Βοηθητικό μενού

"Το Θέατρο της Απόλυτης Σιωπής!" του Γ. Αναγνωστάτου

Γράφει ο Σπύρος Βρεττός

Όταν ο σκηνοθέτης Γεράσιμος Αναγνωστάτος ένιωθε τόσο πιεστική την ανάγκη να πειραματιστεί πάνω σ’ ένα καινούργιο είδος θεάτρου, δεν μπορούσε να καθορίσει αν αυτό ήταν ένα τέλος ή μια καινούργια αρχή στη ζωή του θεάτρου. Ήξερε, όμως, ότι άγγιζε κάτι που αναδυόταν πλέον και ως αναγκαιότητα και ως σιωπηλός πόνος μέσα από την ίδια την πραγματικότητα. Δεν ήθελε να κατανοήσει ποια ήταν η ακριβής φύση αυτής της αναγκαιότητας και ποιος ακριβώς ήταν αυτός ο πόνος. Ολωσδιόλου ξαφνικά, είπε στον εαυτό του: «Ας δημιουργήσομε το θέατρο της απόλυτης σιωπής!». Δεν ήξερε γιατί το είπε. Αλλά καταλάβαινε πολύ καλά ότι αυτό το θέατρο δεν ήταν ό,τι στον κόσμο προϋπήρξε για τη δημιουργία του θεάτρου, ή ό,τι κυρίως στην αρχαία Αθήνα προϋπήρξε προτού να δημιουργηθεί εκεί το θέατρο και ν’ αποκτήσει οριστική ύπαρξη και οντότητα.
    
Η δημιουργία του Θεάτρου της Απόλυτης Σιωπής!, αναγγέλθηκε από πολλούς διαδικτυακούς τόπους και μάλιστα πήρε μία πολύ εκτεταμένη διάδοση. Ο Γεράσιμος Αναγνωστάτος είχε διαθέσει τα τελευταία χρήματα που του απόμεναν για να νοικιάσει την κεντρική -και πολύ γνωστή- εκείνη αίθουσα. Στην πραγματικότητα δεν του απέμεναν καθόλου χρήματα. Και οι απαιτήσεις των δανειστών του είχαν φτάσει στο κατακόρυφο, όπως και ο ίδιος ο δανεισμός του, ο συνεχής, που είχε, για αρκετά χρόνια - και ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες- καταστεί ιδιαίτερα επικίνδυνος. «Το Θέατρο της Απόλυτης Σιωπής»: Τα μεγάλα φωτεινά γράμματα στο θριγκό του θεάτρου ήταν εντυπωσιακά. Η πρώτη παράσταση είχε αναγγελθεί για τις 27 του Δεκέμβρη, λίγες μέρες πριν την έναρξη του καινούργιου χρόνου. Αλλά κανένας δεν είχε πληροφορηθεί για το τι ακριβώς θα ήταν η φύση αυτής της παράστασης. Ωστόσο, πολλοί περίεργοι είχαν συγκεντρωθεί έξω από το θέατρο περιμένοντας ν’ ανοίξει από στιγμή σε στιγμή η πύλη εισόδου. Κι όταν αυτή πύλη άνοιξε στις 16.05 το απόγευμα, οι πρώτοι που μπήκαν στο θέατρο δεν αντίκρισαν ταξιθέτριες, ούτε άλλο κανένα πρόσωπο. Δεξιά της εισόδου, υπήρχε ένα ξύλινο τραπέζι με ακαθόριστο χρώμα και πάνω σ’ αυτό το τραπέζι βρισκόταν κάτι σαν ένα φύλλο οδηγιών γι’ αυτούς που θα έμπαιναν στο θέατρο και θα παρακολουθούσαν  την εναρκτήρια παράσταση. Οι ευκρινείς οδηγίες τους πληροφορούσαν, λοιπόν, ότι μπορούσαν να πάρουν τις θέσεις τους στο θέατρο, μέχρι και την πρώτη σειρά καθισμάτων, ότι μετά το πρώτο μέρος της παράστασης, που θα κρατούσε ακριβώς 35 λεπτά, μπορούσαν να περάσουν στο φουαγιέ να πάρουν τον καφέ τους, ή το ποτό τους, να συζητήσουν ελεύθερα, όπως στην καθημερινή τους ζωή, αν το επιθυμούσαν, ή ακόμα και να παραμείνουν σιωπηλοί στις θέσεις τους και κατά τη διάρκεια του δεκάλεπτου διαλείμματος. Αλλά μετά το πέρας της παράστασης, που θα κρατούσε άλλα 35 λεπτά, θερμή παράκληση προς τους θεατές ήταν: Στο μεγάλο βιβλίο των θεατών που ήταν ολάνοιχτο στο άλλο ξύλινο τραπέζι, δεξιά της εξόδου, να σημειώσουν στις λευκές σελίδες μόνο μία σκέψη τους από τις όποιες σκέψεις που μέσα τους περιπλανήθηκαν κατά τη διάρκεια της παράστασης. Παρακαλούνταν όλοι οι θεατές να πάρουν το έντυπο των οδηγιών και χωρίς κανένα καταναγκασμό να τηρήσουν τις οδηγίες.
    
Έγινε κατορθωτό η πρώτη παράσταση του Θεάτρου της Απόλυτης Σιωπής να πραγματοποιηθεί την 27η του Δεκέμβρη - απογευματινή παράσταση μόνο - ώρα 16.30, επακριβώς. Τα πάντα ήταν έτοιμα και μια μεγάλη φωτεινή επιγραφή με ωραία καλλιτεχνικά γράμματα, που σχεδόν παρέπεμπαν στο αρχέγονο της γραφής –έδινε το στίγμα του θέατρου. Οι πρώτοι θεατές, στις 16.05΄ είχαν περάσει κιόλας την είσοδο του θεάτρου, κάπως αμήχανοι. Κοιτώντας όμως το τραπέζι με τα έντυπα των οδηγιών, είχαν πολύ σύντομα πάρει στα χέρια τους τις οδηγίες και είχαν πολύ ωραία προσαρμοστεί στις θέσεις τους. Και καθώς το θέατρο άρχισε σιγά-σιγά να γεμίζει από κόσμο, παρακαλούσαν και τους άλλους, όσους δεν είχαν προμηθευτεί το έντυπο των οδηγιών, να γυρίσουν στην είσοδο και να παραλάβουν το πολύτιμο έντυπο. Στις 16.30΄ το θέατρο είχε σχεδόν γεμίσει κόσμο, που είχε μελετήσει τις οδηγίες και καθόταν ασάλευτος και σιωπηλός στη θέση του, με απεριόριστα, ενδεχομένως, εξημμένη περιέργεια για το τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Στις 16.30΄ακριβώς ακούστηκε ασυνήθιστος ήχος, που μπορεί να σήμαινε ότι η παράσταση άρχιζε, γιατί αμέσως μετά έσβησαν όλα τα φώτα, και η αυλαία –σε αργό ρυθμό-άνοιξε: Η σκηνή φωτιζόταν επαρκώς. Υπήρχαν εκεί 12 ξύλινα καθίσματα, τοποθετημένα διαγώνια και το σκηνικό -μαύρο, κατάμαυρο σε όλη του την έκταση-, ήταν, παρόλα αυτά, ως να το διαπερνούσε μια ιδέα φωτεινότητας. Κάτι που θα μπορούσε να αποκληθεί –και που ενδεχομένως δεν είχε ξαναχαρακτηριστεί έτσι- ως «η αέναη φωτεινότητα του μαύρου».

Οι θεατές παρέμεναν εντελώς ασάλευτοι στις θέσεις τους, κυριαρχούσε μια σχεδόν ευεργετική για όλους σιωπή, «γαλήνια σιωπή» -ψιθύρισε κάποιος- κι ήταν ο έσχατος ήχος που ακούστηκε στο θέατρο, ενώ η σκηνή εξακολουθούσε να φωτίζεται κατά τον ίδιο ευκρινή μεν αλλά διακριτικό τρόπο. Και καθώς η απόλυτη σιγή φαινόταν να απλώνεται όλο και περισσότερο ευεργετικά στο χώρο του θεάτρου και από τα δύο παρασκήνια, δεξιά και αριστερά της σκηνής, άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους 12 ανθρώπινα πλάσματα, με τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους όχι πλήρως ευκρινή, αλλ’ οπωσδήποτε θα μπορούσε να διακρίνει κάποιος ότι επρόκειτο για 6 άντρες και 6 γυναίκες, που έπαιρναν –με ένα τρόπο ευλαβικό, θα μπορούσε να πει κάποιος, ως να μην ήθελαν καθόλου να διαταράξουν τη θεία σιωπή ή τη γαλήνια σιωπή- θέση στα ξύλινα καθίσματα. Έβλεπαν, εν μέρει το φωτεινό μαύρο του σκηνικού και εν μέρει τους ασάλευτους στα καθίσματά τους θεατές. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου των ηθοποιών δεν ήταν καθόλου ευκρινή. Άφηναν όμως την εντύπωση είτε ότι είχαν γεράσει μέσα σε αιώνες ζωής –ή και χιλιετίες- ή ακόμη και ότι είχαν αρχίσει ν’ ανανεώνονται από την έλευση μιας νέας, μη αναμενόμενης άνοιξης. Αλλά τα πρόσωπά τους και τα χαρακτηριστικά τους –όχι πολύ ευκρινή- δεν έκαναν καμία σύσπαση. Ασάλευτοι παντελώς –και με μια εντελώς ανεπαίσθητη κίνηση- τόσο ανεπαίσθητη, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ο απόηχος που σβήνει, από ένα μόλις άγγιγμα στα πλήκτρα του πιάνου από τον ίδιο τον Σοπέν –το βλέμμα τους κατευθυνόταν, είτε προς το φωτεινό μαύρο του σκηνικού της οθόνης, είτε προς τους ακινητοποιημένους πλήρως θεατές. Ώσπου και αυτή η κίνηση των ματιών ήταν ως να ‘σβησε. Τώρα κυριαρχούσε μόνο η βαθιά και απόλυτη σιωπή. Και καθώς η ώρα περνούσε, το ευεργέτημα της σιωπής φαινόταν να μετουσιώνει την αίσθησή της σε κάτι το εντελώς μη αναμενόμενο.
    
Και οι δύο πράξεις του έργου θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως πανομοιότυπες. Και το περίεργο είναι ότι κατά τη διάρκεια του δεκάλεπτου διαλείμματος κανένας από τους θεατές δεν επισκέφθηκε το χώρο του φουαγιέ του θεάτρου.
    
Ακριβώς στις 18.05΄, ο παράξενος ήχος αντήχησε ξανά, η αυλαία τότε άρχισε να κλείνει με τον ίδιο αργό ρυθμό που είχε ανοίξει, και οι θεατές, ως σε μια κατάσταση πρωτόγνωρης γαλήνης και χωρίς να πουν μεταξύ τους ούτ’ ένα λόγο ή μία παρατήρηση ή ένα σχόλιο άρχισαν σιγά-σιγά ν’ αποχωρούν. Οι πρώτοι μάλιστα έφευγαν χωρίς καθόλου να προσέξουν το «μεγάλο βιβλίο των θεατών», που ήταν ακουμπισμένο στο ξύλινο τραπέζι, δεξιά πλέον της εξόδου του θεάτρου. Δεν επρόσεξαν ούτε την εσοχή και τη σχισμή όπου ο καθένας από τους θεατές θα μπορούσε να ρίξει εκεί όποια χρήματα επιθυμούσε. Ή ακόμα και να μη ρίξει καθόλου χρήματα. Ένας μάλιστα θεατής βγαίνοντας, πισωπάτησε κι έκλεισε τ’ ορθάνοιχτο βιβλίο των θεατών. Αλλά μια γυναίκα, λιπόσαρκη μάλλον, βιαστική, και με γαλήνιο πρόσωπο, καθώς πήγαινε να διαβεί την έξοδο σταμάτησε ξαφνικά κι ανοίγοντας ξανά το βιβλίο και παίρνοντας το στυλό που ήταν δίπλα του κάτι σημείωσε, και χωρίς να κλείσει το βιβλίο προχώρησε αργά προς την έξοδο. Έτσι που το βιβλίο έμενε πλέον ολάνοιχτο, προκαλώντας και κάποιους άλλους να σημειώσουν ελάχιστες φράσεις, προτού να βγουν από το Θέατρο της Απόλυτης Σιωπής.

Ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Ευσταθίου ήταν από τους τελευταίους θεατές που έφτασαν στην έξοδο σε βαθιά περισυλλογή, και προτού να προχωρήσει ως πέντε βήματα στο πεζοδρόμιο, άκουσε δύο γυναικείες φωνές, σε ένα τόνο γλυκύτατο, να τον ρωτούν: «Ήταν ωραίο το έργο;» και ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Ευσταθίου,  ως ξαφνικά ν’ αφυπνίστηκε, ανάσανε βαθιά: «Ω! ναι», τους αποκρίθηκε, με αφοπλιστική ειλικρίνεια.  «Το καλύτερο έργο που παρακολούθησα ποτέ στη ζωή μου. Το μόνο που δεν θέλησε κάποιος να με καταναγκάσει ν’ ακούσω ο,τιδήποτε. Και να σκεφτείτε ότι πρόκειται για ένα θέατρο στην καρδιά της πόλης»! «Πω πώ!», του αποκρίθηκαν αυθόρμητα οι δύο τόσο όμορφες και τόσο καλοντυμένες κοπέλες, με ύφος μισο-ειρωνικό, αλλά και απροσδόκητα σοβαρό. «Τότε θα πάμε κι εμείς να παρακολουθήσομε το σπουδαίο αυτό έργο… Και κάθε πότε είναι οι παραστάσεις;» «Κάθε μέρα, στις 16.30΄ επακριβώς! Σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα», τους αποκρίθηκε με πολύ ευγενικό τρόπο και εξακολούθησε να κατηφορίζει σε βαθιά περισυλλογή, στο πολυπληθές πεζοδρόμιο του κεντρικού δρόμου.

Οι παραστάσεις του Θεάτρου της Απόλυτης Σιωπής συνεχίστηκαν με την ίδια μεγάλη προσέλευση και στις 29 και 30 του Δεκέμβρη, οπότε και ανακοινώθηκε ότι στις 31 του Δεκέμβρη το θέατρο δεν επρόκειτο να δώσει παράσταση, αλλ’ ότι, παρόλ’ αυτά, θα παρέμενε ανοιχτό για θεατές ή και για επισκέπτες που θα ‘θελαν να περάσουν αυτό το ελάχιστο του χρόνου τους, πριν από την έλευση του καινούργιου χρόνου, στην απόλυτη σιωπή του καινούργιου θεάτρου. Το θέατρο και πάλι είχε τεράστια προσέλευση! Από τις 2 Ιανουαρίου και μετά, οι παραστάσεις συνεχίστηκαν καθημερινά, στις 16.30’, και με ραγδαία αυξανόμενη προσέλευση θεατών. Και καθώς οι πληροφορίες στο διαδίκτυο, αλληλοσυγκρουόμενες πολλές φορές, έτειναν να δημιουργήσουν μια κατάσταση μυθοποίησης του όλου ζητήματος της λειτουργίας του νέου θεάτρου, ο σκηνοθέτης Γεράσιμος Αναγνωστάτος αποδεχόταν το γεγονός με την ίδια απόλυτη σιωπή. Και αποφεύγοντας την οποιαδήποτε συνέντευξη στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ώσπου 11 μέρες μετά, στις 13 ακριβώς του Γενάρη, έπεσε σχεδόν σαν  βόμβα ότι τον καλούσαν σε αυτόφωρη διαδικασία σε Ποινικό Δικαστήριο. Και πάλι όμως τίποτα δεν σχολίασε. Τελικά οι κατηγορίες εναντίον του ήταν πολλές, με πρώτη εκείνη της φοροδιαφυγής, που θα μπορούσε να επιφέρει άμεσα και το κλείσιμο του Θεάτρου της Απόλυτης Σιωπής. Υπήρχαν και άλλες κατηγορίες εναντίον του και ιδιαίτερα εκείνες που του είχε απαγγείλει κάποιος Μέλητος, ότι τάχα εξαπατούσε το πλήθος των θεατών και ότι καταδολιεύει τον ανθρώπινο πολιτισμό, και κυρίως την έννοια της διαλεκτικής.

Εκείνο το βράδυ, στις 13 του Γενάρη, πολύ αργά –σχεδόν μετά τα μεσάνυχτα- ο Γεράσιμος Αναγνωστάτος, για πρώτη φορά στη σκηνή του Θεάτρου της Απόλυτης Σιωπής, έχοντας μπροστά του, σ’ ένα μικρό, παμπάλαιο, μπρούντζινο τραπεζάκι, ακουμπισμένο το μεγάλο βιβλίο των θεατών, και καθισμένος σ’ ένα ξύλινο κάθισμα, όμοιο μ’εκείνα των ηθοποιών, προσπαθούσε να σταχυολογήσει κάποιες φράσεις, που είχαν σ’ εκείνο το βιβλίο σημειώσει οι πολυπληθείς θεατές, στο σύντομο χρόνο των παραστάσεων του θεάτρου. Οι ηθοποιοί βρίσκονταν όλοι τους και πάλι επί  σκηνής, καθισμένοι διαγώνια στη μία και στην άλλη πλευρά, βλέποντας εν μέρει το βαθύ μαύρο της οθόνης και τη θαμπή σκοτεινή αίθουσα, την παντελώς αδειανή πλέον από θεατές. Σε βαθιά σιωπή πάντα, έδειχναν όμως ότι αυτό αποτελούσε μια πράξη αληθινής συμπαράστασης, ώστε αυτός να αντιπαλέψει γόνιμα και θετικά το μη αναμενόμενο.

Ο Γεράσιμος Αναγνωστάτος πολύ γρήγορα διαπίστωσε ότι δεν ήταν καθόλου εύκολο να επιλέξει από τις φράσεις που είχαν εκεί χαράξει οι πολυπληθείς θεατές του Θεάτρου. Μάλιστα μετά μια πρώτη, μια δεύτερη και μια τρίτη προσπάθεια, το πρόσωπό του φανέρωνε αληθινή κόπωση. Αλλ’ ήταν, κατά περίεργο τρόπο, ως να φωτιζόταν κιόλας από ένα φως, από ένα πρωτοφανέρωτο φως, που τρεμόπαιζε ακαθόριστο κάπου μακριά.

Κάποιες φράσεις, απ’ όσες οι πολυπληθείς θεατρόφιλοι, αυθόρμητα είχαν χαράξει στις λευκές σελίδες του μεγάλου βιβλίου των θεατών, δεν του φαινόταν ότι μπορούσε πλέον να συνυπάρξουν με το Θέατρο της Απόλυτης Σιωπής, παρά τις ενδιαφέρουσες επισημάνσεις, όπως, για παράδειγμα, εκείνες για τον «ανθρωπισμό των αντι-ανθρώπινων όντων», ακόμα και για τη «δημοκρατία των αντι-ανθρώπινων όντων» ή τη «γελοιότητα της παγκόσμιας οικονομικοπολιτικής σκέψης», που σφύζει από πανουργία, και τους τριγμούς της απόγνωσης από μία όχι και τόσο φανερά, επερχόμενη, ενδεχομένως, κατάρρευση και αποσύνθεση. Αλλά και πάλι του φαινόταν απαράδεκτο να μην έχει μαζί του στο Δικαστήριο, που θα έκρινε την τύχη του Θεάτρου της Απόλυτης Σιωπής –μαζί και τη δική του προσωπική τύχη- μερικές από τις εντυπώσεις των σπουδαίων εκείνων θεατών, έστω κι αν αυτές που θα επέλεγε ν’ αντιγράψει δεν ήταν οι πολυτιμότερες για τον εαυτό του και το θέατρο, έτσι, και με μία ξαφνική βιασύνη, και ωσάν ο χρόνος να τον πρόδινε πλέον παντελώς και να στρεφόταν εναντίον του, άρχισε ν’αντιγράφει βιαστικά σε λευκό χαρτί εκτυπωτή, αταξινόμητα, κάποιες φράσεις: «…Έζησα για λίγο ένα θαυμαστό κενό στη σκέψη μου… Γαλήνεψα! Σας ευγνωμονώ. Θα παρακολουθήσω ανελλιπώς όλες σας τις παραστάσεις…». «…Ούτε η δύναμη των λέξεων ή των εικόνων, ούτε η δύναμη των ήχων… Μόνο η ευεργετική, βαθιά και απόλυτη, σιωπή! Ειλικρινά σας ευχαριστώ!...». «…Χθες με απέλυσαν από τη δουλειά μου… Μέσα μου έχω γεράσει πλέον για να αναζητήσω ο,τιδήποτε καινούργιο… Αλλά με βοηθήσατε να καταλάβω ότι, ενδόμυχα, θέλω ακόμα να παραμείνω ζωντανός…». «…Μοναδικό σημείο του πλανήτη γη, όπου κανένας δεν λέει τίποτα, δεν ακούει τίποτα, μα που βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους και νιώθει για λίγο τη ζεστασιά της ανθρώπινης παρουσίας…».  «…Κάθισα και έφαγα ένα κουλουράκι… Σκέφτηκα πως είναι πολύ καλύτερα οι άνθρωποι να μη μιλάνε πλέον… Σας άφησα και μια πεντάρα. Ήταν το τελευταίο μου νόμισμα…». «…Καθόλου ανοησία, καθόλου βία!... Σας λυπάμαι!». «…Ευεργετικά εξυψωτικό ή θαρραλέο για κάποιον που θέλει κάτι να πράξει, ως εξιλασμό, που επέτρεψε να του εκμηδενίσουν τόσο την ύπαρξη…». «…Αιχμάλωτοι, σε βαθιά σήψη… σε μια πλήρως ανεπίγνωτη ηθική κατάπτωση…». «…Death’s blackmale…” signature: «Theater loving». «…Ένας-ένας να περιμένει τη σειρά του, με τη βεβαιότητα ότι σ’ αυτόν τίποτα δεν θα συμβεί!...».  «Ποτέ κανένας στον κόσμο δεν αποτόλμησε να δημιουργήσει ένα παρόμοιο θέατρο… Τι θα πει Θέατρο της Απόλυτης Σιωπής; Στο σύμπαν κυριαρχεί η απόλυτη σιωπή;…». «…Ονειρευόμουν συνέχεια ένα μεγάλο δέντρο με υπέροχα λουλούδια, που υψωνόταν ως τον ουρανό. Το άρωμά τους απλωνόταν παντού θεσπέσιο κι έσβηνε τη δυσοσμία του». «…Σας ευχαριστώ που με βοηθήσατε να ιδώ πόσο λίγο είναι αυτό που καταλαβαίνω για να μπορώ να περισώσω τη ζωή μου…».  «…Έχω σπουδάσει φιλοσοφία: Η διαλεκτική της παγκόσμιας διάσωσης  δεν έχει καν αρχίσει να ανατέλλει στον κόσμο! Ούτε καν ένα σχέδιο διάσωσης…». «…Αυτός που σημειώνει αυτές τις γραμμές δεν είμ’εγώ, είναι η ψυχή μου. Πριν από αρκετό καιρό με εξανάγκασαν να βάλω τέρμα σ’ αυτή τη ζωή. Σε βαθύν ολολυγμό πλανιόταν η ψυχή μου στον κόσμο, κι ως τη στιγμή που συνάντησε την απόλυτη σιωπή στο θέατρό σας και γαλήνεψε. Τώρα, κι αν μπορούσα να επανέλθω, θα γινόμουν επαναστάτης…». «…Στην απόλυτη σιωπή, ένιωσα την ανάγκη να προσευχηθώ: Ας είναι, είπα, Θεέ μου, αυτός ο χρόνος που έρχεται να είναι κάτι πιο πάνω από το χειρότερο!... Κι εμείς όλοι, να κάνουμε κάτι για να βρεθεί αυτός ο χρόνος πάνω από τη δίνη του χειρότερου…». «…Τόσες χιλιάδες νέα έτη, τόσα μηνύματα!, και το ανθρώπινο ον μέσα στην ίδια πάντα εγκληματική περιδίνιση και γελοιότητα, που φαίνεται ν’ αποτελεί την υψηλότερη υπαρξιακή του πληρότητα…». «…Πληροφορήθηκα το τέλος μου και άλλοι πενήντα τόσοι άνθρωποι την ίδια με μένα στιγμή, καθώς το είδα καθαρά στο face – book…» «…Έχω ακόμα λεφτά. Το μεσημέρι πήρα ένα καταπληκτικό γεύμα, πάπια γεμιστή με μήλα και δαμάσκηνα, ήπια σαμπάνια Moet & Chandon-Dom Perignon…»

Τελικά, ο σκηνοθέτης Γεράσιμος Αναγνωστάτος διαπίστωσε ότι το μόνο που μπορούσε να έχει μαζί του κατά την ημέρα της δίκης ήταν η απόλυτη σιωπή. Έτσι, έφτασε στο δικαστήριο, χωρίς κανένα κείμενο και σε μια κατάσταση σιωπηλής εσωτερικής γαλήνης. Ο δικαστής Αιακός έκρινε ότι η κατηγορία για μεγάλη φοροδιαφυγή ήταν εντελώς βάσιμη και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο αποφάσισε ότι το Θέατρο της Απόλυτης Σιωπής έπρεπε αμέσως να κλείσει και να σφραγιστεί. Αλλά, όντας, ως φαίνεται, φιλοπερίεργος και απευθυνόμενος προς τον σκηνοθέτη Γεράσιμο Αναγνωστάτο, ρώτησε με χαρακτηριστική έμφαση στο λόγο του: «Τι θα πει, Θέατρο της Απόλυτης Σιωπής; Θέλετε να πείτε ότι κανένας πλέον δεν έχει τίποτα να πει στον κόσμο; Ότι η Αρχαία Τραγωδία, ο Σαίξπηρ, ολόκληρη η δραματουργία δεν έχει τίποτα να μας πει;… Ή ότι οι θεατές τίποτα δεν είναι πλέον σε θέση να κατανοήσουν; … Απορρίπτετε συλλήβδην την τέχνη, τη φιλοσοφία, ολόκληρο τον ανθρώπινο πολιτισμό; Απορρίπτετε απόλυτα τον ανθρώπινο λόγο;…». Ο σκηνοθέτης Γεράσιμος Αναγνωστάτος τίποτα δεν αποκρίθηκε. Αλλά ο δικαστής Αιακός, και ως να ‘θελε να προεκτείνει τη σκέψη του, πρόσθεσε ότι σε άλλη δίκη το γεγονός αυτό θα μπορούσε να συνεπιφέρει και πολυετή κάθειρξη για τον δημιουργό του θεάτρου. Παρεμβαίνοντας τότε ο αυτόκλητος δικηγόρος υπεράσπισης, Ελευθέριος Ιωσηφίδης, που είχε παρακολουθήσει ανελλιπώς όλες τις παραστάσεις του θεάτρου, με εκπληκτικό τρόπο τεκμηρίωσε το παγκόσμιο δικαίωμα στη σιωπή, ως ένα από τα πλέον θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Πρότεινε μάλιστα να καθιερωθεί και Παγκόσμια Ημέρα Σιωπής, ως ένα ελάχιστο πιθανό ενδεχόμενο μελλοντικής παγκόσμιας αναγέννησης. Θα ήταν ευεργετικό για όλους τους λαούς, υποστήριξε, το Θέατρο της Απόλυτης Σιωπής να εξακολουθήσει να λειτουργεί. Αλλ’ ο Δικαστής Αιακός στάθηκε αμετάπειστος. Και στο ακροατήριο είχε πέσει μια βαθιά σιωπή, που κράτησε αρκετό διάστημα. Ο σκηνοθέτης Γεράσιμος Αναγνωστάτος με γαλήνιο πρόσωπο ήταν ως να αποδεχόταν τη μοίρα του. Άλλωστε, ήταν οικονομικά πλήρως κατεστραμμένος. Αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Ευσταθίου σηκώθηκε από τα τελευταία έδρανα, όπου παρακολουθώντας τη δίκη, ώρα πριν, είχε απενεργοποιήσει το κινητό του, και κάπως αμήχανος απευθυνόμενος προς το παγερά σιωπηλό πλέον ακροατήριο: «Μόλις πριν λίγο άρχισαν να με πληροφορούν», είπε, «την πιο παράδοξη, ενδεχομένως, είδηση στην πολιτισμική πορεία του κόσμου: Ότι Θέατρα της Απόλυτης Σιωπής ανοίγουν αυτή τη στιγμή στο Βερολίνο, στη Ρώμη, στο Λονδίνο, στη Μόσχα, στη Νέα Υόρκη, ακόμα και στο Πεκίνο και στο Τόκυο και στο Σίδνεϊ…». Το πολυπληθές ακροατήριο φάνηκε ως να το διαπερνάει πνοή ανακούφισης κι ως να ‘θελε κάπως να τανύσει τα φτερά του… Κανένας όμως δεν μίλησε. Αλλ’ όταν ο σκηνοθέτης Γεράσιμος Αναγνωστάτος έφτασε στην έξοδο του Δικαστηρίου, έκπληκτος αντίκρισε τεράστιο πλήθος σιωπηλών εντελώς ανθρώπων να έχει αποκόψει την κίνηση στη λεωφόρο και να εκφράζει σιωπηλά τη μέγιστη συμπαράστασή του. Ανάσανε βαθιά. Κοίταξε γύρω του κι ανύψωσε τη ματιά του. Αν και η μέρα ήταν συννεφιασμένη και πολύ κρύα, ένα φως, «αήττητο» συλλογίστηκε, «αν και παντελώς σιωπηλό προς ώρας», πλανιόταν στον αττικό ουρανό.

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog