Βοηθητικό μενού

Παρουσιάσεις έντεκα βιβλίων πρόσφατης παραγωγής

Ξεκινάω με την Ανθολογία Ποίησης και Πεζού Λόγου αφιερωμένη στον ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο, που παρουσιάζεται αυτό τον καιρό σε όλη την Ελλάδα με αφορμή τους εορτασμούς για το έτος Βρεττάκου στη χώρα μας. Πρόκειται για αυτοέκδοση, με επιμελήτριες τις πεζογράφους Βασιλική Β. Παππά και Εύα Πετροπούλου – Λιανού. 17 οι συμμετέχοντες ποιητές και πεζογράφοι. Λίγους μήνες μετά τους Αποθηκάριους (Εκδόσεις Οσελότος), η Μαρίνα Αποστόλου κυκλοφορεί αποκλειστικά σε e-book το δεύτερο θεατρικό έργο της Το Κουτί από τις νεοσύστατες και καβαλιώτικες Εκδόσεις Σαΐτα. Μπορείτε να το διαβάσετε δωρεάν στην ιστοσελίδα των εκδόσεων. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα δίγλωσσα βιβλία που κυκλοφορούν οι Εκδόσεις Εκάτη σε μεταφράσεις του Ρήγα Καππάτου. Πρώτα Το Ελληνόπουλο και άλλα ποιήματα του Βίκτωρος Ουγκό (γαλλικά – ελληνικά, 2012) και στη συνέχεια Τα πιο γνωστά ποιήματα του του Έντγκαρ Άλαν Πόε (αγγλικά – ελληνικά, 2011) παρουσιάζουν ανάγλυφα στη γλώσσα μας το έργο των συγγραφέων τους. Παραμένοντας στις μεταφράσεις, τα Τέσσερα Κουαρτέτα του Τ.Σ. Έλιοτ, σε εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια του Χάρη Βλαβιανού, και με τη συνοδεία cd με απαγγελίες του Έλιοτ, αποτελούν την πληρέστερη και ακριβέστερη μέχρι σήμερα απόδοση του έργου του σπουδαίου Εγγλέζου ποιητή. Πρόκειται για μια εξαίσια έκδοση από πολλές απόψεις. Τέλος, η άκρως ιδιαίτερη και δυναμική γραφή της Γλυκερίας Μπασδέκη αποτυπώνεται στην ποιητική συλλογή Σύρε καλέ την άλυσον που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ενδυμίων του Γιώργου Μίχου («μένουν/συνήθως/σύριγγες μιας χρήσης/στο/χαλί/κι ο ασθενής/εκλιπαρεί/για/ένα ακόμα/στριπτηζάκι»). 

Επιμέλεια: Νέστορας Πουλάκος


Άσματα Φαντάσματα, Ποίηση, Γιάννης Πετράκης, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011


«Άσματα Φαντάσματα» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Γιάννη Πετράκη -γεννημένος το 1974 στην Κρήτη, όπου ζει και εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός- που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Ο τίτλος της συλλογής προϊδεάζει και για κάποια τραγούδια (αφού στίχοι του ποιητή έχουν μελοποιηθεί και υπάρχουν σε δισκογραφικές δουλειές) ανάμεσα στα ποιήματα-φαντάσματα που τον κυνηγούν. Διαβάζοντας όμως τα 46 πεζοποιήματα που αποτελούν τη συλλογή, καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι  είναι ένα ακόμα παιχνίδι του ποιητή, σαν να θέλει να γδάρει τη λέξη «φαντάσματα» και να βγάλει από μέσα της τα «άσματα». Και λέω παιχνίδι, γιατί ο Γιάννης Πετράκης, είναι από τους ποιητές που διαθέτουν μια πηγαία αίσθηση του χιούμορ, η οποία δε συναντάται συχνά. Χιούμορ που έχει ρίζες βαθιές στον πόνο, που διαβρώνει και κάνει τον άνθρωπο ικανό ακόμα και να αυτοσαρκάζεται. Έτσι και ο ποιητής.

Κωμικά στοιχεία εναλλάσσονται με δραματικά. Ρεαλιστικές ψυχολογικές παρατηρήσεις με αντικειμενικές απεικονίσεις. Και όλα αυτά, μέσα σε χώρους υπερβατικούς. Και όλα αυτά, μέσα σε χρόνους προσωπικούς. Μια σειρά από συλλογισμούς και ερωτήματα για τον ίδιο, για τον συνάνθρωπό του, για τον έρωτα, για την κοινωνία, για την πολιτική, για το Θεό, για… με πάμπολλα «ίσως» τον οδηγούν, μαζί και εμάς, σε ένα τέλος- ανατροπή που αφήνει γέλιο, πίκρα, θυμό συνάμα όμως, γίνεται αυτό το τέλος- αρχή για μια νέα αναζήτηση.

Μαρία Τσιράκου


Λίγο πριν πούμε αντίο, Μυθιστόρημα, Γκαμπριέλλα Αμπρόζιο, μτφρ. Χρήστος Σιάφκος, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2012


Πόσο θα μπορούσαν η λογοτεχνία, η ποίηση, η μουσική όπως και άλλα είδη τέχνης να ασκήσουν τέτοια επιρροή στον άνθρωπο ώστε να αλλάξουν συμπεριφορές και σκέψεις του; Για να μην είμαστε απόλυτοι, ασφαλώς και μπορεί να γίνει σε ένα βαθμό. Ως όνειρο θερινής νύχτας όμως, θα έμοιαζε αν κάποιος ισχυριζόταν και συμφωνούσε με το παραπάνω ακόμα ακόμα και για την αληθινή ιστορία της Αμπρόζιο. Μιας και εκεί δεν χωράνε συναισθηματισμοί και ανθρώπινες συμπεριφορές. Μιας και εκεί από την στιγμή που είσαι ξένος είσαι και εχθρός. Μιας και εκεί οι επιθέσεις αυτοκτονίας να γίνονται πλέον τόσο συχνά όσο συχνά πίνεις εσύ έναν καφέ. Αφού αυτό (ναι, για επίθεση αυτοκτονίας σας μιλάω) με έναν λεπτομερή και ανάγλυφο τρόπο μας περιγράφει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της η συγγραφέας. Λειτουργώντας με την ιδιότητά ενός ρεπόρτερ που συλλέγει οποιαδήποτε μορφής πληροφορία αλλά και με την ιδιότητα φυσικά ενός συγγραφέα, η Γκαμπριέλα έρχεται να μας δώσει τη δυνατότητα να διαβάσουμε ένα σκληρό βιβλίο που βήμα βήμα ξετυλίγει τις τελευταίες ώρες μιας χούφτας ανθρώπων που είτε “θέλουν” είτε δεν “θέλουν” έχουν αναλάβει ρόλο πρωταγωνιστών. Αυτές τις τελευταίες ώρες από την αυγή μέχρι τη “δύση” της ζωής τους. Εκεί που έρχεται να ανταμώσει η διαφορετικότητα που λύνεται με βία στα πρόσωπα δύο δεκαοχτάχρονων κοριτσιών. Εκεί που αποφάσισαν κάποιοι άλλοι για τις ζωές τους. Εκεί που δε θα τους επηρεάσει στην αλλαγή νοοτροπίας ένα τέτοιο βιβλίο γιατί εκεί τα συμφέροντα είναι τεράστια. Και σε σκοτώνουν μέρα με την ημέρα.

Νίκος Μπίνος


Άρα είχε δίκιο ο Μπωντλαίρ, Ποίηση, Κωνσταντίνος Κοκολογιάννης, Εκδόσεις Αρμίδα, 2012


Μέρα πρώτη πρωινή. Στο καφενείο κάθεται στριμωγμένος ο Κωνσταντίνος Κοκολογιάννης. Εκεί στην γωνία την ασπρόμαυρη, αναπολώντας χαμένες μνήμες. Ψηλαφίζει τα δρομικά των καιρών και οσμίζεται το μέλλον σαν μπαρούτι. Πετάει κάτι λασποπινελιές στον χάρτη του και κάτι χρώματα που παράφορα ζωντανεύουν το τοπίο του.

Μέρα δεύτερη πρωινή. Ο έρωτας του, καταλάγιασε σαν κατακάθι στο φλιτζάνι του πικρού καφέ. Θύμησες και ονειρικά, πάθη και νοσταλγίες, αμνησίες και ξεφαντώματα. Η γυναίκα που περίμενε, η γυναίκα πεπρωμένο. Η γυναίκα ονείρωξη και οργασμός.

Μέρα τρίτη πρωινή. Στο ίδιο ασπρόμαυρο κάδρο κρεμασμένος στέκεται ο ποιητής, γεμάτος θλίψη και οργή. Κοιτάζει έξω από την σπασμένη τζαμαρία την σκληρή καθημερινότητα και ρίχνει κραυγές μέσα στο άδειο ποτήρι του.

Μέρα τέταρτη πρωινή. Στρίβει τσιγάρο σέρτικο και δηλώνει παρόν με ντουμάνια καπνούς και σήματα, μέσα στο βαθύ πηγάδι της ζωής του. Μέσα στην σκοτεινή μιζέρια σας, τα φώτα θα ανοίξουμε και τις βροντές θα ακούσουμε. Με μια Τέχνη ξυλοπόδαρη θα στηρίξουμε την αρετή.

«Άρα είχε δίκιο ο Μπωντλαίρ!», θα μεθύσουμε με κρασί, με ποίηση και με αρετή, όπως μας αρέσει!

Τάσος Ρήτος

Ελπίδα Χαμογέλα, Νουβέλα, Μαριλένα Ραπανάκη, Εκδόσεις Ιωλκός, 2012


«Ελπίδα Χαμογέλα» (εκ. Ιωλκός). Πρόκειται για την πρώτη νουβέλα της Μαριλένας Ραπανάκη, η οποία γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται. Έχει επίσης, διακριθεί στο χώρο της ποίησης, από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Με έντονη την οικονομία του λόγου και το ποιητικό στοιχείο, η συγγραφέας, όπως διαφαίνεται και από τον τίτλο, υμνεί την ελπίδα και τη χαρά.

Η κεντρική ηρωίδα, η γιαγιά Χαμογέλα- Θεοδώρα, είναι ο άνθρωπος που ενώνει αρμονικά όσους βρίσκονται γύρω της. Παρά το ότι και η ίδια προσπαθεί να προσαρμοστεί στους γρήγορους ρυθμούς της πόλης όπου ζει, είναι πάντα παρούσα για να τους βοηθήσει. Αφουγκράζεται τις ανάγκες του γιου της, της νύφης της, των δύο εγγονών της, των γνωστών και των φίλων της.

Όταν αυτοί που αγαπά, νιώθουν στο περιθώριο της ζωής και έρχονται αντιμέτωποι με τα πιο σκοτεινά συναισθήματα, όπως είναι η απόρριψη, ο φόβος, ο πόνος, η διάψευση των ονείρων τους, βρίσκεται δίπλα τους και εμφυσά μέσα τους- με τον καλοσυνάτο τρόπο της- τη χαρά, τη δύναμη να δουν το άσπρο μέσα στο μαύρο και να ανταπεξέλθουν στα διάφορα προβλήματα.

Η Μαριλένα Ραπανάκη κατορθώνει να περιγράψει μια πραγματικότητα που πληγώνει, χωρίς όμως να βυθίζει τους αναγνώστες της μέσα  σε αυτήν. Αντίθετα, πετυχαίνει πάντα να μας θυμίζει, πως υπάρχει και η θετική πλευρά της ζωής.

Μαρία Τσιράκου

Ζωικό βασίλειο, Ποίηση, Χρήστος Χ. Σπανδωνίδης, Εκδόσεις Οσελότος, 2012


Μέσα σε αυτό το σαπιοκάραβο που το λένε καρδιά, κρύβεται το ζωικό βασίλειο του συγγραφέα. Όλα τα ανεξίτηλα σημάδια της ζωής του βουτηγμένα μέσα στη λάσπη, ξεπηδούν από τα παράθυρα μιας κιβωτού και παίρνουν σάρκα και οστά.  Άλλοτε τρεκλίζουν σαν μεθυσμένα ξωτικά μέσα στο δάσος και άλλοτε πετούν ειρωνικά πάνω από τις γκρεμισμένες πολιτείες. Άλλα ζώα πάλι ξεσπούν με τις κραυγές τους, θέλοντας να τρομάξουν τους επιτηδείους περαστικούς αδιάφορους.

Περιπλανώμενος μέσα στο σκοτεινό δάσος ο συγγραφέας ψάχνει για λιγοστή από την τροφή που θα του δώσει ζωή και δύναμη. Το ταξίδι του όμως δεν τελειώνει, καθώς το ζωικό βασίλειο είναι τόσο αχανές, όσο και οι λέξεις που δεν φτάνουν για να περιγράψουν την φύση του μεγαλύτερου ζώου του ανθρώπου.

Τάσος Ρήτος


Τελευταία πόλη, Μυθιστόρημα, Διονύσης Μαρίνος, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012


Η ύπαρξη ως καταδίκη, ο βίος ως καταναγκαστικά έργα, η γη ως κοιλάδα των δακρύων κι ο θάνατος απόδραση. Σε καιρό πολέμου, σε εποχές κρίσεως ο ερπετοειδής εγκέφαλος αναλαμβάνει δράση, τα ένστικτα οξύνονται, ο άνθρωπος αποκτηνώνεται. Μόνο η επιβίωση μετράει. Ο κανιβαλισμός του σκοτωμένου παιδιού και της φονευμένης συζύγου (σελ. 98) περνάει σχεδόν απαρατήρητος και λίγο-πολύ συνάδων με τα τεκταινόμενα. Οι ξεριζωμένοι άνθρωποι, οι κυνηγημένοι, οι ψωμολυσσώντες, οι απελπισμένοι, που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το πώς να βγάλουν τη μέρα τους με το λιγότερο δυνατό κόστος, χωρίς να αφήνουν θέση για αισθήματα, για υπεκφυγές κι ανατάσεις, για απογειώσεις και εξάρσεις, για ρομαντισμούς και εξιδανικεύσεις. Όλα αυτά είναι πολυτέλειες για τους ανθρώπους εκείνους, τους τυχερούς, που νιώθουν μεγάλη ασφάλεια, διαθέτουν περίσσευμα αγαθών για πολλά χρόνια και διαλογίζονται για τη μετά θάνατον ζωή, για άλλες διαστάσεις και για άυλα πνεύματα. Όμως οι άτυχοι συνάνθρωποί μας που βρέθηκαν στη δίνη του πολέμου και περνούν μέσα από τα αντικρουόμενα πυρά δεν έχουν χρόνο και ψυχή, δεν έχουν αντοχή και την απαραίτητη εκείνη γαλήνη που προαπαιτείται για την αποστασιοποιημένη εποπτεία των πραγμάτων και την έξωθεν θεώρηση του εαυτού.

Ο Διονύσης Μαρίνος, που γεννήθηκε το 1971 στην Αθήνα κι εργάζεται ως δημοσιογράφος, μετά το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Τα χαμένα κορμιά (εκδόσεις Τετράγωνο 2011) έρχεται στην «Τελευταία Πόλη» να μας διηγηθεί μια διαχρονική ιστορία με αρχετυπικά πρόσωπα και πανανθρώπινου ενδιαφέροντος καταστάσεις. Η αποκτήνωση του ατόμου σε κατάσταση κινδύνου, η εξάντληση όλων των ψυχικών αποθεμάτων όταν επαπειλείται επί μακρόν η σωματική ακεραιότητα και η ίδια εν τέλει η ζωή… Ο συγγραφέας βουτάει ως αυτοδύτης στο συλλογικό ασυνείδητο και ανασύρει νάρκες, μαυρισμένα κοράλλια σπαράγματα αγγείων, λείψανα αγίων, κουφάρια που κάποτε έσφυζαν από ζωή. Η ενάργεια των περιγραφών θυμίζει την εξαίρετης «Φωτιάς» του Ανρί Μπαρμπίς. Τίποτα το περιττό. Καμία αισθηματολογία. Ο ρομαντισμός κι ο κλασικισμός απουσιάζουν. Ουδεμία μεταφυσική θεώρηση των πραγμάτων. Ούτε καν η βιβλική έξοδος από τον Κήπο της Εδέμ. Κανένα προπατορικό αμάρτημα δεν μπορεί να εξηγήσει αυτή τη φρίκη. Ουδείς θεός τόσο κακός ή τόσο απών. Ούτε άγγελοι ούτε δαίμονες παίζουν με τις τύχες των ανθρώπων. Στο βαθύ υπόστρωμα του κειμένου υποφώσκει η παράλογη εκείνη χαρμολύπη, η απελπισμένη ελπίδα των ηρώων του Μπέκετ, η ποιητική εκείνη βουτιά στο χάος για να ανασύρεις νοήματα, ανύπαρκτα, που πρέπει να τα επινοήσεις, να τα μορφοποιήσεις, για να τα θαυμάσεις έτσι ώστε να πείσεις επαγωγικώς τους άλλους ότι υπάρχουν κι έτσι να τα θαυμάσουν κι αυτοί με τη σειρά τους. Κάτι σαν το παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν με «Τα καινούργια ρούχα του βασιλιά». Ο καλός συγγραφέας είναι παραμυθάς, είναι ψαράς αοράτων ιχθύων, είναι σαλός και καταραμένος είναι απελπισμένος και εύχαρις.

Στο επίπεδο της τεχνικής, αυτή η άχρονη κυκλικότητα, η επαναληψιμότητα της γραμμικής αφήγησης δίνουν στη διάνοια του αναγνώστη την ποιητική ελευθερία να συνδημιουργήσει το δικό του ημερολόγιο συνηθισμένων, αλλά ουχί καθημερινών εφιαλτών. Ναι, η γραφή του Διονύση Μαρίνου είναι ποιητική, αφού δεν επιμένει στην έξωθεν μαρτυρία τοπωνυμίων, γεγονότων, ιστορικών ή παρα-ιστορικών προσώπων. Δεν επιμένει καν στην φροϋδική ψυχογράφηση των αντι-ηρώων του. Πρόκειται για μια φούγκα εσωτερικών δυνάμεων σε καταστολή, που αδυνατούν να εκφραστούν κι ο ποιητής-πεζογράφος αναλαμβάνει τον άθλο να μιλήσει για λογαριασμό του συλλογικού ασυνειδήτου, ήρωας, μάρτυρας και άγιος σε μια θρησκεία που δεν έχει ακόμα αποκαλυφθεί.

Δεν είναι τυχαίο που επιλέγει ο Διονύσης Μαρίνης ως motto στο βιβλίο του ένα απόσπασμα από την Α’ Επιστολή προς Κορινθίους του Αποστόλου Παύλου, όπου ο ιδρυτής του Παυλιανισμού ρίχνει στην πυρά τα ανόσια έργα των ανθρώπων, έχει όμως τη γενναιοδωρία να τους σώσει, πάλι ρίχνοντάς τους στην πυρά.

Δεν είναι τυχαία επίσης η αφιέρωση του βιβλίου: στον πατέρα μου / στα γυάλινα πρωινά / της Ποντγκόριτσα. Η πατρική φιγούρα επανέρχεται νοσταλγικά στη σελ. 72. Όμως η απουσία της πατρικής φιγούρας του προστάτη επισφραγίζει την τελική απεγνωσμένη έξοδο του τραγικού προσώπου από την ορχήστρα του θεάτρου που είναι ο κόσμος μας.

Ο Διονύσης Μαρίνος είναι ποιητής, δραματικός, πρωτότυπος, απρόβλεπτος.

Κωνσταντίνος Μπούρας
Vakxikon Radio
Vakxikon Blog