Βοηθητικό μενού

6 νέες βιβλιοπροτάσεις για τον Δεκέμβριο

H συντακτική ομάδα του περιοδικού Vakxikon.gr προτείνει για τον μήνα Δεκέμβριο:

Η νέα παγκόσμια αναταραχή, δοκίμιο, Κώστας Βεργόπουλος, εκδόσεις Gutenberg 2017

Μια νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων ανέτειλε στη διεθνή πολιτική και οικονομική σκηνή, μια νέα παγκόσμια αναταραχή που ήρθε για να ολοκληρώσει την αποσύνθεση και την κατάρρευση των ψεύτικων ελπίδων για μιαν κοινωνία της καπιταλιστικής ευημερίας.

Το ερώτημα ορθώνεται μπροστά μας βασανιστικό όσο ποτέ άλλοτε: Φτάσαμε, λοιπόν, στο τέλος της ιστορίας όπως θέλησε να τονίσει ο Francis Fukuyama προτού κατακαθίσει ακόμα ο κονιορτός της πτώσης του υπαρκτού σοσιαλισμού; Εισήλθαμε στην εποχή όπου ο άκρατος καπιταλισμός διέπει κάθε πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα; Το ερώτημα αυτό διακατέχει ολόκληρο το βιβλίο του καθηγητή Οικονομικών Κώστα Βεργόπουλου « Η νέα παγκόσμια αναταραχή» εκδόσεις Gutenberg.

Είναι, λοιπόν, η νέα αυτή παγκόσμια αναταραχή με τα χρηματοπιστωτικά προβλήματα, τον οικονομικό αυτοεγκλωβισμό ολάκαιρης της Ευρώπης σε ένα νόθο δαρβινικό σύστημα όπου ο ψευδό-ικανός επιβιώνει ενώ η μάζα αδυνατεί να περάσει στην επόμενη φάση της εξέλιξης, η νέα παγκόσμια αλήθεια και το τέλος της ιστορίας; Και αν ναι, τι τέλος είναι αυτό αν όχι το τέλος ολόκληρου του ανθρώπινου πολιτισμού και ολόκληρου του Πολιτικού όπως το όρισαν οι μη τεχνοκράτες θεωρητικοί του 5ου και του 18ου αιώνα;

Υπάρχει θέση για το ανθρώπινο υποκείμενο μέσα σ’ αυτή τη μετανεωτερική οικονομία του λονδρέζικου – και πλέον παγκόσμιου- City; Ολόκληρη η ανθρωπότητα είναι γυμνή. Γυμνή μπροστά στην εξουσία, στους οικονομικούς τεχνοκράτες, στο λονδρέζικο μοντέλο μιας αυτόνομης οικονομικής «πολίχνης» που ζει και αναπνέει για να δίνει εντολές στους απανταχού συνεργάτες της.

Τα ζητήματα αυτά θίγονται πολύ καλύτερα μέσα στο βιβλίο ενός διορατικού καθηγητή Οικονομικών όπως είναι ο Κώστας Βεργόπουλος ο οποίος μας φέρνει αντιμέτωπους με όλες τις μετανεωτερικές ουτοπίες που σκιαγράφησαν οι οικονομικοί «μέντορες» μιας γερασμένης (πολιτικά/οικονομικά / ηθικά) Ευρώπης της οποίας οι τεχνοκράτες κατόρθωσαν να κάνουν πράξη το μεγαλύτερο φόβο του Jurgen Habermas: την οικονομική αμερικανοποίηση της Ευρώπης με τα ανοιχτά σύνορα και την ταυτόχρονη άνοδο της εθνικιστικής ταυτότητας. Για ποιο Μεταεθνικό αστερισμό να μιλήσουμε;

Ο Βεργόπουλος αναζητά λύση στο μεγάλο τραγικό φαινόμενο της εποχής μας: στο τέλος της ιστορίας και στην ανυπαρξία μιας άλλης λευκής σελίδας στην οποία θα ξαναγραφεί η ιστορία. Ποια ιστορία θα πάρει τη θέση της νέας παγκόσμιας τάξης; Μήπως η εποχή που ζούμε δεν είναι τίποτε άλλο από την εποχή των τεράτων; Μήπως είναι η εποχή του τέλους της λογικής και η αρχή του παράλογου των αδηφάγων οικονομικών αιτημάτων για αφανισμό των λαών; Ποια είναι η θέση του ανθρώπου, του «αμάχου»- όπως τον αναφέρει ο Βεργόπουλος - σήμερα; Όλα αυτά τα θίγει μέσα από μια αριστοτεχνική πολιτική και οικονομική ανάλυση ο Κώστας Βεργόπουλος του οποίου το βιβλίο είναι εξίσου ένα πολιτικό αλλά και ένα οικονομολογικό πόνημα.

Η εποχή των τεράτων είναι λοιπόν αυτό που ζούμε. Αυτό ελπίζει ο Βεργόπουλος. Αυτή η εποχή της αναταραχής που προκάλεσε ο καπιταλιστικός οικονομικός τρόπος ζωής των λίγων ευημερούντων δεν είναι τίποτε άλλο παρά το μεσοδιάστημα πριν την αναγέννηση, πριν τον ερχομό μιας νέας ιστορίας η οποία – ας ελπίσουμε- θα είναι η ιστορία του ανθρώπου.
Όλα θα γεννηθούν εδώ, στην Ευρώπη. Εδώ το τέλος, εδώ τα τέρατα, εδώ και η αναγέννηση. Η Ευρώπη ως το μεγαλύτερο θύμα της νέας παγκόσμιας τάξης, η Ευρώπη ως η λεχώνα της δημοκρατίας, ως η βίαιη μαία της ιστορίας που άλλαξε την ανθρωπότητα καλείται να γεννήσει μιαν άλλη ιστορία.

Ο Βεργόπουλος γνωρίζει καλύτερα από εμάς και το εκφράζει μέσα στο βιβλίο του ότι η ιστορία και ειδικότερα η οικονομική ιστορία είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται. Το ενσωματωτικό μοντέλο της κοινωνικοποίησης όλων των τάξεων πέρασε στην τραγική φάση του μοντέλου των κερδισμένων και των χαμένων, με τους χαμένους να φέρουν και την ευθύνη για την ανέχεια τους και τα κράτη να μην προσφέρουν καμία κοινωνική μέριμνα.

Σήμερα, ο ολοκληρωτισμός επιδιώκει μια δική του ενσωμάτωση των λαών (όχι ως άτομα αλλά, ως σύνολα) η οποία καμία σχέση δεν μπορεί να έχει με το μοντέλο της πλήρους κοινωνικοποίησης όλων των κοινωνικών τάξεων. Η Ευρώπη και ολόκληρη η ανθρωπότητα οφείλει να γεννήσει το- κατά Λεβινάς- άπειρο με τις δεκάδες αποχρώσεις και να απομακρύνει τη σύγχρονη ολότητα της ομογενοποίησης.

Μόνο τα κερδοσκοπικά τέρατα επιδιώκουν την ομογενοποίηση και την ολότητα για να μπορούν να ελέγχουν τη γυμνή ζωή που δεν έχει καμία ιδιαιτερότητα και κανένα ταλέντο. Τα τέρατα φέρανε την εποχή του Do it Yourself για να μπορούν να μετατρέπουν τους λαούς σε ικανούς για όλα και ταυτόχρονα ανίκανους για όλα. Οδηγίες για επιδιορθώσεις, οδηγίες για έπιπλα, οδηγίες για το πώς θα φτιάχνεις τα πάντα για να παραμένεις μόνος. Τη μοναξιά την ελέγχουν εύκολα τα τέρατα, αλλά το άπειρο της κοινωνικότητας και της κοινωνικής ενσωμάτωσης αδυνατούν…

Το τέλος, όμως, ακόμη δεν ήρθε και η ιστορία δεν είναι ποτέ γραμμική. Δεν μπορεί το τέλος να είναι αυτή η αναταραχή, η πείνα, η ανέχεια, η ανεργία και η εξαθλίωση. Γιατί αν αυτό είναι το τέλος τότε δεν έχουμε παρά μόνο δύο λύσεις:
Είτε οι πεινασμένοι να σπάσουν και πάλι τις αλυσίδες τους και να γυρίσουν νέα σελίδα στην ιστορία ή να επιστρέψουμε στον κατά Μπένγιαμιν «Γυμνό Άνθρωπο» και στο τέλος της ανθρωπότητας όπως την ορίσαμε εμείς οι ίδιοι οι Έλληνες, τα πειραματόζωα των τεχνοκρατών…

Εν κατακλείδι, ο Βεργόπουλος, αναλύει τεχνηέντως τα σύγχρονα οικονομικά και πολιτικά μοντέλα, προσεγγίζει τη νέα οικονομική τάξη πραγμάτων και καταρρίπτει όλες τις δοθείσες «αλήθειες» περί οικονομικής εξόδου από το αδιέξοδο της κρίσης που μας σερβίρουν καθημερινά…

Αντρέας Πολυκάρπου

**

Απροσποίητα, ποιήματα, Ντίνα Γεωργαντοπούλου, εκδόσεις Βακχικόν 2017

Η αληθινή ποίηση δεν είναι για πολλούς. Ποίηση δεν μπορείς να γράψεις αν "εκλεκτή συγκίνησις" δε δονεί την ψυχή σου (Καβάφης). Οι ποιητές δεν υπάρχουν για να μουτζουρώνουν αθώα λευκά χαρτιά χωρίς αιτία, για να θυμηθούμε και τον Καρυωτάκη. Κάποτε ένας υπουργός αποκάλεσε τους ποιητές "λαπάδες". Θα μπορούσαμε ποιητική αδεία, να απαντήσουμε: Οι επιστήμονες φτάνουν στην κορυφή των ορέων ασθμαίνοντας όπου βρίσκουν τους ποιητές, οι οποίοι έχουν φτάσει πετώντας.
Με αυτή την κατηγορία των ποιητών θα ασχοληθούμε απόψε.

Η ποίηση όταν είναι αληθινή, όταν αποτελεί ψυχικό απόσταγμα, συνιστά υψηλή τέχνη από "την υψικάμινο" του Εμπειρίκου, "το άξιον εστί "του Ελύτη, μέχρι "τον Βοριά που τ΄αρνάκια παγώνει" του Ζαλοκώστα. Η νέα ποιητική συλλογή της Ντίνας Γεωργαντοπούλου, περιλαμβάνει 46 ποιήματα και φέρει τον τίτλο "Απροσποίητα". Ο τίτλος μας προιδεάζει την πρόθεση τουλάχιστον της ποιήτριας να γράψει ανεπιτήδευτα, χωρίς συγκεκριμένη και σκεπτόμενη στοχοθεσία.

Αρχίζω να ξεφυλλίζω το βιβλίο και στέκομαι στο πρώτο ποίημα ο "ο έρωτας του ηλίανθου". Το διαβάζω γρήγορα, σχεδόν απνευστί. Μου αρέσει, θα έλεγα με συνεπαίρνει. Απολαμβάνω την ποιητική ματιά που ανιχνεύει και αποκαλύπτει μια ερωτική ζεύξη ανάμεσα σε ένα ηλίανθο και μια παπαρούνα. Εκείνος δε γνώρισε πιο κόκκινη σε ολόκληρη τη γη και εκείνη δεν είδε ποτέ τέτοιο κίτρινο. Το αποτέλεσμα αυτής της ερωτικής σχέσης είναι να γίνεται ο καιρός αόρατος (έτσι κλείνει το ποίημα) δηλαδή χάνεται η αίσθηση της χρονικότητας, πράγμα που λειτουργεί αυτόματα, απελευθερωτικά λυτρωτικά. Πιο κάτω στέκομαι σε έναν ερωτικό διάλογο: Εκείνος λέει: Είσαι (...) η πόρτα ως τον παράδεισο της γέννησης ηδονής, ο δρόμος που πλεονάζει η αμαρτία του ανεκπλήρωτου έρωτα. Και αυτή απαντά: Είσαι η μεταμορφωμένη μαρτυρία της εξαπάτησης μου.

Πιο κάτω, στο ποίημα "Καρτερούσα φυγή" διαβάζουμε σε πρώτο πρόσωπο και τόνο εξομολογητικό:
Aράχνη μέσα στον ιστό της ουτοπίας
υφαίνω και παραποιώ τους κανόνες
δίνοντας τροφή στην παραμυθία της ψυχής
αντίδοτο στην κλαίουσα λογική.

Και στο επόμενο "Αμίλητες αισθήσεις":
Τώρα μπορώ να πω
πως δεν μοιράστηκα με άλλον το στήθος μου,
όχι σαν πράξη καθωσπρεπισμού,
μα το στήθος μου είναι φωλιά φιλοξενίας
πρωτογενών υλικών.

Ακόμα πιο κάτω, στο ίδιο ποίημα, σαν να μhn μπορεί να βαστάξει το βάρος του α΄ προσώπου, την εξωστρέφεια λέει:
Όμως μιλώ σε δεύτερο πρόσωπο
η εσωστρέφεια μου πιάνεται στην ονειροπαγίδα
του δε μεγάλωσα ποτέ.

Στον επόμενο διαβάζουμε "Λάνσελοτ μου λείπεις". Η ποιήτριά μας, αφού κάνει μια αναφορά στην πεζή και ανιαρή πραγματικότητα αναφωνεί:"Νιώθω μικρή στη μοναξιά του κόσμου". Πιο κάτω στο ποίημα "Τα αυτονόητα" η Ντίνα στοχάζεται:
...Ο καθένας έχει έναν τρόπο να ανακυκλώνει τη χαρά
μα ορισμένοι άνθρωποι είναι σαν δίνη
εισπράττουν χαρά με το να σπάνε τα ακέραια κομμάτια.
Δε συμμερίζομαι αυτή την ηδονική χαρά
πάντα ο έρωτας για μένα είχε ένα πρόσωπο.

Εδώ αυτοπροσδιορίζεται δίνοντας μας το στίγμα της. Στο επόμενο ποίημα με τίτλο "Σκούριασα" ξεκινάει με τη φράση "Σκούριασα από την υγρασία". Θυμίζει στίχο του Ελύτη "οξειδώθηκα μες στο νοτιά των ανθρώπων", και καταλήγει:
Μα βγαίνω και ας φοβάμαι
σκέφτομαι συναρπαστικά πως είναι
να δίνεις την ανάσα σου στα σκουριασμένα.

Αυτή η εικόνα, αυτό το μήνυμα και αυτός ο συμβολισμός αποπνέουν κατάφαση ζωής, έχουν ένα καθαρό στοιχείο ρωμαλεότητας και αισιοδοξίας. Στη ζωή μας έχουμε αρκετούς περιορισμούς, προερχόμενους από τα διάφορα ατομικά και κοινωνικά "πρέπει". Πολλές φορές αυτά τα "πρέπει" λειτουργούν ασφυκτικά ως δεσμά και νιώθουμε την ανάγκη να απαλλαγούμε. Αυτό το βρίσκουμε στο ποίημα "Ασελγώ στα πρέπει":
Να είμαι της νύχτας ο καρπός που αγαπά
να πάρει την σκόνη της ζωής
χωρίς τα φίλτρα στη ψυχή
να ασελγεί στα πρέπει.

Η έννοια της ουτοπίας δεν θα μπορούσε να είναι απούσα από έναν ποιητή. Λέει η Ντίνα:"Θα κριθώ κάποτε από το αβάσταχτο βάρος της ουτοπίας μου". Προχωρούμε και στεκόμαστε σε ένα διαμαντάκι που τιτλοφορείται "Περιμένω". Διαβάζουμε: "Κοιταζόμαστε στα μάτια, έρωτας-θάνατος".

Κατά πώς είπε και έγραψε και ο καθηγητής Δημήτρης Λιαντίνης: "Δυο είναι οι υψηλότερες κορυφές της καταδρομικής πορείας του βίου μας. Η πείρα του έρωτα και η πείρα του θανάτου. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι δυο πανεπίσκοποι νόμοι ανάμεσα στους οποίους ξεδιπλώνεται η διαλεκτική του σύμπαντος. Αποτελούν το δραστικό προτσές ολόκληρης της ενόργανης αλλά και της ανόργανης ύλη και τα τα στοιχεία της ύλης και οι θεμελιακές δυνάμεις της φύσης (ηλεκτρομαγνητική-ασθενής-ισχυρή η βαρύτητα) εγίνανε και λειτουργούν για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο.

Σελίδα 42, τίτλος: "Κουβέντα με το γιασεμί" - "Ακρόπολη" - "Οδός Ερωτόκριτου". Ο φανοστάτης ερωτοτροπεί με το γιασεμί που είτε λούζεται στο φως. είτε καίγεται από το φως. Μια φανταστική εικόνα, ξεκάθαρη. Θα πάρετε το βιβλίο ανά χείρας και θα την απολαύσετε. Στο τέλος του ποιήματος "Γυναίκα των επιθέτων" αποκαλύπτεται και λέει:
Σήμερα σε πρώτο πρόσωπο αποφασίζω
να παραμείνω γυναίκα των επιθέτων
ντροπαλή ,μελαγχολική και αβέβαιη.

Γοητευτικός σουρρεαλισμός, η συνυποδήλωση απελευθερώνει τους χαλινούς της φαντασίας. Στο προτελευταίο ποίημα "Ερχομαι σε σένα", μέσα από ψυχοφθόρους διχασμούς, μέσα από ατελέσφορης ανάβασης και μελαγχολικούς συνειρμούς, σαν να συνέρχεται και λέει:
Λιποτακτώ με τρόπο ασφαλή από σκέψεις
φορώ τα σοσόνια της ένταξης στο κανονικό
θρυμματισμένη όπως τα πολύχρωμα μπαχαρικά.

Ενα παροδικό ίσως, πέρασμα από την ευταξία, στην κατάσταση της ισορροπίας. Και κλείνει η συλλογή με το ποίημα "Μη με αναλύεις". Ξεκινά με μια παράκληση της ποιήτριας:
Σε παρακαλώ μη με αναλύεις,
μπορεί αλλού να βρεις όλο το φάσμα των χρωμάτων.

Ο παραλήπτης της παράκλησης αφήνεται στη φαντασία σας. Ο προτελευταίος στίχος λέει:
Κάποιες φορές μες τα κλουβιά πετάνε αετοί
και γερακίνες θα πρόσθετα εγώ.

Και ολοκληρώνεται το ποίημα αλλά και ολοκληρώνεται η συλλογή με έναν όμορφο και τρυφερό στίχο:
Σε παρακαλώ μη με αναλύεις,
χωράω ολόκληρη σε ένα φιλί
που δε στριμώχνει τη ψυχή.

Τα προηγηθέντα αποσπάσματα ήσαν δροσοσταλίδες ενδεικτικές του περιεχομένου μιας ερωτικής κυματίζουσας ποιητικής λίμνης. Ήταν μερικά ψήγματα από ένα πολύτιμο ποιητικό μεταλλείο. Ήταν κάποιες από τις "προεξέχουσες λαβές" για να χρησιμοποιήσω έναν όρο του καθηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη, ενός ποιητικού αμφορέα. Η κατάκτηση του αμφορέα θα επέλθει με την προσέγγιση και ανάγνωση ολόκληρου του σώματος της περί ης ο λόγος ποιητικής συλλογής. Πολλοί έχουν πει ότι η ποίηση χρειάζεται ανάγνωση παρά ανάλυση.

Ο ποιητικός λόγος της Ντίνας Γεωργαντοπούλου έχει αυτάρκεια, έχει λεκτική γεωμετρία, εχει μέτρο. Ακολουθεί την προτροπή του Πίνδαρου προς τη νεαρή ποιήτρια Κόριννα: "Τη χειρί σπείρειν και ουχί όλω τω θυλάκω". Μια ερωτική διάθεση διατρέχει όλη την ποιητική συλλογή. Το αγαπητικό στοιχείο με την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου, είναι διάχυτη παντού. Μάλλον ενυπάρχει το συμπαντικό στοιχείο της "φιλότητας" του Εμπεδοκλή του Ακραγαντίνου.

Αλλά τι είναι ο έρωτας; Το ερώτημα παραμένει ανά τους αιώνες αναπάντητο ως προς τον ακριβή ορισμό. Μήπως τελικά είναι η ίδια η ζωή, η οποία και αυτή επακριβώς δεν ορίζεται; Η αδυναμία μας να τον ορίσουμε με ακρίβεια μήπως σημαίνει ότι μας υπερβαίνει; Ο έρωτας έχει στοιχεία εκστατικά και μαρτυρικά, είναι ταυτόχρονα ελευθερία και σκλαβιά. Ο έρωτας κινεί το σύμπαν οργανικά και ανόργανα. Μήπως αυτός, η αγάπη, πρέπει να αποτελεί σκοπό της ζωής μας; Ακούστε τι λέει στα "Τριαντάφυλλα στο παράθυρο" από την Υψικάμινο ο Α. Εμπειρίκος:
Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια.
Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και από αυτήν.
Την αγαλματώδη παρουσία του πεπερασμένου έπους.
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη.
Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελείωτη μάζα μας.
Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας,
και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω, εις πάσαν στιγμήν, εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων.
Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας υης υπάρξεως μας.

Όταν ολοκληρώσει κανείς την ανάγνωση της συλλογής, βρίσκει τον τίτλο "Απροσποίητα " απόλυτα αληθινό. Τίποτα επιτηδευμένο, τίποτα το ψεύτικο. Τίποτα το φτηνό, τίποτα το περιττό, χωρίς ψιμύθια προς εντυπωσιασμόν. Η ίδια η ποιήτρια σημειώνει στο οπισθόφυλλο της συλλογής: "Γράφοντας νιώθω να εξαγνίζομαι και έτσι με τρόπο καθαρό να επικοινωνώ με τους ανθρώπους". Η ποίηση της Ντίνας δεν είναι "σπορά της τύχης" αλλά "ώριμο τέκνο της ανάγκης" για να δανειστούμε τα λόγια του Κ. Βάρναλη. Μιας ανάγκης που εκπορεύεται από εσώτερες διεργασίες μυστηριακού εν πολλοίς χαρακτήρα. Διαβάζοντας τα ποιήματα της το ένα μετά το άλλο, νιώθεις να αναβλύζουν πλούσια συναισθήματα, άλλοτε καθαρά και άλλοτε λανθάνοντα, αλλά πάντα απροσποίητα και για αυτό αληθινά.

Οι ποιητές σε μεγάλο βαθμό είναι αυτοβιογραφικοί. Έτσι και εδώ πιστεύω ότι η ποιητική αυτή συλλογή διαμορφώνει ένα γνήσιο ψυχογράφημα της ποιήτριας, γεμάτο τρυφερούς συνειρμούς και ευαισθησίες. Διαβάστε τη και νομίζω ότι θα το επιβεβαιώσετε. Η Ντίνα σιγανά δεν "μουτζουρώνει" αθώα λευκά χαρτιά χωρίς αιτία. για να θυμηθούμε τον Κώστα Καρυωτάκη: Αγαπητή ομήγυρις, θα ήθελα περατουμένης της παρουσιάσεως και εξ αφορμής αυτής να κάνω μια γενικότερη αναφορά στην τέχνη και στον πολιτισμό. Αφ' ης στιγμής δεχόμαστε ότι ως ανθρώπινα όντα και κοινωνίες δεν αποτελούμε συμπτωματικά συμπαντικά αθύρματα χημικών στοιχείων, αλλά κυρίως πνευματικές και ηθικές οντότητες, έχουμε χρέος διαρκές να προστατεύουμε και να προάγουμε το πολιτισμικό μας υπόβαθρο. Αυτό μας προσδίδει μια τόσο ιδιαίτερη ιδιοπροσωπία ως έθνος και μας ανάγει σε μια περίοπτη θέση.

Ο καθένας μας από το πόστο του, το μετερίζι του, τις δυνάμεις του και τις δυνατότητές του. Το οφείλουμε στον εαυτό μας, σε αυτούς που πέρασαν και σε αυτούς που θα έρθουν. Ας ακούσουμε τα λόγια του νεώτερου εθνικού ποιητή του Κ. Παλαμά: "Χρωστάμε σ' όσους ήρθαν, πέρασαν, θα΄ρθούνε, θα περάσουν. Κριτές, θα μας δικάσουν, οι αγέννητοι νεκροί".

Πέτρος Αλιφέρης

**

Φωνές από χώμα, νουβέλα, Κωνσταντία Σωτηρίου, εκδόσεις Πατάκη 2017

Πώς μπορεί να ορισθεί η ιστορική αλήθεια; Ποια φωνή μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη, προκειμένου να αποδοθεί με όλη την αλήθεια του το γεγονός ή το απλό συμβάν που μετεξελίσσεται σε αφορμή μιας σειράς συνταρακτικών και καθοριστικών γεγονότων για την ιστορική συνέχεια; Όσο βρισκόμαστε μέσα στον χρόνο της τέλεσης των γεγονότων, είναι εξαιρετικά δύσκολο (αν όχι απίθανο) να εξοικονομηθεί το αυστηρό πλαίσιο της εξέτασης του πραγματικού γεγονότος. Όσο απομακρυνόμαστε από αυτό και ο χρόνος λειτουργεί ιαματικά για τις αιμάσσουσες πληγές, είμαστε σε θέση πιο ψύχραιμα να αποδώσουμε -με την αρωγή της ιστορικής επιστήμης- την αλήθεια των πραγμάτων. Ωστόσο, η επιστημονική ιστορική μελέτη πάλι αφήνει το περιθώριο ενός σκεπτικισμού, απομακρυνόμενη από μια μονοσήμαντη (δογματική αναπόφευκτα) εκδοχή και ερευνώντας διαρκώς τα νέα στοιχεία που δυνάμει θα αναιρέσουν το πόρισμα ως τότε. Ειδικά για την πρόσφατη ιστορία, της Κύπρου εν προκειμένω και του Κυπριακού Ζητήματος, θα λέγαμε ότι πολλά ακόμα παραμένουν ανοιχτά στην έρευνα και πολλά θα έλθουν ακόμα στο φως, ενισχύοντας, εμπλουτίζοντας ή ίσως ανατρέποντας όσα τώρα εμφανίζονται ως η Ιστορία.
Η εισαγωγή αυτή θεωρώ πως είναι αναγκαία, γιατί η Κωσταντία Σωτηρίου με το πρόσφατο βιβλίο της «Φωνές από χώμα» συνεισφέρει στη συνολική εικόνα μιας υπόθεσης που ακόμα ζωντανή θα πρέπει να θεωρείται. Η ερώτηση, φυσικά, αν η λογοτεχνία έχει τη δυνατότητα, την ικανότητα ή και τη νομιμότητα να διαδραματίσει τον ρόλο της συνεισφοράς στην ιστορική έρευνα, ας εκληφθεί ως εύλογη αλλά ταυτόχρονα ας υπερκερασθεί. Συχνά βλέπουμε να μπορεί να αποδοθεί με τον καλύτερο τρόπο αν όχι το γεγονός το ίδιο (αυτό ας το αφήσουμε στους ιστορικούς), έστω ο απόηχός του, το απότοκο του γεγονότος, όπως διυλίστηκε μέσα στο μυαλό και στην ψυχή των ανθρώπων. Ακόμα καλύτερα, μπορούμε να δούμε τη σκέψη των απλών ανθρώπων, όταν νιώθουν να βρίσκονται στο περιθώριο της ιστορίας, δηλαδή στο περιθώριο της ζωής τους της ίδιας. Και πολλές φορές αυτή η σκέψη που αποκομίζουμε, όπως καταγράφηκε μέσα από τη λογοτεχνική μετάπλασή της, είναι πολύτιμη, καθαρή γνώση, απλή και αυθεντική εκτίμηση των γεγονότων της ιστορίας.

Αυτό συμβαίνει και με το βιβλίο της Σωτηρίου. Το θέμα της νουβέλας είναι ένα ιστορικό γεγονός, τα διακοινοτικά γεγονότα τον Δεκέμβρη του 1963 που οδήγησαν στη διαίρεση της Λευκωσίας σε δύο τομείς, τον ελληνοκυπριακό και τουρκοκυπριακό τομέα με τη λεγόμενη «Πράσινη Γραμμή», η οποία το 1974 επεκτάθηκε και χώρισε τα ελεύθερα από τα κατεχόμενα εδάφη, μέχρι το 2003 που έγινε μερική άρση του περιορισμού διακίνησης μεταξύ του βόρειου και του νότιου τμήματος του νησιού. Η συγγραφέας θα χειριστεί το θέμα αυτό από την πλευρά των γυναικών, καθόλου τυχαία φυσικά η επιλογή. Οι δεκατρείς γυναίκες θα καταθέσουν η καθεμία τον δικό της μονόλογο, που αποτυπώνει κομμάτια των γεγονότων μέσα από τη δική της μαρτυρία. Οι δώδεκα είναι Ελληνοκύπριες και η μία Τουρκοκύπρια, η πόρνη Τζεμαλιγιέ. Αυτή μαζί με τον αγαπημένο της Ζεκή έγιναν με τον θάνατό τους η αφορμή για το κακό που ακολούθησε. Η αφήγησή της εναλλάσσεται με τις μαρτυρίες των δώδεκα γυναικών, που (αξιοσημείωτο αυτό) μιλούν σε κυπριακή διάλεκτο, χαρίζοντας έτσι την αληθοφάνεια στην ιστορία. Η αφήγηση της Τζεμαλιγιέ είναι γεμάτη από έρωτα για τον Ζεκή αλλά ταυτόχρονα και επίγνωση για την περιθωριοποίησή της από την κοινωνία της υποκρισίας, που δεν μπορεί να ανεχθεί μια πόρνη να προσβάλλει τα χρηστά της ήθη. Σιγά σιγά θα ενστερνισθεί και τις ακραίες απόψεις του αγαπημένου της (ας θεωρηθεί αυτό συνέπεια και του ερωτά της για τον Ζεκή αλλά και της βίωσης του περιθωρίου) και θα μεταμορφωθεί σε νεοφώτιστη φανατική των εθνικιστικών αντιλήψεων για διχοτόμηση του νησιού: «... μου σφίγγει με τα δάκτυλα τα δόντια μου, μάσησε μου λέει τις λέξεις σου Τζεμαλιγιέ, φάε να χορτάσεις και με κοιτάζει ύστερα με αγωνία να μην τις φτύσω, με κοιτάζει να δει κι εγώ καταπίνω την Volkan και την Taksim και την Anavatan, καταπίνω τις λέξεις μου επειδή ο Ζεκή με ταΐζει μαζί με τα νέα γράμματα αγάπη».

Ο Ζεκή και η Τζεμαλιγιέ θα πυροδοτήσουν τα αιματηρά επεισόδια του Δεκέμβρη του 1963. Ο Ζεκή θα αρνηθεί έλεγχο του αυτοκινήτου του από Ελληνοκύπριους αστυνομικούς, η Τζεμαλιγιέ θα επιτεθεί με «όπλο» την κατακόκκινη ψηλοτάκουνη γόβα της (έτσι κι αλλιώς αυτή ήταν σκάνδαλο): «Η πουτάνα! Τζιείνη ήταν η πρώτη που επυροβόλησε. Η Τούρτζισσα. Εφόρεν κάτι ψηλά παπούτσια κότσινα, με κολανούδι στο πλευρό, ποτζιείνα που φορούσαν οι πουτάνες, οι τίμιες οι γεναίτζιες εν φορούν κότσινα παπούτσια».

Οι δώδεκα γυναίκες, που θα παρεμβάλλονται στην αφήγηση της Τζεμαλιγιέ, θα ιστορούν η καθεμιά τη δική τους οπτική και την αλλαγή που έφερε στη ζωή τους η ταραχή αυτή που ξέσπασε. Όλες με μικρές λεπτομέρειες θα δώσουν την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, άθυρμα στις επιλογές των μεγάλων, που φυσικά καθόλου δεν ενδιαφέρονται για τα ανθρώπινα μεγέθη, που τολμούν να παρεισφρήσουν στον πολιτικό τους χάρτη. Αυτές οι καταθέσεις θα φωτίσουν και μια άλλη πλευρά της ζωής, μια άλλη οπτική, αυτή των γυναικών που βιώνουν πάνω τους τη βία των ανδρικών επιλογών, πρώτα μέσα στο σπίτι τους και κατόπιν στο ευρύτερο πλαίσιο της ζωής τους. Στερεότυπες αντιλήψεις, εθνικισμοί, διαξιφισμοί, ανόητες και μονόφθαλμες πολιτικές, πόλεμοι και διχασμοί, όλα πάνω τους αφήνουν το σημάδι τους. Κι αυτές στο περιθώριο να μην μπορούν να δουν ότι απέναντι τους, αντίπαλη, δεν είναι η πόρνη Τζεμαλιγιέ. Απέναντί τους βρίσκονται (και πάντα θα βρίσκονται με διαφορετικό προσωπείο) τα συμφέροντα των μεγάλων. Κι αυτές πολύ μικρές και ασήμαντες δεν θα κατανοούν τον δικό τους ρόλο.

«Έµαθα την τέγνη να µεν αθθυµούµαι. Γιατί εν τέγνη, μηάλη. Τζιαι να µε αξιώσει ο Θεός ώσπου να πεθάνω να µάθω τζιαι την τέγνη του να ξηχάνεις. Αλλά τζιείνον λαλούν εν το πιο δύσκολο, εν πιο µεγάλη τέγνη να ξεχάνεις. Εγιώ µόνο να µεν θυµούµαι έµαθα Για τούτον τζιαι δεν μιλώ».

Αν μιλούσαν, όμως; Ποια μορφή θα είχε ο κόσμος; Μας προβληματίζει η Σωτηρίου, ευτυχώς. Η Τζεμαλιγιέ, η Τούρτζισσα, η πόρνη, όπως τη θέλουν οι άλλες, με την ανοιχτή καρδιά να μπορεί να δει πιο καθαρά: «Σε αυτή τη γειτονιά τη μικρή, που συνυπάρχουν ο Θεός των χριστιανών και ο δικός μας ο Αλλάχ, εμένα και τις άλλες γυναίκες του κερχανέ κανένας δεν μας αγαπά, κανένας Θεός δεν μας ξέρει και δεν μας ζητά και το έχουμε μάθει πια καθαρά, αλλά έρχονται κάποιες στιγμές που ο κάθε Θεός, αγνοώντας ακόμα και τις δικές του προσταγές, μας καλεί, οι καμπάνες χτυπάνε δυνατά τις Κυριακές, ο μουεζίνης με καλεί να γονατίσω στο χαλί να προσευχηθώ…»

Έτσι είναι. Υπάρχουν αυτά που χωρίζουν τους ανθρώπους (ταπεινά τα κίνητρά τους) αλλά και αυτά που τους ενώνουν (δίκαια και σωστά αλλά δυσδιάκριτα συχνά). Και αυτά τα δεύτερα δεν τα καταγράφει η επίσημη ιστορία. Μόνο προσωπικές μνήμες τα διασώζουν, όταν καταλαγιάσει το μίσος και η μικροπρέπεια. Τότε κάποιοι αναλογίζονται τα αληθινά μεγέθη:
«Η Τουρκού που μας έδιαν φαΐ πουπάνω που τον φράκτην, τζιείνη που μας έδιαν τες κουφέττες τζιαι τα αθάσια που το ττέλλιν. […] Εν ημπόρεσα να πάω στην κηδεία. Είπαν, είσσιεν πάρα πολύν κόσμον. Έπιαν με που το σσιέριν η μάνα μου τζιαι επήαμαν στην εκκλησιά τζιαι ανάψαμε της ένα τζιερί. Άψαμεν έναν τζιερί για την ψυσσιήν της. Της Τζεμαλιγιέ».
Η νουβέλα της Κωσταντίας Σωτηρίου, εκτός από μια αναγνωστική πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία -με τη ζωντανή και ρέουσα γλώσσα και την εναλλαγή των αφηγήσεων- προσφέρει και μια «ανάγνωση» της Ιστορίας. Και, φυσικά, προστίθεται αυτό το θετικό πρόσημο και στη δική της τέχνη της γραφής αλλά και στον ιδιάζοντα ρόλο (απρόσμενα καλοδεχούμενο) ως βοηθητικό της Ιστορίας, που αναλαμβάνει η Λογοτεχνία.

Διώνη Δημητριάδου

**

Βηματισμοί, ποιήματα, Μέρη Λιόντη, Μικρές εκδόσεις 2017

Η Μέρη Λιόντη είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση στη λογοτεχνία μας. Η γραφή, όπως εξομολογείται η ίδια, ως αποτύπωση μιας επιτακτικής ανάγκης, φανερώθηκε αργά στη ζωή της.

“Άμα πεθάνω, θα σιωπήσω. Και δεν είμαι έτοιμη. Δε θέλω να είμαι έτοιμη.” Μας εξομολογείται στο πρώτο ποιητικό κείμενο του βιβλίου. “Δε θέλω να σ΄ αφήσω.” Η πρώτη του φράση. Σε ποιον απευθύνεται; Στον εαυτό της; Στον αναγνώστη; Και στους δύο; “Να κρατήσω νοτερές τις λέξεις που θα σου στέλνω κάθε μέρα. Είναι το μόνο που μπορεί να αντισταθεί στο ποτάμι που κρύβεται χωμένο βαθιά, τον καιρό που η αθωότητα μιλούσε ακατάληπτη γλώσσα.“

Αυτό είναι λοιπόν το στοίχημα που βάζει η Μέρη στο βιβλίο της “Βηματισμοί” που κυκλοφορεί από τις Μικρές εκδόσεις. Να μιλήσει γι’ αυτά που αξίζει να περισωθούν. Και το επιχειρεί σε δώδεκα μικρές ιστορίες και ισάριθμα ποιητικά προγεφυρώματα. Γραφή κινηματογραφική. Μικρά επεισόδια με πρωταγωνιστές ανθρώπους που έχουν νιώσει στο πετσί τους τη φράση από την Πτώση του Αλμπέρ Καμύ: “Κάποιες φορές το δύσκολο είναι να συνεχίσεις...”

Όπως η Μαρίνα που, αποκαμωμένη απ’ το βάρος μιας ζωής που δε διάλεξε, βρίσκει καταφύγιο στην καλύβα του λειψού στο νου Παντελή, στο διήγημα “Επαφή’’. Μέσα σε δυο σελίδες η Μέρη Λιόντη καταφέρνει να κλείσει όλη την τραγικότητα της γυναίκας που έχει τόσο νεκρωθεί μέσα της, ώστε ακόμη και το δέρμα της της είναι ξένο. Δίπλα της ο Παντελής με την αγνότητα της παντελούς άγνοιας.

“Τι είσαι; τη ρώτησε. Γυναίκα, του είπε κι έβγαλε τη ζακέτα της να τη βάλει στο κεφάλι. Ο ήλιος τους χτυπούσε κατακέφαλα, αβάσταχτο σχεδόν για κείνη, τέλος καλοκαιριού ήταν και το φως ανηλεές.”

Το διήγημα κλείνει με μια σκηνή έξοχης δραματικότητας. Ο άνδρας που έμεινε παιδί παίρνει το στήθος της νικημένης από τη ζωή γυναίκας και αρχίζει να θηλάζει.

“Γονάτισε πάνω σε βρόμικο στρώμα, με το ζόρι έβγαλε τη μπλούζα, το κορμί της ήταν αδύνατο, μετριόνταν τα πλευρά, έβγαλε μικρό αναστεναγμό και ξαπλώθηκε ανάσκελα με τα χέρια ανοιχτά.
Κάθισε πλάι της ανακούρκουδα και πήρε να την περιεργάζεται έτσι που κείτονταν γυμνή απ’ τη μέση και πάνω με τα μάτια κλειστά.
Το στήθος ήταν μικρό. Άπλωσε τα χέρια του και στην αρχή με τα δάχτυλα δισταχτικά σαν να το φοβόταν άγγιξε. Ύστερα με την παλάμη τα περιτριγύρισε, τα έκλεισε χωριστά καθένα και κατόπι και τα δυο μαζί. Οι ρώγες ήταν ανοιχτόχρωμες, της γίδας του ήταν πιο καφετιές και πιο χοντρές. Τη θυμήθηκε μαζί με το κατσικάκι της – είχε γεννήσει λίγο καιρό πριν- και μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ξάπλωσε δίπλα της. Γύρισε στο πλάι, την έστρεψε προς το μέρος του, πήρε το στήθος στο στόμα κι άρχισε να θηλάζει. Ακριβώς όπως το είχε δει.”

Άνθρωποι με δέρμα διάφανο. “Αφηνόταν πιστό σκυλί σ’ ό,τι τον διάλεγε.” Ο άνδρας που εθίζεται στο πιοτό “ για κείνη τη γλώσσα που μπορούσε να μπαίνει σε λειτουργία, να βρίσκει εύκολα τα μονοπάτια και να μη σκοντάφτει. Για κείνη τη γλώσσα. Για κείνη τη δύναμη των λέξεων.”

Ο ζωγράφος Γαβριήλ Ευγένιος Ματράτσι με τα μάτια τα εντελώς ασταθή στο χρώμα τους και η γυναίκα η ανέγγιχτη που είχε ντυθεί την αθωότητα σμίγουν ερωτικά στη μέση της πλατείας μιας πόλης. Σε μια ιστορία που θυμίζει τον μαγικό ρεαλισμό του Μάρκες.

“Ο Γαβριήλ Ευγένιος Ματράτσι είχεν εκπέσει. Απότομα, απρόσμενα επώδυνα. Ο ίδιος περισσότερο απ’ τον καθένα είχεν εκπλαγεί στην αρχή και στη συνέχεια θυμώσει. Ένιωθε θυμό. Ένα θυμό που όσο περνούσε ο καιρός τόσο φούντωνε.
Εκείνη είχεν αποκτήσει το άγγιγμα. Το άγγιγμα που αυτός είχε χάσει.”

Ο έρωτας είναι παρών στις ιστορίες της Μέρης. Είτε είναι ο βασανιστικός, ανεκπλήρωτος πόθος του άνδρα που από υπερβολική συστολή και φόβο για τις γυναίκες αρκέστηκε στον πληρωμένο έρωτα, είτε το αυτοκαταστροφικό πάθος της γυναίκας που “έβγαινε κάθε βράδυ να γίνει τραγούδι”. Ο έρωτας παίρνει το σχήμα του ανθρώπου και το βάθος του πόνου του. Δεν είναι επιφανειακός. Σκάβει μέσα από το δέρμα των ανθρώπων και τους αφήνει γυμνούς να πονούν. Γιατί κυρίαρχες σε όλα τα διηγήματα είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Με τις ματαιώσεις, την τραγικότητα, το αβάσταχτο βάρος τους. Τα συναισθήματα, τα πάθη ματώνουν τους ανθρώπους της Μέρης Λιόντη. Μα δεν παραιτούνται από την πορεία καταβύθισης στο μέσα τους σκοτάδι, όσο επώδυνο κι αν είναι αυτό. Ψαύουν σαν τον τυφλό που αποζητά το φως στο πρόσωπο του άλλου. Είτε αυτός είναι το κορίτσι του διπλανού καθίσματος, είτε ο σύζυγος της αιώνιας πλήξης είτε το αντικείμενο του σαρκικού πόθου.

Η Μέρη γνωρίζει καλά πόσο βάρος σηκώνει το δέρμα του ανθρώπου. Πόσο δύσκολο είναι να είσαι άνθρωπος, με την τύφλα σου και τη γύμνια σου και την παντελή απουσία βεβαιοτήτων. Γι’ αυτό και τους ήρωες των ιστοριών της δεν τους στήνει σε κανένα βάθρο να τους στεφανώσει αλλά τους βυθίζει στο χάος της σάρκας τους. Τους παρατηρεί με το τρυφερό, γεμάτο κατανόηση βλέμμα της κι έπειτα τους ζωντανεύει μπροστά μας με την πένα της. Χωρίς πολλές επεξηγήσεις, χωρίς περιττά στολίδια, μας κάνει κοινωνούς ενός κόσμου που βηματίζει αέναα, γιατί αυτό είναι και τίποτε άλλο για να δεις. Ίσως αυτή η επίγνωση της ματαιότητας των ανθρώπινων πραγμάτων είναι που οδηγεί την πένα της σε τόσο τρυφερά μονοπάτια. Τους ήρωες των ιστοριών της δεν υψώνει το δάχτυλο να τους δικάσει, δεν ξεπέφτει στην ηθικολογία.

Πώς θα μπορούσε εξάλλου; Είναι και η ίδια από τους ανθρώπους με το διάφανο δέρμα, αυτούς που τους είπαν τρελούς ή ποιητές.

Ειρήνη Παραδεισανού

**

Μαύρο φυλαχτό, μυθιστόρημα, Βαγγέλης Μπέκας, εκδόσεις Ψυχογιός 2017

Ο Βαγγέλης Μπέκας είναι ένας συγγραφέας που δεν διστάζει να ρισκάρει αλλάζοντας τον τρόπο αλλά και το ύφος της γραφής του πειραματιζόμενος σε διαφορετικά λογοτεχνικά είδη που απαιτούν όχι μόνο δεξιότητα στον χειρισμό των χαρακτήρων, της ατμόσφαιρας και της γλώσσας, αλλά και μια ενδελεχή βιβλιογραφική έρευνα. Σε αυτό το πλαίσιο, το τέταρτο βιβλίο του Μπέκα υπηρετεί το είδος του ιστορικού μυθιστορήματος αλλά μέσα από μια πιο μοντέρνα προσέγγιση, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι ο συγγραφέας έχει τη δύναμη όχι μόνο να ανταποκρίνεται εξίσου καλά στο είδος της επιστημονικής φαντασίας, του κοινωνικουπολιτικού έργου, του αστυνομικού ή του ιστορικού περιβάλλοντος αλλά και να τα αναμειγνύει δίνοντας νέα πνοή στην κυρίαρχη προσέγγιση.

Η ιστορία στο «Μαύρο φυλαχτό» διαδραματίζεται το 1797 στο Σούλι όπου η αριστοκρατία των Βενετών καταρρέει στα Επτάνησα και η δημοκρατία των Γάλλων καταφθάνει μαζί με νέες ιδέες και ιδανικά. Η Γαλλική Επανάσταση εξαπλώνεται.Το Κριτήριο των οπλαρχηγών στέλνει τον Μάρκο κατάσκοπο του Σουλίου στην Κέρκυρα, για να μάθει αν οι Γάλλοι έρχονται σαν φίλοι ή εχθροί. Ο Αλή πασάς παραμονεύει. Τα όπλα του πρωταγωνιστή είναι οι γνώσεις που αποκόμισε στις ξακουστές σχολές των Ιωαννίνων, η ευστροφία και η μουσική ενώ η αχίλλειος πτέρνα του έγκειταιστην έλλειψη θάρρους. Ο Μάρκος φιλοξενείται στο αρχοντικό του μεγαλέμπορα σιορ Μάντακα, όπου μαγεύεται απ’ την αρχόντισσα και την κόρη της, γυναίκες που αποπνέουν φραντσέζικο αέρα. Στην Κέρκυρα, ο Μάρκος εμποτίζεται με τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης που εφαρμόζονται στο νησί και γίνεται φίλος με τον Περραιβό, τον τελευταίο Έλληνα που είδε ζωντανό τον Ρήγα Φεραίο. Όμως ένας φόνος τον αναγκάζει να επιστρέψει. Κι όταν κάποιος χάλαγε γυναίκα στο Σούλι, όφειλες να σκοτώσεις τέσσερις άντρες από τη φάρα του φονιά για να έρθει το αίμα στα ίσα.

Το «Μαύρο φυλαχτό» έχει όλα τα στοιχεία ενός ολοκληρωμένου και καλογραμμένου ιστορικού μυθιστορήματος: άρτια αποτύπωση της εποχής και του τότε κόσμου, εξαιρετική χρήση των ιστορικών γεγονότων στο βωμό μιας ελκυστικής πλοκής, αναπαράσταση των ηρώων μέσα στο ιστορικό πλέγμα. Ωστόσο ο Μπέκας δεν επαφίεται σε αυτά. Πλάθει έναν κεντρικό ήρωα που έχει αδυναμίες, που φοβάται και «πισωπατά», που γοητεύεται από πράγματα τα οποία εκ πρώτης όψεως είναι άχρηστα για τα ήθη και έθιμα της εποχής. Η επιλογή της σκιαγράφησης του ήρωα μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση προσθέτει στο ιστορικό έργο ένα στοιχείο πρωτοτυπίας στα πλαίσια της αφηγηματολογικής ανανέωσης που επιβάλλει ο μοντερνισμός και διαιωνίζει ο μεταμοντερνισμός και αυτό ο συγγραφέας το υπερασπίζεται με μαεστρία.

Ως εκ τούτου, ο Μπέκας παραδίδει ένα άρτιο μυθιστόρημα και κλείνει το μάτι με βάση την κυρίαρχη ιδέα πως οι Έλληνες, αν δράσουν ενωμένοι στις δυσκολίες, βγαίνουν νικητές - ένα ελπιδοφόρο μήνυμα και για την εποχή μας μιας και βρισκόμαστε «εις το εμείς» και όχι «εις το εγώ» όπως τόνιζε και ο Μακρυγιάννης.

Τζούλια Γκανάσου

**

Συλλέκτης χρόνου, ποιήμτα, Μίλτος Γήτας, Κάπα Εκδοτική 2017

Ένα από τα πιο σημαντικά θέματα, που απασχολούν ανέκαθεν τους ποιητές είναι ο χρόνος και η φθορά, που εκείνος επιφέρει στα αντικείμενα και στους ανθρώπους. Ο κάθε ποιητής, που ασχολείται με τον χρόνο, τον αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο και έστω και αν επιφανειακά επαναλαμβάνει ένα θέμα κλισέ, έχει τη δική του προσωπική αντιμετώπιση.

Με αυτές τις σκέψεις, διαβάσαμε την ποιητική συλλογή του Μίλτου Γήτα: «Συλλέκτης χρόνου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: «Κάπα Εκδοτική».

Πώς μπορεί κάποιος να γίνει συλλέκτης χρόνου; Είναι βέβαιο, πως κανείς δεν μπορεί να σταματήσει το χρόνο, πόσο μάλλον να τον συλλέξει και να τον κρατήσει εσαεί, υπάρχουν, όμως, στιγμές, που ο ποιητής μπορεί να συλλέξει από τις αναμνήσεις του και να μας τις προσφέρει γραμμένες στο χαρτί και αυτή ακριβώς η ιδιότητα του ποιητή είναι, που τον μετουσιώνει σε συλλέκτη χρόνου.

Όμως, η ποίηση δεν είναι μόνο συλλογή χρόνου, αλλά και όπλο. Το φονικότερο όπλο, όπως, τη χαρακτηρίζει ο Μίλτος Γήτας. Ο ποιητής έχει για όπλο τους στίχους του. Όταν παλεύει με τους στίχους του, ξέρει ότι από αυτή τη μάχη θα υπάρχουν νικητές και ηττημένοι και ίσως-ίσως ο ηττημένος, τελικά να είναι ο εαυτός του: «Έτσι είναι ο πόλεμος. Έχει φόβο, πόνο και σκοτάδι. Έχει πάντα νικητές και ηττημένους.»

Όπως είπαμε και πιο πάνω ο συλλέκτης χρόνου επισκέπτεται τις αναμνήσεις του, όμως, μια επιστροφή στο παρελθόν, συνήθως, δεν είναι ανώδυνη, όπως η επιστροφή στην παλιά γειτονιά, όπου: «Οι απουσίες κάνουν θόρυβο κι οι σιωπές αυτοκτονούν. / Πονάνε οι επιστροφές.»

Μέσα στην επίσκεψη των αναμνήσεων βρίσκεται και ο έρωτας. Ο έρωτας ο παλιός, ο ανεκπλήρωτος ή ο πρόωρα χαμένος. Ο έρωτας, που δεν μπορούμε να προσπεράσουμε την ανάμνησή του, δίχως να πληγωθούμε: «κι εσύ, χωρίς όψη πια, θα γίνεις το πεπρωμένο που δεν θα μπορώ να αποφύγω.»

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι η ποιητική συλλογή του Μίλτου Γήτα «Συλλέκτης χρόνου» παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον και ότι ο ποιητής είναι πράγματι συλλέκτης δύσκολων και οδυνηρών αναμνήσεων. Και τι μένει στο τέλος, όταν επισκεφτούμε τις αναμνήσεις, που κάναμε μια ζωή; Ένα άδειασμα, ή, όπως χαρακτηριστικά μας λέει ο ίδιος στο ποίημα «Αστραπής ήχος»: «Σε λίγο θα έχω αδειάσει. Αποδόμηση.»

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog