Βοηθητικό μενού

Σύγχρονη τέχνη, παλιές αλήθειες και συμφιλίωση στη Νότια Αφρική

Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

Η Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης της Νότιας Αφρικής (South Africa's Truth and Reconciliation Commission, TRC) ταξίδεψε στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας, σε μια προσπάθεια συλλογής όσο το δυνατόν περισσότερων προφορικών μαρτυριών από τους αυτουργούς και επιζώντες των πολιτικών αδικιών της άθλιας και επώδυνης εποχής του απαρτχάιντ. Η εν λόγω Επιτροπή προσπάθησε να σκιαγραφήσει την αληθινή εικόνα και την ιστορία της πολιτικής καταπίεσης στη Νότια Αφρική, με σκοπό όλα αυτά να συμβάλουν στην πολυπόθητη συμφιλίωση μιας κοινωνίας πολωμένης σε μεγάλο βαθμό από την πολύχρονη και απαράδεκτη φυλετική προκατάληψη. Οι υποσχέσεις για αποζημιώσεις στα θύματα και η χορήγηση αμνηστίας στους παράγοντες του απαρτχάιντ, ήταν τα βασικότερα κίνητρα για την παροχή αποδεικτικών στοιχείων κατά τη διάρκεια δημόσιων ακροάσεων. Βεβαίως ακούστηκαν πολλές μεμονωμένες περιπτώσεις θυμάτων, αλλά και προφορικές μαρτυρίες παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κάποιες από τις οποίες έθεσαν πολλά ερωτήματα, ενώ εδόθησαν και ανάλογες απαντήσεις. Η προσδοκία που προηγήθηκε μερικών ομολογιών ενοχής, εξελίχτηκε κάποια στιγμή σε απογοήτευση και θυμό, αφού το αντίτιμο της ομολογίας των ενόχων ήταν η άφεση αμαρτιών και η αποτροπή κάθε περαιτέρω ποινικής ή οποιασδήποτε άλλης δίωξης.

Για τον ταλαντούχο τώρα καλλιτέχνη Ουίλιαμ Κέντριτζ, οι μαρτυρίες της Επιτροπής, ήταν το βασικότερο υλικό τη στιγμή του γυρίσματος της χιλιετίας. Πολυσχιδής και σπουδαία προσωπικότητα, από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες της εποχής μας, διακεκριμένος για τις εικαστικές του δημιουργίες κατά του απαρτχάιντ, με σχέδια και ταινίες κινουμένων σχεδίων, όλες αυτές οι διηγήσεις γύρω από τη βία του απαρτχάιντ, αποτέλεσαν τις εμπνεύσεις του για το ‘Ubu and the Truth Commission’. Το ‘Υμπύ και η Επιτροπή Αλήθειας’ είναι έργο της Τζέιν Τέιλορ που παίχτηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο Αγοράς του Γιοχάνεσμπουργκ, στις 26 Μαΐου 1997, μέσα στο οποίο χρησιμοποιήθηκαν και συνδυάστηκαν το κουκλοθέατρο με ζωντανούς ηθοποιούς, μουσική, κινούμενα σχέδια και ένα ντοκυμαντέρ μικρού μήκους. Συνδυάζει τον θρύλο του Υμπύ (Ubu) με τις μαρτυρίες της Επιτροπής Αλήθειας και Συμφιλίωσης (TRC), που συστάθηκε την περίοδο μετά το απαρτχάιντ. Στη σημείωση της έκδοσης του 2007 του βιβλίου πάνω στο οποίο βασίστηκε το έργο, η Τέιλορ έγραψε ότι αυτό που την ανάγκασε να εμπλακεί στην Επιτροπή, είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ατομικές αφηγήσεις έρχονται αντιμέτωπες με την εθνική υπόθεση. Οι ιστορίες προσωπικής θλίψης, απώλειας, θριάμβου και παραβίασης, βρίσκονται τώρα έμπροσθεν του πρόσφατου σχετικά παρελθόντος της Νότιας Αφρικής. Η Ιστορία συγχωνεύει τις αυτοβιογραφίες, λέει, κι αυτό σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή, γιατί τις τελευταίες δεκαετίες της λαϊκής αντίστασης, η προσωπική ταλαιπωρία επισκιάστηκε και υποτάχτηκε σε ένα μεγαλύτερο σχέδιο μαζικής απελευθέρωσης. Και συνεχίζει, λέγοντας ότι τώρα ακούμε όλες τις προσωπικές μαρτυρίες και τα πολύ ιδιωτικά πρότυπα της γλώσσας και της σκέψης που δομούν τη μνήμη και το πένθος, και ότι το ‘Ubu and the Truth Commission’ χρησιμοποιεί όλα αυτά ως σημείο εκκίνησης.

Η Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης της Νότιας Αφρικής, ιδρύθηκε το 1996, κι η Τέιλορ την χαρακτήρισε ως βαρυσήμαντη εντολή να αναζητήσει μαρτυρίες από εκείνους που οι ίδιοι υπήρξαν θύματα, τους αυτουργούς και τους επιζώντες της πολύχρονης θηριωδίας του απαρτχάιντ. Σχηματισμένη σχεδόν δύο ακριβώς χρόνια μετά τις πρώτες δημοκρατικές εκλογές της Νοτίου Αφρικής, οι σκοποί της Επιτροπής, στα μάτια της Τέιλορ, ήταν να ανακτήσει και να φέρει στο προσκήνιο τις χαμένες ιστορίες, να αποκαταστήσει αυτούς που είχαν υποφέρει χωρίς να φταίνε, να δώσει αμνηστία σε πράξεις πολιτικής σκοπιμότητας και το σημαντικότερο, να δημιουργήσει ένα γενικό πλαίσιο μέσα από το οποίο θα μπορούσε να καταστεί δυνατή η πολυπόθητη πια εθνική συμφιλίωση. Η ίδια η Επιτροπή είναι θέατρο, έγραψε ο Ουίλιαμ Κέντριτζ ή εν πάση περιπτώσει ένα είδος θεάτρου, αφού ένας-ένας οι μάρτυρες προσέρχονται και έχουν μισή ώρα για να πουν την ιστορία τους, να σταματήσουν, να σκεφτούν, να κλάψουν και να παρηγορηθούν από επαγγελματίες που κάθονται στο τραπέζι υπομονετικά μαζί τους. Οι ιστορίες είναι οδυνηρές, αλλά συναρπαστικές. Το ακροατήριο κάθεται στην άκρη των καθισμάτων τους ακούγοντας κάθε λέξη. Αυτό είναι υποδειγματικό θέατρο με δημόσια ακρόαση των ιδιωτικών παραπόνων και της απύθμενης λύπης, που απορροφούνται από το σώμα των πολιτών ως μέρος μιας βαθύτερης κατανόησης του πώς η κοινωνία τους πέρασε από διάφορα ταραχώδη στάδια κι έφτασε κάποια στιγμή στη σημερινή της κατάσταση.

Ο Υμπύ έχει περάσει πολύ χρόνο μακρυά από το σπίτι, προς μεγάλη ανησυχία και καχυποψία της συζύγου του που οσμίζεται πάνω του κάτι περίεργο και υποψιάζεται ότι ίσως προέρχεται από την ύπαρξη κάποιας ερωμένης του. Στην πραγματικότητα, η μυρωδιά που αντιλαμβάνεται είναι του αίματος και του δυναμίτη. Με την κατάργηση του απαρτχάιντ, η Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης βρίσκεται σε συνεχή κίνηση. Αμνηστία προσφέρεται μόνο σε εκείνους τους εγκληματίες που έρχονται ενώπιος ενωπίω και προσφέρουν πλήρη και ειλικρινή μαρτυρία όσον αφορά τις παραβατικές τους ενέργειες. Ο Υμπύ, υποπτεύεται ένα τέχνασμα, αλλά δεν είναι σίγουρος για το τι πρέπει να κάνει. Το έργο συνεχίζει με τις αναποφάσιστες ενέργειές του, και θα έχει ως τελικό αποτέλεσμα την πορεία σύγκλισης με την Επιτροπή.

Ο Κέντριτζ είχε εργαστεί για μερικά χρόνια με την Εταιρεία Κουκλοθεάτρου στο Γιοχάνεσμπουργκ πριν από την ιδέα του έργου ‘Ubu and the Truth Commission’ και έχοντας αποκτήσει τη σχετική πείρα από άλλες απόπειρες, ενσωμάτωσε κινούμενα σχέδια, μαριονέτες και ηθοποιούς. Βρισκόταν από καιρό σε αναζήτηση ενός καλού κειμένου και αφού απέρριψε διάφορες ιδέες, τότε σκέφτηκε ένα έργο που θα ονομαζόταν ‘Αίθουσα Αναμονής’ (Waiting Room), που θα περιελάμβανε συνεντεύξεις με τα θύματα από τις νάρκες που οδηγούνταν στα αγροτικά ορθοπεδικά νοσοκομεία στην Αγκόλα και τη Μοζαμβίκη. Όταν ο Κέντριτζ συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε να ασχοληθεί ταυτόχρονα στο ‘Ubu’ και το ‘Waiting Room’, πανικοβλήθηκε και επέλεξε να προχωρήσει σε έναν συνδυασμό των δύο, κι όσο η Επιτροπή βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, δεν χρειαζόταν να ψάχνει για υλικό, αφού αυτό ερχόταν σαν χιονοστιβάδα κάθε μέρα που περνούσε. Το υλικό του ντοκυμαντέρ των τάφων από την Επιτροπή, θα μπορούσε να δανείσει κάποια αξιοπρέπεια και νηφαλιότητα, ενώ η αδάμαστη ελευθερία που χαρακτήριζε τον Υμπύ, θα μπορούσε να ρίξει νέο φως και να προσφέρει φρέσκια και ζωντανή προοπτική στις από κάθε πλευρά καταθλιπτικές υποθέσεις της προαναφερθείσας Επιτροπής. Η Τέιλορ βαθιά επηρεασμένη από τη συχνότητα των φρικαλεοτήτων και από την άγνοια του αριθμού των εκτελεσθέντων, σημείωσε ότι οι εν λόγω δράστες οι οποίοι είχαν κάποια ‘ικανότητα’ για τύψεις, φαίνονταν συγκλονισμένοι από την προηγηθείσα συμπεριφορά τους, ενώ κάποιοι άλλοι δεν έδειχναν καμιά αντίδραση σε όλα εκείνα, από άρνηση ή αποτυχία της ηθικής φαντασίας. Η σύλληψη του έργου ξεκίνησε στην πραγματικότητα με μια συνάντηση μεταξύ της Τέιλορ, του Κέντριτζ, και κάποιων άλλων, οι οποίοι συμφώνησαν να χρησιμοποιήσουν τον Υμπύ ως όχημα για την εξερεύνηση της Επιτροπής. Κοντά στο τέλος του 1996, η Τέιλορ είχε ήδη παρακολουθήσει πολυάριθμα σεμινάρια με την Εταιρεία Κουκλοθεάτρου και διαπίστωσε τη μεγάλη σημασία και το ρόλο της μαριονέτας στην κάθε κίνηση, ένα μέσο, όπως είπε ο Κέντριτζ, με το οποίο μπορεί να ακουστεί η μαρτυρία αυτής της φρίκης.

Η προσπάθεια πέτυχε τους στόχους της σε ικανοποιητικό βαθμό. Δημιουργήθηκαν τρεις τύποι μαριονέτας, δηλαδή γύπες, σκύλοι και κροκόδειλοι. Το όρνιο είχε περιορισμένη δράση στο πίσω μέρος της σκηνής, όπου σποραδικά πρόσφερε σαρδόνιους αφορισμούς μέσα από σειρά ηλεκτρονικά σκηνοθετημένων ηχητικών σημάνσεων που μεταφράζονταν στην οθόνη. Οι κροκόδειλοι μετακινούνταν ελεύθερα στο χώρο με ανθρώπινους χαρακτήρες και ο σκύλος, ο Βρούτος, να μιλάει με στίχους. Συμφωνήθηκε από αρκετά νωρίς, στο στάδιο σύλληψης της παράστασης, οι μάρτυρες της Επιτροπής να εκπροσωπούνται από μαριονέτες. Για τον κεντρικό χαρακτήρα και το ρόλο του στο έργο, η Τέιλορ έλεγε ότι η ιστορία του Υμπύ είναι, ουσιαστικά μια μοναδική ιστορία ατομικής παθολογίας, αλλά ταυτόχρονα μια υποδειγματική άποψη της σχέσης μεταξύ καπιταλιστικής ιδεολογίας, ιμπεριαλισμού, φυλής, κοινωνικής τάξης, φύλου, θρησκείας και εκσυγχρονισμού της Νότιας Αφρικής. Στους κύκλους της χώρας, το έργο έτυχε ευνοϊκής υποδοχής, όλοι το επαίνεσαν και διάχυτη ήταν η εντύπωση ότι επρόκειτο για πολυδιάστατο θεατρικό έργο που προσπαθεί να κάνει γνωστή και αισθητή την πολυεπίπεδη τρέλα που σημάδεψε ολόκληρη τη Νότια Αφρική κατά τη διάρκεια του απαρτχάιντ. Η σύζυγος του Υμπύ, Ma Ubu, λανθασμένα υποπτεύεται για κάποια ύποπτη υπόθεση του συζύγου της με συνήθεις σεξουαλικές απιστίες. Αυτή η συζυγική σεξουαλική σχέση είναι διάσπαρτη με διάφορες αλληλουχίες μέσα στο σώμα του κουκλοθεάτρου, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων των μαρτύρων. Ο Κέντριτζ ενδιαφέρεται για τα λόγια και τις φράσεις που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να κατανοήσουν τα γεγονότα, και ειδικά σε ακραίες καταστάσεις. ‘Πρέπει να δημιουργήσουμε’, λέει, ‘τεχνητά τρόπους για να θυμόμαστε... Ημέρες μνήμης, μουσεία και επιτύμβιες στήλες ανεγερμένες σε διάφορες θέσεις… να προωθήσουμε μια αίσθηση τόσο συγχώρεσης όσο και μνήμης’. Στη σειρά των αλληλουχιών των κινουμένων σχεδίων και των φωτογραφιών, ο Κέντριτζ προσπαθεί να εισαγάγει εκ νέου την αξία του σοκ στις φωτογραφίες και γενικώς στο ντοκιμαντέρ.

Η εισαγωγή των κινούμενων σχεδίων με κιμωλία, από τον Κέντριτζ στο ‘Ο Φελίξ στην Εξορία’ (1994) παίρνει νέα ζωή στο ‘Ubu and the Truth Commission’. Γι αυτόν, η στροφή στο στυλ, έχει πολλά να κάνει με τις απαιτήσεις του έργου. Η μαλακή, σπογγώδης βία από τους τόνους του άνθρακα, αντικαθίσταται με την απότομη, σκληρή διαγραμματική βία της κιμωλίας, καθιστώντας την εικονογράφηση των κινουμένων βίαιων σχεδίων στο ‘Ubu and the Truth Commission’ πιο εμφανή από την ιδεολογική βία των προηγούμενων θεατρικών του έργων και ταινιών κινουμένων σχεδίων. Ο Ουίλιαμ Κέντριτζ, κάνει κινούμενα σχέδια από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Οι ταινίες αυτές μικρού μήκους, έχουν κυρίαρχη θέση στην πολιτική ιστορία της Νότιας Αφρικής.

Από το ‘Ο Φελίξ στην Εξορία’ (Felix in Exile, 1994)

Τα τοπία στις πρώτες ταινίες του Κέντριτζ είναι αποκαλυπτικά με εγκαταλελειμμένες εκτάσεις κάτω από έναν σκοτεινό ουρανό που σημαδεύτηκαν με τη δυσωδία της κοινωνικής αποσύνθεσης. Ένας λαβύρινθος αυτοκινητοδρόμων, ατελείωτες ουρές, μαζικές διαδηλώσεις, σηματοδοτούν το αιχμαλωτισμένο τοπίο. Ενάντια στο επίκεντρο αυτών των πρώιμων ταινιών, στέκεται ‘Ο Φελίξ στην Εξορία’ (Felix in Exile, 1994), που κατά κάποιο τρόπο αποτελεί ενδιάμεση ταινία που διατηρεί τον χαρακτήρα του Felix Teitlebaum, αλλά σε ένα τοπίο διαφορετικό. Χρησιμοποιώντας μεγάλο μέρος του ίδιου συμβολισμού από τις προηγούμενες ταινίες, ο ‘Φελίξ στην Εξορία’ εστιάζεται σε μια περασμένη σχέση μεταξύ του Felix Teitlebaum, που βρίσκεται μόνος σε ένα δωμάτιο γεμάτο μνήμες νεκρών μαύρων ανδρών, με τα σώματά τους να διαρρέουν αίμα από ανοιχτές πληγές, και μιας γυναίκας, της Nandi, η οποία χρησιμοποιεί τοπογραφικά όργανα για να σκιαγραφήσει το ζοφερό, τεχνητό τοπίο των εγκαταλελειμμένων ορυχείων ανατολικά του Γιοχάνεσμπουργκ. Τα νεκρά κορμιά, που καλύπτονται με εφημερίδες που τις φυσάει ο άνεμος, τελικά εξαφανίζονται μέσα στο τοπίο. Ο θάνατος αφαιρείται από την ενεργοποίηση του ρόλου της μνήμης, εκτός από τις εγγραφές ενός σεισμογράφου που καταγράφει τις κρυφές ιστορικές διαταραχές. Όπως και στο Ορυχείο (Mine), έτσι κι εδώ, το τοπίο του έργου ‘Ο Φελίξ στην Εξορία’ κρύβει τα σώματα, αφήνοντας την ιστορία και τις έννοιες να κρύβονται σε ένα υπόγειο τοπίο.

Σε αντίθεση με αυτά τα παλαιότερα έργα, το ‘Ubu and the Truth Commission’ είναι το πρώτο πραγματικό βήμα του Κέντριτζ στη διερεύνηση της άθλιας πολιτικής του απαρτχάιντ. Το τοπίο, ως χώρος συγκεκριμένης πολιτικής ταυτότητας, αποτελεί πρωταρχική μεταφορά στο έργο του. Ως σειρά αφηγήσεων, οι ταινίες του Κέντριτζ είναι ενωμένες μεταξύ τους με μια αίσθηση ατομικής συνενοχής και εγκυρότητας σε ταραγμένο τοπίο και καταλήγουν ως μια πυκνή, κλειστοφοβική συνένωση των πολιτικοποιημένων δράσεων μέσα στο χώρο. Μεταξύ της απόκρυψης και της εξομολόγησης, βρίσκεται η ενοχή της συνείδησης, ο φόβος της έκθεσης και η υπόσχεση της λυτρωτικής άφεσης αμαρτιών. Αυτός είναι ο χώρος που ο Κέντριτζ προσπαθεί να ενεργοποιήσει μέσα στο ‘Ubu and the Truth Commission’. Στο μεγαλύτερο μέρος του έργου, καταπιάνεται ουσιαστικά με το πιθανόν σημαντικότερο πολιτικό ζήτημα στην μετα-απαρτχάιντ Νότια Αφρική. Η όλη παραγωγή εγείρει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το πώς οι καλλιτέχνες, και βεβαίως ποιοί, αντιμετωπίζουν ένα άκρως πολιτικοποιημένο παρελθόν στη χώρα τους. Αυτή η χειρονομία και μόνο, κάνει τη δουλειά του Κέντριτζ ένα εμβληματικό και σημαντικότατο μέρος του τοπίου της σύγχρονης τέχνης της Νότιας Αφρικής!

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog