Βοηθητικό μενού

7+1 προτάσεις για αναγνώσεις τον Φεβρουάριο

1 - metaixmio

Ο τόπος των πιστών, μυθιστόρημα, Τάνα Φρεντς, μτφρ. Αναστασία Καλιοντζή, εκδόσεις Μεταίχμιο 2015

Ως χαρακτηριστική ένδειξη συγγραφικών προθέσεων, η Τάνα Φρεντς, στο πρώτο βιβλίο της «Ιn the Woods», πίσω στο 2007, είχε ανασύρει από τα σκοτεινά βάθη ένα έγκλημα που κρατούσε επτασφράγιστα τα μυστικά του κοντά 20 χρόνια. Σε εκείνο το μυθιστόρημα, ο ντετέκτιβ Ρομπ Ράιαν αναλαμβάνει να ξετυλίξει το κουβάρι του ξαφνικού χαμού των δύο κολλητών του, σε ηλικία 12 ετών. Τι συνέβη κι ενώ έπαιζαν μέσα στο δάσος, αίφνης, χάθηκαν τα ίχνη τους;

Με αυτό το μεθύστερο σχήμα επανέρχεται και στο τρίτο κατά σειρά μυθιστόρημά της «Ο τόπος των πιστών», μόνο που τώρα οι καταστάσεις είναι ακόμη πιο σκοτεινές και οριακές. Ο δουβλινέζος αστυνομικός Φρανκ Μακέι, τον οποίο έχει χρησιμοποιήσει και σε άλλο μυθιστόρημα, ακολουθώντας την κλασική τυπολατρία που αρέσει σε αρκετούς συγγραφείς της crime λογοτεχνίας, εμφανίζεται τώρα να είναι 19 χρονών και να περιμένει το κορίτσι του, την Ρόζι Ντέιλι, να έρθει στο πιο καθοριστικό ραντεβού για τις ζωές τους. Έχουν αποφασίσει να πετάξουν από πάνω τους τον προβληματικό οικογενειακό διάκοσμο και να ανοιχτούν στη μεγάλη θάλασσα του Λονδίνου προς άγραν εμπειριών, ελευθερίας και αυτοπραγμάτωσης.

Μόνο που η Ρόζι δεν θα έρθει ποτέ στο ραντεβού και ο Φρανκ θα υποθέσει πως έκανε πίσω την ύστατη στιγμή και έφυγε μόνη της για το μεγάλο ταξίδι της εξερεύνησης.

Όπως και να ‘χει, ο Φρανκ αποφασίζει να κάνει το ταξίδι προς το Λονδίνο: ακόμη και μόνος. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να αντέξει άλλη μια ημέρα της ζωής του στο μουντό Δουβλίνο και στο ακόμη πιο μουντό σπίτι του όπου η αλκοολική, χειριστική και τυραννική μητέρα του δεν του αφήνει χώρο να αναπνεύσει;

Είκοσι χρόνια μετά, δέχεται ένα τηλεφώνημα από την μικρή αδελφή του, την Τζάκι. Είναι η μόνη με την οποία έχει διατηρήσει ένα κανονικό, έστω και εκ του μακρόθεν, επίπεδο επαφής. Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του είναι μέσα του καλά θαμμένα: στάχτες, πάνω σε στάχτες, πάνω σε άλλες στάχτες.

Η Τζάκι ενημερώνει τον Φρανκ ότι βρέθηκε η βαλίτσα της Ρόζι, όπως και τα εισιτήρια που είχε βγάλει για το Λονδίνο: τα δύο εισιτήρια που θα τους πήγαιναν στη γη της Επαγγελίας τους.

Και τότε, μέσα από τα βάθη του χρόνου και από τις σκοτεινές γωνίες του μυαλού του, ο Φρανκ, συνειδητοποιεί ότι ο δολοφόνος είναι ακόμη εκεί – δεν έχει φύγει. Τριγυρίζει ωσάν φάντασμα ζητώντας, τι ακριβώς; Δικαίωση; Νέα εκδίκηση; Τη χαρά της απώλειας που «πρόσφερε» στους άλλους;

Η τραγωδία εναλλάσσεται με την απύθμενη σκοτεινιά. Το κακό δεν περνάει σε αυτό το βιβλίο, αλλά σέρνεται, κρύβεται κάτω από έπιπλα, από πτυχώσεις ρούχων, στα πιο απάτητα σημεία του σπιτιού. Ο Φρανκ δίνει ένα φιλί στην κόρη του για να της πει «καληνύχτα» και καθώς επιστρέφει στο σπίτι των γονιών του είναι σίγουρος πως ακούει τη μυρωδιά και την ανάσα του δολοφόνου.

Θα έλεγε κανείς ότι το έγκλημα, ως αυθύπαρκτος «ρόλος» στη λογοτεχνία εγκλημάτων (sic), φτάνει για να προκαλέσει τα ρίγη. Ή, ενδεχόμενα, να αρκεί η λύση του από τον επιδέξιο ντετέκτιβ που δεν διστάζει να φτάσει μέχρι τα τελευταία σκαλοπάτια της κόλασης (προσωπικής ή όχι) για να βρει το τέλος του κουβαριού. Κι όμως, στα βιβλία της Φρεντς που δεν είναι «σπιντάτα» και που θέλουν το χρόνο τους για να σου ανοιχτούν, αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία είναι το ύφος, το στυλ.

Η Φρεντς, σε αντίθεση με άλλες πένες τούτης της κατηγορίας, δεν προσδοκά να τραβήξει το ενδιαφέρον με το να σπέρνει αίμα στους δρόμους του Δουβλίνου• εκεί έξω δεν υπάρχει ένας κατά συρροή δολοφόνος, ο οποίος καταφέρνει με επιδέξιο και πανούργο τρόπο να αποφύγει τους διώκτες του.

Εδώ έχουμε ατμόσφαιρα υπνωτιστική, έχουμε το δέος των σκηνών και της εικόνας να δαμάζει τις λέξεις, έχουμε τη δεδομένη ικανότητα της Φρεντς να διηγηθεί μια ιστορία και να το κάνει με στιβαρό τρόπο. Παράλληλα, οικοδομεί έναν σταθερό, σάρκινο χαρακτήρα που δεν ρέπει προς τον μπαναλιτέ, τον ντετέκτιβ Φρανκ Μακέι. Πράξη απολύτως συγγνωστή, καθώς αυτός είναι που καλείται να λύσει τους κόμπους της αιματοβαμμένης ιστορίας. Άρα, αυτός είναι που πρέπει πρώτα και κύρια να εδραιώσει τις δομές της ιστορίας. Και το πράττει.

Διονύσης Μαρίνος

**

2 - ekati

Λογωδίνες, ποίηση, Παναγιώτης Κωστόπουλος, εκδόσεις Εκάτη 2014

Πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Κωστόπουλου «Λογωδίνες» από τις εκδόσεις «Εκάτη».

Πολλές φορές η πρώτη εντύπωση, που μας αφήνει μια ποιητική συλλογή είναι από τον τίτλο της. Αυτό συμβαίνει και με την συγκεκριμένη ποιητική συλλογή. Ο Παναγιώτης Κωστόπουλος συνθέτει δύο λέξεις: Τον λόγο και την οδύνη. Δηλαδή, λογωδίνες σημαίνει οδυνηροί λόγοι, κατ’ επέκταση ποιήματα, που διαλέγουνε θέματα σκληρά, θέματα, που πονάνε αν τα αγγίξεις: «Ξεπεσμένα παιδιά θαύματα / προδίδουν το σαρκίο τους στα καπηλειά και στα χαμαιτυπεία. / Έξω απ’ τα ζαχαροπλαστεία μάτια λιμασμένα χορταίνουν εικόνες».

Δυνατά σημεία της ποιητικής συλλογής του Παναγιώτη Κωστόπουλου «Λογωδίνες» είναι εκείνα, που ο ποιητής μετατρέπει την απογοήτευση και την απελπισία σε ειρωνεία πολλές φορές τραγική. Τρανό παράδειγμα, η αναφορά του στην συγκέντρωση υπογραφών από διάφορους οργανισμούς, που υπόσχονται ότι αρκεί να αποδώσουν χιλιάδες ή και εκατομμύρια υπογραφές στις κυβερνήσεις όλου του πλανήτη για να σταματήσει η μόλυνση του περιβάλλοντος, για να πάψουν οι πολεμικές συγκρούσεις κλπ.: Συνεπής στις αρχές μου / μαζεύω υπογραφές / ο θάνατος πιο δημοκρατικός να γίνει.»

Η ποίηση του Παναγιώτη Κωστόπουλου είναι λιτή και κατανοητή χωρίς περιττά στολίδια και φιοριτούρες. Ο ποιητής διαλέγει ελεύθερο στίχο με λιτά εκφραστικά μέσα και κάποιες φορές θα λέγαμε πως ο στίχος του πλησιάζει την πεζογραφία, όμως, υπάρχει εσωτερικός ρυθμός, με αποτέλεσμα να διατηρείται η ποιητικότητα. Αν και τα περισσότερα ποιήματα είναι ολιγόστιχα, ένα ποίημα, που ξεχωρίζει είναι «το τέρας», που είναι και το μεγαλύτερο της συγκεκριμένης συλλογής. Εδώ παρουσιάζεται μια αλληγορική ιστορία με πολύ όμορφες περιγραφές και με μια έξυπνη κατάληξη, που συγκλονίζει και αφυπνίζει τον αναγνώστη.

Στην ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Κωστόπουλου «Λογωδίνες» υπάρχει και μια μικρή σειρά από χάι-κου, όπου ο ποιητής μας δείχνει την ικανότητά του και σε αυτό το είδος, καθώς οι στίχοι είναι σωστά μετρημένοι και τα νοήματα ολοκληρωμένα και ευφυή: «Το δωράκι σου / ένας σβώλος στο λαιμό. / Καρκίνος, γιατρέ;»

Κλείνοντας, θα τονίσουμε ότι η ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Κωστόπουλου «Λογωδίνες» είναι ένα πολύ καλό πρώτο βήμα.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

**

3 - Ownbook

Πολίτης σε απόγνωση, μυθιστόρημα, Γιάννης Βλαντίκας, εκδόσεις Ownbook 2015

Πού μπορεί να οδηγήσει έναν φιλήσυχο άνθρωπο η απόγνωση και να τον μετατρέψει από έναν απλό οικογενειάρχη σε έναν άνθρωπο οργισμένο, ο οποίος θα διαπράξει ακραίες πράξεις;

Ο Νίκος είναι ένα απλός καθημερινός άνθρωπος ο οποίος ζει στην Αθήνα με την οικογένειά του, την εποχή της οικονομικής κρίσης. Όλα κυλούν φυσιολογικά και ζει μία ήρεμη και ευτυχισμένη ζωή, ώσπου χάνει αναπάντεχα τη δουλειά του και γνωρίζει τυχαία μία όμορφη κοπέλα, τη Στέλλα. Η γνωριμία αυτή θα οδηγήσει τη ζωή του σε μία εντελώς διαφορετική πορεία και σταδιακά θα αλλάξουν οι ηθικές του αξίες, ακόμα και η ίδια του η κοσμοθεωρία. Οι εξελίξεις θα είναι καταιγιστικές και η δίνη των γεγονότων θα τον παρασύρουν σε ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή.

Ο Γιάννης Βλαντίκας στο μυθιστόρημά του «Πολίτης σε απόγνωση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ownbook, μας παρουσιάζει την εξέλιξη ενός πολιτικού θρίλερ με έντονη δράση και ανατροπές. Ο ήρωάς του είναι ένας άνθρωπος ο οποίος δέχεται τις συνέπειες των γεγονότων της οικονομικής κρίσης και αναπροσδιορίζει τις αξίες με βάση τις οποίες έχει γαλουχηθεί.

Περιγράφοντας με τρόπο εύστοχο τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και προσφέροντας πολλές πληροφορίες για τα αίτια και τις συνθήκες που οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή της κατάσταση, ο Γιάννης Βλαντίκας γράφει για την οικονομική κρίση αλλά και το απρόβλεπτο της ανθρώπινης φύσης.

Αλεξία Νταμπίκη

**

4 - Ars Poetica

Η αρχή του τέλους, ποίηση, Δημήτρης Βούλγαρης, εκδόσεις Ars Poetica 2015

Η λογοτεχνική παραγωγή τα τελευταία χρόνια γνώρισε ιδιαίτερη αύξηση• και το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό, αφού καταγράφεται αύξηση τίτλων σχεδόν σε όλη την Ευρώπη. Παρά την ύφεση που εμφανίστηκε στο μεταίχμιο της χιλιετίας (ειδικά στην ποίηση) φαίνεται πως εκείνο το "κενό" αναπληρώθηκε. Και αυτό -παρά τις όποιες κριτικές ή ενστάσεις για την ποιότητα- δεν μπορεί παρά να είναι θετικό για το βιβλίο και την τέχνη.

Νέοι άνθρωποι με διάθεση για πειραματισμός και ίσως άγουρο ακόμα ύφος παλεύουν με τις λέξεις και τα συναισθήματα. Έρχονται κοντύτερα στην τέχνη και διεκδικούν με τα δικά τους μέσα να συμμετάσχουν στον καλλιτεχνικό διάλογο. Ακόμα κι αν δεν έχουν αποκρυσταλλωμένη άποψη, αναδιαμορφώνουν το νέο πολιτιστικό αγαθό ως ένα συλλογικό επίτευγμα. Άλλωστε, ο λογοτέχνης δε χάνει ποτέ τον κοινωνικό του ρόλο ως μέλος μιας δομημένης κοινότητας.

Από ένα τέτοιο καλλιτεχνικό περιβάλλον πηγάζει και η νέα συλλογή του Δημήτρη Βούλγαρη, «η αρχή του τέλους» (ars poetica, 2015) που συντίθεται από άτιτλα πεζογραφήματα, ποιήματα και έναν διάλογο.

Στο ποιητικό «ασυνάρτητο ημερολόγιο» κυρίαρχο είναι το πηγαίο αίσθημα της απογοήτευσης για το παρόν και μία ειλικρινής μελαγχολία για το μέλλον. Στην πραγματικότητα ο Βούλγαρης εκφράζει το ψυχισμό των νέων που αισθάνονται να ματαιοπονούν σε μία κοινωνία που οδηγεί κομφορμιστικά στην αγχόνη τα -ανήλικα σχεδόν- όνειρα των ανθρώπων, μία κοινωνία αδικίας (γενεαλογικής φύσης, θα λέγαμε εμείς).

Η ποίησή του είναι κοινωνική στη ρίζα της με φυλλώματα υπαρξιακής αγωνίας. Το κοινωνικό συνδέεται με την υπαρξιακή αγωνία. Το άτομο δε στέκεται μακριά από την κοινότητα, δεν είναι απομονωμένο κυριολεκτικά, αλλά μόνο συναισθηματικά. Το κοινωνικό περιβάλλον διαμορφώνει τις αγωνίες του, τη μελαγχολία του.

Το α΄ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο -υπαρκτό ή εννοούμενο- διαμορφώνει ένα συλλογικό ποιητικό υποκείμενο που υπερκαλύπτει τo αυτοαναφορικό α΄ ενικό. Ο δημιουργός μοιάζει με ποιητικό εκπρόσωπο των συνομηλίκων του να περπατούν στο κενό (4, 20, 13) βλέποντας να κυριαρχεί ο εγωισμός και η εγκατάλειψη (3, 5), να μεγαλώνουν με βήματα στο άγνωστο, συχνά χωρίς αιτία (2, 3, 6) ή ελπίδα (16, 17, 50, 51, 52, 53).

Ο κοφτός στίχος αισθητοποιεί ακριβώς τον αυτόν τον πόνο. Συχνά η αποφθεγματική διατύπωση φλερτάρει με τον υπερρεαλισμό και εκπλήσσει με τη συνειρμική απλότητά της και τη γλωσσική ευρηματικότητα του ποιητή (8, 12, 20, 25, 27, 33, 34, 38, 49). Η υπαρξιακή αγωνία αναβλύζει ως πίδακας από τη θρυμματισμένη στιχουργική• άλλοτε, ο ποιητής επιλέγει μία αμιγή πεζολογική γραφή σε πλήρη αρμονία με την πεζότητα που τον περιβάλλει. Οι υπαρξιακές αναζητήσεις συχνά συμπλέκονται με μία στοχαστική διάθεση (14, 15, 28).

Το ποιητικό κάδρο είναι πλούσιο από εικόνες. Η εικονοπλασία όμως του Βούλγαρη πηγάζει αυθόρμητα από το αφηγηματικό κι εξομολογητικό ύφος. Ο εικαστικός του πλούτος ισορροπεί με τη λιτότητα της εκφραστικής του και την απουσία λογοτεχνικών σχημάτων ακροβατώντας στο σκοινί των συνειρμών.

Η συχνή εμφάνιση του ταξιδιού μοιάζει να εκφράζει μία ολόκληρη γενιά. Δεν πρόκειται για το ταξίδι ως ποιητικό θέμα όπως το συναντάμε στη λογοτεχνική μας παράδοση ως μέσο δραπέτευσης ή χωρισμού. Το ταξίδι δεν τίθεται στο παλιότερο αυτοαναφορικό πλαίσιο, αλλά ως συλλογικό βίωμα. Είναι ένα γεγονός, ένα βίωμα τόσο κοινό στη νεώτερη γενιά, που μεταναστεύει σωρηδόν για σπουδές, εργασία ή από ασφυξία λόγω της κρίσης. Ακόμα και ο χρόνος (αγαπημένο υπαρξιακό ποιητικό θέμα) συνδέεται με τον κοινωνικό βίο ξεπερνώντας το άτομο, με τη στενή έννοια (37, 47, 48). Μοιάζει σαν όλη η ζωή να είναι ένα ταξίδι που κάθε «αρχή βρίσκεται σε ένα προηγούμενο τέλος».

Στον αντίποδα, τα «πεζωγραφήματα σε άσπρο και μαύρο» είναι μία ενότητα σύντομων πεζογραφημάτων εσωτερικού μονολόγου με κοινωνικοϋπαρξιακό περιεχόμενο. Στο ίδιο ύφος και ο «διάλογος καθημερινής τρέλας», που με τη ζωντάνια του διαλόγου -που δε φιλοδοξεί να γίνει μονόπρακτο- εκθέτει τους νεανικούς προβληματισμούς.

Με κοφτό λόγο ο Βούλγαρης μιλά για τη ζωή και τις δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει ο καθένας μέσα σε ένα φόντο ασπρόμαυρο. Στο επίκεντρο παραμένει ο άνθρωπος και όσα νιώθει (επιστροφή στο παρελθόν, αμφιβολίες, πόνος, αλλοτρίωση). Βέβαια, ο δημιουργός δεν καταφέρνει να ξεφύγει από την αυτοαναφορικότητα που διαμόρφωσε -ως μάστιγα- την ελληνική ποίηση επί δεκαετίες την ποίηση, καθώς διακρίνεται μία αδιαφορία για την αντικειμενικοποίηση του ατομικού βιώματος και τη μετατροπή του σε συλλογικό.

Ο μικροπερίοδος λόγος εντείνει το εξαγόμενο συναίσθημα. Ωστόσο, έτσι, πιέζει τεχνητά τον αναγνώστη να συν-αισθανθεί χωρίς να τον αφήνει ελεύθερο να βιώσει τις ενδόμυχες εκμυστηρεύσεις κι αγωνίες του ποιητή• σε συνδυασμό με τη λιτή εκφραστική διαμορφώνει ένα ύφος (γλώσσα και σύνταξη) προφορικός, σχεδόν θεατρικό που ενισχύεται από το αοριστολογικό β΄ ενικό. Η απουσία ποιητικού λόγου και υποτυπώδους πλοκής/ανάπτυξης (αναγκαία ως βάση στην ποίηση) διαμορφώνει ένα ρευστής υφής στυλ πρόχειρων εξομολογήσεων που ακροβατεί μεταξύ κοινωνικής εμπειρίας και εκμυστήρευσης.

Η εμφάνιση νέων δημιουργών που αντιλαμβάνονται τα φέρνουν στην επιφάνεια τα υπαρξιακά ή κοινωνικά προβλήματα μέσα από την τέχνη, μας γεμίζει αισιοδοξία για το μέλλον. Άλλωστε, οι λογοτέχνες διακρίνονται από μία ευαισθησία που σπάνια συναντάμε σε άλλες τέχνες και αυτό ακριβώς το συναίσθημα ως βίωμα εξάγει και ο Βούλγαρης.

Δημός Χλωπτσιούδης

**

5 - Vakxikon.gr

Αποδομώντας το άπειρο, ποίηση, Κλεομένης Παπαϊωάννου, εκδόσεις Vakxikon.gr 2015

Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Αποδομώντας το άπειρο» του Κλεομένη Παπαϊωάννου προσπάθησα να κατανοήσω τον κόσμο του μέχρι εκεί που τα βήματα του μπορώ να αναγνωρίσω. Επιχειρώ να προσεγγίσω τον λόγο του με άξονες κλειδιά τις λέξεις προτού νεκρωθούν όπως ο ίδιος λέει.

Πρώτος άξονας ο έρωτας που ανασταίνει λέξεις.

«Χώρος και χρόνος, δυο κελιά συναρμοσμένα
Που συνθλίβονται στο γέλιο σου
Και είναι
Άχρονες και άτοπες στιγμές ό, τι απομένει.»

Αντίστοιχα οι στίχοι του Γιώργου Φιλιππίδη:

«Τα μάτια μου τα σύννεφα ραγισμένα τρέχουν
Τρέχουν πάνω απ' τον άνεμο, τη σιωπή
Την ίδια σιωπή που κυλούσε στα μάγουλα σου
Δάκρυ άυλο
Πόσο πιο πολύ πονάς,
Να γδέρνομαι τη μέρα
Και η νύχτα να πέφτει
Ολοένα πιο αλαφριά...»

Γλώσσα άμμεση, λόγος εξομολογητικός, λόγος κοφτός σαν ξυράφι. Μεγάλη σημασία δίνεται στην αιωνιότητα της στιγμής.

«Μη ρωτάς
Συλλέγω κάθε γέλιο σου,
Κάθε στιγμή που βαφτίζεις το άπειρο.»

Στη «θλιβερή ιστορία», όπως διαβάζουμε, κάθε άνθρωπος κινδυνεύει να φυλακιστεί στη μοναξιά του, να κλειστεί στη φυλακή του, όμως ο άνθρωπος θα αγωνιά μέχρι το τέλος του κόσμου όπως λέει ο Pascal χωρίς να γνωρίζει την ουσία του πόνου της φυλακής του. Ύστερα από αυτή την εμπειρία το κατόρθωμά του θα είναι να σηκώσει το μαρτύριο του σαν φορέας της μνήμης όλου του κόσμου, όχι μόνο του εαυτού του, μέχρι τα έσχατα όρια, γιατί η ουσία είναι να μάθεις όχι μόνο να χτίζεις αλλά και να γκρεμίζεις όταν χρειάζεται.

Άλλος άξονας της ποίησης του η αποδόμηση Θεών και τυράννων σε ένα κόσμο εξουσίας και δύναμης, σε ένα κόσμο που κλέβει τις ζωές των ανθρώπων. Όπως ο ίδιος αναφέρει:

«Τα χαρτονομίσματα είναι τελικά
τα πιο ψυχρά και άχρηστα χαρτιά»

Εδώ μας παραπέμπει στις τράπεζες συναλλαγών του Μανώλη Αναγνωστάκη. Στίχοι αφοριστικοί, με βαθειά συνείδηση του πόνου και του έρωτα όπως:

«Ποτέ μην πεις, θα σ' αγαπώ για πάντα. Αγάπη και έρωτας, να ξέρεις, δεν τοκίζονται, ούτε προεξοφλούνται.»

Ορισμένες φορές έχει έναν υπαινικτικά σαρκαστικό λόγο που στιγματίζει την προσαρμογή του ανθρώπου σε επίπλαστες χαρές. Λόγος άμεσος, που σε παραπέμπει ταυτόχρονα σε μια διαδυκτιακή γλώσσα όπως: «Ο έρωτας από καιρό έχει πνιγεί στα χάπια.»

Διαλέγω για το τέλος τους στίχους του Κλεομένη:

«Οι λέξεις γεννιούνται νεκρές, πάνω σε λευκά σαβανόχαρτα
Περιμένοντας το βλέμμα που θα τις αναστήσει.
Και εσύ ρωτάς γιατί σου αφιερώνω στίχους.
Μα την απάντηση
Την ξέρεις
εξαρχής»

Δημήτρης Στενός

**

6 - Οκτώ

Η συνείδηση του πλάνητα, διηγήματα, Χρήστος Χρυσόπουλος, εκδόσεις Οκτώ 2015

Το βιβλίο του Χρήστου Χρυσόπουλου «Η συνείδηση του πλάνητα» αποτελείται από είκοσι οκτώ φωτογραφίες και κείμενα για το αστικό τοπίο στη μετανεωτερική συνθήκη και κυρίως για το κομμάτι της πόλης που παραμένει μετέωρο ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, ανάμεσα στο ορθό και το ανορθόδοξο, το αποδεκτό και το απορριπτέο. Με ματιά που αποτυπώνει το παράδοξο μέσα στην ομαλότητα ενός χώρου που αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τα νέα δεδομένα και με πένα αδιαμφισβήτητα δυνατή στην αποτύπωση στοχασμών και παραλληλισμών, ο Χρυσόπουλος στήνει ένα σύμπαν από εικόνες και σκέψεις, το οποίο βασίζεται στην κίνηση: αλλάζουμε, γέρνουμε, μεταμορφωνόμαστε, ακολουθούμε.

Με τον ευφυή τίτλο, «Απορρύθμιση» (“Disjunction”), ο Χρυσόπουλος σχολιάζει τη γεωγραφία της μεγαλούπολης μέσα από την αντίληψη ενός προσώπου που βιώνει την ταλάντωση της πόλης ως συναισθηματική διακύμανση, μέσα από την υποταγή του περίπλοκου στο απλό. Ο συγγραφέας – εικαστικός μας παρακινεί ανοιχτά να «σκεφτούμε την πόλη μας λιγνή, αδυνατισμένη, κοκαλιάρα, νευρώδη, μια πόλη απείθαρχη που πάνω της δεν κολλά τίποτα», μας προκαλεί να απαλλαγούμε από το «βάρος της ορθότητας» προσεγγίζοντας τη μοίρα των άψυχων αντικειμένων «σχεδόν ως ανθρώπινη», μας παροτρύνει να μελετήσουμε τους φράχτες που στήνονται κάθε μέρα, κάθε ώρα μέσα στο αστικό τοπίο που μας περιβάλλει και να συνειδητοποιήσουμε ότι «ζούμε σε διαρκή ταλάντωση ανάμεσα στο αναμενόμενο και το αναπάντεχο».

Επιπρόσθετα, η προβληματική του εν λόγω βιβλίου συνομιλεί εξαιρετικά με τα βασικά αντικείμενα μελέτης της σύγχρονης κοινωνικής επιστήμης. Κοινωνιολόγοι όπως ο Ντουρκχάιμ, ο Μπάουμαν, ο Γκίντενς τοποθετούν στο κέντρο των αναλύσεών τους το «ξένο» μέσα στο πλαίσιο της νεωτερικής και, ασφαλώς, μετανεωτερικής εποχής. Στο μεταμοντέρνο κόσμο, το «άλλο» πολλές φορές συνδέεται με το περιττό, το πλεονάζον, το οποίο «ανθρωποφαγικά» ή «ανθρωποεμετικά» αποδιώχνεται αντί να ενσωματώνεται. Στις εικόνες του Χρυσόπουλου αυτό δε συμβαίνει: ο φακός έχει κατορθώσει να αποδώσει απολύτως τη συγχώνευση των «αλλότριων» αντικειμένων σε τοπία, στα οποία δεν αναμένεις να δεις κάτι ανάλογο. Ωστόσο, μετά από την πρώτη, στιγμιαία αντίδραση ξαφνιάσματος, υπερτερεί η αίσθηση ότι τα πάντα μπορούν να συνυπάρξουν, αρκεί να υπάρξει μια διαδικασία συμφιλίωσης, η οποία θα διαμορφώσει νέους τόπους και δομές.

Σύμφωνα με τον Μπάουμαν, η πλειονότητα των ανθρώπων στο σύγχρονο κόσμο δεν είναι πλέον ταξιδιώτες από επιλογή αλλά πλάνητες, απορρίμματα των ίδιων των κοινωνιών που τους παρήγαγαν. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Χρυσόπουλος κάνει ένα σαφές και διορατικό σχόλιο για τη μετανεωτερική συνθήκη και για ό,τι ακολουθεί: δεν υπάρχουν (τονίζει με ό,τι αποτυπώνει ο φωτογραφικός φακός και τα κείμενά του) απορρίμματα που δεν μπορούν να εισέλθουν στις ήδη υπάρχουσες συνθήκες και να τις εμπλουτίσουν, υπάρχουν μόνο απορριπτικές ή συναινετικές ματιές. Δεν υπάρχουν όρια, υπάρχουν μόνο διαθέσεις.

Τζούλια Γκανάσου

**

7 - Γαβριηλίδης

Νήματα ουτοΠοίησης, ποίηση, Πόλυ Μαμακάκη, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2015

Κρατώ στα χέρια μου την τελευταία ποιητική συλλογή της Πόλυς Μακαμάκη που φέρει τον τίτλο "Νήματα ουτοΠοίησης". Τίτλος ελκυστικός πρωτίστως. Τίτλος που σε οδηγεί, επίσης, να βρεις το κλειδί για να ξεκλειδώσεις τα νοήματα, που δίνει ένα πρωτο στίγμα ανάγνωσης εν πάσει περιπτώσει. Στην αρχή του βιβλίου, πέφτουμε πάνω στα λόγια του Σάμιουελ Μπέκετ: ασαφής υπόθεση/ότι όλα τα πράγματα/υπάρχοντας/όλα τα πράγματα/αυτό εδώ λοιπόν/ακόμα κι αυτό εδώ/υπάρχοντας/δεν υπάρχει/ας μιλήσουμε γι' αυτό. Μπορεί να έχει υπόσταση το αόρατο; Mπορεί να δοθεί φωνή σε ό,τι δεν έχει σώμα; Μπορεί. Ναι, μπορεί, όταν μιλάμε για τέχνη και εν προκειμένω για ποίηση.

Η ποιήτρια έχει μνήμες, συγκεκριμένες ή διάχυτες αισθήσεις, προσδοκίες, απωθημένα και διαψεύσεις, όλα αυτά αποτελούν το υλικό της, το οποίο το χρησιμοποιεί με έναν τρόπο ανοίκειο, βουτώντας τολμηρά μέσα στη θάλασσα της δημιουργίας. Η αλήθεια και η πραγματικότητα μπλέκονται με το όνειρο, ταυτόχρονα οι ψυχολογικές προεκτάσεις είναι εμφανείς. Όλα τα παιχνίδια του ασυνείδητου, υπαρξιακή αγωνία, φόβος, συμπλέουν και συμπλέκονται με λέξεις. Λέξεις που χορεύουν, στροβιλίζονται, ρέεουν, πετάνε, αλλά σε καμια περίπτωση δεν στέκονται ακίνητες:

σκαρφαλώνοντας πάνω σε αυτό (Προτομή τρισδιάστατου Κ) / Πλοηγηθείτε άφοβα στα μελλοντικά σας κελιά/το ταξίδι της ενθύμησης αρχίζει σε λίγο (Μalaria) / Μα ακόμα δεν είσαι σίγουρος πως είμαι αληθινή;/Πιο δυνατά/Δάγκωσέ με (Ενός λεπτού φυγή) / Παλινδρομώ σε παράσιτα αμφιθυμίας (Ελλειπτικό) / Σπάζοντας βίαια το ποτήρι με τ' ονομά μου (Επιστροφή)

Γίνεται ανήσυχη, στα ρήματά της μια δυναμική. Δίνει τις εκδοχές μιας άλλης, λοξής πραγματικότητας, "επιρρεπής στη φαντασίωση εξαρχής". Και οι ακανόνιστοι συνειρμοί είναι μοιραίοι, αλλά και επικίνδυνοι, ειδικά όταν έχουν να κάνουν με ζητήματα ψυχής:

Όταν τα πέταλα σιωπούν, προστίθεται ο χρόνος / Έχουμε ανάγκη ανθρώπινους θεούς/για να πιστέψουμε αληθινούς παραδείσους (Αρχή, στάχτη και τέλος) / Αγαπώ με όλα τα μάτια που βλέπω/Φίλτρα ανάφλεξης αντί για/Ασήκωτο βάρος του πραγματικού (Ποταμών ασυνέχεια) / Δεν είδα τίποτε απόψε ούτε και χθες' Τα σκέφτηκα όλα (Cogito ergo sum) / Τι είδε άραγε πριν την κραυγή; (Εγκλεισμός) / Μια φιλική μνήμη ο θάνατος (Σπίτι στη θάλασσα) / Λευκές γραμμές είναι οι άνθρωποι/Άν φύγεις χωρίς αυτούς επιστρέφουν/Άν κλείσεις τα μάτια δεν υπήρξαν ποτέ (Υπο-στάσεις)

Παράδοξος σαφώς, παράφορος και μοντέρνος στη βάση του ο τρόπος της Μαμακάκη. Επιδίδεται σε "ταλαντώσεις της πράξης" της ποιητικής, κυνηγώντας το αληθινό ποίημα, έχοντας όμως τη γνώση πως τα αληθινά ποιήματα διαφεύγουν, όπως λέει και η Έμιλυ Ντίκινσον, στίχους της οποίας παραθέτει στο τέλος του βιβλίου. Και μου έρχονται στο μυαλό και τα λόγια του ποιητή, πως τα καλύτερα είναι τα ποιήματα που δεν έχουν γραφτεί ακόμα, αυτά που ζουν μέσα μας. Είναι η τάση της ποιήτριας ανοιχτή και η διάθεσή της ρέουσα, δεν θέλει τις γωνίες στο νόημα, προτιμά τις οριζόντιες διαχύσεις, ρέπει διαρκώς σε ένα παίγνιο πάντα ανοιχτό. Παίγνιο με τις λέξεις, τους αναγνώστες, με την ίδια την ποίηση, η οποία μπορεί να είναι ίσως μια ουτοπία. Μια ουτοπία αγαπητή στους εκλεκτούς της εραστές. Ουτοπία επειδή δεν ξέρουμε αν μπορεί κάτι να διασώσει εν τέλει. Η Ποίηση, ο μεγάλος Άγνωστος που δίνει όμως πάντα καταφύγιο σε όσους της αφιερώνονται. Είναι ουτοπικό να γράφεις ποιήματα για τον πατέρα όταν ποτέ πια δεν θα τον ξαναδείς; Ίσως. Όμως είναι εκείνη η διάθεση της ψυχής, η τάση να πας κόντρα στη λήθη, να ξορκίσεις το κακό με μια δική σου μυθολογία, η προσπάθεια να δημιουργήσεις κάτι από τις στάχτες, να κάνεις το ορατό το αόρατο, να εκφράσεις με κάποιον τρόπο το άρρητο: το ποίημα που αφιερώνει στον πατέρα της Στέλιο Μαμακάκη έχει τίτλο: "Ξημερώματα 4,6 ρίχτερ". "Συνήθως έρχονταν νύχτα/Εγώ -από κάποια παιδική φοβία-/Γινόμουν ανήσυχη πάντα/Εσύ τηλεφωνούσες στα επόμενα δευτερόλεπτα/Να δεις αν ήμουν καλά/Σήμερα μπορείς να πεις ότι τρόμαξα πάλι/Ξανακοιμήθηκα όμως -γρήγορα σχετικά-/Ασυνειδήτως επισκέφτηκα άλλους νεκρούς ύστερα/Που δεν μπορείς πια να φροντίσεις".

Ασημίνα Ξηρογιάννη

**

8 - Πόλις

Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά, μυθιστόρημα, Πατρίκ Μοντιανό, μτφρ. Ρούλα Γεωργακοπούλου, εκδόσεις Πόλις 2015

Ο συγγραφέας Ζαν Νταραγκάν επιθυμεί, με τα χρόνια, να παραδοθεί στο πέρασμά τους και στο ξεθώριασμα της μνήμης, «…θα προτιμούσε να επιπλεύσει στο νερό» αντί για «βουτιά στα βαθιά». Ένας άγνωστος όμως του τηλεφωνεί για να του παραδώσει μια χαμένη του ατζέντα. Δεν θυμάται με ευκρίνεια τα ονόματα που βρίσκονται μέσα, όπως συμβαίνει και με το υλικό που καταγράφει στα μυθιστορήματά του, όπως «ένας δρόμος που τον καλύπτει μια αψίδα από φυλλωσιές, ένα άρωμα, ένα οικείο όνομα που όμως δεν γνωρίζετε σε ποιόν ανήκε, μια τσουλήθρα.»

Αφού συναντήσει τον ευρόντα και τη φίλη του ωστόσο, θα μπει στη διαδικασία να ψάξει τόπους και πρόσωπα, να αναζητήσει ένα παλιό χειρόγραφο –καταχωνιασμένο από χρόνια- και να συσχετίσει τα στοιχεία της ατζέντας, τους νέους γνώριμους και μια ιστορία που τον αφορά. Το ημιτελές χειρόγραφο όσο και άλλα, εξ ίσου δυσανάγνωστα, θα έρθουν στο προσκήνιο. Όπως και ένα γεγονός «αυτό που είχε χάσει, αυτό για το οποίο δεν είχε μπορέσει να μιλήσει σε κανέναν», που καθιστούσε τον παλιό του εαυτό ένα «παιδί που οι δεκάδες χρόνια το κρατούσαν τόσο μακριά σε σημείο να το κάνουν έναν ξένο». Ο Πατρίκ Μοντιανό κεντάει ακόμα μια φορά ένα νουάρ μυθιστόρημα όπου παρόν και παρελθόν ξεδιπλώνονται παράλληλα για να αποκαλύψουν το ίδιο κέντρο βάρους: το (δια)χρονικό της εγκατάλειψης και της συναισθηματικής αποσύνδεσης.

Η έρευνα θα εστιάσει στη ταυτότητα και τη μοίρα μιας συσκοτισμένης μητρικής φιγούρας ενώ πλαισιώνεται από γκρίζες εικόνες/καταστάσεις αποξένωσης και μελαγχολίας στο παρόν, με ρίζες στα παλιά: οι κακές σκέψεις που βρίσκουν τους μοναχικούς ένα φθινοπωρινό σούρουπο, οι φόβοι των μικρών παιδιών, οι μάταιες αναζητήσεις μέσω Google, η ανωνυμία και η ψευδωνυμία. Και κάποιος που δεν ταυτοποιήθηκε, που κατέδωσε αθώους, εντοπισμένους αργότερα σε λίστα επιβατών βυθισμένου πλοίου και ένα «τρένο φάντασμα», να παραπέμπουν στα γεγονότα της ζωής του Εβραίου πατέρα Μοντιανό που διασώθηκε συνεργαζόμενος με τους Γερμανούς. Η γονεϊκή εγκατάλειψη που συνδέεται με ενοχή, γίνεται φάντασμα.

Κρίνοντας και από τη «Μικρή Μπιζού», διαφαίνεται ότι ο νομπελίστας συνδέει τα κομμάτια της ιστορίας που τον στοιχειώνει ανασύροντας τα κοινά τους στοιχεία και παρακάμπτοντας την άμυνα της λήθης που τον προστατεύει: Θα ξαναπάμε στο Παρίσι με σκηνικό τους σταθμούς, του δρόμους, τα μίζερα διαμερίσματα σε αντίθεση με τα πολυσύχναστα καφέ όπου οι ήρωες προσπαθούν να πνίξουν τη μοναξιά τους σε ένα ποτό ανάμεσα σε αγνώστους. Θα μάθουμε για μια γυναίκα και το σύντροφο που την εκμεταλλεύεται, κάποια που έχει κάνει φυλακή, ένα παιδί που δεν ξέρει αν η μητέρα του ζει. Παραποιημένα ονόματα, ένα παιδί που ξέχασαν να το πάρουν από το σχολείο, που δεν θυμάται τίποτα από την έννοια «το σπίτι του» (ή τη «γενέτειρά του»), τα άδεια σπίτια, το γκαράζ, τα ιδρύματα, ένα πορτρέτο και μια φωτογραφία από αυτόματο μηχάνημα και σημειώματα στη θέση της επικοινωνίας, επανέρχονται . Και άνθρωποι που θέλουν απλά να διανυκτερεύσουν με παρέα, τηλέφωνα αναπάντητα: «Οι άνθρωποι δεν απαντούν πια στο τηλέφωνο… Δεν ξέρω αν είναι ακόμα ζωντανοί, αν με ξέχασαν, ή αν δεν έχουν πια χρόνο για επικοινωνία…»

Τα γραπτά χρήζουν αποκωδικοποίησης, οι λέξεις εκπέμπουν «σήματα μορς σε κάποια πρόσωπα που δεν ήξερε τι έχουν απογίνει» και μια «φωνή που πιάσατε στο ραδιόφωνο αργά τη νύχτα, που νομίζετε ότι απευθύνεται για να σας στείλει κάποιο μήνυμα», όλα απηχούν την ίδια αγωνία, ενώ αντίθετα η ποίηση, παρεμβάλλεται σαν γλώσσα μοναδική και άμεση που διατηρεί στο πέρασμα του χρόνου ακέραια την ικανότητά της να συγκινεί και να λυτρώνει.

Προφανώς τα μοτίβα δεν επαναλαμβάνονται τυχαία. Αν και απωθημένα, τα τραύματα λειτουργούν και προκαλούν δυσπιστία. Ο Νταραγκάν αποφεύγει τις οικειότητες, επιδιώκει τον διάλογο σχετικά με το παρελθόν αλλά ο συγχρωτισμός του με τους ανθρώπους που μπορεί να το ξέρουν τον φοβίζει, φαίνεται σαν ανάκριση και παραβίαση τού καλά φυλαγμένου ιδιωτικού του χώρου. Παλαιότερα κατείχε την ικανότητα «να γίνεται συμπαθής» αλλά θέλει να φεύγει από τη ζωή - ή να διώχνει -τους ανθρώπους από τη δική του, να τους διαγράφει με τον τρόπο που σκίζει ένα χειρόγραφο.

Μια φράση γραμμένη με μεγάλα κεφαλαία γράμματα θυμίζει το ταμπελάκι στο στήθος της Μικρής Μπιζού όταν η μητέρα της την φόρτωνε σε τρένο: Ένα ακόμα παιδί που δεν ξέρει πού το οδηγούν όσοι εμπιστεύεται καταδιώκεται ισόβια από τις αδέσποτες –συναισθηματικές- αποσκευές μαζί με το φόβο της απώλειάς τους. (Το θέμα δεν είναι η εύρεση αλλά η απώλεια, θα δηλώσει σε μια συνέντευξη ο Μοντιανό). Τις αναζητά με αγωνία, μαζί κι έναν ερμηνευτή ή αναγνώστη του ίδιου του εαυτού.«Για να φτάσω ίσαμε εσένα, τι παράξενους δρόμους έπρεπε να πάρω» θα συμπεράνει. Ως αναγνώστρια είχα συγκλίνει στην ίδια διαπίστωση “…Δεν είναι ο συντομότερος ο δρόμος αυτός και σίγουρα δεν είναι και ευθύς.”, κατά την ανάγνωση της Μικρής Μπιζού.

Η αφηγηματική αρχιτεκτονική Μοντιανό μοιάζει με δουλειά αρχαιολόγου και ψυχαναλυτή στην επιμονή και στον συσχετισμό θραυσμάτων και πληροφοριών. Καθώς αφυπνίζεται η μνήμη, οι πληροφορίες έρχονται σταδιακά στο φως γύρω πάντα από το κυρίαρχο –και ανερμήνευτο – συναίσθημα. «…Σε περιόδους … μαρασμού δεν υπάρχει άλλη καταφυγή από το να ψάχνεις ένα σταθερό σημείο» ομολογεί στοχαστικά σε σχέση με τους πολέμους και τις ταραγμένες εποχές καθώς καλείται να ξαναγράψει το αρχικό και πιο κρίσιμο κεφάλαιο της ζωής του. Παράλληλα με τη παρατεταμένη –και συνεχιζόμενη- αναδρομή και αναψηλάφηση του τραύματος αναδεικνύεται γλαφυρά, εκτός από την εσωτερική, και η κοινωνική αποξένωση.

Ο καινούργιος «χάρτης» της γειτονιάς, μοιάζει στο τέλος με αποτέλεσμα ανασκαφής, μια γειτονιά αναστηλωμένη με όσα υλικά δεν σκεπάστηκαν από τα συντρίμμια του χρόνου και της λήθης, με όσα δεν κατεδαφίστηκαν ακόμα, ενώ ένα χορταράκι φυτρώνει μέσα στα ερείπια, ερήμην. Στο φόντο, το άστυ συνεχίζει σταθερά να σκεπάζει με θόρυβο και ανωνυμία έναν ήχο απρόσμενου τηλεφώνου. Θα μπορούσε να είναι και δικό μας.

Προφανώς επίπονη αλλά πιστή στο κλίμα μετάφραση και περιεκτικό επίμετρο της Ρούλας Γεωργακοπούλου.

Μαρία Ιωαννίδου

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog