Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 41

MENUMENU

Παιχνίδι με τον σπάγκο, της Σόνιας Ζαχαράτου

Παιχνίδι με τον σπάγκο, ποίηση, Σόνια Ζαχαράτου, εκδόσεις Κουκούτσι 2017

 

Ρόλοι βαθιά ριζωμένοι μέσα στο υποσυνείδητό μας, συντηρούμενοι από τη συνειδητή πλέον συμμόρφωση και υπακοή στους κατασκευασμένους κανόνες συμβίωσης σε οργανωμένη κοινωνία. Η αλληλεξάρτηση του συνειδητού με το ασυνείδητο, ισχυροί δεσμοί άρρηκτοι και τροφοδοτούμενοι διαρκώς από εικόνες καθημερινής ζωής. Το τέλειο οικοδόμημα που διατηρεί τη συνοχή μέσα στην πολυμορφία του δαιδαλώδους κοινωνικού σχηματισμού. Και αρωγός το παιχνίδι, σε πρώτη ερμηνεία μια απλή απασχόληση των ανώριμων ακόμη μελών, των ανίδεων για την πολυπλοκότητα των σχέσεων. Σε μια βαθύτερη ωστόσο εκδοχή, η μικρογραφία του κόσμου μας και η εξοικείωση με τις συμφωνημένες ρήτρες του. Ένα παιχνίδι με τον σπάγκο να μπερδεύεται στα δάχτυλα, να λύνεται, να δένεται, να αλλάζει σχήματα και να φτιάχνει νέες μορφές. Αναλογία περίφημη. Η πανάρχαια σοφία του παιγνίου. Η λειτουργία των ρόλων.

Η Σόνια Ζαχαράτου, σ’ αυτό το πρόσφατο έργο (αδυνατώ να το ονοματίσω προσδιορίζοντας την κατηγοριοποίησή του σε ένα μόνον είδος) επιλέγει την πιο βαθιά στερεωμένη σχέση των δύο, αυτή που από τη φύση έλκει τον αρχικό της σύνδεσμο, για να έρθουν ως αρωγοί οι κατοπινές, οι κατασκευασμένες συνδέσεις και σχέσεις. Κι έτσι όχι μόνον ανατέμνει τη σχέση μάνας – κόρης αλλά ταυτόχρονα αφήνει στον γραπτό λόγο ένα πλούσιο σχόλιο για την (αρχετυπική κι αυτή) μορφή της γυναίκας.

«Μέσα από τη νύχτα της θάλασσας,
μέσα από τη νύχτα,
μέσα από τη θάλασσα,
γυναίκες αιώνιες κάτοικοι νερών αναδύονται παλιρροϊκά,
λαμπερές, φωσφορίζουσες, ιριδίζουσες,
υδρόβια όντα που στη στεριά βρίσκουν τον εαυτό τους·
γυναίκες σημαδεμένες από αμαρτήματα όφεων
και εσπεριδοειδών,
με κληρονομιά υφάσματα τραχιά από ξασμένο μαλλί,
μύθους, μέδουσες και μαγγανείες·
γυναίκες τροφοδότες,
μπάμπουσκες παραφουσκωμένες έμβρυα,
μέλλοντας χρόνος και λαβωμένες επιστροφές,
με αίμα ζωογόνο και αλύπητους ιδρώτες από τις ωδίνες».
(Προλόγισμα γένους θηλυκού)

Η νύχτα, το υγρό σώμα – αρχή των πάντων, η αρχέγονη αμαρτία που θεμελίωσε τα θρησκευτικά συστήματα, το αίμα και η γέννηση της νέας ζωής.
Και μετά έρχονται τα παραμύθια, όλοι οι κακοί λύκοι, και ο παιδικός φόβος μεγεθύνεται.

«Ακούς, στα βήματά του, πώς τρίζει το χιόνι; Ακούς, μαμά, ακούς; Ή είμαι εγώ ο λύκος και θέλεις να σου πω αν είμαι εδώ; Ε; Πες μου, μαμά, είμαι εγώ ο λύκος;»

Παράλογος φόβος, ισχυρός δεσμός με τη μητέρα που αφηγείται.

«Δεν μπορώ να μάθω το παιχνίδι με τον σπάγκο που η μαμά μου τον στριφογυρίζει σβέλτα γύρω από τα δάχτυλα κι ανάμεσα στα δάχτυλα, κι έπειτα, με μια κίνηση, χραπ! τον ελευθερώνει».

Κι όμως πρέπει να το μάθει αυτό το καταραμένο δύσκολο μπλέξιμο με τα δάχτυλα. Έτσι τα «πρέπει» βρίσκουν την ασφαλή δίοδο για το υποσυνείδητο, θρονιάζονται εκεί και καλλιεργούν το άλλοθι ότι από πάντα βρίσκονταν ως εγγενή χαρακτηριστικά του τάλανος ανθρώπου. Κατόπιν, πότε σαν παιχνίδι και πότε σαν αγγαρεία έρχεται και η εκμάθηση της γλώσσας, με όλα τα καθορισμένα αρχετυπικά δικά της. Με έμφαση, για παράδειγμα, στη «φυσική» σειρά των άρθρων – πάντα να προηγείται το αρσενικό. Με τη μετοχή πάντα παθητική και πονεμένη, σημαδιακή για τη ζωή του θηλυκού γένους.

«Προδομένη: παθητική μετοχή του ρήματος προδίδω.
Το έμαθα στο σχολείο. Και με την ίδια κατάληξη ξέρω τις λέξεις:
καλομαθημένη, ευτυχισμένη, παγωμένη,
παραδομένη, ξεγελασμένη,
πικραμένη, φοβισμένη, τρομαγμένη».

Η σύνδεση με το σώμα της μητέρας, κι έπειτα ένα δέσιμο ζωής σαν μια εικόνα που επαναλαμβάνεται, ώσπου να πάρεις τη μορφή της εσύ και να γίνεις ό,τι κι αυτή. Ένας καθρέφτης που ολοένα και περισσότερο δείχνει εκείνην, όταν κοιτάζεις τον εαυτό σου μέσα του· κι ας λένε πως μοιάζεις στον πατέρα. Τη δική της τη μορφή αντιγράφει το μέσα σώμα σου. Και οι καθρέφτες δεν λαθεύουν. Ακόμα κι όταν εκείνη φύγει, μέσα σου την κουβαλάς όχι σαν φορτίο πρόσθετο αλλά σαν κομμάτι του δικού σου σώματος. Πεθαίνει αλλά ζει μέσα από εσένα. Κι έρχεται στα όνειρα, γιατί κι αυτά μια μορφή ζωής είναι.

Φοβάμαι, μαμά. Κι εσένα, φοβάμαι.
Επειδή πεθαίνουν και οι μαμάδες, μαμά.
Γι’ αυτό.
Γιατί πεθαίνουν και οι μαμάδες, μαμά;
Γιατί;
Και τις φοβούνται τις μαμάδες, μαμά, όταν έχουν πεθάνει;
Και τις φοβούνταν κι όταν ήταν ζωντανές;
Φοβούνται πάντα χωρίς τις μαμάδες;
Φοβούνται και με τις μαμάδες;
Πάντα;
Χωρίς;
Με;

Ο κυρίαρχος φόβος της καταλυτικής ομοιότητας. Ο φόβος της συμπερίληψης στην κοινή μοίρα. Αυτός δεν φεύγει ποτέ· κάθε μέρα επαληθεύεται και συνεχίζει. Δεν παύει μέχρι να αντιληφθείς ότι ο ρόλος του Προμηθέα είναι φτιαγμένος για γυναίκες, κι ας τον έχουν οικειοποιηθεί άντρες. Αυτό το πανάρχαιο σύμβολο του αδίκως πάσχοντος όντος, με το μαρτύριο να μην έχει ποτέ τέλος, εκτός κι αν παραδοθεί στον ισχυρότερο. Εκτός κι αν παραδεχθεί το σφάλμα του.

«Καθόλου δεν αναλογίστηκε ότι ανήκω σε γενεά κατιούσα γενεών
γυναικών που πάντα ανελάμβαναν τον ρόλο του Προμηθέα».

Με όλους τους τρόπους που είχε πρόσφορους η Σόνια Ζαχαράτου έφτιαξε αυτό το συνθετικό έργο, που αν θες το διαβάζεις με τον ρυθμό του ποιήματος, αλλά αν θες διαβάζεις τον πεζό του λόγο, ή πάλι το βλέπεις σαν δρώμενο επί σκηνής και την ποιήτρια στον ρόλο του σκηνοθέτη. Το δεύτερο κομμάτι του βιβλίου, ο θεατρικός διάλογος («Η μάνα σου») των δύο προσώπων με την εμβόλιμη παρουσία της μητέρας να διεκδικεί τη θέση της ανάμεσά τους, δίνει στο έργο μια άλλη ακόμα πιο ενδιαφέρουσα διάσταση, με τη συμμετοχή του αρσενικού που αποφασίζει ποια μορφή θα πάρει η θηλυκή του σύντροφος. Δεν έχει, φυσικά, καμία απολύτως σημασία η όποια κατάταξή του έργου στα λογοτεχνικά είδη. Με όποιον τρόπο κι αν διαβαστεί ξεχειλίζει η μία και μοναδική του αλήθεια. Γήινη, χωμάτινη η γυναικεία φύση, πλάθεται σαν πηλός, καταργείται ή αυτοκαταργείται η αρχική της μορφή σε κάθε υγρή πρόσμειξη και παίρνει την κατάλληλη κάθε φορά όψη που οι άλλοι χρειάζονται ή απαιτούν. Μια διαρκής παρουσία, ακόμα και εν απουσία, ένα αναπόσπαστο κομμάτι από τη θηλυκή σάρκα. Αλλά και η διαιώνιση των εγγενών χαρακτηριστικών από τη μάνα στην κόρη αναπόδραστα. Η παντοδύναμη θηλυκή φύση στην αδυναμία της να αποκοπεί από όσα την καθορίζουν.

Επανέρχεται το παιχνίδι με τον σπάγκο στο μυαλό, και εντελώς συνειρμικά πλέον δίνεις μια ερμηνεία πιο σύνθετη και πιο δύσκολη στην αποδοχή της, όπως άλλωστε όλα τα βαριά φορτία που αποχωρίζεσαι με συντριβή. Ο ομφάλιος λώρος διεκδικεί το μερίδιό του στο παιχνίδι αυτό. Να δεθεί, να μπερδευτεί, να αποκοπεί επιτέλους. Αν το μπορέσει. Αλλά κι αν γίνεται.

Διώνη Δημητριάδου

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog