Βοηθητικό μενού

"Τι συμβαίνει;" της Luisa Ferrari Trecate

Μεταφράζει η Χάρις Κουτρούμπα

Η Luisa Ferrari Trecate γεννήθηκε το 1963. Είναι πτυχιούχος της Παιδαγωγικής. Έχει ασχοληθεί με την συγγραφή και πιο συγκεκριμένα με την συλλογή λαϊκών παραδοσιακών ιστοριών. Μερικά έργα της είναι:"Gente di mare, storie e leggende", "I racconti popolari italiani", "Lassu sulle montagne, canti e leggende". Το παρακάτω διήγημα προέρχεται από το βιβλιο "I racconti popolari italiani".

**

Κάποτε σε μια πόλη κοντά στη Νάπολη ζούσε ένας άνθρωπος πλούσιος και πολύ φιλάργυρος. Συνέχεια παραπονιόταν για όλα και οι υπηρέτες που προσλάμβανε άντεχαν για λίγο· κάθε βδομάδα άλλαζε κι από έναν γιατί, κατά τη γνώμη του, δεν ήξεραν να δουλεύουν, ούτε να κάνουν τα ψώνια αλλά, κυρίως, τον κατάκλεβαν στο σπίτι και έκαναν αλόγιστες σπατάλες. Πάνω στη μανία του να τους διώχνει όλους, δεν έβρισκε πια κανένα που να ήθελε να πάει στη δούλεψή του. Έψαξε, λοιπόν, στα διπλανά χωριά, αλλά ακόμη και με εκείνους δεν κρατούσε πολύ.
Μια μέρα, ένας νεαρός, που μόλις είχε επιστρέψει από τη στρατιωτική του θητεία, είπε στους φίλους του: «Θέλω πραγματικά να δω αν είμαι σε θέση να τον αντέξω». Παρουσιάστηκε στον κύριο, ο οποίος τον κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια. «Ποιός είσαι;» τον ρώτησε. «Ονομάζομαι ¨Τί Συμβαίνει;¨» «Εντάξει, μου φαίνεσαι καλό παιδί: σε προσλαμβάνω. Αλλά να θυμάσαι: αν θέλεις να παραμείνεις στο σπίτι μου πρέπει να προσέχεις να μην είσαι σπάταλος και να κάνεις οικονομία». «Μην ανησυχείς, –τον διαβεβαίωσε ο νέος- εγώ προέρχομαι από μια οικογένεια όπου μια δεκάρα αρκεί για μια βδομάδα».
Τυχαία το ίδιο εκείνο βράδυ τελείωσε το λάδι από τα λυχνάρια. Ο κύριος φώναξε τον ¨Τί Συμβαίνει;¨. «Πήγαινε να αγοράσεις δυο δεκάρες λάδι αλλά, πρόσεχε, μην ξοδέψεις πάρα πολλά». «Έχω μια πρόταση, -αποκρίθηκε τότε ο υπηρέτης- ας κάνουμε μικρότερο το φιτίλι, ώστε αντί για δυο δεκάρες, να χρειαστεί μονάχα μία». «Δίκιο έχεις. Έτσι θα κάνουμε».
Την επόμενη μέρα, βγήκαν μαζί για να ψωνίσουν και ο νέος κατάφερε να εξοικονομήσει μερικά χρήματα. Στην επιστροφή, το παιδί τον σταμάτησε ξαφνικά μπροστά στην πόρτα του σπιτιού. «Κύριε -του είπε- γιατί δεν βγάζουμε τα παπούτσια πριν να μπούμε; Έτσι το πάτωμα δεν θα λερώνεται και δεν θα χαλάει». «Σωστά· δεν το είχα σκεφτεί. Μπράβο».
Μετά από λίγο καιρό, ο αφέντης, αποκαμωμένος, ετοιμαζόταν να καθίσει να ξεκουραστεί, όταν ο υπηρέτης του άρπαξε την καρέκλα από τα χέρια. «Κύριε, νομίζω πως θα μπορούσαμε να καθόμαστε στο περβάζι του παραθύρου· έτσι θα μας μείνει και η καρέκλα». «Καλά λες». Και έτσι έκαναν.
Κάθε φορά ο ¨Τί Συμβαίνει;¨ του πρότεινε και κάτι καλύτερο για να κάνουν οικονομία. Ο αφέντης κατευχαριστημένος, δεν μπορούσε να πιστέψει στην τύχη του: είχε βρει κάποιον, αν είναι δυνατόν, πιο οικονόμο κι από τον ίδιο.
Μια μέρα ο κύριος παραπονέθηκε για ένα δυνατό πονοκέφαλο· από φόβο λοιπόν, μήπως ανέβαζε πυρετό κι έπρεπε να καλέσει το γιατρό, ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ο υπηρέτης είχε σβήσει τη φλόγα για να μην ξοδέψει το λάδι, κι έτσι ο αφέντης αποκοιμήθηκε και ροχάλιζε μέχρι το επόμενο πρωί.
Μόλις ξύπνησε, φώναξε: «¨Τί Συμβαίνει;¨ , ¨Τί Συμβαίνει;¨». Καμία απάντηση. Φώναξε πάλι, αλλά μάταια περίμενε. Τότε μια φρικτή σκέψη τού διαπέρασε το μυαλό. Πετάχτηκε από το κρεβάτι και κοίταξε από κάτω μα… το σεντούκι είχε γίνει άφαντο και μαζί μ’ αυτό όλα τα χρήματα και τα χρυσαφικά που είχε μέσα.

Εκτός εαυτού, όπως ήταν με τα βρακιά και το νυχτικό, όρμηξε στις σκάλες, φωνάζοντας: «¨Τί Συμβαίνει;¨ , ¨Τί Συμβαίνει;¨». Αλλά… πατατράκ, βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα. Εκείνος ο καταραμένος ο υπηρέτης είχε ρίξει λάδι στις σκάλες, και αυτός, γλιστρώντας, έσπασε το κεφάλι του και κοπάνισε όλο του το σώμα.

Εν τω μεταξύ, στο άκουσμα εκείνων των σπαρακτικών κραυγών, έτρεξε πολύς κόσμος, ενώ αυτός συνέχιζε να ουρλιάζει. «¨Τί Συμβαίνει;¨ , ¨Τί Συμβαίνει;¨». Τότε μια γυναίκα πλησίασε και του απάντησε: «Μα δε θέλει και πολύ για να καταλάβεις. Η σκάλα είναι λερωμένη με λάδι, εσείς πέσατε και χτυπήσατε». Αλλά εκείνος έκλαιγε για τα κλεμμένα χρήματα και τραβώντας τα μαλλιά του, φώναζε: «¨Τί Συμβαίνει;¨ , εγώ γυρεύω τον ¨Τί Συμβαίνει;¨».
Ο κόσμος πίστεψε πως τρελάθηκε, μετά από το χτύπημα στο κεφάλι και έτσι τον πήραν και τον πήγαν στο νοσοκομείο, όπου πέθανε.

Είναι αλήθεια λοιπόν: Όποιος τραβάει υπερβολικά το σκοινί, στο τέλος θα το σπάσει!

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog