερο απ' όσο μου εξιστόρησες μέχρι τώρα;
Ρεβ. Ναι, κάτι περισσότερο και κάτι διαφορετικό.
Ροσ. (με πικρό χαμόγελο). Είναι παράδοξο, Ρεβέκα! Φαντάσου ότι κάποτε, το 'νιωσα, αόριστα έστω...
Ρεβ. Αλήθεια! Κι όμως αυτό δε σ' εμπόδισε...
Ροσ. Δε το πίστεψα ποτέ...
Ρεβ. Αν το ζητήσεις, είμαι πρόθυμη να στα πω όλα αμέσως.
Ροσ. (σταματώντας τη). Όχι, όχι. Τίποτα δε θέλω να μάθω. Ό,τι κι αν είναι ας ξεχαστεί.
Ρεβ. Ναι, Ρόσμερ, αλλά για μένα είναι φρικτό... η ευτυχία υπάρχει εδώ δίπλα μου, η ζωή μου προσφέρει όλη της τη χαρά κι όμως νιώθω πως εμποδίζομαι ν' αγγίξω την ευτυχία, να νιώσω τη ζωή, εμποδίζομαι από το παρελθόν μου.
Ροσ. Το παρελθόν σου πέθανε, Ρεβέκα.
Ρεβ. Ω φίλε μου, αυτά είναι μόνο λόγια... Πού 'ναι για μένα η αγνότητα της συνείδησης;
Ροσ. (συντριμμένος). Η αγνότητα της συνείδησης; Ναι, κείνη που 'θελες να διδάξουμε σ' όλους, για να νιώσουν ευγένεια και χαρά... Ω! μη μου θυμίζεις εκείνα τα όνειρα. Δε μπορώ να πιστέψω πια. Δεν εξευγενίζονται μ' εξωτερικήν επίδραση, οι άνθρωποι...
Ρεβ. Ούτε με την επίδραση της μεγάλης αγάπης;
Ροσ. (σκεπτικός). Α ναι! Στην αγάπη, υπάρχει το μεγαλύτερο κι ωραιότερο της ύπαρξης. (κινείται). Αν μπορούσα να πιστέψω...
Ρεβ. Δε με πιστεύεις Ρόσμερ;
Ροσ. Α! Ρεβέκα, πώς να σε πιστέψω ανεπιφύλακτα, αφού μου απέκρυψες τόσα μυστικά; Μη μου κρύψεις άλλα. Αν έχεις κανένα σχέδιο κρυφό, αν επιθυμείς κάτι, πες μου το λεύτερα. Θα κάνω πρόθυμα ό,τι μπορώ, για σένα.
Ρεβ. Δεν υψώθηκε καμιά φωνή μες στη ψυχή σου, να σε βεβαιώσει πως έγινε μια αλλαγή μέσα μου; Ότι μόνο συ με άλλαξες;
Ροσ. Όχι Ρεβέκα. Δε πιστεύω πλέον στη δύναμη να μεταβάλλω ψυχές... Δε πιστεύω πλέον ούτε σε σένα, ούτε σε μένα.
Ρεβ. Α! η ζωή εμπεριέχει την ανανέωση. Ας κρατηθούμε από τη ζωή, γιατί θα μας ξεφύγει πολύ γρήγορα...
Ροσ. (ταραγμένος). Τότε κάνε με ν αποκτήσω τη πίστη μου προς το πρόσωπό σου. Τη πίστη μου στον έρωτά σου. Θέλω μιαν απόδειξη. Μιαν απόδειξη. (βηματίζει). Δε μπορώ να υποφέρω τη κατάσταση αυτή, το φρικιαστικό αυτό κενό, αυτό το... (χτυπάνε τη πόρτα).
Ρεβ. (τρομαγμένη). 'Ακουσες; (ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Βρέντελ, φορώντας καλό πουκάμισο, ρεντιγκότα και παπούτσια σε καλή κατάσταση, φαίνεται ταραγμένος).
Ροσ. Α! σεις είστε κύριε καθηγητά;
Βρεν. Γιαν παιδί μου χαίρε!
Ροσ. Πού πηγαίνετε τόσον αργά;
Βρεν. Κατεβαίνω στην ακτή. Επιστρέφω στην εστία μου, πολύτιμε μαθητή μου. Αισθάνομαι τη νοσταλγία του άπειρου μηδενός.
Ροσ. Συνέβη τίποτε, κύριε Βρέντελ;
Βρεν. 'Ακουσε με. Είχες παρατηρήσει βέβαια τη μεταβολή μου... Πρόσφατα, όταν σ' επισκέφθηκα εδώ, σου φάνηκα σαν άνθρωπος που ζει άνετα κι εύπορα...
Ροσ. Δε σας καταλαβαίνω...
Βρεν. ...αλλά όπως βλέπεις απόψε, είμαι βασιλιάς εκθρονισμένος, καθισμένος πάνω στα ερείπια του παλατιού του, που 'χει γίνει στάχτη.
Ροσ. Αν μπορούσα να βοηθήσω...
Βρεν. Μπορείς να μου διαθέσεις ένα ιδεώδες ή δυο... ένα ζεύγος ιδεωδών; Θα 'καμες μια καλή πράξη. Βρίσκομαι΄εξ ολοκλήρου στεγνός.
Ρεβ. Εγκαταλείψατε το σκοπό σας, να κάνετε διαλέξεις;
Βρεν. Όχι δεσποινίς, αλλά φανταστείτε, τη στιγμή που θέλησα ν' αδειάσω το κέρας της αφθονίας, ανακάλυψα πως ήταν άδειο. Ο Πέτερ Μόρτενσγκαρντ μου το απέδειξε. Αυτός πράγματι είναι ισχυρός, είναι παντοδύναμος.
Ροσ. Όχι και τόσο.
Βρεν. Ναι παιδί μου. Και τούτο γιατί αυτός δε θέλει περισσότερα απ' όσα μπορεί. Κι ιδού το μυστικό της νίκης. Αγαπητέ μου μαθητή, λάβε υπ' όψη σου το παράδειγμά μου και μη χτίζεις στην άμμο. Πρόσεξε κυρίως να μη βασιστείς για οτιδήποτε στο πλάσμα τούτο που 'ναι πλήρες χαρίτων, και κατευθύνει την ύπαρξή σου.
Ρεβ. Για μένα μιλάτε; Γιατί ο πάστορας δε μπορεί να βασιστεί σε μένα;
Βρεν. Μπορεί, αλλά μ' έναν όρο: (πιάνει ήρεμα το χέρι της). Να πάει η γυναίκα που αγαπά στο μαγειρείο και να κόψει το μικρό τούτο δάχτυλο και κείνο το χαριτωμένο αριστερό αφτί. (αφήνει το χέρι της). Χαίρε, αγαπητέ Γιαν, νικητή.
Ροσ. Φεύγεις τόσον αργά, με τόσο σκοτάδι.
Βρεν. Το σκοτάδι αξίζει ακόμα, κάτι καλύτερο απ' όλα τ' άλλα. Χαίρετε! (βγαίνει. σιγή για λίγο).
Ρεβ. (αναπνέει με δυσκολία). Α πόσο βαρύς και πνιγερός είναι ο αγέρας εδώ μέσα. (πλησιάζει το παράθυρο και το ανοίγει).
Ροσ. (κάθεται στο σοφά). Βλέπω τώρα κι εγώ Ρεβέκα, ότι πρέπει ν' αναχωρήσεις... ας απολαύσουμε τουλάχιστον τις τελευταίες στιγμές... Έλα κάτσε δίπλα μου.
Ρεβ. (κάθεται κοντά του). Τί έχεις να μου πεις Ρόσμερ;
Ροσ. Πρώτα, θέλω να σου δηλώσω ότι δε πρέπει να 'χεις καμιάν ανησυχία για το μέλλον σου.
Ρεβ. Χμμ... για το μέλλον μου; Προ πολλού δε σκεφτόμουνα γι' αυτό.
Ροσ. Ναι! Ναι! Πίστεψες πως αυτή η ζωή σου εδώ, θα διαρκέσει για πάντα.
Ρεβ. Το πίστευα.
Ροσ. Κι εγώ Ρεβέκα... αλλ' αν πέθαινα...
Ρεβ. Θα ζήσεις πιότερο από μένα.
Ροσ. Ω! Δόξα τω Θεώ, μπορώ τώρα να διαθέσω καταπώς θέλω, τούτη την άθλιαν ύπαρξη... Μετά την ελεεινή μου ήττα, πριν αρχίσω καν τη πάλη...
Ρεβ. Ανάλαβε τον αγώνα, Ρόσμερ και θα δεις πως θα πετύχεις τούτη τη φορά...
Ροσ. Α! Δε πιστεύω πια Ρεβέκα. Δε πιστεύω μήτε στον εαυτό μου!
Ρεβ. Δε πιστεύεις τουλάχιστον ότι με τις αρχές σου, τις ιδέες σου, εξευγένισες μιαν ύπαρξη: εμένα;
Ροσ. Ω! Αν μπορούσα να το πιστέψω!
Ρεβ. (στρίβει τα χέρια της νευρικά). Τίποτα λοιπόν δε θα... δε θα μπορούσε να σε πείσει;
Ροσ. (με φρίκη). Μη μιλάς πλέον γι' αυτό Ρεβέκα, μη μιλάς...
Ρεβ. Κι όμως πρέπει να μιλάμε. Ξέρεις τρόπο θεραπείας της αμφιβολίας; Εγώ ξέρω έναν. Αν γνωρίζεις κι εσύ πες μου τον.... Πρέπει να μου τονε πεις...
Ροσ. (παρασυρμένος). Έστω! Λες ότι έχεις κυριευθεί από έρωτα βαθύ κι ότι σου εξευγένισα την ύπαρξη. Αλήθεια το λες;  Είσαι βέβαιη γι' αυτό; Θες να το επαληθεύσουμε;
Ρεβ. Είμαι έτοιμη.
Ροσ. Πότε;
Ρεβ. Όποτε θέλησεις. Όσο ταχύτερα, τόσο καλύτερα.
Ροσ. Καλά Ρεβέκα. Ας δούμε αν από αγάπη για μένα, τούτη τη νύχτα, θα 'σουν ακόμα και πρόθυμη να... (σταματά). Α! Όχι! Όχι!
Ρεβ. Ναι Ρόσμερ! Ναι! Πες το και θα δεις.
Ροσ. Θα 'χες το θάρρος με χαρά, από αγάπη προς εμένα, τη νύχτα τούτη... με χαρά, τ' ακούς;... Ν' ακολουθήσεις το δρόμο της ...Ευτυχίας;
Ρεβ. (σηκώνεται αργά και με φωνή υπόκωφη). Ρόσμερ;
Ροσ. Ναι Ρεβέκα. Το ρώτημα τούτο θα υπάρχει αιώνες στη ψυχή μου... Α! μου φαίνεται πως σε βλέπω κει... στη γέφυρα του ρεύματος, ότι σκύβεις, ζαλίζεσαι, κάνεις μια κίνηση προς τα μπρος... Όχι... πισωπατάς. Δε τολμάς να κάνεις αυτό που τόλμησε κείνη.
Ρεβ. Κι αν είχα το θάρρος; Αν πήγαινα με χαρά;
Ροσ. Θα όφειλα να σε πιστέψω. Θα όφειλα να πιστέψω τις αρχές μου, τη δύναμή μου για την εξευγένιση των ανθρώπων.
Ρεβ. (γαλήνια, παίρνει το κάλυμμά της και το φορά στο κεφάλι). Η πίστη στον εαυτό σου θα σου δοθεί...
Ροσ. (σφίγγει το μέτωπο). Πόσον ελκυστική φρίκη!
Ρεβ. 'Ακουσε μόνο, Ρόσμερ. Δε θέλω να μείνω κει μέσα πολύ καιρό, περισσότερο καιρό, απ' όσο χρειάζεται. Θέλω γρήγορα να με ανασύρουνε.
Ροσ. (σηκώνεται). Αλλ' αυτά όλα είναι τρέλα... Μείνε ή φύγε Ρεβέκα... Σε πιστεύω πλέον.
Ρεβ. Λόγια Ρόσμερ. Όχι δε χρειάζονται πλέον υπεκφυγές και λιποψυχιές. Πως μπορείς να με πιστέψεις πλέον;
Ροσ. Όχι δε θέλω, Ρεβέκα. Δεν είσαι γεννημένη για ν' ακολουθήσεις το δρόμο της Ευτυχίας. Δε βλέπεις τη ζωή πλανεμένα...
Ρεβ. Όχι. Αλλά βλέπω σήμερα τη ζωή, όπως τη βλέπουνε στο Ρόσμερσχολμ. Είμαι ένοχη, πρέπει να εξιλεώσω την ενοχή μου. Το αποφάσισα!
Ροσ. (παρατηρώντας τη τεταμένα). Το αποφάσισες;
Ρεβ. Ναι.
Ροσ. (αποφασιστικά). Καλά. Αλλά γω Ρεβέκα, βλέπω τη ζωή όπως πρέπει να φαίνεται στο νου μας τον απαλλαγμένο προκαταλήψεων. Εμείς θα δικαστούμε μόνοι μας.
Ρεβ. (παραξηγώντας τα λόγια του). Ναι! Ναι, είναι σωστό. Παραιτούμαι από τη ζωή, αλλά θα σώσω παν ό,τι καλόν υπάρχει μες στη ψυχή σου...
Ροσ. Ω! Δε μου μένει πλέον τίποτε να σώσω.
Ρεβ. Ναι, Ρόσμερ, σου μένει, Αλλ' εγώ δε μπορούσα παρά να 'μαι κακός κυβερνήτης του πλοίου, που θα ταξίδευες, να προχωρήσεις, να φτάσεις... Πρέπει να ριχτώ στη θάλασσα. Είναι τάχα καλύτερο να σούρνω στον κόσμο μια συντριμμένην ύπαρξη; Είναι καλύτερα να εκπλήττω τον εαυτό μου και να θρηνώ δειλά, για τη διαφυγούσα ευτυχία, για την όμορφη οπτασία, που το παρελθόν μου μ' έκαμε να χάσω; Όχι Ρόσμερ. Καλύτερα... καλύτερα να θριαμβεύσω στην αποτυχία μου.
Ροσ. Αν εσύ φύγεις... θα φύγω κι εγώ....
Ρεβ. (κοιτώντας τον με αδιόρατο χαμόγελο και μιλώντας του χαμηλόφωνα). Ναι Ρόσμερ, έλα και κοίταζέ με. Γίνε μάρτυράς μου.
Ροσ. Θα σε ακολουθήσω σου λέω.
Ρεβ. Ως τη γέφυρα, ναι. Γιατί ποτέ από τότε δε τη πέρασες... Κι αυτό μ' έκανε να χάσω κάθε ελπίδα.
Ροσ. Ρεβέκα. Ορίστε. Σου δίνω το χέρι μου και στ' όνομα της συνείδησής μου, σε παίρνω γυναίκα μου νόμιμη.
Ρεβ. (πιάνοντας το χέρι του κι ακουμπώντας το κεφάλι της στο στήθος του). Ευχαριστώ Ρόσμερ. (αποσύρεται). Και τώρα πηγαίνω με χαρά, με πολλή χαρά.
Ροσ. Οι αληθινοί σύζυγοι ποτέ δε χωρίζονται. Σ' ακολουθώ.
Ρεβ. Μόνον ως τη γέφυρα.
Ροσ. Θα τη περάσω όμως μαζί σου. Όσο μακριά κι αν πας θα σε ακολουθήσω. Έχω τώρα το θάρρος και πιστεύω πως είναι ο καλύτερος δρόμος, που μπορώ να πάρω.
Ρεβ. Κι αν γελιέσαι; Αν διακατέχεσαι μόνον από γοητευτικήν οπτασία, παροδική; Αν κανένα λευκό άλογο του Ρόσμερσχολμ, σου τραβήξει το βλέμμα;
Ροσ. Ίσως... Ίσως... οι σύζυγοι όμως οι αληθινοί δε χωρίζονται.
Ρεβ. 'Ακουσέ με Ρόσμερ. Πες μου πρώτα, ποιός από τους δυο μας ακολουθεί τον άλλο;
Ροσ. Μάταια θα ζητούσαμε να το εξακριβώσουμε.
Ρεβ. Κι όμως, θα 'θελα πολύ να το γνωρίζω.
Ροσ. Έκαστος εξ ημών ακολουθεί τον άλλο, Ρεβέκα... Τώρα είμαστε μια ύπαρξη, το ακούς; Μια και μόνη ύπαρξη.
Ρεβ. (παρασύρεται). Ναι. Μια μόνην ύπαρξη. Έλα, θα προχωρήσουμε γεμάτοι χαρά, γεμάτοι, απέραντη χαρά.
(βγαίνουνε, κρατιούνται από το χέρι. η πόρτα της εξόδου μένει ανοιχτή πίσω τους. το σκηνικό μένει αδειανό για λίγο. η κυρία Έλσεθ μισανοίγει τη μέσα πόρτα).
Ελσ. Η άμαξα περιμένει δεσποιν... (κοιτά γύρω). Βγήκανε... βγήκανε μαζί τέτοιαν ώρα...; Α! καλά, μπορεί να πει κανείς...! Χμμ... (προχωρεί κοιτώντας στην είσοδο κι επιστρέφει). Κείνο το λευκό πράμα κει κάτω... τί να 'ναι; Χριστέ βοήθα! Νάτους... οι δυο τους στη γέφυρα. Θεέ μου! Σπλαχνίσου τους αμαρτωλούς... αγκαλιάζονται. (βγάζει ξεφωνητό). Ααα! πέσανε κι οι δυο μαζί στο χείμαρρο... Βοήθεια! Βοήθεια! (τρέμουνε τα γόνατά της και κλονίζεται, στηρίζεται στο γραφείο, ψιθυρίζει). Όχι! Δε μπορεί πλέον κανείς να τους βοηθήσει, κανείς να τους σώσει. Η κυρία τους πήρε μαζί της!
                                                                            

Μόναχο 1886
                                                   ΑΥΛΑΙΑ

Βιογραφικό Eρρίκου Ίψεν

Σ' όλη την ιστορία της Λογοτεχνίας, βρίσκει κανείς ελάχιστες προσωπικότητες της ιδιοφυΐας του. Στη κυριολεξία η ζωή του ολάκερη κι η ενεργητικότητά του ήταν αφιερωμένη στο θέατρο. Η προσφορά του, πικρή μα και λυτρωτική, άλλαξε τη πορεία των βημάτων στο σανίδι. Ένας από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς της νεότερης ιστορίας, ο άνθρωπος που ανέτρεψε κανόνες κι έθιμα δεκαετιών στο θέατρο, ο συγγραφέας που κάποτε είπε: «Με μεγάλη ευχαρίστηση θα τορπίλιζα τη Κιβωτό του Νώε». Στα νιάτα του ήταν ανικανοποίητος από τα πάντα. Σκανδάλισε πάρα πολύ με τα έργα του, την εποχή του. Αργότερα, έψαχνε μάταια να βρει θεατρική φόρμα που να του ταιριάζει. Κι επειδή δε βρήκε καμιά, δημιούργησε μια μόνος του για τον εαυτό του.
    
Ο Ερρίκος Iωάννης Ίψεν, -απόγονος μιας από τις παλαιότερες και πιο διακεκριμένες οικογένειες, μαζί με την οικογένεια Paus-, γεννήθηκε 20 Μάρτη 1828 στο Σκιεν (Skien, χωριό παραθαλάσσιο με ιδιαίτερην έμφαση στο εμπόριο ξυλείας) της Νορβηγίας, απ' όπου λίγα χρόνια αργότερα (στα 8 του) μετακομίζουνε λόγω της χρεωκοπίας του πατέρα Κνουντ (Knud Ibsen & μητέρα η Μάριχεν 'Αλντενμπουργκ = Marichen Altenburg, αρχικά εύπορη οικογένεια), πράμα που οδηγεί τα μέλη της οικογένειας σε αποξένωση. Μετά τη γέννησή του, φαίνεται πως η τύχη γύρισε τη πλάτη στην οικογένεια. Η μητέρα το γύρισε στη θρησκεία, απογοητευμένη από τα εγκόσμια κι ο πατέρας έπαθε κατάθλιψη από την εμπορική αποτυχία.
    
Μεγάλωσε λοιπόν δύσκολα και κάτω από πολλές στερήσεις. Το 1844 αφήνει το πατρικό και για να καταφέρει να σπουδάσει Ιατρική, μπαίνει μαθητευόμενος σ' ένα φαρμακείο στο Γκρίμσταντ. Οι ελεύθερές του ώρες ήταν αφιερωμένες στη προετοιμασία για την εισαγωγή του στο Πανεπιστήμιο του Όσλο, όπου ανέπτυξε ισχυρή φιλία με τον ποιητή και θεατρικό συγγραφέα Bjornstjerne Bjornson. Παράλληλα δοκιμάζει και τα πρώτα του βήματα στο δραματικό θέατρο, δίνοντας στα πρώτα έργα του χαρακτήρα επικό κι άγριο: Οι ήρωές του ψάχνουνε την απόλυτη αλήθεια, αλλά ποτέ δε μπορούσαν να τη βρουν. Αυτή τη περίοδο γράφει το πρώτο του έργο "Κατιλίνας", έμμετρο ιστορικό δράμα εμπνευσμένο από τους αγώνες για ανεξαρτησία που κυριαρχούν στην Ευρώπη. Μετά έγινε θαυμαστής του Σίλερ κι αυτό τον ώθησε να γράψει ιστορικά κι έμμετρα δράματα, έχοντας ως πηγή έμπνευσης τις σκανδιναβικές σάγκα (saga). Αργότερα τον έθελξε η αναμόρφωση του γαλλικού και του γερμανικού θεάτρου. Πίστευε πως η σύγκρουση χαρακτήρων και στάσεων ζωής μες στη κοινωνία μπορεί να δημιουργήσει σύγχρονες τραγωδίες στο θέατρο. Φυσικά, εγκατέλειψε την ιδέα να μπει στην Ιατρική, αφού πρώτα απέτυχε σε μπόλικους διαγωνισμούς εισόδου.
    
Το 1850 εγκαθίσταται στη Χριστιανία (Όσλο) κι εκδίδει με τη βοήθεια των φίλων του τον "Κατιλίνα" με το ψευδώνυμο Μπρίνιολφ Μπιάρμε (Brynjulf Bjarme), στα 22 του μόλις. Το θέατρο της Χριστιανίας ωστόσο αρνείται να παρουσιάσει το έργο του και κάνει τελικά τη 1η εμφάνισή του ως θεατρικός συγγραφέας με το έμμετρο έργο "Ο Τάφος Του Πολεμιστή", που περνά σχεδόν απαρατήρητο. Ένα χρόνο μετά προσλαμβάνεται από το βιολιστή Ole Bull, ως θεατρικός ποιητής, συγγραφέας και σκηνοθέτης στο νεόχτιστο τότε Εθνικό Θέατρο του Μπέργκεν και παραμένει ως το 1857. Εκεί κατάφερε να περάσουν από τα χέρια του, πάνω από 150 θεατρικές παραστάσεις κάθε μορφής, καμμιά δική του, όμως αυτό του πρόσφερε θαυμάσιαν εμπειρία, και τονε βοήθησε πάρα πολύ μελλοντικά. Στα χρόνια που ακολουθούνε ταξιδεύει, διορίζεται διευθυντής του θεάτρου της Χριστιανίας και παντρεύεται το 1858, τη Σουζάνα Τόρεσεν (Suzannah Thoresen), -μορφωμένη γυναίκα με ισχυρή θέληση, που στήριξε το γυναικείο κίνημα της εποχής της κι είχαν αρραβωνιαστεί από το 1856- και κάνουν ένα γιο, τον Σίγκουρντ (Sigurd Henrik Ibsen). Κείνη τη περίοδο γράφει: "Τα Παλληκάρια Του Χέλγκελαντ", "Οι Μνηστήρες Του Θρόνου", "Η Κωμωδία Του Έρωτα". Το 1862, με το τελευταίο μάλιστα έγινε γνωστός ως νέος, πολλά υποσχόμενος θεατρικός συγγραφέας.
    
Το θέατρο της Χριστιανίας όμως χρεωκοπεί κι η οικονομική κατάσταση της οικογένειας Ίψεν επιδεινώνεται. 2 έτη μετά, το κράτος εγκρίνει μικρήν υποτροφία κι αυτός εγκαθίσταται στη Ρώμη για 4 έτη. Ακολουθούν: Δρέσδη, (1868) και Μόναχο (1875). Δεν είχε καταφέρει να κερδίσει στην αρχή της καριέρας του, την αγάπη των συμπατριωτών του. Η ευθύτητα του λόγου του κι η ενασχόλησή του με θέματα που καλύπτονταν από κοινωνική υποκρισία (έρωτας, σχέση των δύο φύλων κ.λπ.) ενόχλησε πολλούς κι έτσι φανερά απογοητευμένος εγκατέλειψε την χώρα του κι έφυγε στο εξωτερικό. Δε γύρισε σ' αυτή παρά μόνον όταν έγινε διάσημος πια συγγραφέας. Ανάμεσα στα έργα του που ξεχωρίζουν και γραφτήκανε κυρίως στο εξωτερικό είναι: "Μπραντ" (1η μεγάλη του επιτυχία, που πιστεύεται πως έχει δεχτεί έντονες επιρροές από τη διδασκαλία του Κίρκεργκαρντ = Soren Kierkegaard Δανός φιλόσοφος) "Έντα Γκάμπλερ", "Πέερ Γκυντ", "Βρυκόλακες", "Αγριόπαπια", "Κουκλόσπιτο", "Κυρά Της Θάλασσας", "Εχθρός Του Λαού", "Στηρίγματα Της Κοινωνίας" κ.ά.
    
Φαινομενικά, η οικογένεια Ίψεν διάγει ήρεμη ζωή. Ωστόσο, στη ζωή του έχουν εισβάλει διαδοχικά 3 γυναίκες που τον κατακτάνε και σφραγίζουνε το χαρακτήρα του. Η "Έντα Γκάμπλερ" είναι το τελευταίο έργο, που δημοσιεύθηκε όταν ακόμα ζούσε εκτός Νορβηγίας. Δεν είναι βέβαιο πότε συνέλαβε την ιδέα του έργου. Το καλοκαίρι του 1889 βρισκόταν στο Gossensass -ήτανε τελευταία φορά που θα 'μενε σ' αυτό το μικρό χωριό των 'Αλπεων, στο Τυρόλο. Εκεί ήτανε που πρωτοσυνάντησε τη 18χρονη Έμιλι Μπάρντας από τη Βιέννη. Η γνωριμία του μαζί της σύντομα εξελίχθηκε σ' έρωτα -από τη δική του πλευρά- παρόλη τη διαφορά ηλικίας. Εκείνος ήταν 61 ετών κι εκείνη 18. Η σχέση τους διήρκεσε μόλις 2 μήνες, λέγεται ότι παρέμεινε πλατωνική κι οι μόνοι καρποί του, ήταν ίσως η "Έντα" κι ο "Σόλνες". Όταν εκείνη επέστρεψε στη Βιέννη κι αυτός στο Μόναχο, ανταλλάξανε σειρά επιστολών. Σε μια απ' αυτές, με ημερομηνία 7 Οκτωβρη 1889, της γράφει:
 
«Μία ιδέα για νέο θεατρικό γεννιέται μέσα μου. Θα το τελειώσω αυτό το χειμώνα και θα προσπαθήσω ν' αποτυπώσω τη χαρούμενη ατμόσφαιρα των καλοκαιρινών διακοπών μας. Αλλά θα καταλήγει στη θλίψη. Το νιώθω. Έτσι είμαι».
Σ' άλλο γράμμα προς την Έμιλι, στις 19 Νοέμβρη 1889, γράφει:

«Είμαι πάρα πολύ απασχολημένος με τη συγγραφή του νέου μου έργου. Κάθομαι στο γραφείο μου σχεδόν ολάκερη τη μέρα. Κάνω μόνον ένα μικρό περίπατο το απόγευμα. Ονειρεύομαι κι ανακαλώ τις αναμνήσεις μου και τότε κάθομαι να γράψω».

Βάσει μιας επιστολής του, γνωρίζουμε ότι το πρώτο ολοκληρωμένο αντίγραφο του έργου το 'στειλε στον εκδότη του στη Κοπεγχάγη στις 16 Νοεμβρη 1890. Ο αρχικός τίτλος του έργου ήταν "Έντα" αλλά σύντομα το μετονόμασε «Έντα Γκάμπλερ».

«Μ' αυτό τον τρόπο ήθελα να τονίσω πως η Έντα ως προσωπικότητα είναι η κόρη του πατέρα της, του στρατηγού Γκάμπλερ κι όχι η σύζυγος του άντρα της, του δόκτορα Τέσμαν. Σ' αυτό δε προσπάθησα ιδιαίτερα ν' ασχοληθώ μ' αυτά που θεωρούμε προβλήματα. Βασικός μου σκοπός ήταν να παρουσιάσω πραγματικούς ανθρώπους, με πραγματικές ψυχολογικές διαθέσεις και προθέσεις μέσα σ' ένα συγκεκριμένο πλαίσιο συνθηκών και κοινωνικών επιταγών».

Ο μεγάλος συγγραφέας σκέπτεται σοβαρά να χωρίσει τη γυναίκα του Σουζάνα και να παντρευτεί την Έμιλι, αλλά δεν της το λέει ποτέ. Συνεχίζουν ν' αλληλογραφούν μέχρι τουλάχιστον το 1889, όταν ο γηραιός πια συγγραφέας αποφασίζει να σταματήσει. Σταματά οριστικά να επικοινωνεί όταν γνωρίζει άλλον ένα μεγάλο έρωτα της ζωής του, τη Χίλντουρ 'Αντερσεν.
    

Η "Έντα Γκάμπλερ" ανέβηκε 1η φορά στις 31 Γενάρη 1891 στο ResidenzΤheater του Μονάχου, κι ήτανε παρών στη πρεμιέρα. Λέγεται ότι δεν ήτανε διόλου ευχαριστημένος με την απόδοση της Clare Heese που ερμήνευσε το ρόλο της Έντα. Θεωρούσε πως η ερμηνεία της ήτανε στομφώδης. Οι κριτικές συνηγορούσανε στην άποψή του. Η αποδοχή του κοινού ήταν μικτή, με χειροκροτήματα κι αποδοκιμασίες. Αυτοί που χειροκρότησαν ήτανε σαφώς περισσότεροι, γεγονός που οφείλεται μάλλον στη φυσική παρουσία του εκεί.
    
Στον "Εχθρό Του Λαού" ένας έντιμος άνθρωπος, ένας γιατρός ιδεολόγος, λέει δημόσια την αλήθεια, για τον κίνδυνο πανδημίας στη πόλη του και βρίσκει συσπειρωμένο απέναντί του, όλο το σκληρό κατεστημένο των συμφερόντων και της διαπλοκής, καθώς και το αφιονισμένο από τα ψεύδη κοινό. Ο Ίψεν, από απόσταση διαμπερούς βολής, μας κλείνει μελαγχολικά το μάτι και μας ψυχαγωγεί στα οικεία κακά με τη δύναμη και το πάθος της προφητικής δραματουργίας του.
    
Στη Χριστιανία, ο πατέρας του ψυχολογικού θεάτρου, επιστρέφει για μόνιμη εγκατάσταση το 1891, έπειτα από 27χρονη διαμονή σε Ιταλία και Γερμανία και τον υποδέχονται πανηγυρικά. Το 1892 τελειώνει έν από τα τελευταία έργα του εκεί, που 'χει έντονο χαρακτήρα αυτοπροσωπογραφίας κι απολογισμού. Ο "Πρωτομάστορας Σόλνες" θεωρείται το έργο του το πιο αυτοβιογραφικό, -ο ίδιος ομολογεί πως ο ήρωας τον αντιπροσωπεύει πιότερο από κάθε άλλο. Στο κείμενό του (αλλά και των περισσότερων έργων του) ρέουνε διάλογοι μ' απλή γλώσσα, αυτή που χρησιμοποιούν άνθρωποι καθημερινοί, άνθρωποι με πάθη. Κάθε φράση αποδίδεται μ' ακρίβεια κι εξυπνάδα, κρύβει μέσα της δραματικά στοιχεία κι ισχυρά μηνύματα, γεμάτα συμβολισμούς κι ένα τολμηρό ρεαλισμό, που αντέχει στο χρόνο. Ακολουθούνται στοιχεία της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, όπως ορίζονται από τον Αριστοτέλη.
    
Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Σόλνες, κατατρέχεται από τραγικό στοιχείο που δε θα μπορέσει ν' αποφύγει και θα τον οδηγήσει στη πτώση. Έχει επιβλητική προσωπικότητα, χτίζει εκκλησίες και σπίτια κι έτσι είναι επαγγελματικά καταξιωμένος. Κρύβει αινιγματικό χαρακτήρα που κατέχεται από υπεροψία. Βιώνει το γάμο με τη κα Σόλνες, που όλο και σαπίζει πάνω σε τραγικά γεγονότα του παρελθόντος. Τη ζωή του έρχεται να ταράξει η Χίλντα, (εδώ ουσιαστικά περιγράφει από κάποια απόσταση, τη σχέση του με την Έμιλι), κοπέλα δροσερή, που αντικατοπτρίζει τη δύναμη, τα νιάτα, το θάρρος και την ελευθερία. Στοιχεία που ο Σόλνες στη δύση του κυριευμένος από διάφορες φοβίες, τόσο πολύ χρειάζεται να νιώσει και τα εισπράττει μέσα από κείνη, για να φτάσει στη κορύφωση, στην υπέρτατη ελευθερία και δημιουργία: στη λύτρωση. Η 1η παράσταση του έργου δόθηκε στο Βερολίνο το 1893. Με την επιστροφή στη πατρίδα γράφει άλλα 2 έργα εκτός του "Σόλνες" τα: "Ιωάννης Γαβριήλ Μπόργκμαν" & "Όταν Εμείς Οι Νεκροί Ξυπνήσουμε".
    
Στις 23 Μάη 1906 πεθαίνει στο Όσλο, σ' ηλικία 78 ετών, συνεπεία πολλών αιτιών. Όταν η νοσοκόμα είπε σε κάποιον από τους πολλούς επισκέπτες του, πως η πορεία της υγείας του πηγαίνει λιγάκι καλύτερα, ο Ίψεν άφησε να βγεί από τα χείλη του η φράση: "Το αντίθετο!" και ξεψύχησε. Η κηδεία, που παραβρεθήκανε 12.000 άνθρωποι, γίνεται δημοσία δαπάνη. Στο μνήμα στήθηκε μια αξίνα, για να συμβολίζει τον άνθρωπο που 'σκαψε βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή.

"Η επιστημονική και κοινωνική εξέλιξη είχανε δείξει, από τη μια, τις τεράστιες δημιουργικές ικανότητες του ανθρώπου κι από την άλλη, την εξαφάνιση και τη συντριβή του κάτω από το περιβάλλον, το πλήθος και τις δυνάμεις που ο ίδιος δημιούργησε. Αυτό το δράμα έφερε στο θέατρο ο Ιψεν, οπλίζοντάς το με της ποιητικής και της δραματικής του ιδιοφυΐας την αρματωσιά. Ο Ιψεν δίδαξε ότι το δράμα κι όταν φύγει από τις σφαίρες της έμμετρης ποίησης και του τιτάνιου πάθους, μπορεί να διατηρήσει ποίηση και πάθος, ακόμα κι αν ο στίβος του είναι η τραπεζαρία ή η αυλή του απέναντι γείτονα", έγραψεν ο Μάριος Πλωρίτης.
    

Ήταν από τους πιο αντιπροσωπευτικούς ρεαλιστές δραματουργούς, πατέρας του σύγχρονου ψυχολογικού δράματος, του ερωτικού ιψενικού, τραγικού τριγώνου κι ένας από τους κορυφαίους όλων των εποχών. Πιστεύει πάνω απ' όλα, με φανατισμό στην ατομική ελευθερία. Το σύνολο του έργου του στρέφεται γύρω από δυο πόλους: τη σπουδαιότητα του ατόμου και τη σημασία της αγάπης. Από το πρώτο του έργο, μέχρι το τελευταίο, πολεμά το συμβιβασμό, τις προλήψεις, τη ρηχή κοινωνία κι αγωνίζεται μες από τα θεατρικά του για την απελευθέρωση του ατόμου από τις αλυσίδες του ψεύδους και της συνθηκολόγησης. Η επίδραση που άσκησε στο ευρωπαϊκό θεατρικό στερέωμα υπήρξε κατά γενικήν ομολογία τεράστια. Το στήσιμο των χαρακτήρων γινόταν με απόλυτη συνέπεια, χωρίς σφάλματα ή δραματικές υπερβάσεις. Οι χαρακτήρες μεταλλάσσονται, αλλά υπακούουν σε μια λογική μετάλλαξης, όχι σε αφαιρετική αυθαιρεσία.
    
Υπήρξεν ο δραματουργός που επηρέασε, όσο κανείς άλλος, τη δραματουργία του ελληνικού θεάτρου στον 20ο αιώνα τόσο καθοριστικά, όσο οι Μολιέρος, Γκολντόνι, Σίλερ και Σέξπιρ τη δραματουργία του 19ου αιώνα. Τη 1η παράσταση των "Βρυκολάκων" του 1894 προλόγισε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο πατέρας του ελληνικού αστικού θεάτρου ιδεών, που ήταν ο γονιμότερος δέκτης της ιψενικής, θεατρικής ιδεολογίας και τεχνικής. Πολλοί Ελληνες συγγραφείς, από τον Ξενόπουλο και τον Νιρβάνα, ως τον Ιάκωβο Καμπανέλλη μολογούνε τις οφειλές τους στον Ίψεν, ενώ οι μεγαλύτεροι Έλληνες πρωταγωνιστές, μεταφραστές και κυρίως σκηνοθέτες ανέβασαν στη σκηνή επανειλημμένα το σύνολο της ιψενικής δραματουργίας, ισορροπώντας μεταξύ της βόρειας και της μεσογειακής αστικής ηθικής.
    
Το 2006, στην 100ή επέτειο του θανάτου του, τιμήθηκε η μνήμη του στη Νορβηγία αλλά και σε πολλές άλλες χώρες κι η χρονιά ονομάστηκε "Χρονιά Ίψεν" από τις νορβηγικές αρχές. Το Μάη του 2006 στήθηκε κουκλοθέατρο για τη ζωή του με τίτλο: "Ο Θάνατος Του Μικρού Ίψεν", (The Death Οf Little Ibsen) στο Θέατρο Sanford Meisner της Νέας Υόρκης.
Vakxikon Radio
Vakxikon Blog