Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 21

Σίνα Τζόκιν, Υποβρύχια κολύμβηση

Μεταφράζει ο Τάσος Ψάρρης
1

Ήταν μια κρύα άνοιξη. Πίσω στο Λονδίνο, όλοι όσοι έφτασαν στο κατώφλι μου ήταν ντυμένοι λες και είχαν σπεύσει να με βρουν μήνα Νοέμβριο, κι όχι Απρίλη. Κάποιοι φορούσαν γάντια, τα οποία ξέχασαν ανεξαιρέτως, μαζί με ομπρέλες που αναπαράγονταν στο χολ μου κάτω από τα παλτά. Είχα ήδη χάσει δύο καπέλα από τα Χριστούγεννα και δεν ήμουν πρόθυμη ν’ αγοράσω άλλο, έτσι έφτασα στο Χάστινγκς ασκεπής. Ο Λίαμ φόραγε έναν πλεκτό σκούφο μέχρι τ’ αυτιά όταν τον συνάντησα βγαίνοντας από το τρένο, μέσα στο τρεμάμενο φως του φουαγιέ του σταθμού. Το ωχρό καπέλο, όπως και το γεγονός ότι ήταν θυμωμένος, έκαναν το πρόσωπό του να φαίνεται ασυνήθιστα κόκκινο. Το τρένο είχε καθυστερήσει κάπου μία ώρα. Κάποιοι νεαροί είχαν σπάσει ένα φως σ’ ένα από τα βαγόνια καθώς προσεγγίζαμε το Μπατλ, και στον σταθμό είχε κληθεί η αστυνομία, επομένως οι εγκληματίες θα παραδίδονταν σε ασφαλή χέρια. Οι ενήλικες επιβάτες κάπνιζαν στην πλατφόρμα συζητώντας για τους κινδύνους του ταξιδιού. Όταν τελικά έφτασαν, οι αστυνομικοί ήταν περισσότεροι από εμάς. Ένας από τους χωροφύλακες δέχτηκε ένα τσιγάρο από έναν άντρα με τουΐντ, ο οποίος, κι ενώ οι νεαροί παραβάτες οδηγούνταν κατά κοπάδια μακριά, μου είπε ότι δεν θα πρέπει να βάζουν χειροπέδες σε παιδιά κάτω των δεκάξι. Το είπε τόσο δυνατά, που ήταν αρκετό για να διχάσει τη σύναξη των ταξιδιωτών. Κάποιοι αισθάνθηκαν πως οι ταραξίες θα έπρεπε να κλειστούν μέσα για πάντα, άλλοι πως εκείνοι που έπρεπε να κατηγορηθούν ήταν οι γονείς τους.
«Αυτοί οι βάνδαλοι είναι από τους ανθρώπους που ληστεύουν ηλικιωμένες κυρίες» εξήγησε μια στρουμπουλή γυναίκα σε έναν λεπτοκαμωμένο άντρα με κοτλέ σακάκι.
«Είναι γελοίο. Παιδιά με χειροπέδες» διαμαρτυρήθηκε ένας σχολαστικός κύριος. Κοίταξε προς το μέρος μου, αλλά δεν έκανα κανένα σχόλιο, απλώς τέντωσα το πρόσωπό μου με τρόπο που ήλπιζα ότι κάλυπτε μια ποικιλία από αντανακλαστικές απαντήσεις, μετά επέστρεψα στη ζεστασιά του σκονισμένου βαγονιού όπου είχα αφήσει το βιβλίο και την τσάντα μου. Με ακολούθησε για να μου εξηγήσει πως αυτό που είχαμε δει δεν έπρεπε να έχει συμβεί.
«Άνθρωποι κάτω των δεκάξι δεν γίνεται να ’ναι εγκληματίες. Δεν πρέπει να τους βάζουν χειροπέδες».
Έβαλα το χέρι μου στη βαλίτσα κι έπιασα ένα μπουκάλι νερό. «Πιθανόν όχι», παραδέχτηκα, ενώ ο αφρός εκτοξευόταν στο παντελόνι μου. «Οι άνθρωποι δεν θα έπρεπε να πεθαίνουν. Αλλά πεθαίνουν». Αυτό ήταν αρκετό για να τον κάνει να προχωρήσει από το δικό μου βαγόνι στο επόμενο, εκεί όπου κόσμος μοιραζόταν ένα μπουκάλι κρασί. Ίσως και να σκέφτηκε ότι ήμουν κι εγώ η ίδια μεθυσμένη.
Όταν ο Λίαμ μού είπε ότι η Φιόνα θα ερχόταν εκείνη τη νύχτα για να μείνει μαζί του, ήμουν περισσότερο θυμωμένη απ’ όσο ήταν αυτός με το τρένο μου. Δεν συμπαθούσα την αδερφή του, ούτε τον φίλο της τον Φρανκ, που ήταν υποχρεωμένος να είναι συνέχεια μαζί της. Έκαναν τα πάντα παρέα.
«Γιατί τους κάλεσες τώρα που ήταν να έρθω εγώ;» είπα από το δροσερό καθιστικό του Λίαμ με τη θέα προς τη θάλασσα και με τον θόρυβο των γλάρων και με το αυθεντικό τζάκι από χυτοσίδηρο που χρησιμοποιούνταν σπανίως.
«Δεν τους κάλεσα, Ρουθ. Τους είπα πως μπορούν να έρθουν. Έχουν ρεπό αύριο. Ηρέμησε. Βγάλε το παλτό σου».
Έβγαλε το καπέλο του, το πέταξε στον διθέσιο καναπέ και βάλθηκε ν’ ανοίγει ένα μπουκάλι κρασί που βρισκόταν στο γείσο του τζακιού, πλάι σ’ ένα ρολόι που ηχούσε υπερβολικά δυνατά. Ήταν πέντε και μισή. Ούτως ή άλλως, η Φιόνα και ο Φρανκ θα ήταν σύντομα εδώ, μου είπε, με το πρόσωπο στραμμένο προς το πάτωμα και προς τον φελλό του μπουκαλιού. Ήταν καθ’ οδόν, ας αποφάσιζα λοιπόν να περάσω κι εγώ απ’ την πλευρά μου καλά. Θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα περίπατο, αφού, αν και έκανε τόσο κρύο όσο και τον Νοέμβρη, σκοτείνιαζε τη συνηθισμένη ώρα του Απρίλη.
«Θέλεις να δεις τη θάλασσα, έτσι δεν είναι;» είπε σκουπίζοντας κάτι από το χείλος του ποτηριού που ετοιμαζόταν να γεμίσει. Πήγα στο χολ και έβγαλα το παλτό μου, μετά κατέβηκα στην υπόγεια κουζίνα όπου και ήπια μια κούπα νερό από την σκληρή βρύση που υπήρχε εκεί πέρα. Βρήκα ένα βαρύ ποτήρι που το είχα αγοράσει από ένα παλαιοπωλείο όταν ο Λίαμ είχε πρωτοαγοράσει το σπίτι και είχα μανία με τέτοια πράγματα, έπειτα ξανανέβηκα αργά τη στενή σκάλα και βρέθηκα στο δωμάτιο όπου ήταν ήδη καθισμένος. Σερβιρίστηκα λίγο κρασί, μολονότι δεν θα έπινα εκ πεποιθήσεως, τώρα που υποτίθεται πως διασκέδαζα, σε αναμονή ενός απογεύματος παρέα με την αδερφή του Λίαμ και το φίλο της.
«Επί τη ευκαιρία, η Φιόνα και ο Φρανκ είναι πλέον παντρεμένοι. Το έκαναν πριν από μερικές βδομάδες».
Ήπια λίγο κρασί, διερωτώμενη πού θα κοιμόντουσαν. Υπήρχε μόνο ένα διπλό κρεβάτι στο σπίτι.
«Μακάρι να μου είχες πει ότι περιμένεις παρέα» είπα. «Αν το ’ξερα, δεν θα ’ρχόμουν».
«Τώρα είσαι εδώ. Κάτσε κάτω. Ή μήπως σκέφτεσαι να πας πουθενά αλλού; Να σε ξαναπάω στο σταθμό;»
Δεν ήθελα να πάω πουθενά αλλού, έτσι κάθισα κάτω, αλλά δεν έγειρα προς τα πίσω. Σήκωσα τα φρύδια μου κατά τη μεριά του και το ίδιο έκανε κι εκείνος προς τα μένα, ανταποδίδοντας.
Δεν ήθελα να φύγω από το Χάστινγκς, γιατί αν το έκανα θα έπρεπε να γυρίσω πάλι στο σπίτι και να ζω σε απόσταση δώδεκα λεπτών από την Κλερ. Ήταν φίλη μου, και ήταν άρρωστη, και δεν έδειχνε σημάδια βελτίωσης.
«Η Κλερ είναι χειρότερα» είπα. Ήπια λίγο κρασί καθώς ο Λίαμ δεν απαντούσε. Δεν τα πήγαινε καλά με τις αρρώστιες, δικές του ή των άλλων. Το κρασί ήταν γλυκό και παχύ, έτσι ήπια λίγο ακόμη και έγλυψα τα χείλη μου. Ήταν ωραίο να διαθέτεις κάτι τόσο απλό όπως μια γλώσσα που εργάζεται. Ο Λίαμ με κοίταξε ενώ ξανασήκωνα το ποτήρι μου.
«Δεν είναι κακό, ε;» είπε.
«Πιο παχύ κι απ’ το νερό» είπα.
«Έχεις δει τη μητέρα μου τελευταία;» με ρώτησε τότε, και του είπα πως ναι, την προηγούμενη μέρα. Με είχε επισκεφτεί και μου είπε πως ήταν καλύτερα για την Κλερ να βρίσκεται σε ύπνο μορφίνης από το να μένει ξύπνια στο κρεβάτι ανησυχώντας για την πιθανότητα του θανάτου. Ήταν εβδομήντα τριών και δεν την προβλημάτιζε και πολύ ο θάνατος.
«Για τον θάνατο μπορείς να προβληματίζεσαι μόνο όταν είσαι νέος» είχε συλλογιστεί τραβώντας μια γερή ρουφηξιά ενός Silk Cut Extra Light. «Εμένα με προβληματίζει το πώς θα παραμείνω ζωντανή».
Είχε φύγει από την κουζίνα μου λίγη ώρα αφότου το είχε πει αυτό, για να πάει να δει ένα σπίτι που σκεφτόταν ν’ αγοράσει στο Άσκιου Ρόουντ. Σκεφτόταν συχνά να αγοράσει σπίτια, παρότι είχε ήδη δύο. Μου έδωσε εκατό λίρες λίγο πριν φύγει. Έβαλα την επιταγή στο συρτάρι με τα μαχαιροπήρουνα, μαζί μ’ εκείνη που μου είχε δώσει την τελευταία φορά που ήρθε.
«Μου έδωσε εκατό λίρες» είπα στον Λίαμ.
Αυτός είπε ότι εκείνου του είχε δώσει χίλιες.
«Θα μπορούσες ν’ αγοράσεις ένα σωρό πιτζάμες μ’ αυτές» αποφάνθηκα.
Είπε πως δεν φορούσε πιτζάμες, κάτι που το γνώριζα αφού κοιμόμασταν μαζί.
«Τις χρειάζεσαι στο νοσοκομείο» είπα, και σηκώθηκα για να βάλω κι άλλο κρασί.
«Σταμάτα» είπε. Μισούσε την ιδέα της αρρώστιας. Ακούσαμε τον ήχο μιας κόρνας αυτοκινήτου.

Στην αρχή οι φιλοξενούμενοι του Λίαμ δεν έμοιαζαν με τίποτα άλλο πέρα από δύο ανθρώπους που είχαν μείνει για πολλή ώρα μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο και ήταν ευτυχείς που ήταν πια ελεύθεροι. Όρμησαν γύρω από το σπίτι, σαν μεγάλα σκυλιά που είχαν αποδεσμευτεί από την κυριακάτικη απογευματινή βόλτα τους με το στέισον-βάγκον, αδημονώντας να οσφρανθούν τη νέα τους επικράτεια.
«Ωραία μυρωδιά» έκρινε η Φιόνα, καθισμένη επιτέλους κάτω, απομακρύνοντας κάτι μακριά σκούρα μαλλιά από το πρόσωπό της. «Ελαφρώς σαν μυρωδιά μούχλας. Μου αρέσει αυτό».
Και στον Λίαμ άρεσε. Επανέλαβε κάποιες φορές την ίδια γνώμη, ζαρώνοντας επανειλημμένως τη μύτη του.
Ο Φρανκ κάθισε στην πράσινη καρέκλα κοντά στο θολωτό παράθυρο και άνοιξε ένα φωτοτυπημένο φυλλάδιο, που το είχα ανοίξει κι εγώ όταν είχα καθίσει για λίγο εκεί, προτού μάθω ότι η επίσκεψή μου θα καταστρεφόταν. Ήταν το ενημερωτικό δελτίο Paris Newsletter, γραμμένο ως επί το πλείστον από μια γυναίκα που μισούσε ολοφάνερα τα σκυλιά και την ακαταστασία που προκαλούσαν σε δημόσιους χώρους.
«Δεν συμπαθεί τα σκυλιά» είπα προς την κατεύθυνση του καινούργιου συζύγου της Φιόνα, αλλά ο Φρανκ συνέχισε να διαβάζει αδιάφορα.
Πρέπει να γνώριζε ότι τον παρακολουθούσαμε, γιατί σταύρωσε τα πόδια, γύρισε μια σελίδα και έχωσε το κεφάλι του βαθύτερα μέσα στη σαγρέ εκτύπωση, με το ύφος του ανθρώπου που ξέρει ότι δεν συμμετέχει.
Η αδερφή του Λίαμ σηκώθηκε και βάδισε μέχρι το παράθυρο, για να σταθεί στο τέλος στ’ αριστερά μου.
«Ποτό;» τη ρώτησε ο Λίαμ. «Δεν έχει μείνει πολύ, ωστόσο μπορούμε να κάνουμε ένα περίπατο, αν θες».
«Τέλεια» είπε. «Πόσο μακριά είναι η θάλασσα;»
«Θα έρθεις μαζί μας, έτσι δεν είναι Ρουθ;»
Η Φιόνα με κοίταξε, ενώ εκείνος περίμενε την απάντησή μου.
«Δεν νομίζω» αποκρίθηκα, ελπίζοντας να κάνω σαφές με τον τόνο μου ότι δεν υπήρχε πιθανότητα για κάτι τέτοιο, όμως η αγένειά μου πέρασε απαρατήρητη γιατί ο Φρανκ σηκώθηκε και τέντωσε υπερβολικά τα χέρια του πάνω από το κεφάλι.
«Περίπατος. Καλή ιδέα. Αν και θα μας βγει λιγάκι η γλώσσα».
Η γυναίκα του πήγε από πίσω του και του έτριψε την πλάτη – χειρονομία που θα είχε επιφέρει μια γκριμάτσα δυσπιστίας από την πλευρά του Λίαμ αν το είχε κάνει κάποιος άλλος, και η οποία όμως εκείνο το απόγευμα πέρασε δήθεν απαρατήρητη.

Περπατούσα πολύ στο Λονδίνο από τότε που κάποιος μου έκλεψε το ποδήλατο, ακριβώς μετά τα Χριστούγεννα. Περπατούσα κυρίως μέχρι το σπίτι της Κλερ και πάλι πίσω, αν και συχνά δεν έμπαινα μέσα. Απλώς πήγαινα ως εκεί, με τη σκέψη πως ήθελα να τη δω, και μετά δεν ήθελα να χτυπήσω το κουδούνι, έτσι επέστρεφα από άλλο δρόμο. Πίσω στο γραφείο μου, μετάνιωνα και πληκτρολογούσα τον αριθμό της, και κάποιες φορές απαντούσε, κάποιες άλλες έβγαινε η μητέρα της.
«Κοιμάται τώρα, Ρουθ» έλεγε συνήθως η μητέρα της. «Δεν νομίζω πως είναι σε θέση να δεχτεί σήμερα επισκέψεις».

«Ποτέ δεν είχα τόσους πολλούς επισκέπτες από τότε που ήρθα εδώ» έλεγε ο Λίαμ φορώντας το σακάκι του. Παρατήρησε ότι το ένα από τα κορδόνια των παπουτσιών του ήταν λυμένο και πάτησε στον καναπέ για να το δέσει, εξακολουθώντας ταυτόχρονα  να μιλάει. Είχε μια μεγάλη και κομψή πλάτη, που την πρόσεξα περισσότερο όταν έδενε τα κορδόνια του, κάτι που φαινόταν να το κάνει συχνά.
«Θα ξετρελαθείτε με την ξενάγηση που θα σας κάνω, να είστε βέβαιοι» είπε στο κενό, ενώ ίσιωνε πάλι το κορμί του.
«Σου άρεσε το Χάστινγκς, έτσι δεν είναι;» είπε σε μένα.
Συμφώνησα ότι μου άρεσε. «Είναι υπέροχο. Αναρίθμητα σκαλοπάτια παντού αντί για δρόμοι. Κάτι σαν το Παρίσι».
Η αναφορά στο Παρίσι ήταν ένα λάθος, τολμώ να πω. Ο Λίαμ σκέφτηκε πως επιδεικνυόμουν.
«Ορίστε. Θυμίζει στη Ρουθ το Παρίσι. Δεν θα μπορούσατε να περιμένετε καλύτερες συστάσεις. Κρατάει και ημερολόγιο, στα γαλλικά φυσικά».
Ο Φρανκ σκέφτηκε ότι έλεγε αλήθεια. «Γιατί το κάνεις αυτό; Δεν ξέρεις να γράφεις στα αγγλικά;»
«Δεν ξέρω να γράφω σ’ όλες τις γλώσσες» του είπα.
«Χρησιμοποιεί αυτόματο διορθωτή» εξήγησε ο Λίαμ, προτού στρέψει την προσοχή του σε μένα. «Λοιπόν, θα μείνεις εδώ; Δεν μπορούμε να σε παρασύρουμε μέχρι τη θάλασσα;» Με κοίταξε αργά από πάνω μέχρι κάτω, έτσι όπως συνήθιζε να κάνει. Έτσι όπως πλέον δεν έκανε συχνά.
«Δεν νομίζω» είπα.
«Τα λέμε αργότερα τότε» είπε η Φιόνα βγαίνοντας από το δωμάτιο, απ’ όπου είχε ήδη αποχωρήσει ο Φρανκ.
«Καλό περίπατο» φώναξα προς τη δική της κομψή πλάτη.
«Είσαι σίγουρη; Θες να μείνει μόνη;» με ρώτησε ο Λίαμ.
«Αυτά θα ’πρεπε να τα ξέρεις» είπα πιάνοντας το Paris Newsletter, κοιτώντας με ενδιαφέρον λέξεις που είχα ξαναδεί.
Έφυγε και η πόρτα έκλεισε με πάταγο και εγώ ευχαριστήθηκα με τον θόρυβο. Ήχησε σαν κάτι που ευχόμουν να είχα πει. Αλλά το μόνο που είχα καταφέρει στην πραγματικότητα ήταν να κάνω τον Λίαμ να το πει στη θέση μου.

Αφού έφυγαν, πήγα στην κρεβατοκάμαρα του πρώτου ορόφου και ξάπλωσα. Δεν ήμουν κουρασμένη, αλλά ήθελα να βρίσκομαι σε οριζόντια θέση, το να ατενίζω το ταβάνι ήταν κάτι που με ηρεμούσε: απαλό μπλε, με ένα κεντρικό ροζ που του έλειπαν εδώ κι εκεί κάποια κομμάτια. Ο Λίαμ κι εγώ δεν είχαμε κάνει σεξ εδώ και καιρό. Στην αρχή, όταν συνειδητοποίησα τι συνέβαινε, ή μάλλον τι δεν συνέβαινε, θύμωνα και τον ρώταγα τι τρέχει. Έλεγε πως δεν έτρεχε τίποτα και θύμωνε κι αυτός.
«Δεν είμαι μηχανή» σχεδόν φώναζε. «Έχω πολλά στο μυαλό μου τελευταία».
Έπειτα γινόταν ησυχία, προσωρινά ίσως, πριν πω κάτι άλλο που τον εξόργιζε ακόμη περισσότερο.
«Καταλαβαίνεις πόσο απωθητικό είναι για τους άντρες να τους ζητάνε απαιτητικά οι γυναίκες σεξ;» έλεγε.
Όντως το καταλάβαινα, του το είπα με σιγουριά, αλλά είχε πάψει πλέον να μ’ ενδιαφέρει το πόσο ελκυστική με έβρισκε.
«Κι εγώ νοιώθω απωθητική όταν δεν κάνουμε έρωτα» έλεγα.
«Να πας σε ψυχαναλυτή» ήταν η μόνιμη απάντησή του.
«Να πας εσύ» ήταν η δική μου.
Πρέπει να έμεινα ξαπλωμένη για περίπου είκοσι λεπτά, απολαμβάνοντας τη μυρωδιά σεντονιών που είχαν απορροφήσει μέσα τους γνώριμη σάρκα, όταν άκουσα το κουδούνι. Το αγνόησα αλλά ξαναχτύπησε, έτσι σηκώθηκα. Θα ήταν κάποιος από τους επισκέπτες που θα είχε κουραστεί από τον περίπατο και ερχόταν για ξεκούραση στο σπίτι. Έφτιαξα το πουλόβερ μου καθώς κατέβαινα και έσπρωξα τσουλούφια προς τα πίσω συγκρατώντας τα με κάποια σκόρπια τσιμπιδάκια, ένα από τα οποία έπεσε στο πάτωμα. Το παράτησα στο βρώμικο χαλί, αλλά σκούπισα βιαστικά στη στροφή της σκάλας έναν ιστό αράχνης. Καθάρισα από τον μηρό μου τα υπολείμματα αυτού του πράγματος, κοιτάχτηκα στον μεγάλο καθρέφτη του χολ πριν ανοίξω την πόρτα και είδα ότι δεν ήμουν απωθητική. Ένας άντρας με βαλίτσα και πλεκτό καπέλο ήταν εκεί στο πλατύσκαλο, από κάτω μου. Η βαλίτσα βρισκόταν κάτω από τον αριστερό του βραχίονα. Στο δεξί του χέρι κρατούσε κάτι που προφανώς ήταν το χερούλι εκείνου του πράγματος. Απ’ αυτό κρέμονταν κομμάτια μαύρης κλωστής. Τα χέρια του ήταν μικρότερα απ’ όσο θα περίμενα για ένα τόσο μεγαλόσωμο άτομο, πιθανόν όμως να φόραγε πολλά ρούχα κάτω από το χοντρό τουΐντ παλτό του. Είπα γεια, αλλά δεν άνοιξα την πόρτα περισσότερο απ’ όσο την είχα ανοίξει.
«Αυτό είναι το μοτοποδήλατό σας;» είπε εκείνος.
Έγειρα το κεφάλι μου έξω από την πόρτα με τα γυάλινα καρέ και κοίταξα προς τα ’κει που μου έδειχνε. Στην απέναντί πλευρά του δρόμου είδα μια παράξενη κατασκευή, η οποία αποτελούσε ακόμη, έως ένα βαθμό, ένα μοτοποδήλατο, αλλά είχε με κάποιο τρόπο προσαρτημένη στο πίσω μέρος της ένα αυλακωτό τενεκεδένιο κουτί. Ήταν βαμμένη μαύρη και ασημί και είχε φαρδιές χειρολαβές, που μάλλον θα έπρεπε να βρίσκονται στον τοίχο κάποιου κέντρου μπόουλινγκ ή σε κάποια επαρχιακή αίθουσα χορού της δύσης, και όχι πάνω σε μια κινούμενη κατασκευή.
Είπα στον επισκέπτη μου ότι το μοτοποδήλατο δεν ήταν δικό μου.
«Ποιανού είναι;»
«Δεν ξέρω. Αλλά δεν ανήκει σ’ αυτό το σπίτι».
Με ατένισε επί μακρόν και με σκληράδα. Είχε μικρά αλλά έντονα μπλε μάτια, από κάτω ενδιαφέροντα φρύδια που είχαν βαθμίδες απόχρωσης και κατέληγαν στις άνω άκρες τους σε υπέροχες ξανθές τρίχες. «Θα ήθελα να κάνω μια βόλτα» είπε, «αφού μάθω πρώτα σε ποιον ανήκει».
Είπα ότι το άτομο που το είχε μπορεί να ήταν ακόμη στη δουλειά. «Θέλω να πω ότι εγώ δεν μένω εδώ, επομένως δεν μπορώ να ξέρω. Αν θέλετε μπορώ να ρωτήσω τον φίλο μου όταν επιστρέψει».
Ήταν ανοησία να λες κάτι τέτοιο, συνειδητοποίησα, καθώς με ατένιζε πάλι. Τώρα βρισκόμασταν σε κάποιου είδους κατάσταση εν εξελίξει, στην οποία εκείνος γνώριζε πως εγώ είχα “φίλο”, κάτι που έμοιαζε με πολυτέλεια τούτο το γκρίζο και παγωμένο απόγευμα σ’ αυτόν τον ανεμοδαρμένο δρόμο.
«Ίσως λοιπόν επιστρέψει αργότερα, αν περιμένω».
«Ποιος;» Ήλπιζα να μην σκόπευε να περιμένει τον Λίαμ.
«Ο τύπος που το ’χει. Είναι ακόμα στη δουλειά, έτσι;»
«Μπορεί και να ’ναι στη δουλειά. Δεν ξέρω. Επισκέπτρια είμαι».
Δεν φορούσα παπούτσια και τα πόδια μου κρύωναν. Τράβηξα τα μανίκια του πουλόβερ μου μέχρι τις παλάμες και τα κράτησα με τα δάχτυλα.
«Νομίζω πως θα έρθει αν περιμένω» είπε κοιτώντας προς τα πίσω και μακριά, προς την εξωγήινη κατασκευή.
Είπα κάτι του στιλ ότι όποιος κι αν ήταν “αυτός”, θα επέστρεφε ή δεν θα επέστρεφε είτε τον περίμεναν είτε όχι, αλλά κάτι επάνω του ήταν πολύ σοβαρό για να αστειεύεται κανείς, έτσι συμφώνησα ότι όποιος κι αν κατείχε εκείνο το πράμα, θα αναγκαζόταν να επιστρέψει κάποτε, εκτός κι αν βρισκόταν μακριά.
«Εκτός κι αν το έχουν απλώς εγκαταλείψει εκεί πέρα» είπα.
«Γιατί να θέλουν να το κάνουν αυτό;» Έδειχνε να τον τρομάζει η ιδέα. Λες και είχα ισχυριστεί ότι του άξιζε ούτως ή άλλως να το εγκαταλείψουν, όπως ένα κατοικίδιο σκυλάκι που εξαφανίζεται τη μέρα που μετακομίζει η οικογένειά του.
«Ίσως να μην δουλεύει. Μπορεί και να ’ναι χαλασμένο».
Με κοίταξε τότε διαπεραστικά, και μετακίνησε την τσάντα του αναποδογυρίζοντάς την κάτω από τον δεξιό του βραχίονα αντί για τον αριστερό. «Δεν ξέρετε τι λέτε» είπε. «Λέτε σαχλαμάρες, αυτό λέτε».
Έπειτα έκανε στροφή και κατέβηκε τα σκαλιά του σπιτιού του Λίαμ και διέσχισε τον δρόμο, τον οποίο μια μεγάλη πυρόξανθη γάτα διέσχιζε επίσης από την αντίθετη πλευρά. Απόμενα κοιτώντας καθώς ο περίεργος επισκέπτης μου καθόταν στο πεζοδρόμιο πλάι στο άχαρο μηχάνημα. Φαινόταν εύθραυστος και μικρός δίπλα του. Έκλεισα την πόρτα. Μου φαινόταν αγενές το να παρακολουθώ κι άλλο.

Στο καθιστικό του πάνω ορόφου με την άπλετη θέα προς τον ουρανό, τη θάλασσα και το πάρκινγκ του Tesco, μάζεψα τα ποτήρια και έβαλα το άδειο μπουκάλι κρασιού σ’ ένα ψάθινο σκουπιδοτενεκέ, που δεν είχε τίποτε άλλο μέσα, έτσι έπεσε λίγο μέχρι να μπορέσω να κεντράρω το βάρος του. Κατέβασα τα ποτήρια στην σκοταδιασμένη κουζίνα, με την σκέψη να τα πλύνω, όμως άλλαξα γνώμη γιατί ο νεροχύτης ήταν πνιγμένος στις πατατόφλουδες. Ένωσα τα κομμάτια μιας εφημερίδας – που βρισκόταν στο μεγάλο οβάλ τραπέζι – δημιουργώντας κάτι αναγνώσιμο και την πήρα επάνω. Άναψα το φως δίπλα στον καναπέ και διάβασα ένα άρθρο για το εξώτερο διάστημα. Εξηγούσε πώς οι γαλαξίες στις μέρες μας απομακρύνονται εσπευσμένα ο ένας από τον άλλον μέσα στο διαστελλόμενο σύμπαν μας, που είναι μάλλον επίπεδο παρά σφαιρικό, κάτι που σημαίνει ότι θα μπορούσαμε ενδεχομένως να ταξιδεύουμε αιώνια και σ’ ευθεία γραμμή αν είχαμε έναν πύραυλο.
Το κουδούνι χτύπησε, μετά ξαναχτύπησε καθώς αμφιταλαντευόμουν αν έπρεπε να προσποιηθώ ότι έλειπα ή όχι. Δεν ήθελα να κάνω άλλη μια συζήτηση με τον άνθρωπο του μοτοποδηλάτου. Ωστόσο, αν ήταν η αδελφή του Λίαμ ή ο σύζυγός της, θα έπρεπε να τους ανοίξω. Το κουδούνι χτύπησε τρίτη φορά, και καθώς έφτανα στο χολ άκουσα κάποιον να φωνάζει.
«Ακριβώς εκεί στεκόταν. Δεν έχει βγει έξω».
Ήταν η φωνή του ανθρώπου που αποζητούσε μια βόλτα με το μοτοποδήλατο. Ανοίγοντας την πόρτα, τον είδα να εξαγγέλλει τις πληροφορίες του σε μια γυναίκα κάπου δέκα χρόνια νεότερη από μένα. Εκείνη ανέβηκε τα σκαλιά τη στιγμή που έφτανα εγώ και τη στιγμή που ο άντρας φώναζε «σας το είπα πως θα ήταν εκεί». Εκείνος μετά μου έκανε νόημα με το χέρι και κούνησε το κεφάλι. Του έκανα νόημα κι εγώ. Τώρα μάλλον καθόταν πάνω στη βαλίτσα του, κι όχι δίπλα της. Το έδαφος πρέπει να ήταν παγωμένο. Το φως ξεθώριαζε, αλλά οι φανοστάτες δεν είχαν ανάψει ακόμη.
«Γεια σας. Συγγνώμη. Είναι ο Λίαμ μέσα;» Η γυναίκα κρατούσε μια τσάντα κολλημένη στο στήθος της, με κάτι που έμοιαζε με χειρονομία αυτοπροστασίας.
Ήμουνα έτοιμη να πω «Γιατί;» αλλά δεν το είπα. Το φεγγάρι ήταν άσπρο στον ουρανό πάνω από το κεφάλι της.
«Έχει βγει για περίπατο. Δεν πρέπει ν’ αργήσει».
Θα μπορούσε να λείπει όλη νύχτα, απ’ όσο γνώριζα. Πιθανόν ήδη αυτή τη στιγμή να βρισκόταν σε καμιά παμπ. Χαμογέλασα, εκείνη όμως όχι. Εκείνη δάγκωνε ένα νύχι. Ο ήχος που έκαναν τα δόντια της στο τέρμα του δαχτύλου της συνεχίστηκε καθώς η μιλιά μου έσβηνε.
«Μπορώ να σας ζητήσω μια χάρη;»
Ο άντρας πλάι στο μοτοποδήλατο μού ξανάκανε νόημα.
«Δεν πρέπει να αργήσει πολύ ακόμη» φώναξε. Χαμογέλασα προς τη μεριά του.
«Περιμένει κάποιον» εξήγησα στη γυναίκα, που κοίταζε τα σκαλιά του διπλανού από του Λίαμ σπιτιού.
«Ξέρετε, πρέπει να ταΐσω τη γάτα» είπε. «Και δεν έχω κλειδιά».
Αναρωτήθηκα εάν είχε κλειδιά ο Λίαμ και τη ρώτησα, αντί να τη ρωτήσω πού ακριβώς μπορεί να βρισκόταν η γάτα.
«Α, όχι. Ο Λίαμ δεν έχει. Η Κέιτ δεν θα έδινε κλειδιά στον Λίαμ».
Είχα ακουστά για την Κέιτ. Έμενε στο διπλανό σπίτι και έπαιζε μουσική υπερβολικά δυνατά, κι αυτό δεν άρεσε στον Λίαμ, αλλά ούτε ήταν διατεθειμένος να παραπονεθεί, μολονότι του είχα πει πως έπρεπε να το κάνει. Η γυναίκα με την πεινασμένη γάτα εξήγησε ότι ήταν η καθαρίστρια της Κέιτ, κι ότι η Κέιτ είχε πάει το Σαββατοκύριακο στο Λονδίνο και θα γύρισε την προηγούμενη νύχτα.
«Έβαλα τα κλειδιά στο γραμματοκιβώτιο χθες το πρωί. Αυτό κάνω πάντα αφού τελειώσω με το τάϊσμα του Μογκ. Μα τώρα δεν πρόκειται να γυρίσει. Δεν ξέρω γιατί. Απλώς είπαν να συνεχίσω με το τάϊσμα».
«Ποιοι το είπαν;» Είχα ανοίξει τώρα περισσότερο την πόρτα, έτσι ώστε το φως από το χολ – που ο Λίαμ δεν έσβηνε ποτέ – να μπορεί να φωτίσει τη συζήτησή μας που σιγά-σιγά εξασθένιζε.
«Είμαι η Σου, παρεμπιπτόντως». Έτεινε το χέρι της για να με χαιρετίσει.
«Ρουθ» είπα. «Είμαι φίλη του Λίαμ» Δεν ένιωθα και πολύ φιλικά τούτη τη στιγμή απέναντι στον Λίαμ, ωστόσο η περιγραφή φάνηκε να την ευχαριστεί. Το πρόσωπό της έγινε εξαιρετικά διάφανο.
«Την κόρη μου τη λένε Ρουθ» είπε.
Οι φανοστάτες άναψαν με μια ομόφωνη έκρηξη κόκκινου. Ο κόσμος έμοιαζε αίφνης πιο σκοτεινός.

Μέχρι τις επτά η Σου είχε διασχίσει την κουζίνα του Λίαμ και είχε βγει στην πίσω μεριά από τη γαλλική τζαμαρία. Έδειχνε εξοικειωμένη με το μέρος. Πήδηξε από τον επισφαλή φράχτη στον μεγάλο, αφρόντιστο κήπο και βρέθηκε στο σπίτι της Κέιτ μπαίνοντας από την εκεί γαλλική τζαμαρία, που οδηγούσε στην τουαλέτα, απ’ ό,τι φαινόταν. Ταΐσε τον Μογκ, πήρε τα κλειδιά που είχε ταχυδρομήσει το προηγούμενο πρωί στην Κέιτ και γύρισε για να μου πως όλα ήταν εντάξει. Δεν είχε υπάρξει κανένα τηλεφώνημα από τον Λίαμ και τους θορυβώδεις καλεσμένους του. Ο άντρας που ήθελε να κάνει βόλτα με το μοτοποδήλατο καθόταν ακόμα στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Πρόσφερα στη Σου ένα φλιτζάνι τσάι, που το δέχτηκε, και αποφασίσαμε παρέα πως θα ήταν σωστό να πηγαίναμε ένα και στον φίλο μας με τη βαλίτσα, ο οποίος πρέπει να είχε “κοκαλώσει από το κρύο”.
«Ωραία» είπε αυτός, ενώ του έδινα την κούπα με την φράση “Αγάπη Είναι… Τσάι στο Κρεβάτι» γραμμένη με ροζ πάνω της. «Θα φέρω την κούπα όταν τελειώσω». Χαμογέλασε από την οκλαδόν θέση του. «Δεν πρέπει ν’ αργήσει, υποθέτω» Άγγιξε μία από τις πίσω ρόδες από το μαραφέτι που είχε ερωτευθεί, ίσως. «Ελπίζω να έχει φώτα» Γέλασε πνιγμένα. Κούνησα το κεφάλι μου και γύρισα στη Σου, που ρώταγε για τον Λίαμ καθώς περιεργαζόταν την κουζίνα του. Φάνηκε να την ενδιαφέρει ένα ημερολόγιο του 1996 στον τοίχο πλάι στο ψυγείο, εικονογραφημένο μ’ ένα πίνακα της Τζόρτζια Ο’ Κίφι μ’ έναν κρίνο, καρφιτσωμένο στον Οκτώβριο.
«Δεν βγαίνει συχνά, ε;»
«Όχι;» Σπανίως ήταν σπίτι όταν περνούσα από εκεί. Σπανίως απαντούσε στο τηλέφωνο, έτσι κι αλλιώς.
«Με τι ασχολείται;»
«Με το να με τσαντίζει» θα μπορούσα να είχα πει, αλλά δεν το είπα. «Α, με πολλά πράγματα. Γράφει. Για περιοδικά».
«Μάλιστα» ήταν το μόνο που είπε, και έπειτα ότι θα ήταν καλύτερα να στρίβει. Η δική της Ρουθ θα περίμενε το βραδινό της. Σκέφτηκε ότι θα αγόραζε ψάρια και τηγανητές πατάτες στον δρόμο για το σπίτι. Συνειδητοποίησα ότι θα μου άρεσε λίγο ψάρι με τηγανητές πατάτες. Είχαμε φάει με τον Λίαμ τη μέρα που μετακόμισε εδώ. Είχαμε και χοντρό, άσπρο ψωμί σε φέτες και βούτυρο, που ήταν αυτό που θα ετοίμαζα αμέσως μόλις θα έφευγε η Σου.
Καθώς με αποχαιρετούσε, πάλι από την κορυφή των σκαλιών της μπροστινής πόρτας του Λίαμ, ο άντρας από απέναντι μού επέστρεψε την άδεια κούπα του.
«Ωραία» είπε. «Ευχαριστώ. Δεν τον βλέπω ν’ αργεί».
Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν επτά και τριάντα πέντε. Οι γλάροι γίνονταν πιο θορυβώδεις. Μια ομάδα απ’ αυτούς όρμησε προς τα κάτω, ύστερα πάλι ψηλά πάνω από το κεφάλια μας. Η αλλαγή φωτός στον ουρανό τόνισε τα βρώμικα φτερά τους και έκανε τα γκριζοκίτρινα υπογάστριά τους να δείχνουν παραγεμισμένα, σαν βικτωριανές ταπετσαρίες. Στον Λίαμ άρεσαν οι θαλάσσιοι γλάροι, σε μένα όμως όχι. Μεγάλωσα με  τις βραχνές στριγκλιές τους στην ακτή του Νορθ Νόρφολκ.
Αμέσως μόλις ξαναμπήκα στο σπίτι, άναψα τη θέρμανση. Τα χέρια μου είχαν ανατριχιάσει κάτω από τα γυρισμένα μανίκια του πουλόβερ του Λίαμ, που τα είχα σηκώσει κάποια στιγμή την τελευταία ώρα. Κάθισα στον καναπέ και προσπάθησα να επικεντρωθώ στο άρθρο για το διάστημα, που είχα την εντύπωση ότι κόντευα να το τελειώσω. Δεν ήμουν σίγουρη τι είχα διαβάσει μέχρι τώρα.

Δεν μπορούμε να επισκεφτούμε άλλα σύμπαντα. Βρίσκονται στον δικό τους χώρο και χρόνο. Θα σταματούσαμε να υπάρχουμε εάν εγκαταλείπαμε το δικό μας.

Η γάτα των δίπλα ούρλιαζε στον κήπο τους. Ήταν ήχος πιο τραχύς από των γλάρων. Πότε πότε η γάτα της Κλερ έβγαζε τον ίδιο ήχο στον μακρόστενο κήπο της στο Λονδίνο, που εκείνη κι εγώ τον είχαμε καθαρίσει πριν από δύο καλοκαίρια, όταν ήταν γερή και δυνατή, τότε που φορούσε ένα μπλε και λευκό μπλουζάκι και ένα χακί σορτς που αποκάλυπτε τα ωχρά, καλλίγραμμα πόδια της. Εντούτοις, από ’κείνη την άνοιξη και μετά τα πόδια της σταμάτησαν να λειτουργούν. Το ένα ήταν πρησμένο και το άλλο υπερβολικά λεπτό. Το αριστερό της πέλμα κρεμόταν τις λιγοστές φορές που σηκωνόταν όρθια. Όταν το κοίταζα, σκεφτόμουν τα πλεγμένα σαν ιστός πέλματα των κύκνων που σέρνονταν πίσω τους, κάτω από την επιφάνεια του Ράουντ Ποντ στους Κήπους του Κένσινγκτον. Η Κλερ κι εγώ συνηθίζαμε να πηγαίνουμε εκεί τον γιο της Κόνορ όταν ήταν μικρός. Μια φορά έπεσε μέσα, ενώ άπλωνε το χέρι του για να πιάσει τη βάρκα ενός άλλου αγοριού, και η Κλερ μπήκε στο νερό για να τον ξαναβγάλει σε ασφαλές μέρος. Φορούσε κάτι κόκκινο που είχε φτιάξει από κυματιστό μετάξι, το οποίο σήκωσε όταν έτρεξε να πιάσει τον γιο της, κι ενώ το ανέμελο πλήθος κοντοστεκόταν και κοίταζε. Ένας άντρας σφύριξε και ένας άλλος χειροκρότησε και φώναξε “Μπράβο!” μόλις ολοκληρώθηκε η διάσωση, και τότε αυτή πήγε με το πάσο της, τσαλαβουτώντας προς την όχθη και βαστώντας τον Κόνορ ψηλά, σαν τρόπαιο, πάνω από το ευχαριστημένο και γοητευτικό, γειρτό της κεφάλι.
Έξω από του Λίαμ, η γάτα συνέχιζε αραιά και που να ουρλιάζει. Ίσως πεινούσε, όπως κι εγώ. Είχα φάει μόνο ένα κρουασάν και είχα πιει λίγο καφέ όλη μέρα. Συνήθως του Λίαμ τού άρεσε να με ταΐζει όταν ερχόμουν να μείνω μαζί του. Τράβηξα προς το παράθυρο, όπου δεν υπήρχαν πολλά να δεις, καθώς απ’ ό,τι υπάρχει έξω από εκείνο το σπίτι τα περισσότερα είναι κενό. Ενίοτε υπάρχουν αστέρια – γαλαξίες, ενδεχομένως – αλλά εκείνη τη στιγμή υπήρχε μόνο ένα πυκνό μπλε και μαύρο, με τα φώτα της πόλης να στραφταλίζονται εντός του, πάρα πολύ μακριά. Η θάλασσα ήταν απλώς μια λάμψη. Δεν υπήρχε πια κανένα χρώμα για να δεις στα σχήματα της υπαίθριου. Οι γάτες έχουν αχρωματοψία, μου είχε πει πρόσφατα ο Κόνορ. Του άρεσε όλο και πιο πολύ να συζητάει για τη γάτα του, καθώς περπατούσαμε προς και από το σπίτι του ή το δικό μου, ή το σχολείο του, απ’ όπου τον έπαιρνα κάποιες φορές. Η γάτα της Κλερ ήταν αδύνατη και με περίεργες στάμπες, σαν ένα κακοτυπωμένο απομεινάρι, και ονομαζόταν Πρινγκλ, από τα πατατάκια μάλλον, παρά από το βαμβάκι πλεξίματος, κι αυτό διότι ο Κόνορ έτυχε να ανοίγει μια σακούλα όταν η γάτα πρωτοεμφανίστηκε στο παράθυρό του. Ρώτησε την Κλερ αν θα μπορούσε να της δώσει λίγο γάλα, και από τότε ερχόταν κάθε μέρα, να λοιπόν πώς κατέληξε να μείνει μαζί τους.

Κάπου ένα ρολόι σήμανε οκτώ. Ήμουν θυμωμένη. Ο Λίαμ θα έπρεπε να μου έχει ήδη τηλεφωνήσει. Στην αδερφή του δεν θα είχε φερθεί με τον ίδιο τρόπο. Θα βρισκόταν εδώ και θα μαγείρευε μακαρόνια, αν εκείνη κι ο Φρανκ ήταν μαζί μου. Δεν έπρεπε να έρθω. Έπρεπε να μου το είχε αρνηθεί. Θα μπορούσε να είχε φροντίσει τουλάχιστον να είμαι στα ζεστά και χορτάτη. Πιθανόν να περίμενε από μένα να ανάψω το τζάκι, αλλά δεν θα το κάνω απόψε. Απεναντίας, θα τηλεφωνήσω στον σταθμό και θα πληροφορηθώ τα δρομολόγια των τρένων για το Λονδίνο, και έπειτα θα βγω απ’ αυτό το σπίτι και θα περπατήσω μέσα από τις στενές αλέες, που δεν έμοιαζαν καθόλου με το Παρίσι, και θα φτάσω στον σταθμό για να επιβιβαστώ σ’ ένα τραμπαλιζόμενο τρένο γεμάτο φλύαρους ανθρώπους, όλοι τους ευτυχείς που εγκαταλείπουν την παραλία. Όλοι τους χαρούμενοι στην ιδέα της κοσμοσυρροής του Λονδίνου και της μυρωδιάς του καφέ στον σταθμό Βικτώρια. Θα βρίσκομαι πριν από τα μεσάνυχτα στο σπίτι μου και στο κρεβάτι μου. Δεν θα αφήσω κανένα σημείωμα και δεν θα έρθω ποτέ ξανά εδώ.
Το τηλέφωνο ήταν δίπλα στον υπολογιστή του Λίαμ. Όταν το σήκωσα ήταν βουβό, αλλά από τον υπολογιστή ακουγόταν όπως πάντα ένας σιγανός βόμβος. Το σκριν σέιβερ ήταν ένα ψάρι που φωτοβολούσε και έκανε κάθε τόσο έναν υγρό θόρυβο σαν μπουρμπουλήθρα. Κατέβασα το ακουστικό και το ξανασήκωσα, για να μην βρω πάλι κανένα τόνο. Το μόντεμ ήταν συνδεδεμένο με την πρίζα του τηλεφώνου. Το τηλέφωνο πρέπει να ήταν μόνιμα απενεργοποιημένο. Έβγαλα το πουλόβερ του Λίαμ και συνέδεσα το τηλέφωνο, το οποίο περίμενα να αρχίσει να βουίζει αμέσως, αλλά αυτό δεν συνέβη. Περίμενα τρία ολόκληρα λεπτά στη σιωπή, ενώ το στομάχι μου θορυβούσε υπόκωφα και αντιλήφθηκα ότι πεινούσα φοβερά, κάτι που δεν ήταν πλέον δυσάρεστο, τώρα που ήξερα γιατί δεν είχε επικοινωνήσει κανείς.
Κατέβηκα στην κουζίνα και άνοιξα το ψυγείο. Ήταν άδειο, εκτός από ένα λεμόνι, λίγη μαργαρίνη, κι ένα πιάτο πιρέξ, που κάποτε πρέπει να περιείχε στιφάδο, καθώς οι πλευρές του ήταν λιπαρές και είχαν κρούστα με μαύρες ραβδώσεις σαν κρέας. Ο Λίαμ ήταν καλός στο στιφάδο. Ίσως να προσπαθούσε να τηλεφωνήσει εδώ και ώρες. Ίσως και να είχε συμβεί κάποιο ατύχημα. Δεν θα με ξάφνιαζε αν οι τρεις τους είχαν καταλήξει στα Επείγοντα. Ευτυχώς που είχα μείνει στο σπίτι.
Ξανανέβηκα επάνω, στον υπολογιστή του Λίαμ, και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ο άνθρωπος του μοτοποδηλάτου ήταν όρθιος, η βαλίτσα του υπό μάλης. Με είδε και με χαιρέτησε και χαιρέτησα κι εγώ, ύστερα είχα μια ιδέα, έτσι έτρεξα στο χολ και βγήκα από την μπροστινή πόρτα και στάθηκα έξω, πάνω στην παγωμένη πέτρα των σκαλιών, καθώς φώναζα απέναντι προς τον σκοτεινιασμένο άντρα. «Ελάτε εδώ, σας παρακαλώ. Έχω μπλέξει».
Ένα φορτηγάκι ερχόταν προς το μέρος μας τρίζοντας στην ανηφόρα, και μολονότι μπορούσε να διασχίσει τον δρόμο χωρίς να κινδυνεύει να πέσει πάνω του, εκείνος περίμενε πρώτα να περάσει και μετά ήρθε και στάθηκε από κάτω μου. Στράφηκα για να βάλω το σύρτη στην πόρτα. Δεν ήθελα να κλειδωθούμε και οι δύο έξω.
«Λίγη σημασία έχει πια, ψέματα;» είπε εκείνος. «Πολύ αργά πια για βόλτα, υποθέτω».
Δεν απάντησα. Έκανα τις δικές μου υποθέσεις.
«Κοιτάξτε» είπα. Κοίταζε πολύ αυστηρά, αν και όχι εμένα ακριβώς. Κοίταζε περισσότερο προς το διπλανό σπίτι.
«Ώστε ούτε εκείνη γνώριζε κάτι γι’ αυτό; Η γυναίκα με τη γάτα;»
Είπα ότι όχι, δεν γνώριζε. Κανένας μέχρι τώρα δεν γνώριζε το παραμικρό για το μοτοποδήλατο, όμως υπήρχε κάτι που θα ήθελα να κάνει για μένα, αν ήθελε κι αυτός. Τον ρώτησα τότε πολύ γρήγορα, έτσι αναγκάστηκα να το επαναλάβω.
«Πρέπει να πάω στο μαγαζί». Του μίλησα λες και ήτανε παιδί που έπρεπε να του εξηγήσω μια ενδεχόμενη επικίνδυνη κατάσταση. «Δεν είναι μακριά. Να, κάπου σ’ εκείνη τη γωνία» Ακολούθησε τη γραμμή του τεντωμένου μου δάχτυλου. «Πρέπει να πάω στο μαγαζί να αγοράσω φαγητό. Αλλά δεν μπορώ να πάω πουθενά γιατί δεν έχω κλειδί, και δεν μπορώ να αφήσω την πόρτα ανοιχτή.
Έβλεπα ότι δεν καταλάβαινε τι έλεγα, έτσι κατέβηκα τα σκαλιά και του έπιασα το ελεύθερο χέρι. Ήταν άκαμπτος. Με απώθησε.
«Σας παρακαλώ» είπα. Ανέβηκα πάλι τα σκαλοπάτια και κάθισα ανάμεσα στην ανοιχτή πόρτα και το κάσωμα. «Θα μπορούσατε απλά να καθίσετε εδώ για ένα λεπτό;»
Δεν κουνήθηκε.
Σηκώθηκα όρθια. «Οι άνθρωποι στο μαγαζί λογικά ξέρουν ποιανού είναι το μοτοποδήλατο. Μπορώ να τους ρωτήσω όταν φτάσω».
Χαμογέλασε και ακούμπησε κάτω τη βαλίτσα του. Ανέβηκε τα σκαλιά και κάθισε εκεί που είχα καθίσει πριν. Τον χτύπησα ελαφρά στον ώμο και τον ευχαρίστησα θερμά. Έτρεξα μέσα και έβγαλα το τηλέφωνο από την πρίζα, σε περίπτωση που καλούσε ο Λίαμ, μετά έτρεξα πάλι έξω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ίσως είχε συμβεί κάτι. Μπορεί ο Λίαμ, η Φιόνα και ο Φράνκ να με χρειάζονταν. Θα ήθελαν, το λιγότερο, να με δουν, και δεν θα μπορούσα να πάω εκεί που βρισκόντουσαν εάν λιποθυμούσα από την πείνα.

Φεύγοντας από το μαγαζί, με την εύθραυστη πόρτα του να κουδουνίζει πίσω μου, αποφάσισα να δώσω στον άντρα που φυλούσε την πόρτα μου ένα σάντουιτς με τυρί, αφού ετοίμασα πρώτα το δικό μου. Τώρα είχα ψωμί και τυρί αρκετό για μια μικρή τάξη δημοτικού σχολείου. Θα προτιμούσα να είχα αγοράσει ένα μπουκάλι κρασί, αλλά είχα μόνο πέντε λίρες πάνω μου, έτσι βολεύτηκα μ’ ένα λίτρο γάλα μαζί με τα φαγώσιμα,  πλήρωσα όσο το δυνατόν γρηγορότερα χωρίς να περιμένω ρέστα και έκανα τρέχοντας όλη τη διαδρομή προς τη διώροφη, μεσο-βικτωριανή, με στενή πρόσοψη βεράντα του Λίαμ. Η μπροστινή πόρτα ήταν κλειστή. Δεν υπήρχε κανένα σημάδι του άντρα ή της βαλίτσας.
Ανέβηκα τα σκαλιά και χτύπησα το κουδούνι. Δεν έγινε τίποτε, έτσι ξαναχτύπησα. Κοίταξα ψηλά και είδα τα φώτα στον πάνω όροφο αναμμένα. Χτύπησα πάλι. Τα φώτα έσβησαν. Τότε χτύπησα και κράτησα το δάχτυλο πατημένο, έτσι ώστε ο οξύς θόρυβος να μπερδευτεί με τις στριγκλιές των γλάρων. Ένα αυτοκίνητο πέρασε αιφνιδίως από τη γωνία απ’ όπου είχα περάσει κι εγώ. Σκέφτηκα τον τηλεφωνικό θάλαμο έξω από το μαγαζί, και πως θα μπορούσα να τηλεφωνήσω από ’κει στο σπίτι του Λίαμ, παρακαλώντας τον άντρα που βρισκόταν μέσα να με αφήσει να μπω. Όμως κανείς δεν θα ήταν σε θέση να απαντήσει στο τηλέφωνο, γιατί το είχα βγάλει από την πρίζα.
Σταμάτησα να χτυπάω το κουδούνι και, αντ’ αυτού, έσπρωξα ανοίγοντας το γραμματοκιβώτιο. «Σας παρακαλώ» φώναξα οσμίζοντας μυρωδιά μούχλας. «Αφήστε με να μπω. Ανοίξτε την πόρτα. Έχω φαγητό».
Τι θα νόμιζαν οι άλλοι όταν θα γύριζαν και θα έβλεπαν ότι είχα επιτρέψει σ’ έναν ξένο να κάνει κατάληψη στο σπίτι;
«Ανοίξτε την πόρτα» ξαναφώναξα μέσα στο γραμματοκιβώτιο. «Έχω το κλειδί του μοτοποδηλάτου. Μπορείτε να κάνετε βόλτα. Τώρα μπορείτε να κάνετε βόλτα».
Στράφηκα και κοίταξα προς το δρόμο, όμως δεν υπήρχε κανείς. Το φεγγάρι ψηλά ήταν στρογγυλό και με καθαρό περίγραμμα. Μια όστια ημιδιαφανούς φωτός. Το παράθυρο μιας κρεβατοκάμαρας άνοιξε μ’ έναν θόρυβο που θύμιζε ξαφνικό μπουρίνι. Έσκυψα στο γραμματοκιβώτιο, μετά το άφησα να κλείσει με φόρα και περπάτησα μέχρι την απέναντι πλευρά του δρόμου. Έπρεπε να δω από απόσταση τι συνέβαινε στο εσωτερικό. Ένα από τα πάνω παράθυρα έκλεισε, καθώς στεκόμουν πίσω από το μηχανάκι που δίπλα του είχε καθίσει ο άντρας για ώρες. Κούνησα το χέρι μου, όπως το είχε κουνήσει κι εκείνος σε μένα.
«Αφήστε με να μπω», φώναξα προς τον ουρανό, προς τους γλάρους – προς όλους τους γαλαξίες που απομακρύνονταν εσπευσμένα ο ένας από τον άλλον, ίσως – αλλά δεν εμφανίστηκε. Θα πρέπει να είχε κατέβει στην κουζίνα, εκεί όπου το φως άναψε, να είχε βγει μετά στον πίσω κήπο, έπειτα να είχε πηδήξει τον φράχτη περνώντας στο διπλανό σπίτι. Προφανώς είχε βρεθεί στο σπίτι της Κέιτ, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Τα φώτα εκεί άναψαν διαδοχικά. Τετράγωνα μαύρου γυαλιού φωταγωγήθηκαν το ένα μετά το άλλο αποκαλύπτοντας διαφορετικά χρώματα στα δωμάτια του σπιτιού της απούσας γειτόνισσας του Λίαμ. Κάθισα τότε κάτω δίπλα από το μοτοποδήλατο, παρακολουθώντας φώτα να ξεπηδούν στο άδειο σπίτι. Έμοιαζε με τεράστιο φωταγωγημένο πίνακα αποτελεσμάτων σε τηλεοπτικό παιχνίδι. Το περίεργο ήταν, συλλογίστηκα αργότερα, ότι δεν είδα ούτε μια φορά τον άντρα. Πρέπει να είχε φύγει από τους φράχτες των πισινών κήπων. Παρέμεινα όμως πλάι στην κατασκευή που ήθελε να καβαλήσει, αρκετή ώρα αφότου τα παράθυρα είχαν πάψει να ανοιγοκλείνουν ορμητικά. Έμεινα να παρακολουθώ στο σκοτάδι, τη στιγμή που ο Λίαμ κατέφθανε και άνοιγε την δική του μπροστινή πόρτα, και η αδελφή του και ο άντρας της τον ακολουθούσαν μπαίνοντας στο σπίτι. Παρακολουθούσα καθώς ο Λίαμ ξαναβγήκε από την μπροστινή πόρτα, για να σταθεί μετά στο ανοιχτό κατώφλι. Έψαχνε εμένα, αλλά εγώ για κάμποση ώρα δεν του έκανα νόημα.

Σημείωση: Μετάφραση αποσπάσματος από το βιβλίο Swimming Underwater (Εκδόσεις Black Swan).
Vakxikon Radio
Vakxikon Blog