Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 14

Ο Ενιαίος Άνθρωπος [Το Άτομο ως Φιλοσοφία και Ποιητική]

Στο Περιστέρι, στις 12 Μαΐου, παρακολούθησα μια εκδήλωση -πραγματική πολιτική πράξη, μια παρέμβαση στην κοινωνία της κουλτούρας (και στην κουλτούρα της κοινωνίας). Καταρχάς να πώ τα πολλά μπράβο μου στους διοργανωτές του Ενιαίου Ανθρώπου [Το Άτομο ως Φιλοσοφία και Ποιητική], τους νεαρούς ποιητές μεν, αληθινούς διανοούμενους των καιρών μας δε, τον Χρίστο Κρεμνιώτη και τον Θοδωρή Παπαϊωάννου. Από τις σπάνιες φορές ήταν εκείνη η εσπερίδα στο Περιστέρι, στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Δημαρχείου, όπου μπήκα σε μια τόσο βαθιά ουσιαστική πραγμάτωση του ανθρώπου μέσα από τις τέχνες (όπως η ποίηση και η λογοτεχνία, αλλά και η μουσική), τη φιλοσοφική θεώρηση, την πολιτική ανάλυση, την κοινωνική σύγκρουση, την κριτική διείσδυση ενός κρατικού, σχεδόν βλαβερού, εκπαιδευτικού συστήματος. Οι διοργανωτές της εκδήλωσης, και οι συμμετέχοντες σε αυτό, όλοι τους προερχόμενοι από το μεγάλο "καζάνι" της συγκαιρινής διανόησης (παντός τύπου, παντός είδους, κάθε ενδιαφέροντος), θέλησαν να ξεπεράσουν τα στεγανά μιας αυτιστικής βραδιάς, και τόλμησαν το βήμα της συσπείρωσης: Άπαντες συνταίριαξαν τις ανησυχίες τους γύρω από τον άνθρωπο, του δυτικού τύπου, και προσπάθησαν να τον αναλύσουν, να τον αποδομήσουν, να τον κρίνουν, να τον υμνήσουν, να τον διαλύσουν και να τον τεμαχίσουν, να τον ολοκληρώσουν εντέλει, ως τον ενιαίο άνθρωπο που θα μπορέσει με σύνεση, ηθική, και ένα αξιακό σύστημα εξύψωσης κι όχι σήψης, να αντικρούσει το φαιδρό και να επιβιώσει με πείσμα. Κι όλα αυτά με ποιήματα, δοκίμια, μεταφράσεις, αναλύσεις, φιλοσοφήματα, κοινωνικά κείμενα, πολιτικές θέσεις, και κάθε είδους εισήγηση που θα ξανασύρει την κουβέντα περί ανθρώπου-κοινωνίας-συνανθρώπου, στο δρόμο, στα αμφιθέατρα, στα καφενεία, στις μαζώξεις, στα πάντα. Ποικιλία κειμένων, διαφορετικότητα, πολυπρισματικότητα, αντιθέσεις, σύμπνοιες, κι αντιδράσεις, συζητήθηκαν και τέθηκαν ξανά έπειτα από την -σχεδόν και πλέον των δύο ωρών- εσπερίδα της διαλεκτικής. Το μεγάλο κέρδος της είναι αυτή, άλλωστε. Οι υπεύθυνοι του Vakxikon.gr ευχαριστούν τους διοργανωτές, καθώς και τους συντελεστές, της βραδιάς, για την παραχώρηση των κειμένων τους. Και τους προσκαλούν, χωρίς την οποιαδήποτε σκέψη ή πρόθεση "ομπρέλας", στη συνέχιση αυτής της κίνησης που, εντωμεταξύ, μόνο θετικό πρόσημο φέρει.
Νέστορας Πουλάκος
Εκδότης Vakxikon.gr
 
Έναρξη [Μουσική]

*
Απόσπασμα απ’το "Υπόγειο" του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι
(απαγγελία : Δημοσθένης Χατζηθεοδώρου)

*
Κρίση αξιών
της Μαρίας Ιωαννίδου
Στο παρόν κείμενο προσπάθησα να δώσω το προσωπικό μου στίγμα για τη χρήση της γλώσσας και της κάθε έννοιας. Οι προτεραιότητες που θέτει η οικονομία μας αναγκάζουν να χρησιμοποιούμε τις λέξεις έτσι όπως δεν μας ταιριάζει.

Για να  δούμε λοιπόν πώς η γλώσσα μπορεί, να «επαναστατήσει» ειρηνικά, να αρχίσει να εκφέρει αυτό για το οποίο υπάρχει, την ουσία της επικοινωνίας και της δικής μας ανάγκης.  Να γίνει ξανά δική μας. Να δημιουργηθεί, τρόπος του λέγειν, μια καινούργια «καθαρεύουσα» που θα σταματήσει όσο αυτό περνάει από το χέρι μας, τη χρήση του έμψυχου λόγου από τους άρχοντες των σκέτων αριθμών και των διαχειριστών του δημόσιου ψεύδους.

Υπάρχει μια εντελώς μετρίσιμη σε κουκιά και νούμερα σκοπιμότητα που κάποιοι μας επιβάλλουν  να μεριμνούμε, να συζητάμε και να γράφουμε, να σκεφτόμαστε στο φινάλε, με έναν τρόπο που αν δεν μας είναι ακατανόητος και εκφοβιστικός, αν δεν είναι στείρος και προπαγανδιστικός, διαστρέφει  τη  χρήση της κάθε λέξης.

Τις τιμές ας συνεχίσει να τις ρυθμίζει η αγορά, τις αξίες θα τις αναδείξουμε εμείς.
Η κρίση των αξιών μεταφέρθηκε είχε δεν είχε, στον λόγο. Εδώ και χρόνια. Από τις διάφορες επταετίες και οκταετίες που θυμάμαι,  με άλλες κρίσεις, κοινωνικές και πολιτικές παρά σαφώς οικονομικές, τότε. Η κρίση της δικτατορίας, όπου εν μία εαρινή νυκτί η δημοτική του Τριανταφυλλίδη εξοβελίστηκε από τα σχολεία για να δώσει τη θέση της στην ανατριχιαστική αρχαΐζουσα και παρανοϊκή ελληνοχριστιανική καθαρεύουσα.

Τη δημοτική που αποκατέστησε ο Ράλλης το 1974, και συνοδεύτηκε από το φαινόμενο που ο κάθε αρχάριος σημειολόγος ή ψυχολόγος μπορεί να βεβαιώσει πως οδηγεί στη διαταραχή του νου και του λόγου.  Άλλη γλώσσα να μιλάς, άλλη γλώσσα να διαβάζεις και σε άλλη γλώσσα να καλείσαι να γράφεις. Κι από την άλλη,  να έχεις διδαχτεί την δημοτική -στην τρέχουσα τότε μορφή και χρήση-, πέρα από τη λογοτεχνία, μόνο μέσα από… προκηρύξεις, δείγματα λόγου που ποτέ και πουθενά δεν φημίζονται για την «πιστότητα» της γλώσσας που χρησιμοποιούν, άλλο τόσο τεχνητή, άλλο τόσο αλλοιωμένη από σκοπιμότητα.

Η έλευση της  μεταπολίτευσης ήταν  πολύχρωμη και ελευθεριάζουσα. Με όλα τα βιβλία αποκατεστημένα, όλες τις μουσικές, όλους τους στίχους, όλες τις παραστάσεις αλλά και καινούργιες εφημερίδες και φυλλάδες και πολιτικές  επιθεωρήσεις και μια πληθώρα από πληροφορίες και γνώση και διάλογο. Όλα αυτά όμως πάλι, είχαν τη δόση της σχιζοφρένειας.  Τα πανεπιστημιακά βιβλία δεν είχαν «μεταφραστεί» στην δημοτική, ούτε και η ορολογία. Η επιστημονική σκέψη  ήταν άλλη στο έδρανο και άλλη στο προαύλιο. Το ίδιο ίσχυε και στις ειδήσεις και στις εφημερίδες και στις κουβέντες και στην εμπορική αλληλογραφία και στην διαφημιστική κειμενογραφία και στις δηλώσεις και στις αιτήσεις και στις δικαστικές αποφάσεις και στα συμβόλαια, σε ό,τι περνούσε δηλαδή από το χέρι. Και  η καθημερινότητα σε ανάγκαζε να στραμπουλάς το χέρι σου, ανάμεσα στις υποτακτικές, τις υπογεγραμμένες και τις δοτικές, ανάμεσα στην κατάργηση τους και την αμηχανία μπροστά στη νέο-αναστημένη δημοτική.

Και μετά ήρθε και το μονοτονικό, που μας απάλλαξε μεν από πλήθος κανόνες και εξαιρέσεις αλλά πήρε μαζί του και την περισπωμένη, τη μικρή κυματιστή γραμμή πάνω από τη λέξη «είναι» ή τον συσχετισμό δασεινόμενης  λέξης με τη μετατροπή του πι σε φι, και άλλα που φαντάζομαι ότι ακούγονται εξωτικά κι απόμακρα στη γενιά του «Σκέφτομαι και γράφω» έναντι εκείνης του «Λόλα, να ένα μήλο».

Και πέρασαν χρόνια και κρίσεις με άλλες επταετίες και οκταετίες  που σιγά-σιγά οι  λέξεις και οι έννοιες αντικαταστάθηκαν και αντικαθιστώνται με ραγδαίους ρυθμούς με παπάκια, με  πάνω παύλα, κάτω παύλα, τίνος –είναι- η- πάνω-πάνω αλλά και με πολλά, πάρα πολλά νούμερα, δείκτες και οικονομικά μεγέθη, σαν τα πολυθρύλητα spreads που μπήκαν ξαφνικά στην καθημερινότητά μας.

Οι  Dow Jones και  Nikkei ήταν οι πρώτοι οικονομικοί δείκτες που έκαναν το γύρο σε καφενεία και κουβεντολόγια, τότε που οι αγρότες υποθήκευαν  γη προκειμένου  να παίξουν στο χρηματιστήριο. Με εικόνες από τον δέκτη της τηλεόρασης να αναμεταδίδει Σοφοκλέους , όπου οι νεόκοποι και οι έμπειροι επενδυτές ενώνονταν και δονούνταν από τους δείκτες, τους μαθηματικούς λόγους δηλαδή. Γιατί αυτό και τίποτα άλλο δεν είναι οι «δείκτες»  στην οικονομική γλώσσα. Αναλογίες, αλλιώς «λόγοι», αλλιώς συσχετισμοί μεγεθών και «αποκλίσεις» από μια κάποια «κανονικότητα», που δηλώνουν μία σχέση.

Και φτάσαμε στο σήμερα, στην κορυφή της  φούσκας  της διεθνούς υπερπαραγωγής και υπερκατανάλωσης, εποχή της ποσότητας που θέλει δε θέλει, ωφελεί δεν ωφελεί, οφείλει να μεγαλώνει τους δείκτες της, τους «λόγους» κατά μαθηματική έννοια,  τις αναλογίες του παραλόγου που μετρούν, καταγράφουν και συγκρίνουν  τα υποτιθέμενα μεγέθη που εξασφαλίζουν επάρκεια, πλούτο, ευημερία. Έτσι λειτουργεί από την μετα-1929 εποχή το οικονομικό σύστημα που ζούμε. Παράγοντας πολλές, πάρα πολλές υπηρεσίες, πολλές εικονικές και ακόμα περισσότερες άχρηστες, αντί για ζητούμενα προϊόντα. Με μοναδικό σκοπό να διογκώνει αριθμούς που στην ουσία τίποτα δεν μετρούν.

(Αλλού στη γη δεν έχουν να πιούν νερό κι  ο τραπεζίτης που συνεργάζομαι με ενθαρρύνει  να επενδύσω σε μετοχές νερού για να κερδοσκοπήσει η τράπεζα και να ωφεληθώ κι εγώ.)

Οι άπειρες μετοχές και τα επενδυτικά προϊόντα δεν ανταποκρίνονται σε αγαθά, όπως θα έπρεπε -ή σε υπηρεσίες όπως οι  γεωτρήσεις επί παραδείγματι-  που θα χρηματοδοτήσουν ένα έργο που θα ποτίσει τους διψασμένους, αλλά ποντάρουν στην έλλειψη νερού που θα αυξήσει την αξία του.

Και εν συνεχεία, εμείς οι ταϊσμένοι και ποτισμένοι, οι στεγασμένοι σε ένα και ενάμιση σπίτι –τόσος είναι ο μέσος όρος κατοχής ιδιόκτητης κατοικίας για κάθε ελληνικό νοικοκυριό- δεν έχουμε το πιο βασικό άυλο αγαθό, δεν έχουμε γλώσσα να μιλήσουμε.

Και μετράμε και ξαναμετράμε νούμερα, αποκλίσεις, δείκτες και αναβοκατεβάσματα. Μετράμε επιδόσεις και αποδόσεις. Εφάπαξ, συντάξιμα, επιδόματα, επιτόκια, πωλήσεις, φόρους. Κανείς δεν θα βρεθεί από τους καθημερινούς συνανθρώπους να πει πως τα τελευταία χρόνια δεν έχει βάλει κάτω το χαρτί και το μολύβι για να υπολογίσει, και πως  αλλιώς να πορευτεί; Το αναγκαίο κακό, και αναγκαίο και κακό.

Αλλά.

Ποιος δείκτης, ποιο επιτόκιο, ποια απόκλιση και ποια διασπορά θα μετρήσει και θα συγκρίνει τη φρεσκάδα του ανοιξιάτικου αέρα με την ξινίλα της κλεισούρας, ποιος δείκτης θα αναδείξει τη χαρά από την πρώτη συνάντηση του ματιού με τη θάλασσα, κάθε καλοκαίρι; Το πρώτο τσιγάρο, τον καφέ που φουσκώνει και απλώνεται με πολλές μικρές φουσκάλες, την ταχύτητα που φτάνει η μυρωδιά ενός φαγητού στην εξώπορτα την ώρα που μπαίνει ένας καλεσμένος, τη δροσιά που πέφτει κι ανακουφίζει την πόλη τη νύχτα, την ώρα που εντοπίζουν δυο ζευγάρια μάτια το ΄να τ΄άλλο , το κύλισμα αγαπημένης μουσικής από κει που εκπέμπεται μέχρι  το σώμα και μας λικνίζει, πίσω ξανά στον ρυθμό μιας αρμονίας χαμένης, μα όχι ξεχασμένης; 

Αλλά και άλλα πιο χειροπιαστά, μικρές χαρές, το λεωφορείο που από ώρα περιμένεις, το πλοίο που ξεκολλάει την άγκυρά του, ένα χαρτί  που τόσο περίμενες και παρακάλεσες και να, τώρα τόχεις…  Γιατί ποτέ κανένας και ποτέ δεν τα έβαλε κάτω αυτά τα ελλείμματα στο ισοζύγιο της ζωής;

Ή για την μια στιγμή που ενώ περπατάς, η χορεύεις, ή τραβάς κουπί ή πλένεις πιάτα, ανάβει ένα λαμπάκι και σου σκάει ως εκ θαύματος μια καινούργια ιδέα, η λύση ενός προβλήματος, το προσωπικό αυγό του Κολόμβου σου, ο γόρδιος ή ο ομφάλιος που μέχρι τώρα δεν είχες κόψει και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι έχεις και καρπούζι και μαχαίρι, και το κάνεις;

Σαν να ακούω βέβαια και δυνατά και καθαρά να μου λέτε πως όλα αυτά τα καλά προϋποθέτουν τον 13ο και τον 14ο και πάλι θα πέσουμε στους αριθμούς, μοιραία.

Αλλά αυτή τη φορά, καθισμένη και περήφανη στα πολλά χρόνια που ζω, μετρημένα από μένα κι από άλλους με βάση τους βαθμούς και τις επιδόσεις, τις επιτυχίες και τις κατακτήσεις, τις καταθέσεις και αναδρομές, έναν και μοναδικό είχαν σκοπό.

Τον σκοπό της μουσικής που με λικνίζει όταν ακούω δυο μόλις λόγια, ανθρώπινα ειπωμένα. 

 

*
Διάλειμμα [Μουσική]
*
(Μετάφραση, ανάγνωση : Λένα Καλλέργη)

*
Η παιδεία ως μεταμόρφωση του παιδικού ατόμου σε προσωπικότητα
της Πένυς Μαυρέα & του Χρίστου Κρεμνιώτη
«Πανήγυρις έστι, ψυχής, η παιδεία» κατά το Σωκράτη, εντούτοις,  θα αρκούσε και μία μη οξύνους περιήγηση στους τόπους, νοητούς και πραγματικούς, της σύγχρονης παιδείας,  για να γίνει αντιληπτό το πόσο απέχει η διαπίστωση του ευρετή της μαιευτικής από τις δύο συνέχειες του άξονα της παιδείας: πρώτον, δηλαδή, πόσο διαφέρει η έννοια της παιδείας του Σωκράτη από αυτό που παρέχεται σήμερα ως παιδεία, και, δεύτερον, πόσο αντίκειται στα αισθήματα που τρέφουν οι μαθητές για την παιδεία, ο δικός του χαρακτηρισμός : «πανήγυρις». Η εμφανέστερη διαπίστωση,  είναι πως ό,τι ο Σωκράτης εννοούσε ως παιδεία, πρέπει να ήταν κάτι το οποίο αντιστρατεύεται ο,τι αποτελεί το σημερινό περιεχόμενο της παιδείας, ωστόσο, εμείς, θα εμείνουμε σε μια δεύτερη μα, τραγικότερη διαπίστωση ∙  λιγότερο εμφανή. Ο πυρήνας της ρήσεως του αρχαίου σοφού,  είναι η λέξη «ψυχή» και επ’ αυτής, εδραιώνεται ένα σκληρό ερώτημα: η σημερινή παιδεία, αντιμετωπίζει το παιδί ως έμψυχο ον;

Η στάση της πολιτείας προς τα παιδιά, αποτελεί στάση ηθικής. Εντούτοις, η χυδαιότητα της σημερινής εκπαίδευσης,  επιθυμεί απροκάλυπτα μια προγραμματισμένη παραγωγή χειραγωγητέων ανθρωπόμορφων τεχνοκρατικών πλασμάτων. Όμως, στην πορεία ως το τελικό μόρφωμα το οποίο θεωρούν ότι λέγεται πολίτης - και, εννοούμαι το παιδί μετά το πέρας της δωδεκαετούς εκπαίδευσης- συναντούμε στιγμές σχεδόν μοχθηρίας, επιτιθέμενης σε κάθε μέρος της παιδικής  ύπαρξης, η οποία αρχικά βρίθει, έπειτα, βαθμίδων στερείται και τέλος, στερεύει από την αθωότητα. Λοιπόν, εάν ο πολιτισμός είναι στο μεγαλύτερο μέρος του, πολιτισμός του απρόσωπου βουλημικού όχλου και της βίας,  πόσο θέλει για να καταλάβουμε, ότι πρέπει ολοταχώς να στρέψουμε τη φροντίδα μας προς την παιδικότητα και, μάλιστα, στην διαπαιδαγώγηση της, αντί να κρίνομε την αθωότητα ως αντιπαραγωγική και τις εκφράσεις της ως αντιρρεαλιστικές και να βοηθήσουμε ώστε να γίνει – η αθωότητα- το βασικό συστατικό της φιλειρηνικής προσωπικότητας των μελλούμενων πολιτών; Επιστρέφουμε λοιπόν στο παραπάνω ερώτημα μας:  η σημερινή παιδεία, αντιμετωπίζει το παιδί ως έμψυχο ον; Αφού υπενθυμίσουμε τον στίχο του ποιητή Βαρβιτσιώτη ο οποίος υπογραμμίζει: «μόνο η αθωότητα διαρκεί» θα απαντήσουμε πως όχι. Αλλά, θα προσθέσουμε και το εξής: η πολιτεία, δεν αντιμετωπίζει το παιδί ούτε καν ως έλλογο ον. Αυτό, θα έπρεπε να ηχεί παράδοξο. Έλλογο, είναι το ον που μελετά τη στάση που θα επιλέξει ανά περίσταση.  Που διευκρινίζει στη συνείδηση του, τη ζωή που θα επιλέξει. Το σχολείο όμως, εξαρχής, πέφτει ως ογκόλιθος που συντρίβει ολόκληρη την ύπαρξη του νέου ανθρώπινου πλάσματος και με ευρήματα όπως η βαθμολογία, οι ποινές και τα τοιαύτα, ευνουχίζει και τις όλο και φθίνουσες απόπειρες της εγγενούς στον άνθρωπο ελευθερίας να απεγκλωβιστεί και την οδηγούν σε τρόπους έκφρασης που στο εξής, ίσως και σε όλη τη ζωή του ατόμου, να χαρακτηρίζονται από σπασμωδικότητα.

Ούτε τη λογική, λοιπόν, βλέπουμε να καλλιεργεί η τρέχουσα παιδεία-διότι εάν το έκανε,  θα έπρεπε να μην αποτρέπει την κριτική σκέψη και από την άλλη, ούτε ως ψυχική οντότητα αντιμετωπίζει και καλλιεργεί τον άνθρωπο, αφού, εάν το έκανε, αφενός, θα καθάριζε το ευρύτερο πολιτισμικό περιβάλλον από κάθε στοιχείο βίας που θα μπορούσε να προσλάβει το παιδί και, αφετέρου δεν θα απορούσε υποκριτικά για τις σκηνές βίας που ανακύπτουν- και όλο θα γίνονται συχνότερες ανάμεσα στους καθαυτούς παιδικούς πληθυσμούς.

Η θέση του παρόντος κειμένου, είναι άμεσα εξαρτημένη από την πεποίθηση πως, το ανθρώπινο πλάσμα, πρέπει να διαπαιδαγωγείται στο σύνολο του, δηλαδή, τόσο ως διαχειριστής συναισθημάτων, όσο και ως «λογικός» επιμελητής του κόσμου. Η δε πρόταση μας, είναι, συναρτημένη από την αποκαλούμενη συναισθηματική αγωγή. Τι είναι όμως αυτή;

Το βασικό ζητούμενο, είναι αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «εκμάθηση της μάθησης», από τη μια , του δασκάλου, να είναι δάσκαλος ∙ του δε μαθητή, να είναι συμμέτοχος και «υπαρκτός» κατά τη διάρκεια, αλλά, και μετά από την «αποκάλυψη» της ανθρώπινης γνώσης. Αυτό σημαίνει πως ο  δάσκαλος, δεν έχει ενώπιον του κάτι που πρέπει να εξαφανίσει για να βάλει στη θέση του κάτι άλλο. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, η προσωπικότητα του παιδιού είναι ήδη παρούσα τη στιγμή που «παραδίδεται» στο εκπαιδευτικό σύστημα. Έτσι, αυτό που πρέπει να αναδειχθεί σε αυτή, είναι το απλούστατο και τρυφερό αίσθημα για συλλογικότητα. Για μια εμπρόσωπη συλλογικότητα. Το πρόβλημα, όμως, που παρακωλύει την επίτευξη αυτής της αναγκαιότητας, είναι πως η γνώση, που στην αρχή παρουσιάζεται ως «σχολική γνώση» απαιτεί μια εύπιστη αναπαραγωγή του εαυτού της από τους μαθητές και, όχι ως θα έπρεπε, μια επανέκφραση της μέσα από τον εαυτό του εκάστοτε μαθητή, που μελλοντικά, ίσως κληθεί να την αναπτύξει, να την προοδεύσει ή και, γιατί όχι, να την καταρρίψει, ως επιστήμονας, ως στοχαστής, ως δημιουργός.

Για να μιλήσουμε, στη συνέχεια, περί της συναισθηματικής αγωγής, δηλαδή του συστήματος που θα πρέπει να περιβάλλει τον διαπαιδαγωγούμενο,  ως σύστημα παιδείας, θα πρέπει πρώτα να ορίσουμε-αποφατικά-  την ενσυναίσθηση και έτσι να εννοήσουμε τι μπορεί να σημαίνει ενσυναισθητική οξυδέρκεια : η απουσία ενσυναίσθησης, λοιπόν,  είναι αυτό που συνεπάγεται αποτυχία της καταγραφής των συναισθημάτων των άλλων. Οι έρευνες, έχουν δείξει, πως η απουσία ενσυναίσθησης, είναι μέγα μειονέκτημα στην συναισθηματική νοημοσύνη, για την καλλιέργεια της οποίας, επιζητείται δηλαδή, η ενσυναισθητική οξυδέρκεια. Αυτό που επίσης καταδεικνύουν οι έρευνες, είναι πως ότι μας είναι γνωστό- και θεμιτό- ως ανθρώπινη υπόσταση, είναι ακατάληπτο δίχως τη συναισθηματική νοημοσύνη.

Θα είναι οπωσδήποτε ρητορική η διερώτηση: έχει κάποια σχέση η απουσία συναισθηματικής αγωγής, με την εγκληματικότητα αλλά και τις όποιες πράξεις βίας στα σχολεία;  Με βάση τη δεδομένη απάντηση, πρέπει να υπενθυμίσουμε, πως το περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται και εξελίσσεται το παιδί, αποτελείται από δύο βασικούς παράγοντες, των οποίων την σημαντικότητα είναι δύσκολο να την υπολογίσει κανείς ως διαφορετική και άνιση και, αναφερόμαστε φυσικά, στο σχολείο και την οικογένεια. Η δε συζήτηση γύρω από το κατά πόσο η συναισθηματική αγωγή είναι περισσότερο ζήτημα των γονέων, και η λογική, ας πούμε αγωγή, του σχολείου, είναι χαώδης. Αρκεί, όμως, να πούμε, ότι ακόμη και αν τα κριτήρια δίδονταν από την οικογένεια, η δοκιμασία, θα γινόταν  στο σχολείο, εκεί, δηλαδή, οπού το παιδί, έρχεται αντιμέτωπο, πρώτη φορά με ένα άγνωστο σύνολο το οποίο, θα έπρεπε, η παιδεία να στοχεύει στο να το καλλιεργήσει και να το αναδείξει σε ο,τι προηγουμένως αναφέραμε ως «εμπρόσωπη συλλογικότητα». Προκαλεί δε, θλίψη, το να μνημονεύσουμε, τη σκληρότητα με την οποία οι ίδιοι οι γονείς, κυριολεκτικά, ρίχνουν στην αρένα του σχολείου τα παιδιά τους, ακόμη και στους βρεφονηπιακούς σταθμούς, με την πρόφαση πώς τα προετοιμάζουν για την τάχα σκληρότητα της ζωής, καθιστώντας πρόδηλη την ουσία της αδιαφορίας τους: μη δυνάμενοι, δηλαδή, να συσχετιστούν οι ίδιοι με ανθρώπους, αδυνατούν να αποκτήσουνε κάποια σχέση με τα ίδια τους τα παιδιά, βάζοντας τον θεμέλιο λίθο του ακοινώνητου ανθρώπου και παρατώντας τα στα χέρια του εκπαιδευτικού συστήματος που χαιρέκακα χωνεύει τις απρόσωπες οντότητες, εκμεταλλευόμενο τες, το πολύ - πολύ, ως μυαλά, που τα βάζει στην υπηρεσία του πολύ εύκολα, ακόμη και αν ιδιοφυίες, αφού, δεν έχει καλλιεργηθεί σε αυτά μια αλληλέγγυα προσωπικότητα.

 Είναι γνωστό σε όλους μας, πως τα σημερινά παιδιά, ακόμη και αν έχουν ένα πλούσιο γνωσιακό υπόβαθρο χαρακτηρίζονται από ένα είδος μοναχικότητας, η οποία, κάθε τόσο, ίσως να φτάνει ως κάποιο πρώτο επίπεδο του όχλου, ή, άλλοτε, σε ατομικές πράξεις βίας, που προφανώς δηλώνουν κάποια διαταραχή. Κάτι τέτοιο,  προφανώς, υποδεικνύει κάποιο χάσμα μεταξύ της πιο προσωπικής ζωής του παιδιού, την οικογένεια ή, αν θέλετε του εσωτερικού, γενικότερα, κόσμου του και του σχολείου. Έτσι, αναγκαστικά, προϋποτίθεται μια εξωτερίκευση που βεβαίως, είναι επώδυνη για τα παιδιά ούτως ή άλλως, αφού είναι η πρώτη φορά που βρίσκονται ανάμεσα σε άλλα πλάσματα, αλλά, ιδιαιτέρως, για εκείνα στα οποία, έχει καλλιεργηθεί για τον έναν ή τον άλλον λόγο κάποιο είδος φοβίας ή, γενικότερα, κάποια διαταραχή. Ακόμη και οι δεξιότητες που καλλιεργούνται, καθαυτές, δεν αποτελούν εχέγγυο της πρόσληψης, από τον κάτοχο τους, της όποιας ευκαιρίας που μπορεί να φέρει η ζωή, μάλλον δε, του νοήματος της. Ενός νοήματος, που να μπορεί να προκύπτει πέρα και πάνω από τη χρήση ή κατάχρηση των δεξιοτήτων και της γνώσης, για μια εξατομικευμένη ευδαιμονία και μόνο, που κανένα κοινό δεν θα έχει με ότι θα όριζε ο Αριστοτέλης, ως τέλος-με την έννοια του σκοπού- και που θα το προσδιόριζε αυστηρά μέσα στα όρια του ευδαιμονείν κάποιας πολιτείας.

Την τελευταία δεκαετία, η επιστήμη, προχώρησε σε μια σειρά σημαντικών ανακαλύψεων σχετικά με τη σημασία των συναισθημάτων στη ζωή μας. Σημασία που βρίσκεται πολύ πέρα από τον τρόπο διαχείρισης που τους επιφύλαξε η ψυχανάλυση στις αρχές του περασμένου αιώνα, όταν τα ταύτιζε με εκδηλώσεις του ενστικτωδικού μας κόσμου και μόνον. Περισσότερο, λοιπόν, ακόμη και από τον δείκτη νοημοσύνης, η συναισθηματική επίγνωση, καθορίζει πέρα από την όποια εγκόσμια επιτυχία, αυτό το αίσθημα ευτυχίας. Οι κοινωνιοβιολόγοι, πλέον, υπογραμμίζουν την υπεροχή της καρδιάς επάνω στο μυαλό και προσπαθούν να διευκρινίσουν περαιτέρω την ιδιαίτερη σχέση που τα συνδέει. Η συναισθηματική νοημοσύνη, είναι εκείνη που ελέγχει τα γεγονότα και μετά από κάποιο σημείο, είναι αυτή, που διακρίνει και αναγνωρίζει ή, όχι, σε αυτά, το ίδιο το νόημα της ζωής.

Η συναισθηματική αγωγή, έτσι, καταλαβαίνουμε πως είναι μια τέχνη, που απαιτεί από τους δασκάλους μια πολυδιάστατη σχέση με τα παιδιά ∙  μια πραγματική κοινωνία και κατά συνέπεια, μια σχέση με τους ίδιους τους γονείς ούτως ώστε, να έχουν στο επίκεντρο- και φυσικά, όχι, με τρόπο αποπνικτικό- τη διάπλαση της άγνωστης μα υπαρκτής και ανερχόμενης προσωπικότητας τους.

Αυτό το νέο ξεκίνημα για μια συναισθηματική διαπαιδαγώγηση στα σχολεία, τοποθετεί στο πρόσωπο των συναισθημάτων, την ουσία της κοινωνικής ζωής, στο επίκεντρο της προσοχής αντί να τα θεωρεί χωρίς σημασία. Δεν είναι τυχαίο, ότι οι έμπειροι δάσκαλοι, χρησιμοποιούν τις συναισθηματικά φορτισμένες στιγμές ως ευκαιρία για να διδάξουν μέσω της οικοδομήσεως, πιο εσωτερικές και άρα ανθρώπινες σχέσεις, πράγμα, που –το έχουμε όλοι παρατηρήσει- Είναι εντελώς διαφορετικό από ότι στην πραγματικότητα γίνεται, αποκλείοντας ακόμη και την έκφραση της όποιας συναισθηματικής αγωνίας των παιδιών, πνίγοντας τα, έτσι, και πετώντας τα στην άβυσσο μιας όλο και διευρυνόμενης απομόνωσης.

Οι μεγαλύτεροι παιδαγωγοί και παιδοψυχολόγοι, μας έχουν πει περισσότερο από αρκετά για το παιδί. Όμως κανείς δεν έχει δώσει τη δέουσα σημασία. Ακόμη και οι δάσκαλοι, ή, και οι σπουδαστές της ψυχολογίας, αφού χρησιμοποιήσουν πολύ θλιβερές ιστορίες ως στατιστικά γεγονότα για τις εργασίες τους, χάρη κάποιας όλο και υψηλότερης θέσης, στην καθημερινότητα τους-ως όντως δάσκαλοι και ψυχολόγοι- θα σταθούν μέσα σε πλαίσια κάποιας επαγγελματικής ηθικής, αδιάφοροι και κατασπαραγμένοι από την ψυχρότητα της ταχύτητας,  για κέρδος χρόνου μιας υποτιθέμενα προσωπικής  ζωής.

Έχει ειπωθεί για τον Πιαζέτ, πως υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος που πήρε το παιδί στα σοβαρά. Μια τέτοια παρατήρηση, δεν απέχει από την πραγματικότητα, όμως και μια σωρεία άλλων ερευνητών, έχουν πει τόσα, που δεν δικαιολογούν τη στάση του σύγχρονου πολιτισμού προς το παιδί.

Ο Πιαζέτ, προκαθορίζοντας το πλαίσιο στο οποίο θα πρέπει να κινείται η εκπαίδευση,  προφυλάσσει εμπνευσμένα από ο,τι προέβλεπε ο Νίτσε να καταντά η παιδεία- μια μηχανή τεχνοκρατών δηλαδή. Και προφυλάσσει, προτείνοντας, η παιδεία, να προχωρά πάντα μέσω εκπαιδευτικών συστημάτων που προοδευτικά θα καταργούνε τα όρια ανάμεσα στις επιστήμες μέσω της δημιουργίας, τρόπο τινά, ανοιγμάτων που θα επιτρέπουν στους μαθητές και τους φοιτητές, να κινούνται ελεύθερα από τον έναν τομέα στον άλλον, πάντοτε, με καλλιεργημένη τη συνδυαστική δυνατότητα, των τομέων και συνεπώς της γνώσης. Την πρόταση, τώρα, του Πιαζέτ, που υποδείκνυε πως η μάθηση στο παιδί γίνεται με φυσικό τρόπο, όχι γραμμικά αλλά, μάλιστα με ποιοτικά άλματα, συνεχίζει αρμονικά εκείνη του Vygotsky , που επισημαίνει ότι ο νους του ανθρώπου, υπάρχει και αναπτύσσεται ως τέτοιος μόνο στην κοινωνία . Το άτομο δηλαδή, προοδεύει αποκτώντας την μόρφωση μέσα σε κοινωνικές διαδράσεις.  Η ανάπτυξη δηλαδή, θεωρείται ως μια κοινωνική δόμηση και εξαρτάται από τη μεσολάβηση του άλλου. Αυτές οι επισημάνσεις, βρίσκουν το χώρο τους μέσα στη θεωρία του Ντεκρολύ η οποία, μας δίνει μιαν ακόμη εξήγηση για την αποτυχία της σημερινής παιδείας και τις διαταραχές των παιδιών, αφού ορίζει ως χώρο εκπαίδευσης, την ίδια την φύση-κάτι που είναι σχεδόν ανύπαρκτο, ιδίως αν εστιάσουμε στα ελληνικά σχολεία. Είναι το άνοιγμα προς τη φύση που αποτελεί βασικό στοιχείο της παιδαγωγικής του ενώ, η ύπαιθρος, καθίσταται για αυτόν κάτι από το οποίο δεν μπορεί να απέχει και πολύ η τάξη των σχολείων. Το βλέμμα – δηλαδή, το βασικό όργανο της παρατήρησης και της παιδείας-  εντοπίζει στη φύση ότι είναι πιο κοντά στις αρχέγονες καταβολές του. Για τον Ντεκρολύ, έτσι, η φύση, αποτελεί ένα αναπόσπαστο  κομμάτι για τη ζωή ενός υγιούς ανθρώπου στον οποίο, ποτέ δε διανοήθηκε, να δει ξεχωριστά τις δύο του φύσεις, εκείνες της λογικής και του συναισθήματος.


Κύριο λοιπόν μέλημα της παιδείας, αναδεικνύεται η φυσικότητα τόσο στην ανάπτυξη του λογικού κόσμου του παιδιού,  όσο και του συναισθηματικού του κόσμου. Όταν η ανάπτυξη της λογικής, γίνεται, όπως σήμερα, εσκεμμένα, οδηγεί σε μια παραγωγή στείρου τεχνοκρατικού πνεύματος. Όταν, αφετέρου, η φυσικότητα απουσιάζει από τον  χαρακτήρα της καλλιέργειας του συναισθηματικού κόσμου, οδηγεί σε οχετό διαταραχών. Είναι οικουμενικό στοίχημα, το πώς η ανθρωπότητα θα χειριστεί την ακόμη υπαρκτή παιδικότητα-που μοιάζει να μην θέλει καν να υπάρχει- την παιδικότητα στην οποία το φαντασιακό, είναι φυσικώς, δίχως όρια και καλλιεργούμενο γίνεται η καλή τροφός της γνώσης. Ωστόσο, βομβαρδιζόμενο από εικόνες όχι απαραίτητα βίας, αλλά ασυγχρόνιστες με τους χρόνους της παιδικότητας και της αθωότητάς της, σχεδόν προγραμματικά το οδηγούν να γίνει μια ανεξάντλητη πηγή φρίκης.

Ίσως κάποτε, να μπορούμε να μιλούμε για κάτι πέρα κι από τη συναισθηματική νοημοσύνη, για κάτι που, ο Ελύτης, το όριζε ως ποιητική νοημοσύνη. Δεν πρέπει να ακουστεί ιδεαλιστικό, εάν στις ημέρες μας πούμε, ότι παραμένει, η ποιητική νοημοσύνη, ο μόνος τρόπος για να προσεγγίσουμε την ύπαρξη, εάν επιθυμούμε να διαφεύγει της πλήξης, αλλά και να μην καταντά μια αυτιστική επανάληψη υποτιθέμενων λογικών σχημάτων.

Το εκπαιδευτικό σύστημα, ως τότε, θα πρέπει να παραλαμβάνει το παιδί έχοντας την επίγνωση ότι έχει ήδη μέσα του, τα στοιχεία εκείνα που είναι τα θεμελιώδη της προσωπικότητας και ακόμη, κρίνεται επιβεβλημένο να του τα καλλιεργήσει, προσκαλώντας το να τα εκφράσει χάρη στον άλλον. Να ανοίξει δηλαδή τους ορίζοντες στα σημεία που το παιδί λειτουργεί ατομικά, αναδεικνύοντας το εγγενές χάρισμα του ανθρώπου να υπάρχει για τους άλλους και συνεπώς, να το καθιστά γνώστη του ότι ο άνθρωπος, πρέπει να είναι έτοιμος να δεχτεί πως και οι άλλοι, κατά κάποιον τρόπο, υπάρχουν, με τη σειρά τους, για αυτόν.


Θα ήταν ίσως εύστοχο να θυμηθούμε το στίχο του ποιητή Λειβαδίτη «Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον,  είμαστε κιόλας νεκροί…».    
*
Διάλειμμα [Μουσική]

*
Ποιήματα από τη συλλογή Η βραδυπορία της στιγμής (Εκδ. Αιώρα, 2011)
(Ανάγνωση : Σιδέρης Ντιούδης)

*
Διάλειμμα [Μουσική]

*
 
Διαλεκτική με τον ενιαίο άνθρωπο
της Χάρις Κοντού
Ο ενιαίος άνθρωπος είναι ατυχής, γιατί το σώμα του δεν έχει άκρα. Συχνά λέει: «Δεν μπορώ να μαδήσω το κοτσάνι της γαζίας στον κήπο μου, δεν μπορώ να τεντωθώ ως το απέναντι μπαλκόνι, δεν μπορώ να σας μιλήσω αφού δεν μπορώ να αρθρώσω γράμματα σε ευθεία πορεία. Δεν μπορώ να παίξω πιάνο. Έχω ξεκούρδιστα δάχτυλα κι η γρατζουνιά στην πλάτη με πονάει. Μα δεν μπορώ να την ξύσω, δεν έχω ούτε νύχια».

Ο ενιαίος άνθρωπος έχει ενιαίο κεφάλι χωρίς λαιμό και το σώμα του είναι στρογγυλό. Οι πτυχές του είναι συμπαγείς μάζες και δεν αυτονομείται από τον πόνο της σφαίρας του γιατί ζει μέσα από ανυπαρξία των συρμάτων στην πολύβουη σάρκα του.

«Ενιαίος είμαι, δεν έχω ούτε πόδια. Μου λες να τρέξω, μα τα παράωρα άκρα της θάλασσας τεντώνονται μόνο και ξαφρίζουν αλήθειες»
Ο ενιαίος άνθρωπος δεν έχει αρχή και τέλος. Είναι μια γραμμή που ξεκινάει από το σύμπαν και καταλήγει στις ρυτίδες του μετώπου σου. Είναι σιαμαίος με το άλλο μισό της ύπαρξής του και τα σιαμαία του όργανα κολλάνε μεταξύ τους απ’ τις βλέννες των παιδιών τους.

«Ενιαίος είμαι, δεν έχω ούτε αυτιά. Η πλαστελίνη στα γεννητικά μου όργανα με κάνει να μην ακούω τίποτα. Δεν ακούω σε ποιον μιλάει η στριγκλιά της ματιάς σου, δεν έχω σχέση παρά μόνο με την άνοιξη. Μισώ τους ρόζους στα δάχτυλα. Κάθε βράδυ φυγαδεύω άστεγους πονεμένους ρόζους, μα δεν ακούω τις λέξεις τους. Υπάρχει σε μένα η σάρκα που αποσύρεται. Και είναι εκείνη που μου λείπει.»

Ο ενιαίος άνθρωπος για να γονιμοποιήσει κατασκευάζει ψευδοπόδια. Το καθένα απ’ αυτά έχει ένα μικρό αβγό στο εσωτερικό του και κάθε φορά που ερεθίζεται η μάζα του, γεννάει τα εκκολαπτόμενα βρέφη. Αυτά σπρώχνουν την πρώιμη πλαστική μεμβράνη και γεμάτα μάτια, φτύνουν τη νύχτα στο πρόσωπο για ν’αντικρύσουν το φως. Όπως ανακαλύπτουν αργότερα οι επιστήμονες, είναι αυτούσια κομμάτια αρχετύπου. «Ένας είμαι, δεν υπάρχω παρά μόνο σε διπλότυπα», λέει ο ενιαίος άνθρωπος κι ενώνεται με εκτοπίσματα κι η φύση του αναδιπλασιάζεται διχαστικά.

«Ενιαίος δεν έχω σχέση παρά μόνο με τις παραφυάδες του εαυτού, σε πολλές και γνώριμες αυταπάτες. Όταν τσακώνομαι με κάποιον, κόβω το χέρι μου και πονάς. Είμαι διάχυτος, όπως το πλάτειασμα της φωνής σου. Τα μάτια της μαμάς μαζεύω στο πλατύσκαλο. Η μέρα γεμίζει μόνο στη φωνή της.»

Ο ενιαίος άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται τον κόσμο αποσπασματικά, αλλά ως όλο. Οι  σχέσεις του είναι άφυλες, ή μάλλον διάφυλες. Μιλάει στους άλλους γυμνώνοντας το σώμα του, αφού το σώμα του είναι οι άλλοι. Απαγορεύεται να κρατήσει όπλο. Θα ανατιναχτεί το σύμπαν των μερών του. Φτιάχνει πτυχές σε σημεία εκκρίσεων. Συνθέτει γωνίες όταν ο χειμώνας λειαίνει τις εκτάσεις του.

«Είμαι ενιαίος σαν άνθρωπος και σαν ζώο. Μιλάω στα ζώα. Για μένα τα ζώα είναι άνθρωποι που μουγκρίζουν. Δαγκώνω μόνο τις τρίχες του μετώπου μου. Ραπίζω τις πληγές μου, να βγει κάτι απ’ τα βαθουλώματα, ν’ αποδείξω στη φύση ότι έχω κι εγώ εκκρίσεις και σιελογόνους αδένες. Να δείξω ότι έχω κάτι κι εγώ που εξέχει απ’ το σώμα μου κατά πολύ. Κι αυτό είναι τα δάκρυα σπαθιά μου. Είναι τα αίματα στα πόδια μου, μαμά.»

Μητέρα και παιδί. Πονάει η μήτρα, όταν το παιδί σφαδάζει. Όταν το γεννά, το σώμα της πονάει. Ο  ενιαίος άνθρωπος ξέρει πως έχει παιδί. Το βιώνει με όλες του τις αισθήσεις. Κρύβεται η επιθυμία του όλου του, στα μάτια ενός σπόρου. Μια ακαθόριστη δυάδα, θλιμμένη, κάθεται στο στρογγυλό βαθουλωτό του βλέμμα.

«Κι όμως τα ξύλινα δάκρυα δεν είναι άκρα. Είναι ακροφοβικοί αστερισμοί, δίχως πάθος. Άκρα θα ήταν αν έπαιζες ξανά και ξανά το τραγούδι της φυλής που σε γέννησε. Αν ήξερες να ακουμπάς τον ουρανό όταν βρέχει, αν τρύπαγες την ομίχλη με τα δάχτυλα, αν έπιανες τη φωνή με τα χέρια, αν σώπαινες πριν πέσεις απ’ τη σκάλα, γιατί τα άκρα σου θα σπάσεις και θα δεις ότι υπάρχεις.»

Ο ενιαίος άνθρωπος όταν κοιτάζει πίσω του αντικρίζει μόνο λουλούδια του κήπου του. Τους πανσέδες που γεννούσε όταν ο κόσμος έσφυζε μανόλιες. Για κείνον οι πανσέδες ήταν ο μισός κόσμος του. Ο άλλος ήταν τα κοτσάνια τους.

«Ενιαίος είμαι όταν κολυμπάω και βουλιάζω στο βυθό της λησμονιάς υστέρας. Όταν οι άνθρωποι γύρω μου είναι ρίζες άγουρες χωρίς κεφάλια και ατρύγητες ρώγες. Εγώ είμαι και όταν το στόμα μου είναι γεμάτο μάζα από αλεύρι και δεν μπορώ να αρθρώσω λέξη, δεν μπορώ ούτε τη γλώσσα μου να φιλήσω. Προδομένο στόμα. Ακόμα ψευδίζω.»

Ο ενιαίος άνθρωπος κάποτε θα προσπαθήσει να μπουσουλήσει. Τα ψευδοπόδια θα σπάσουν όλα τους τα αβγά, θα σταματήσουν να γεννούν, θα τα τραβήξει η μαία προς τα έξω, να γίνουν χέρια. Θα μπουσουλήσει.

«Αν είχα άκρα θα κολυμπούσα στο μπλε πάπλωμα, κι αν είχα άκρα θα σ’ έπιανα απ’ το χέρι. Αν είχα άκρα θα ήμουν το περιστέρι στο φουστάνι σου κι ο ώμος πάνω από το δεξί σου στήθος.»

Ο ενιαίος άνθρωπος θα προσπαθήσει να βαδίσει. Τα ψευδοπόδια θα σπάσουν πάλι αβγά, θα σταματήσουν να γεννούν, θα τα τραβήξει εκείνος με τα χέρια, να γίνουν πόδια. Τότε θα κάνει το πρώτο του βήμα. Μια μάζα από βλέννες και ούρα, φτωχή σε χαρακτηριστικά, κεφάλι χωρίς φύτρα, θα περπατήσει.

«Αν δεν ήμουν τόσο ενιαίος θα ήξερα ότι μοιάζω με άνθρωπο κι όχι με δημιούργημά του».

«Αν είχα άκρα θα ήμουν το δεξί σου μάτι και όχι  το αριστερό μου κεφάλι. Θα πέθαινα με τον Τριστάν, θα αγαπούσα την αδιαπέραστη μοναξιά με τη ρωγμή στα μάτια. Εκείνα που βλέπουν μόνο άνεμο να σπέρνει βροχές.»

 «Μα είμαι ενιαίος κι είσαι και συ. Οι καμπύλες στη γύμνια μου, σου χαϊδεύουν το στέρνο. Γι΄ αυτό και το στήθος μας βγάζει το ίδιο γάλα»

*

Διάλειμμα [Μουσική]

*
Απέναντι στον ήλιο
του Θεόδωρου Παπαϊωάννου
Ἠράσθη δέ καὶ τὴν Λευκοθόην ὁ Ήλιος, θυγατέρα τοῦ Ὀρχάμου, βασιλέως τῆς Συρίας, ἐξ ῆς ἐγέννησε τὸν Θερσάνορα. Ἀλλά τις ἐγχωρία Νύμφη, Κλυτία, ζηλωτυποῦσα, ἐφανέρωσεν εἰς τὸν πατέρα της τὸν ἔρωτα καὶ ἐκεῖνος ὀργισθείς, ἔθαψε τὴν Λευκοθόην ζῶσαν. Τοῦτο δὲ μαθὼν ὁ Ήλιος, ἐκ μὲν τοῦ σώματος τῆς Λευκοθόης ἐξήνθισε τὸ δένδρον λίβανον. Τὴν δὲ Κλυτίαν ἐμίσησε διόλου, αὐτὴ δὲ βλέπουσα πρὸς αὐτὸν, ἐζήτει συγγνώμην, ἀλλ’ ὁ Ήλιος δὲν ἐκάμπτετο. Όθεν οἱ θεοὶ, ἐλεήσαντες τὴν δυστυχίαν αὐτῆς, τὴν μετέβαλον εἰς τὸ ἡλιοτρόπαιον, τὸ ὁποῖον κλίνει ἀεὶ πρὸς τὸν ήλιον, ἀπὸ ἀνατολὰς αὐτοῦ μέχρι τῆς δύσεως.

Ηλιοτρόπιο: Γένος φυτών της οικογένειας των βοραγινίδων. Τα περισσότερα είναι πολυετή. Από τα μονοετή καλλιεργείται το ετήσιο και από τα πολυετή το κονδυλόρριζο. Το ριζικό σύστημα του ελαιοφόρου είναι αξονικό, εισδύει στο έδαφος σε βάθος 3μ. και μπορεί έτσι να χρησιμοποιεί την υγρασία βαθιών οριζόντων του εδάφους. Ο κορμός μπορεί να φτάσει τα 5μ., ενώ των ελαιοφόρων ποικιλιών είναι 1-2,5μ. και είναι ευθυτενής. Τα φύλλα είναι μεγάλα, ωοειδή-καρυοειδή με αιχμηρές άκρες και μακριούς μίσχους. Η ανθοταξία είναι κεφαλή με διάμετρο 15-20εκ. περιβαλλόμενη με φυλλαράκια και άγονα γλωσσοειδή άνθη. Το χρώμα της στεφάνης έχει απόχρωση από ανοιχτό κίτρινο έως σκούρο πορτοκαλί. Η γονιμοποίηση γίνεται με ετεροεπικονίαση με τις μέλισσες, άλλα έντομα και τον άνεμο. Η βλαστητική περίοδος διαρκεί 80-140 μερόνυχτα. Η μέση θερμοκρασία θα πρέπει να είναι 14-150C για να δώσει  καλλιέργεια σε 14-15 μέρες. Το φυτό καταναλώνει για παραγωγή 100κ. σπόρου 170 τόνους νερού, 5κ.N, 2κ.R2O5 και 9κ.K2O. Ο σπόρος του περιέχει 30-60% λάδι. Το συγκεκριμένο φυτό έχει έντονη την ιδιότητα να παίρνει ορισμένη θέση υπό την επίδραση και κατά τη διεύθυνση του ηλιακού φωτός, φαινόμενο που ονομάζεται ηλιοτροπισμός ή φωτοτροπισμός.

Μύθος κι επιστήμη, δύο οπτικές στο θαύμα, δυο μονοπάτια που ξεκινούν από την ίδια αφετηρία και οδηγούν στο ίδιο ξέφωτο, δυο δοκιμές γνώσης που προσανατολίζονται προς την αλήθεια.   
Από τα βάθη των αιώνων, ο άνθρωπος επιδίωκε επίμονα να αυτοστηριχθεί μέσα στον κόσμο. Παρατηρείται, λοιπόν, ανέκαθεν, η εναγώνια προσπάθειά του να νικήσει το μηδενισμό, καθώς και να ερμηνεύσει το περιβάλλον του. Η φαντασία και ο ορθός λόγος αποτελούν δύο μέσα αυτής της αέναης πάλης. Θα πρέπει να τονιστεί, όμως, ότι κοινή καταβολή και των δύο αυτών ενεργειών είναι η σταθερή και βαθιά πίστη του ανθρώπου σ’ αυτό που τον περιβάλλει και τον υπερβαίνει, αλλά ταυτόχρονα το φέρει στη βάση της δικής του υπόστασης και ονομάζεται Λόγος. Ο Λόγος είναι το σημείο εκείνο στο οποίο καρδιά κι εγκέφαλος, λογική και συναίσθημα συνδέονται για να ανοίξουν τον άνθρωπο στο σύμπαν.    
Πόσο μακριά, όμως, απ’ αυτή την πηγή μοιάζουμε σήμερα και πόσο αγεφύρωτο φαντάζει το χάσμα μεταξύ του λογικού και του συναισθηματικού κόσμου του ατόμου;  
«Τη συνέχεια τη βλέπω! Η σοφία μου έχει απαξιωθεί όσο και το χάος. Αλλά τι είναι η δική μου εκμηδένιση μπροστά στην αποβλάκωση που περιμένει εσάς;» Θα φωνάξει ο Ρεμπώ. Τι διαυγής φτάνει στ’ αυτιά μας ο ήχος της προφητείας αυτής της διαταραγμένης εφηβικής ιδιοφυίας!   
Πράγματι, ο σημερινός άνθρωπος έχει στη διάθεσή του τόσες βέβαιες για τον εαυτό του ιδεολογίες που του εξηγούν όλα του τα προβλήματα, τόσα αναπαυτικά σχήματα που του επιτρέπουν να μη βλέπει ποτέ με τα μάτια του, να μην ακούει ποτέ με τ’ αυτιά του και να μην αισθάνεται ποτέ με την καρδιά του, τόσους τελειοποιημένους τρόπους άνευ όρων παράδοσης στην πραγματικότητα. Το γεγονός της έκρηξης του άκρατου υλισμού, από τη βιομηχανική επανάσταση κι έπειτα, μετέβαλε ριζικά το τοπίο, σπρώχνοντας προς αυτές τις εξελίξεις. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το ανθρώπινο ον ένιωσε πιο προοδευτικό από ποτέ, αγνοώντας την όλο κι επιταχυνόμενη χαύνωσή του. Ο υπερτροφισμός της ύλης αποδείχτηκε καθοριστικός για όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ύπαρξης.   
Χωρίς την επίγνωση του Μηδενός και δίχως την υποψία εκείνου του νεύματος που τον ωθεί στην υπέρβασή του, ο άνθρωπος πίστεψε περισσότερο από ποτέ σε νόμους που ο ίδιος έθεσε ως μόνος δρών και πρωταγωνιστής της Ιστορίας, στο πλαίσιο μιας διαρκούς ύβρης. Απομακρυσμένος από το πνεύμα, δημιούργησε ολόκληρα συστήματα και κατηγορίες σκέψης που αφορούν στη διαχείριση της ύλης και μόνο. Μακριά από την ετυμολογική σημασία της μόρφωσης, τα εκπαιδευτικά συστήματα έπαψαν να δίνουν μορφή και περιορίζονται στην τεχνική κατάρτιση ακατέργαστων ατόμων με μόνο στόχο τη στελέχωση των διαφόρων τομέων της αγοράς με πρόβατα και λύκους ταυτόχρονα. Θεωρούμενη ως μια διαδικασία διαχωρισμένη απ’ το συναίσθημα, η επιστήμη χρησιμοποιείται για καθαρά τεχνοκρατικούς σκοπούς.   
Ο ρασιοναλισμός έχει στεφθεί βασιλιάς και η αποξένωση από κάθε μεταφυσική οδηγεί στην απαξίωση της Ποίησης και της Θρησκείας ως φαντασιοκοπίας και δεισιδαιμονίας αντίστοιχα.
Ύλη και πνεύμα, φυσική και μεταφυσική, μορφή και ιδέα, λογική και συναίσθημα, ορθός λόγος και φαντασία. Το κατ’ εξοχήν πεδίο στο οποίο αυτά τα ζεύγη διασπάστηκαν για να καταλήξουν αντιθετικά και απομακρυσμένα είναι αυτό της Γλώσσας. Αυτή κατάντησε, με τη σειρά της, ένα απλό μέσο έκφρασης με αυτονόητο σκοπό την επικοινωνία.
Όμως, πού είναι εκείνος, ο χρισμένος να αποσπά τις λέξεις από τον άξονα της χρησιμοθηρικής τους υποτέλειας, εκείνος που οφείλει να υπενθυμίζει τον υψηλό πνευματικό της ρόλο, σεβόμενος την ουσία της, ο ταγμένος στη μετουσίωση;
«Η σοφία είναι ένα μόνο πράγμα: να γνωρίζει κανείς την αρχή που κυβερνά τα πάντα με τη βοήθεια των πάντων.» Πιστεύω πως είναι καταφανής η απόκλιση της στάσης του Εφέσιου ποιητή με αυτή του προτύπου γραφιά των καιρών μας.
Παρατήρηση, στοχασμός κι αισθητική κοινωνούν μεταξύ τους στη γραφή του όντως ποιητή, ο οποίος αντιμετωπίζει τη Γλώσσα ως δέσποινα του ανθρώπου, ως μοναδικό τόπο στον οποίο το Είναι μπορεί να συλληφθεί στην ολότητά του, ως μόνο μέρος συνάντησης με το Εν-Πάντα.
Ας το παραδεχτούμε! Στον κόσμο των φροντίδων, το ποιητικό κατοικείν λησμονήθηκε. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ο σύγχρονος ποιητής, υπέρμετρα συναισθηματικός, πιο κοντά στην υστερία και το νευρικό κλονισμό παρά στην ευαισθησία , μοιάζει πιο θολωμένος από ποτέ. Αποτελεί ένα ον που ασφυκτιά μέσα στις κατακόμβες του ορθού λόγου και για να δραπετεύσει χρησιμοποιεί απ’ την πλευρά του τη Γλώσσα με τη λογική της αντίδρασης σ’ αυτήν την κατάσταση. Η Γλώσσα καταντά στα χέρια του, γι’ άλλη μια φορά κακέκτυπο του εαυτού της, αφού χρησιμεύει μονομερώς ως μονάδα μέτρησης των υλικών του συναισθημάτων.
Καμία καθολικότητα δεν επιτυγχάνεται, το χάσμα διευρύνεται και αντιλαμβανόμενοι τη χρεοκοπία αυτού του φορέα αλήθειας, καταλαβαίνουμε τη σημαντικότητα της κατάστασης, καθώς και την αδήριτη ανάγκη επαναπροσέγγισης του χαμένου κέντρου.
Σήμερα, λοιπόν, κι εν’ όψει μιας κρίσιμης ιστορικής καμπής, ο άνθρωπος, αν θέλει να ορθοποδήσει και να προχωρήσει, υποχρεούται να δράσει σε κάθε πτυχή της ύπαρξής του ως μια αδιαίρετη ενότητα, για να εναρμονιστεί με την αποστολή του που τείνει στο φως.
Όπως μας το λέει και ο Σέλερ: «Ένα πρωταρχικό είναι αναδιπλώνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του, κατά την οικοδόμηση του κόσμου, προκειμένου να αποκτήσει συνείδηση του εαυτού του σε όλο και υψηλότερες βαθμίδες και σε ολοένα νεώτερες διαστάσεις και τελικά να κατακτήσει ολοκληρωτικά τον εαυτό του και να τον συλλάβει ολόκληρον μέσα στον άνθρωπο.»
Όσο για μας, που μιλάμε συνεχώς για εποχή αντιποιητική, θα πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί να τίθεται τέτοιο ζήτημα, εφόσον υπάρχει ακόμα Γλώσσα και ουρανός. 
*
Απόσπασμα από την "Ευλογία της γης" του Κνουτ Χάμσουν
(Ανάγνωση : Δημοσθένης Χατζηθεοδώρου)

*
Διάλειμμα [Μουσική]

*
Η ρωγμή του συναισθήματος και της λογικής στην πολιτική σφαίρα
του Θωμά Τσαλαπάτη
(ο Δεκέμβρης και το συναίσθημα ως κατασταλτικός μηχανισμός)

Αυτό που  βιώνουμε στην δημόσια σφαίρα μέσω του δημόσιου λόγου είναι μια διπλή υποβάθμιση. Την υποβάθμιση τόσο  της γλώσσας της λογικής  όσο και την υποβάθμιση της γλώσσας του συναισθήματος.

Ο λόγος, ειδικά από την περίοδο που ήρθε η κρίση, έχει εκτραπεί προς μια τεχνοκρατική και στείρα περιγραφή αριθμών. Λογικό είναι ό, τι αποδεικνύουν οι αριθμοί. Η γλώσσα μετατράπηκε, σε μια οικονομική περιγραφή της πραγματικότητας. Όλο και πιο εξειδικευμένη, όλο και πιο παραδομένη σε τηλεοπτικές αναλύσεις και τεχνοκρατικές επιβεβαιώσεις. Η συλλογική ενοχή για τη σημερινή κατάσταση, ως κυρίαρχο ιδεολόγημα και αργότερα ως μέσο επιβολής του όποιου μέτρου, καταγράφηκε με όρους ενός εύκολου ηθικισμού και αποδείχτηκε με οικονομικούς δείκτες και κλίμακες. Πειστήκαμε πως ευθυνόμαστε, για μια κατάσταση που επινοούμε στην ασάφεια, για ένα έγκλημα που δεν γνωρίζουμε, ένοχοι και ταυτόχρονα αδύναμοι στην κατανόηση. Κρατώντας απαντήσεις για ερωτήματα που δεν τέθηκαν. Το τραγούδι της εποχής μας γράφεται αποκλειστικά με αριθμούς. Ο οικονομολόγος γίνεται ο νέος ήρωας, ο μόνος που κατέχει την αλήθεια για την περιγραφή και τη συνειδητοποίηση, ο κριτής του καλού και του κακού, ο φορέας αλήθειας από τον οποίο η ίδια η πραγματικότητα εξαρτάται. Ήρωας μιας εποχής που περιγράφει τη ζωή με όρους τεχνικούς, ψυχρούς και ανοίκειους, ο ήρωας μιας πραγματικότητας που μοιάζει να μας διαφεύγει, μέσα στο ακατανόητο και αυστηρά συγκεκριμένο της ορολογίας της. Διαγράμματα, τεχνοκρατικές αναλύσεις, κύρος οίκων και θεσμών άγνωστων, σπαστά αγγλικά και φλύαροι αριθμοί, φτιάχνουν μια νέα γλώσσα που περιγράφει τις μοίρες μας, μοίρες που αδυνατούμε πια να κατανοήσουμε. Και έτσι βρισκόμαστε ανταλλάσσοντας λέξεις παλαιές, αντιμέτωποι με έναν κόσμο νέο, σε μια γλώσσα που αποκλείει την λογική μέσα από την νέα της νοηματοδότηση και τον θόρυβο της ορολογίας.  

Το συναίσθημα εκπίπτει σε έναν πλαστικό συναισθηματισμό. Τραγούδια ρέπλικες εύκολων συναισθημάτων, ιστορίες πεταμένες στον κινηματογράφο, την τηλεόραση και τα ακριβοπληρωμένα  μυθιστορήματα της δεκάρας  πολλαπλασιάζουν τα κλισέ,  τις άχαρες μιμήσεις σχέσεων, επιθυμιών και τρόπων ζωής.  Για να θυμηθούμε ένα παλιό αστείο, ‘’η ζωή μοιάζει να αντιγράφει, όχι την τέχνη, αλλά μάλλον τα κακόγουστα τηλεοπτικά σίριαλ’’.  
Αν και σε πρώτο βαθμό αυτή η διπλή υποβάθμιση, μοιάζει κυρίως με ένα φαινόμενο αισθητικό, στην πραγματικότητα έχει βαθειά πολιτικά χαρακτηριστικά και κυρίως πολιτικές χρήσεις.  Είχα ετοιμάσει για σήμερα ένα κείμενο πιο θεωρητικό, αλλά τα χθεσινά γεγονότα, με έκαναν να καταλήξω στο ότι  το πρακτικό και το επίκαιρο έχει εξίσου μεγάλη σημασία για την κατανόηση του ίδιο του πολιτικού φαινομένου. Για όσους δεν ενημερώθηκαν λόγω της απεργίας, η χθεσινή πορεία χτυπήθηκε βάναυσα και αναίτια, ένας τριαντάχρονος παλεύει για την ζωή του με επισκληρίδιο αιμάτωμα λόγω ξυλοδαρμού από την αστυνομία, ενώ υπήρξαν δεκάδες άλλοι τραυματίες. Το βράδυ ένας 20 χρονος αλλοδαπός δολοφονήθηκε από μαχαίρια αυτόκλητων νεοναζί εκδικητών, ως αντίποινα για την δολοφονία του άντρα στην 3ης Σεπτεμβρίου. Την ώρα που μιλάμε, δύο πορείες βρίσκονται σε ταυτόχρονη εξέλιξη στο κέντρο της Αθήνας: μια που εκφράζει την αγανάκτησή της απέναντι στην βάναυση αστυνομική καταστολή και μία που εκφράζει την οργή της γενικά (εκδήλωση αγανακτισμένων πολιτών που κατέληξε σε πογκρόμ, μαχαιρώματα και λιντσάρισμα μεταναστών).   Θα ήθελα να περιγράψω  λοιπόν το πώς αυτή η διπλά υποβαθμισμένη γλώσσα λειτουργεί ως μηχανισμός καταστολής, και να χρησιμοποιήσω ως παράδειγμα τις ημέρες του Δεκέμβρη του 2008, ένα σημείο κεντρικό για τις πολιτικές εξελίξεις, τουλάχιστον από την πλευρά των αντιστάσεων μιας κοινωνίας.   Και ενώ βασικότερο θέμα είναι  για πολλούς τα αίτια τα οποία πυροδότησαν εκείνα τα γεγονότα έχει εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε γιατί και πώς τα γεγονότα  αυτά σταμάτησαν. Ποιο το αρχικό συναίσθημα, ποια η υποβάθμισή του και ποια η χρήση και η λειτουργία αυτής της υποβάθμισης.

Το αρχικό συναίσθημα
Ανάμεσα σε άλλα στοιχεία που ήρθαν στην επιφάνεια, η ένταση εκείνου του μήνα αποκάλυψε μια σειρά από χαρακτηριστικά, που σε άλλες περιπτώσεις απλά υπήρχαν με τρόπο διακριτικό ή κεκαλυμμένο. Τη δύναμη των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τους τρόπους της καταστολής και τελικά τις πολιτικές αδυναμίες της συγκεκριμένης αντίθεσης. Το συναίσθημα ήταν το κυρίαρχο στοιχείο από την αρχή των αναταραχών. Η δολοφονία ενός παιδιού, πέρα από την σκληρότητα που παρουσιάζει σαν πράξη, εμπεριέχει το μη αποδεκτό και εξόριστο από κάθε είδους κοινωνία, την υπέρβαση ενός ανθρώπινου ορίου. Η πράξη της δολοφονίας περιγράφηκε από την ίδια την αντίδραση της κοινωνίας ως ύβρις. Ήταν ορατό ήδη από τις πρώτες ώρες πως και η απάντηση θα έπαιρνε διαστάσεις Νέμεσις.

Δεν ήταν η δικαιολογημένη έκρηξη απόγνωσης της νεολαίας αυτή που έκανε τον Δεκέμβρη να έχει τόση διάρκεια, τόση ένταση και τέτοια σημασία. Ήταν το ίδιο το συναίσθημα της απόγνωσης που εκφραζόταν στις διάφορες περιόδους του φοιτητικού κινήματος και μάλιστα με τρόπο πολιτικά συγκεκριμένο και αιτήματα ξεκάθαρα. Το πρόσωπο του θύματος ήταν αυτό που ήρθε να εκφράσει όλη την απόγνωση μιας γενιάς και να την παρουσιάσει ως ένα παιδί άδικα χαμένο στη γωνία Τζαβέλα και Μεσολογγίου.

Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος αποτέλεσε ένα πρόσωπο με το οποίο ο καθένας θα μπορούσε να ταυτιστεί. Οι νέοι, γιατί αναγνώριζαν στην ηλικία του τη δική τους ηλικία, στην τύχη του τη δική τους τύχη. Οι μεγαλύτεροι γιατί αναγνώριζαν σε αυτόν το παιδί τους ή έστω την παιδικότητα που οι ίδιοι κουβάλαγαν και έχασαν σε μια πορεία ευθυνών, ρουτίνας και επιβίωσης. Η ένταση του αρχικού πλήθους έγινε μια ένταση δίκαιη, αφού με τόσους διαφορετικούς τρόπους αφορούσε το σύνολο. Οι μέρες περνούσαν και η έκφραση της απόγνωσης δεν μειωνόταν.
 

η υποβάθμιση του συναισθήματος και η χρήση του

Ο τρόπος με τον οποίο κινήθηκαν τα μέσα ενημέρωσης, περιγράφει την αμηχανία του ίδιου του συστήματος να προβλέψει κοινωνικά αντανακλαστικά που πίστευε πως είχαν μουδιάσει στην ακινησία. Η στάση τους αρχικά υπήρξε σπασμωδική. Ήταν χαρακτηριστική η καθυστέρηση με την οποία το νέο μεταδόθηκε. Η ένταση όμως των επεισοδίων δεν άφηνε περιθώρια. Έτσι οι δημοσιογράφοι μετατράπηκαν για άλλη μια φορά σε καλοπροαίρετους ερευνητές, εξετάζοντας τις πτυχές του γεγονότος αφήνοντας όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Η οργή όμως είχε ξεπεράσει τα όρια του τηλεοπτικού καθωσπρεπισμού, οι απαντήσεις στα δημοσιογραφικά ερωτήματα δίνονταν με τρόπο ξεκάθαρο. Η αστυνομία, παρά το μέγεθος της καταστολής που εφάρμοσε, δεν φαινόταν ικανή να ελέγξει τις αντιδράσεις. Πολύ περισσότερο, όταν τόσο συχνά είχε να αντιμετωπίσει παιδιά στην ηλικία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Στο σημείο αυτό ήταν οι φωνές των καναλιών που ανέλαβαν το παιχνίδι.

Στην προσπάθειά τους να ελέγξουν την κατάσταση, τα μέσα αποδέχτηκαν αυτό που η κοινωνία αντιμετώπιζε ως αυτονόητο, τη δολοφονία σε όλο το παράλογο και τη σκληρότητά της. Ο δημοσιογράφος έγινε και αυτός ένας απεγνωσμένος, συχνά ενοχικός, πολίτης. Ο πολιτικός κάθε απόχρωσης ακολούθησε την ίδια συναισθηματική στάση. Έτσι τα δελτία άρχισαν να μιλούν με φράσεις γεμάτες συγκίνηση, παρουσιάζοντας με την συνοδεία μελαγχολικών τραγουδιών, λέξεις κακόγουστες στο μέγεθος τους, ένα αλφάβητο φθαρμένο από τις αντίστοιχες σκηνές των σίριαλ, έναν θρήνο που θύμιζε τηλεοπτικό βιντεοκλίπ. Και όμως στους δρόμους ο θρήνος ανέπνεε σε όλη την οργή και την απόγνωσή του. Το συναίσθημα επικράτησε ακριβώς για να μην μετατραπεί σε πολιτικό αίτημα και κοινωνική διεκδίκηση. Τα αίτια, οι θύτες και οι ευθύνες έμειναν σε ένα σημείο απομακρυσμένο, θολό και ανέγγιχτο. Το κοινό αίσθημα με την ενσωμάτωση αυτή ως ένα σημείο εκτονώθηκε. Το μόνο που έμενε ήταν, σπασμένες βιτρίνες, φωτιά, μια πόλη με δρόμους κλειστούς, μια πόλη κλεισμένη στον φόβο του πλήθους.

Η οργή έγινε θρήνος και ο θρήνος τηλεοπτική μελαγχολία. Έτσι σύντομα μπήκαν και οι κανόνες. Ότι προφανώς κάποιος μπορεί να εκδηλώνει την απόγνωση του αλλά με τρόπο φιλειρηνικό. Ότι προφανώς κάποιος μπορεί να νιώθει το αδιέξοδο, αλλά όχι την απελπισία. Και, τελικά, ότι προφανώς κάποιος μπορεί να ζητά ένα καλύτερο μέλλον, αλλά όχι να το διεκδικεί ή πολύ περισσότερο να το απαιτεί.

Αυτή η στάση έγινε ορατή και στην πρώτη επετειακή πορεία. Η κυβέρνηση καλωσόρισε τις εκδηλώσεις μνήμης, ασκώντας ταυτόχρονα έντονη καταστολή, χτυπώντας την πορεία, φιμώνοντας ουσιαστικά κάθε αντίθετη φωνή και κάθε διεκδίκηση. Η στάση αυτή συνεχίζετε μέχρι και σήμερα. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στις δηλώσεις της για τα χθεσινά γεγονότα η κυβέρνηση εξίσωσε το δολοφονικό χτύπημα στον διαδηλωτή, με τις αντιδράσεις απέναντι στην αστυνομία στο νοσοκομείο που ο 30χρονος νοσηλεύεται, περιγράφοντας τα όρια του επιτρεπτού σε κάθε μορφή αντίστασης ή έστω αντίδρασης.
Μπορεί λοιπόν να αναζητηθεί η ενότητα συναισθήματος και λογικής μέσα στην πολιτική διαδικασία και κόντρα στις κυρίαρχες υποβαθμίσεις; Δεν έχω καταλήξει στο αν το συναίσθημα προηγείται της ηθικής, στις πολιτικές επιλογές, στο αν η κοινωνική ευαισθησία είναι συναίσθημα ή ιδεολογία, αλλά αυτό που πιστεύω είναι πως μια πολιτική επιλογή η οποία πηγάζει από αυτό τον δρόμο, πρέπει να ακολουθεί μία πορεία απολύτως εκλογικευμένη ως προς την στρατηγική της και τους τρόπους επίτευξης των στόχων της. Αντιδράσεις βασισμένες στο συναίσθημα και προσδιορισμένες από αυτό, μπορεί να εκτονώνουν ακόμα και να γοητεύουν αλλά με μαθηματική ακρίβεια οδηγούν σε πολιτικές αστοχίες ή αποτυχίες. Μέσα από μία νέα γλώσσα του πληθυντικού αριθμού της κοινωνίας, το άτομο καλείται να βρει την ενότητά του δίπλα στους άλλους, διεκδικώντας μέσα από το σύνολο την δική του ταυτόχρονη θέση.  Διεκδικώντας έναν κοινό, εξορθολογισμένο βηματισμό, με σημείο εκκίνησης ένα κοινό συναίσθημα.


Το σημείο στο οποίο ο άνθρωπος κοιτά τον εαυτό του να πράττει με βάσει το συναίσθημα άλλα μέσα στα όρια που η προηγούμενη λογική επιτάσσει, είναι το σημείο όπου ο άνθρωπος συναντά το μη ανεστραμμένο του είδωλο στον διπλανό του, μέσα σε μια κοινή διεκδίκηση. Ανάμεσα στους άλλους συναντά τον εαυτό του ενιαίο, ακέραιο και χωρίς ρωγμές.  Ο άνθρωπος μπορεί να εμφανιστεί ενιαίος μόνο διεκδικώντας το  καινούργιο και κυρίως αυτό που το δημιουργεί.
*
(Μετάφραση, ανάγνωση : Λένα Καλλέργη)

*
Διάλειμμα [Μουσική]

*
Ο ενιαίος άνθρωπος και ο αντιδάνειος εαυτός
του Χρίστου Κρεμνιώτη
Ίσως για τον ίδιο λόγο για τον οποίον μεταξύ δύο αριθμών, μπορεί κανείς να καταμετρήσει το άπειρο και μεταξύ δύο και μόνο λέξεων, μιας φράσεως,  δύναται να εντοπίσει τον ειρμό που, ως αρμός, τις συνταίριαξε. Μία φράση λοιπόν, η κάθε φράση, ενέχει αφενός  κοινά δομικά υλικά- τις λέξεις- αφετέρου, το ελάχιστο κοινής δόμησης της έκφρασης- τη σύνταξη της γλώσσας, δηλαδή- και, περαιτέρω, το «Προσωπικό». Αυτό το «Προσωπικό» που δεν πρέπει να περιοριστεί στο «ύφος» για παράδειγμα, ενός κειμένου, είναι αυτό από το οποίο, το όποιο ύφος, αναδύεται. Είναι αυτό το «τι» που μετέχοντας στον, έστω, ηρακλείτειο ή εγκελιανό  «άπειρον λόγο» μετέρχεται τις λέξεις ώστε να  εκδηλώσει ένα «ίδιον είναι» που, εάν θέλετε, εδώ, μπορούμε να το αποκαλέσουμε εαυτό. Πριν από όλα, ας κρατήσουμε, ότι λέγοντας «διαβαθμηδόν» θα εννοούμε πως σε κάθε άνθρωπο, βρίσκονται έμφυτες μέσα του, κοινές λειτουργίες οι οποίες σε μια ποικιλία αναπτύξεων, δηλαδή, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, άλλες συνοψίζονται, άλλες καλλιεργούνται και εδραιώνονται ή,  άλλες υφέρπουν άγνωστες, ωστόσο, πάντα και στον κάθε έναν από εμάς- έστω σε μιαν άλλη βαθμίδα της ίδιας πάντα κλίμακας. Απλοϊκά, μπορούμε να αναφέρομε ως παράδειγμα, εκείνο της κλίμακας -της σκάλας- που θα οδηγούσε από την ανορεξία, στη βουλιμία. Αυτή την επισήμανση, παρά τη φαινομενική της απλότητα, ας τη φέρνουμε στο νου μας όταν αντιμετωπίζουμε διαπροσωπικά ή κατά μόνας, σκέψεις γύρω από την ύπαρξη μας, τουλάχιστον εάν δεν επιθυμούμε να την εντοπίζουμε δια της εμμονής στην διαφορετικότητα, αλλά, μέσω της αίσθησης του μέλους του κοινωνικού σώματος, δηλαδή, για το πού, κατά ποιόν τρόπο και, πόσο είμαστε «άλλοι από τους άλλους» ∙ για το   «σε τι διαφέρουμε» και όλα τα λοιπά, συναφή ερωτήματα, που μπορούν να μας συμπλέξουνε σε βαθμό πλάγιας απώλειας της προσωπικότητας μας και, καλύτερα, του χαρακτήρα μας. Κρατούμε το λοιπόν αυτή την επισήμανση, συνοψίζοντας την με τη φράση «όλα(βιολογικές λειτουργίες και συναισθήματα) είναι κλίμακα» και επιστρέφουμε να δούμε, ποιο είναι αυτό το «προσωπικό» που χαρακτηρίζει- ενσυνείδητα ή, όχι, την κάθε μας φράση ή, την κάθε λέξη μας- για να θυμηθούμε εδώ, επιτροχάδ, την αγωνία του Επίκουρου, που στην αρχή των συζητήσεων του, δείχνει να γύρευε πριν από όλα, να εντοπίσει με τους συνομιλητές του, τι ακριβώς θα σήμαινε για την εκάστοτε συζήτηση τους, η κάθε λέξη, ποια έννοια θα συνομολογούσαν να της αποδώσουν, στον εκάστοτε διάλογο.
Θα αναρωτηθεί κανείς: «Μα πρέπει, λοιπόν, κάθε τι που εκφέρεται καν από τα χείλη μας, να έχει κάτι το προσωπικό;» Θα διαβεβαίωνα, πως εάν κάτι δεν είναι προσωπικό, είναι ή, τετριμμένα πρωτοποριακό, ή, αδιάφορο, συνεπώς, κατά συγκυρίες, και επικίνδυνο, χρισμένο μάλιστα, συχνάκις, με ποικίλες πεποιθήσεις περί εκκεντρικότητας.

Πλην, με αφορμή μία τέτοια ερώτηση, ξεκινά να διαφαίνεται η σύγχυση της υπάρξεως. Τωόντι: εκ πρώτης όψεως, ποια η διαφορά μεταξύ του προσωπικού και του διαφορετικού; Γενικά, θα απαντούσαμε ως εξής: το μεν Προσωπικό, είναι εκ των πραγμάτων άλλο από ένα άλλο προσωπικό, ή, προς διευκόλυνση, ας πούμε: το προσωπικό είναι φύσει και θέσει διαφορετικό. Το δε αυτοσκοπίμως διαφορετικό, διαστρέφει δια της βίας το προσωπικό-ακριβώς, στην απόπειρα του να διαφοροποιηθεί. Προτού να πάμε παραπέρα αυτή την ανάλυση θα πρέπει, εδώ, να καταλήξουμε-και βέβαια, υποκειμενικά- περί του ακολούθου απλού ερωτήματος: πότε η λογική ενός ακροατή, επιτρέπει το «αυθόρμητο» του ομιλητή;  Πότε επιτρέπεται μια μη απολύτως τυπική-δηλαδή περιορισμένης και συγκεκριμένης λογικής- συζήτηση; Η απάντηση, βέβαια, είναι πως όσο περισσότερο η σχέση των συζητητών τείνει προς τη φιλία, τόσο περισσότερο η «τυπική» λογική μιας συζητήσεως, διευρύνει τους χώρους της συνομιλίας, ήτοι και του περιεχομένου. Μα τι σημαίνει φιλία; Κάτι που όσο πιο ειλικρινώς είναι αισθανόμενο, τόσο ταυτίζεται με την αγάπη. Όμως, μήπως-θα αναρωτηθούνε κάποιοι- αυτή η τυπική λογική απλώς αχρηστεύεται αφ ης στιγμής οι κώδικες λογικής των δύο-τουλάχιστον- ανθρώπων είναι, πια, δεδομένοι, αφού, ο χρόνος τους κατέστησε κοινούς ή, μιαν απλή σύμπτωση, τους κατέδειξε από την αρχή της όποιας σχέσεως των, εάν όχι κοινούς, συγγενείς στη λογική; Μήπως δηλαδή, η φιλία δεν είναι  τίποτε άλλο από αυτό; Απαντούμε: Περισσότερο από την ταύτιση της μιας με την άλλη λογική, θα έχει μετρήσει το γεγονός ότι η μία με την άλλη λογική- δηλαδή, ο ένας και ο άλλος άνθρωπος- γνωρίστηκαν, ή, ορθότερα, Κοινώνησαν. Τι θα μπορούσε να τους εμποδίσει;  Τι είναι αυτό που εμποδίζει την ανάπτυξη μιας διαπροσωπικής σχέσης;  Μια πρώιμη –στην κλίμακα προς τη φιλία- απώλεια κοινωνίας, των όποιων μελών, της όποιας σχέσης∙  και, τι είναι αυτό που σπάζει μια μακροχρόνια φιλία; Αυτό το τυπικό: «Δεν σε αναγνωρίζω πια» εξηγεί με ακρίβεια, πώς η όποια σχέση, διασπάται-νομίζω αυτό το ρήμα ταιριάζει- όταν παύει να υπάρχει Ορατότητα μεταξύ των όσων και των όποιων μελών της.


Μα λοιπόν, είναι λογικές συσχετίσεις και συμβατότητες οι ανθρώπινες σχέσεις; Αν σκεφτεί κανείς πως για να ίσχυε κάτι τέτοιο, θα έπρεπε ομοθυμαδόν σαν κάθε ζωικό υποσύνολο, και το δικό μας, να διακρίνεται από μια λογική-έναν απλό ενστικτοδικό προγραμματισμό- που καμία έως τώρα επιστήμη δεν έχει μπορέσει να αντιληφθεί για ποιόν λόγο δεν κατόρθωσε εξ αρχής να στηριχτεί σε μιαν αν-ίδεη λογική, θα εννοούσε αυτή την- ίσως- εσκεμμένη αφέλεια. Και τι είναι μιαν «ανίδεη λογική»; Μια λογική ατροφική, λόγω της απουσίας της ιδέας. Ένα κλειστό σύστημα επιβίωσης. Εάν όμως επρόκειτο όντως για ένα κλειστό λογικό σύστημα επιβίωσης, τι θα του επέτρεπε το ρίσκο της εξελίξεως; Ξεπερνώντας κανείς και άλλες εξ εικασίας ερωταπαντήσεις, νομίζω φτάνει στη σημαντικότερη:

Εάν πρόκειται απλά και μόνο για ένα κλειστά λογικό ον, πώς δεν ταυτίζεται με τα άτομα του ίδιου ζωικού υποσυνόλου και, τι τον καθιστά, τόσο ευφάνταστο στις αφορμές ερίδων και δη, έστω, σπανιότερα, τόσο  ανιδιοτελή, στη χαρά ενός αγνώστου και, μάλιστα, τον κάνει να μαίνεται, συνειδητά ή ασυνείδητα, ώστε να αποδείξει ότι διαφοροποιείται;

Έτσι, επιστρέφουμε εκεί οπού πρωτοσυναντήσαμε κάποια νύξη για, την κατ’ εμάς, φύση του ανθρώπου. Ποιο είναι το αποτύπωμα του κάθε ενός εξ υμών, στην όποια πράξη του; Κάτι, που με την πρώτη ματιά, ίσως και να μην είναι ορατό ∙ κάτι που ίσως, θα παραμείνει άγνωστο ακόμη και εφόρου ζωής των ακροατών ενός λόγου ή, των θεατών μιας σκηνής παρά ταύτα, μπορεί, να είναι βαθειά υπαρκτό: Είναι η καθολική συμμετοχή του ανθρώπου, μέσα στις εκδηλώσεις του. Η συνειδητή πραγμάτωση των σχέσεων του.
Ο Ernst Cassirer, λέει: «Για να γνωρίσουμε και να καταλάβουμε πραγματικά τον άνθρωπο, πρέπει να τον συναντήσουμε ολόισια, πρόσωπο με πρόσωπο». Εμείς, θα πρέπει να επισημάνουμε, εντούτοις, ότι κάτι τέτοιο, ισχύει στις ορατές πράξεις του ανθρώπου, δηλαδή, θα λέγαμε, στην καθημερινότητα του∙ εκεί, δηλαδή, που είναι ψυχή τε και σώματι παρών. Εδώ, αποσαφηνίζεται περεταίρω η σημασία αυτού που έως τώρα περιεργαστήκαμε ως «προσωπικό» ιδιαιτέρως, σαν θα αναρωτηθούμε: Τι είναι αυτό που όταν ο τάδε ή ο δείνα, είναι απών, τον κρατά στη μνήμη εκείνων που τον είδαν; Τι είναι αυτό που κρατά, όχι στη μνήμη, τώρα, μα στο νου ενός ανθρώπου, ως ένα άτομο, ως έναν χαρακτήρα, ως ένα πρόσωπο, κάποιον άλλον, για τον οποίον διάβασε άκουσε ή, έργο του οποίου άκουσε ή διάβασε; Και μια τρίτη ερώτηση:  ποια διαδικασία,  ακολουθεί ο νους ενός ανθρώπου-και η διαδικασία ετούτη, προφανώς και δεν έχει να κάνει μόνο με τη φαντασία- όταν θέλει να πλάσει έναν καινούριο άνθρωπο ή, όπως λένε στη γλώσσα του θεάτρου, έναν καινούριο χαρακτήρα. Είναι, ακριβώς, το προσωπικό στίγμα ή, αποτύπωμα που θέλει  να δώσει στον χαρακτήρα του, που τον καθοδηγεί(το οποίο μάλιστα, αναδύεται μέσω των σχέσεων- και μόνο- των χαρακτήρων, εκ των οποίων τον κάθε έναν, θα πρέπει να τον αντιλαμβανόμαστε σαν ενεργειακή συμπύκνωση του Λόγου-στο κάθε έργο, του εκάστοτε ποιητή). Είναι, η χροιά της φωνής, η ένταση του λόγου, η κινησιολογία- γαλήνια ή ταραχώδης- ας πούμε, που, αφήνει αυτή την «εκ πρώτης όψεως» εντύπωση. Αυτό που, η προσωπικότητα κάποιου, χαράσσει και τυπώνει στα μέσα, στα έσω, στα ΕΝ του ανθρώπου, τον οποίο έχει ενώπιον του ∙ μέσα στον οποίο εν-τυπώνει ένα απείκασμα της ύπαρξης του. Αυτό, είναι το εν μέρει «προσωπικό» μέσα στο οποίο, διακρίνονται διαβαθμηδόν κοινές ιδιότητες του ανθρώπινου γένους μα, οι οποίες, ακόμη και στην πιο ακραία ανάπτυξη τους, δεν αποτελούν «το προσωπικό» στο σύνολο του ή, αν θέλετε, τη μοναδικότητα του Προσώπου. Για αυτό λοιπόν, η κινησιολογία, ο έναρθρος λόγος, η γραφή, που είναι ιδιότητες των ανθρώπων-επείκτητες ή όχι- δεν καθιστούν λιγότερο μοναδικό ή… «προσωπικό» έναν άνθρωπο με προβλήματα κινητικά, ανορθογραφίας και άρθρωσης. Να λοιπόν που διευκρινίζεται και το διαβαθμηδόν και έτσι, στην κλίμακα της πλήρως ελεγχόμενης κινησιολογίας, υπάγεται ένας ανάπηρος και ένας χορευτής, εξίσου.
Εδώ που φτάσαμε, μπορούμε από μιαν άποψη να πούμε ότι αντιτιθέμεθα στη διαφορετικότητα, που παντί τρόπω διακηρύσσεται ως στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού και στόχο της έχει μια υποσυνείδητη καλλιέργεια, εκείνου που εξαρχής αποκαλέσαμε «διαστρέβλωση του προσωπικού» και είναι μια παρεμβόλιμη εμμονή που σκοπίμως ή όχι, καλλιεργεί την ατομικότητα  διαστρέφοντας το προσωπικό σε ατομικό και, τη μοναδικότητα σε μονάδες. Η γλώσσα, παρά την ενεστωτική της αχρήστευση, ακόμη καταμαρτυρεί το τι εννοώ: δεν μιλάει για δια-ατομικές αλλά, για δια-προσωπικές σχέσεις. Έτσι λοιπόν και ο ίδιος ο Auguste Comte – ο πατέρας καθώς λένε της κοινωνιολογίας - επισημαίνει : « η μέθοδος για τη μελέτη του ανθρώπου, πρέπει να είναι υποκειμενική όμως, δεν μπορεί να είναι ατομική.» Για αυτό ακριβώς και πάλι ο Cassirer, σχολιάζει επ’ αυτού, πως «όσο προσεγγίζουμε τον άνθρωπο, οι αρχές των μαθηματικών, ισχύουν, όμως, δεν επαρκούν».

Όπως όμως πολλοί επισημαίνουν, μεταξύ των οποίων και ο εν λόγω γερμανός φιλόσοφος «οι οπαδοί της νεογέννητης κοινωνιολογίας-ήγουν του Comte- αρνήθηκαν τη διαφορά φυσιολογίας και κοινωνιολογίας, επειδή φοβήθηκαν πως η αναγνώριση της, θα επανοδηγούσε σε κάποια μεταφυσική δυαρχία». Εμείς όμως, πρέπει να σκεφτούμε περαιτέρω διότι, είμαστε στο άκρον άωτον των συνεπειών αφού, αυτή η «φυσιολογιακή» και μόνο προσέγγιση του ανθρώπινου πλάσματος, δεν είναι άλλο από μία σχεδόν μαθηματική όχι, ανάλυση, αλλά, διύλιση και διάλυση του ανθρώπινου όντος,  σάμπως να ήταν ένα υλικό σημείο, μήτε καν μονοδιάστατο. Έτσι, τη στιγμή που η επιστήμη προχωρούσε, ουσιαστικά διότι στις μαθηματικές της εξισώσεις μπορούσε να έχει σωρεία συντελεστών ενώ, αποκάλυπτε πως το σύμπαν  έχει τόσες και τόσες διαστάσεις, ακόμη και πέρα από τις χωροχρονικές, τον άνθρωπο, τον περιορίζαμε σε έναν ακόμη γνωστό άγνωστο συντελεστή του χάους της τυχαιότητας. Σαν ένα σημείο που ειδικά μετά και από την υποτιθέμενη ανακάλυψη της ψυχανάλυσης- της, πλέον, καταντημένης πρέζας για ακοινώνητους- αποκαλύφθηκε πως μόνο του χαρακτηριστικό, το μόνον «κινούν» αυτού του υλικού σημείου, του ανθρώπου, είναι μια διευρυμένη  βουλιμία. Όμως- μιλά και πάλι ο Cassirer- «η φιλοσοφία δεν μπορεί να μας δώσει ικανοποιητική θεωρία για τον άνθρωπο, εάν δεν αναπτύξει κάποια θεωρεία για την πολιτεία». Η κριτική, έτσι, των σχέσεων του ανθρώπου με τον άνθρωπο, φαίνεται να είναι το πρώτο βήμα προς την αντίληψη του όλου κόσμου. Άλλωστε, ακόμη και τώρα, μετά από τόσες και τόσες θεωρίες, η κρίση μας για έναν άνθρωπο, έχει βάση της, τη συμπεριφορά του, δηλαδή, τη στάση του προσώπου του σε σχέση με έναν άλλον.

Σε αυτή την από άποψη «φυσιολογίας» και μόνο  προσέγγιση του ανθρώπινου πλάσματος, που ο Cassirer παρατηρεί να προτιμήθηκε και σχεδόν να προέκυψε από μιαν εσκεμμένου προσανατολισμού εξέλιξη της κοινωνιολογίας, ακριβώς από φόβο μήπως ο,τι θεωρούσανε μεταφυσικό κυριαρχούσε, και έτσι, ο άνθρωπος  έπρεπε και πάλι να μελετηθεί ως ον που είχε τουλάχιστον μια φύση ακόμη πέραν της ορατής του,

σε αυτό λοιπόν το πλησίασμα το σχεδόν, σωματικό και μόνο-και όπως θα μπορούσε να αντιληφθεί κανείς, ηδονολατρικό-  βρίσκουμε ένα σημαντικότατο στάδιο προς τη διάσπαση του ανθρώπου και, άρα, την περεταίρω απομάκρυνση από την επιτυχία ή την επιστροφή στον ενιαίο άνθρωπο.  Ο Άνθρωπος, αποθεώνεται-πλην, με δύο τρόπους. Πρώτον, αποθεώνεται με την έννοια πως από-βάλλει τη χριστιανική πεποίθηση της δημιουργίας του, κατ’ εικόνα του Θεού. Πεποίθηση και δόγμα, που πετιέται συλλήβδην σχεδόν με ότι  έχει να κάνει με το Χριστιανισμό, γεγονός, δικαίως συντελούμενο στην Ευρώπη, αφού, πλέον- ο Χριστιανισμός-δεν ήταν παρά ένα κράμα ανελευθερίας και πουριτανικού καταντήματος. Πρώτον, το λοιπόν, αποθεώνεται, με την έννοια της απόταξης της ιδέας της Θείας φύσεως του και, δεύτερον, από-θεώνεται –το λέμε ειρωνικά- χάρη της καυχήσεως για το επίτευγμα, ακριβώς αυτής της νέας πεποιθήσεως του, για την τυχαιότητα. Εντούτοις, μαζί με την απόταξη της όποιας σχέσης του με το Θεό, αποκαθήλωσε και κάθε σχέση του με τον συναισθηματικό του κόσμο(προφανώς σταδιακά). Του κόσμου, δηλαδή, που μία και μισή περίπου χιλιετία, ελεγχότανε από μιαν αμιγώς –Εμπρόσωπη(Θεός=Χριστός)- ένθεη θεώρηση του κόσμου και έτσι, διχαζόταν, καταλήγοντας σε μια λογική και μόνο απόπειρα ερμηνείας του κόσμου και ενώ, θα περίμενε κανείς, πως θα χρησιμοποιούσαμε ως επιχείρημα ότι ακόμη και πατέρες της σύγχρονης επιστήμης, απέδιδαν μέχρι και τις ανακαλύψεις των νόμων της μηχανικής σε εμπνεύσεις του Αγίου Πνεύματος, για να θυμηθούμε τον Newton, εμείς θα πούμε, πως ακόμη και στην περίπτωση τους, εντοπίζουμε τη διάσπαση αυτού που γυρεύουμε ως ενιαίο άνθρωπο.


Η ιστορία, κρίνεται –και εννοώ και το μέλλον- με βάση στόχους μελλούμενους και όχι με παρελθούσες βεβαιότητες. Κατά αυτό τον τρόπο, η νοηματοδότηση του κόσμου, είναι άλλη, εάν  στην ιστορία γυρεύουμε μιαν ευθεία καταγραφής ανακαλύψεων-εφευρέσεων, ώστε να καθιερώσουμε τη χρησικτησία μας ως προς τον κόσμο και άλλο νόημα αποκτά, εάν στην ιστορία, διακρίνουμε τον χρόνο μέσα στον οποίον δυνάμεθα να καλλιεργηθούμε, ώστε να επιτύχουμε την ευρύτερη δυνατή ειρηνική συλλογικότητα. Την εμπρόσωπη κοινωνία- κάτι, που δεν θα επιτευχθεί παρά με πρόσθεση και πρωτίστως αφαίρεση «δράσης» όπως, αυτή εννοείται από τον δυτικό, τάχα, γνωσιοφιλικό κόσμο.
  
Για να ορίσουμε  τον ενιαίο άνθρωπο, θα πρέπει να ξεκινήσουμε κάπως αποφατικά: ο ενιαίος άνθρωπος, λοιπόν, δεν είναι ατομικός, αλλά μοναδικός. Δεν είναι περσόνα και ακόμη, σχεδόν ούτε προσωπικότητα, αλλά, πρόσωπο. Δεν είναι διαφοροποιητικός αλλά, ας πούμε, συν-υπαρξιακός. Δεν είναι μήτε διαλεκτικός, αλλά, συν-ομιλητικός. Είναι μία με επίγνωση πορεία, αποκτήσεως του χαρακτήρα εκείνου, που δεν θα υποκρύπτει, αλλά, μάλλον δε, θα αποπειράται διαρκώς την αποκάλυψη και την προφύλαξη των κοινών στοιχείων μεταξύ των ανθρώπων∙  κοινών στοιχείων και ομοιοτήτων, που θα μετατρέψουν τους κρατούμενους των κρατών, σε κοινωνούς διαπροσωπικών κοινωνιών. Θα μετουσιώσουν τα κράτη σε κοινωνίες, το λόγο σε ομιλία, θα αποτρέψουν τη μανία της διαφορετικότητας για να αναδείξουν τα πρόσωπα που δεν  θα διστάζουν και δεν θα  συμπλέκονται στο να ομολογήσουν ότι έχουνε βαθειά ανάγκη ολόκληρο τον κάθε συνάνθρωπο, για μια ειρηνική συμμετοχή στην ύπαρξη.
  
Καλώς, μα, τώρα, τι εμποδίζει όλα αυτά;  Ή το ότι δεν τα επιθυμούμε, ή, διότι δεν έχομε την επίγνωση ότι τα επιθυμούμε. Δευτερεύοντες λόγοι, είναι εκείνοι που έχουν ταυτίσει έννοιες –κατ επέκταση πράξεις- κλειδιά, με κακέκτυπα. Ας πούμε, τη συλλογικότητα, με την επανάσταση, την δράση της ύπαρξης με τη δράση ως αντίδραση και μόνο ή, ως διαρκή, σχεδόν μανιακή απόπειρα διύλισης του «μυστικού του κόσμου». Έτσι έχουμε, ή, σύνολα υποταγμένα στους επιβεβλημένους ρυθμούς-σύνολα ανθρώπων- ή, σύνολα, που διεκδικούν να επιβάλλουν τους δικούς τους ρυθμούς. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία, θα κατέτασσα σχεδόν κάθε μορφή επανάστασης από αυτές που κατακλύζουν-κατέκλυσαν- την ιστορία. Καθόσον, λοιπόν, Ενιαίος άνθρωπος, σημαίνει άνθρωπος με επίγνωση συναισθηματικού και λογικού κόσμου, ακριβώς επειδή, ενιαίος άνθρωπος σημαίνει άνθρωπος που ελέγχει λογικά της συναισθηματική του φύση και σμιλεύει συναισθηματικά τη λογική του, αντιλαμβανόμαστε, ότι η διάσπαση  της ειρήνης, δηλαδή ο κατακερματισμός της κοινωνίας, οφείλεται στο απολύτως αντίθετο.
    
Δυστυχώς, μπορούμε να πούμε πως το ζώο-αν όχι, το θηρίο-  είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του ανθρώπου. Πώς αυτό; Βασικό κριτήριο γύρω από το τι είναι ο άνθρωπος, θα έπρεπε να αποτελεί η θέση ηθικού διλήμματος. Ο ψευδο-ρασιοναλισμός, λοιπόν, που δελέασε τους επιγόνους του Comte και τους οδήγησε στην καθιέρωση του ορθολογισμού ακόμη και στις ανθρωπιστικές επιστήμες, στις ημέρες μας έχει αφήσει μόνο μια ελάχιστη- την πιο άσχημη- τοποθεσία από την αρχική, συνολικότερη «επικράτεια» της ηθικής ∙ την επαγγελματική ηθική. Έτσι, η ηθική, είναι επιτρεπτή μόνο όταν, για παράδειγμα, δύο δικηγόροι θα μοιραστούν δικαίως μεταξύ τους, τις υπερασπίσεις δύο πελατών(παρά την ενδεχόμενη ενοχή αμφοτέρων). Ωστόσο, τι είδους είναι αυτά τα ηθικά διλλήματα που, ενώ τα λέμε απλοϊκά, δεν τολμούμε να τα θέσουμε; Να ορισμένα:

Τι σημαίνει να πλουτίζει ο νομικός, επειδή υπερασπίζεται τη δικαιοσύνη; Τι σημαίνει η τύφλωση των ασχολούμενων με την ψυχολογία, που δοκούν ότι γνωρίζουν τον άνθρωπο και τελικά, δωροδοκούνται από τους ασθενείς τους απλώς για να τους τυφλώσουν εξατομικεύοντας τους, αφαιρώντας τους αυτό το ανθρώπινο χάρισμα της ενοχής και της τύψης; Τι σημαίνει επαγγελματική ηθική, όταν η ηθική καταδικάζεται ως υποκειμενισμός δίχως νόημα; Τι σημαίνει η ακόρεστη βιβλιογραφία διανοητών και, η πιο ακόρεστη διάβαση από αυτά τα βιβλία τους, ιδιωτικά ηλιθίων φοιτητών, όταν δεν τολμούν, ούτε οι μεν ούτε οι δε, να εκθέσουν το πρόσωπο τους αγαπητικά και θυσιαστικά για εκείνους για τους οποίους μιλούν; Για τους συνανθρώπους;  Τι σημαίνει η καταδίκη της παιδοφιλίας, όταν υπάρχει καταιγισμός του φαντασιακού μέσω της εικόνας-τηλεόραση, διαδίκτυο, κινηματογράφος- με ανήλικα άτομα που υποδύονται ιστορίες με κινησιολογίες ανηλίκων;

Όχι. Μια ορθολογική αντιμετώπιση του βίου, δεν μπορεί να μου αποδείξει ούτε καν ότι η παιδοφιλία απαγορεύεται. Ακριβώς κατά τον τρόπο που η ηθική, μπορεί να διατρανώσει, ότι οι στάσεις ζωής, δεν μπορούν να διαφέρουν από τις εκάστοτε πρεσβευόμενες κοσμοαντιλήψεις και, έτσι, ένας άπραγος ως προς τα κοινά άνθρωπος, δεν μπορεί να κηρύττει τον κομουνισμό η, πολλώ δε μάλλον, τον χριστιανισμό.

Όμως, ο επιστημονίστικος τρόπος προσέγγισης της γνώσης, δηλαδή του κόσμου, δηλαδή, του ανθρώπου-όπως λέει ο Pascal- έχει κατορθώσει να ευνουχίσει τη διηνεκή ιδιότητα της απολογίας του εκάστοτε ανθρώπου στην καρδιά του, που μέσω της συγχωρέσεως, θα του επέτρεπε να επανορθώσει και το μεγαλύτερο έγκλημα, χρησιμοποιώντας το χάρισμα της τύψης. Ιδού λοιπόν, ότι από τη μια, η επιστήμη καταντά τεχνολογία-ακριβώς για τους λόγους που ο Νίτσε προέβλεψε ότι η παιδεία θα καταντούσε παραγωγή τεχνοκρατών κτλ- και κατά συνέπεια, η λογική, γίνεται ένας αλγόριθμος εξορθολογισμού και, από την άλλη, η τέχνη, προσπαθεί να εμφυτεύσει τα χαρίσματα της με σεμινάρια, σε παιδάρια, που ή, τα έχει εμποτίσει με γελοία εγωπάθεια απόρριψης κάθε έννοιας του Δασκάλου ή, τα έχει πείσει, πως η τέχνη, η ποίηση, η μουσική, η φιλοσοφία, η επιστήμη, η παιδεία, είναι ένα πρόγραμμα που αρκεί να το εγκαταστήσεις και θα σε μετατρέψει σε ποιητή, μουσικό, δραματουργό, φιλόσοφο και το κακό συναπάντημα. Τι είναι λοιπόν, αυτό που μας έχει αποχαυνώσει τόσο, ώστε να μη μπορούμε να δούμε ότι δεν χρειαζόμαστε άλλη επιστήμη, μέχρι να μοιράσουμε δικαίως την ως τώρα υπαρκτή, σε όλη την ανθρωπότητα; Να τι: ότι δεν έχουμε μάθει να παίρνουμε στα σοβαρά, ηθικά, δηλαδή, φιλοσοφικά ερωτήματα. Να τι: πως, η υστερία του κατορθώματος της γνώσης, όσο και να μας κάνει να διογκώνουμε το κεφάλι μας, δεν κατόρθωσε να μας προκαλέσει τον κατάλληλο βαθμό κώματος, που θα μας επιτρέψει να μην συναισθανόμαστε ότι, αυτό που αντιλαμβανόμαστε, καλούμαστε και να το κατοικήσουμε και να μας κατοικήσει. Αν ο κόσμος για εμάς  είναι όγκοι, και τον πολεμούμε ως όγκοι, χάνουμε. Είμαστε λίγοι. Εάν ο κόσμος είναι δώρο, τότε- και μόνο- είναι αντάξιο μας.
   
Ακριβώς, επειδή δεν τολμούμε να θέτουμε και εμπράκτως να απαντούμε σε τέτοια ερωτήματα, δεν έχουμε κατορθώσει την κοινωνία της ανθρωπότητας και διαστρέφουμε την υφήλιο-δηλαδή την υπό τον ήλιο- ανθρωπότητα, με βεβιασμένες παγκοσμιοποιήσεις.
  
Πρέπει τώρα να αναφέρουμε, οτι οι παραπάνω, είναι ιδέες, που προκύπτουν από την καθ’ ημάς φιλοσοφία. Το Πρόσωπο, ο Καρδιακός άνθρωπος, είναι έννοιες που γύρω στο 1800, υπό τον τίτλο «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών» συλλέχτηκαν μέσω του απανθίσματος κειμένων που συγγράφηκαν σε ένα τόξο χρόνου μεγαλύτερο των χιλίων πεντακοσίων ετών, ταξίδεψαν ως τη Ρωσία, και επικύρωσαν και πιο φιλοσοφικά μια πίστη, που είχε έρθει η ώρα να δημιουργήσει κάποιους από τους όχι απλά προδρόμους, αλλά γεννήτορες του υπαρξισμού, όπως ο Ντοστογέφσκυ.

 Αυτό το είδος φιλοσοφίας, δεν έχει ακόμη αποδώσει καρπούς στη σύγχρονη ελληνική, αλλά και τη μοντέρνα ευρωπαϊκή σκέψη, ενώ, οι απόπειρες από σύγχρονους έλληνες διανοητές-και είναι μια καθολική αιτία- δεν έφτασαν στο ύψος που θα μπορούσαν, για τον απλούστατο λόγο, πως, τέτοιο είδος σκέψης, δεν είναι ταγμένο για να αντιπαραβληθεί συμπλεγματικά από άπραγους αμπελοφιλόσοφους αριστοφανικών φλατοθατοροτοθράτ, που δεν έχουν καμία σχέση με τη βιωτή όσων παρήγαγαν ή, ορθότερα, κατέγραψαν αυτή τη Φιλοσοφία. Είναι, για να το πούμε αλλιώς, σαν να περιμέναμε ο Κροίσος, να μπορούσε να αντιληφθεί το στοχασμό του Ηράκλειτου.
  

Όμως, επειδή, τα συμπλέγματα των ανιστόρητων και άρα απρόσωπων νεοελλήνων είναι γνωστά ως προς τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν το αληθινά ουσιώδες πρόσωπο τους που, δεν είναι άλλο από αυτή τη Φιλοκαλική φιλοσοφία και, η οποία, φυσικά αποτελείται από κείμενα μιας γλώσσας, μιας πίστης μα δεκάδων εθνοτήτων,  θα προσπαθήσω σύντομες προσεγγίσεις κάποιων εξ αυτών των εννοιών, μέσω των ορισμών ενός σχετικά, σύγχρονου φιλοσόφου, ελπίζοντας, αυτή τη φορά, πως για μιαν ακόμη φορά, θα λειτουργήσει η ξενοφιλία μας, ώστε διαμεσολαβητικά, να μας χαρίσει τον εαυτό μας. Τον αντιδάνειο εαυτό μας. Ο στοχαστής αυτός, του περασμένου αιώνα, υποδείκνυε στους συγχρόνους του, ότι τους διέφευγε σε επικίνδυνο βαθμό αυτή η δεύτερη φύση του ανθρώπου, την οποία και αποκαλεί Πασκαλιανά, «τάξη της αγάπης» κάτι, που είναι εγγύτατα στον καρδιακό άνθρωπο, των δικών μας Φιλοκαλικών Πατέρων. Αυτός, είναι ο Max Scheler ∙ εκείνος, που ο Heidegger έβλεπε ως  τη «μεγαλύτερη φιλοσοφική δύναμη του καιρού του και, στον οποίο, έκτοτε, όλοι οι μελλούμενοι  φιλόσοφοι, θα έπρεπε να είναι υπόχρεοι.» Να λοιπόν οι ορισμοί του:
1ον  Το Πρόσωπο(γενικά)
Το πραξιακό κέντρο, μέσα στο οποίο εκδηλώνεται το πνεύμα εντός των σφαιρών του «είναι» και ο άνθρωπος, είναι το «ον» το ανοιχτό στον κόσμο. Είναι το μόνο ον, που μπορεί να στοχαστεί για την αρχή του κόσμου. Και υπογραμμίζει:

«Ισχυρίζομαι ότι αυτό που συνιστά την ουσία του ανθρώπου και την ιδιάζουσα θέση του μέσα στον κόσμο, βρίσκεται σε ένα επίπεδο πολύ ανώτερο από εκείνο που ο διχασμός μας αποκαλεί νοημοσύνη.» Και επισημαίνει, ότι αν ήμασταν ένα κλειστό ζωώδες λογικό σύστημα, δεν θα μπορούσαμε καν να φανταστούμε ετούτο το ανώτερο επίπεδο της αρχής μας.

2ον Η συνείδηση

Εκείνο, που μας παρέχει τον εξωτερικό κόσμο και τον πολιτισμό, είναι η βιούμενη αντίσταση απέναντι στην κατώτατη, την πιο πρωτόγονη, βαθμίδα της ζωής. Η συνείδηση, είναι αυτό το «τι» για το οποίο κι εάν όλα ξεθωριάσουν, τα χρώματα για παράδειγμα και τα αισθητηριακά υλικά, αν χαθούν όλες οι μορφές και οι σχέσεις αναφοράς, αν εξαφανισθούν όλες οι μορφές ενότητας απ’ τα πράγματα, η συνείδηση, λοιπόν, είναι αυτό που παραμένει ακόμη και αν όλα χαθούν, παραμένει, γυμνή, ελεύθερη κι απαλλαγμένη από κάθε είδος ποιότητας, είναι η καθαρότερη και ισχυρότερη εντύπωση του υπαρκτού. Η συνείδηση  - η εμπρόσωπη συνείδηση, είναι η πραγματική εντύπωση του κόσμου.
  

Μα, εμείς, παραπάνω, με βάση τα λεγόμενα του Cassirer, είπαμε  ότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τον άνθρωπο αν δεν έχουμε μια θεωρία για την πολιτεία. Μα, τι είναι η πολιτεία; Μία πολυμελής συσχέτιση Προσώπων, που, εάν πραγματικά το επιθυμούν, δηλαδή, εάν όντως είναι έτοιμα να ανοιχτούν ειλικρινώς, θα μετατρέψουν την πολιτεία σε όντως κοινωνία. Μια επισήμανση: τι σημαίνει πως ένας άνθρωπος, ανοίγεται ειλικρινώς; Σημαίνει πως, εκφράζει την φύση του δίχως να θέλει να την επιβάλλει αλλά, και δίχως να θέλει να τη απολέσει. Μα πώς εκφράζεται μιαν ανθρώπινη αδυναμία;  Όχι βέβαια χρησιμοποιούμενη ως πρόφαση για να κατορθώσει, μέσω της λύπησης, για παράδειγμα, την σύμπραξη εκείνου στον οποίον εκφράζει την αδυναμία του. Εκεί ακριβώς, αποδείχνεται, πως η συγχώρεση είναι το όνομα και «ο τόπος» του χώρου στις  ανθρώπινες σχέσεις. Καλώς ∙  και τι λέει ο Scheler για τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο και για τη στάση  του στο σχετίζεσθαι ή, αν θέλετε στο κοινωνείν;  Ιδού λοιπόν:

3ον Η στάση του ανθρώπου ενώπιον του πολιτισμού:

Ο άνθρωπος, είναι το έμβιο εκείνο ον, που μπορεί – δυνάμει του πνεύματος του- να τηρεί απέναντι σε αυτή τη  ζωή που τον διατρέχει με βία, μια ασκητική στάση. Συγκρινόμενος με το ζώο που πάντα λέει ναι, στην πραγματικότητα, ακόμη και στις περιπτώσεις που την αποστρέφεται, ο άνθρωπος, είναι το ον που μπορεί να λέει όχι, είναι «ο ασκητής της ζωής» και μάλιστα ως προς οτιδήποτε είναι μόνο «πραγματικότητα» ο μόνος αιωνίως, αγαπητικά, διαμαρτυρόμενος.
Ας πούμε λοιπόν, ότι για εμάς, ηδονή, είναι η συνειδητοποιημένη χρήση δόλου, για την επίτευξη του πλεονασμού και της αλαζονείας μας. Έτσι, εννοούμε, γιατί αποτελεί ηδονή, τόσο ο σεξισμός, όσο και η χειραγωγία προσώπων. Λέει λοιπόν ο Σέλερ:

4ον Η ηδονή

Η «αρχή της ηδονής» δεν είναι  τίποτε αρχέγονο όπως πιστεύει ο ηδονισμός-αυτός ο αδελφός του αισθησιασμού- αλλά, είναι πρώτα από όλα, συνέπεια της πιο εγκεφαλικής νοημοσύνης// και προσθέτει// τι είναι ένας άνθρωπος, υποταγμένος στον ηδονισμό;
Κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο από ένα ζώο.
Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι ηδονιστής, είναι εκείνος που δεν είναι ότι ο ίδιος ο Scheler απεκάλεσε «ασκητή της ζωής». Και επίσης, αντιλαμβανόμαστε ότι ο άνθρωπος, όταν δεν είναι ασκητής της ζωής, εμποδίζει την ευρύτερη σύλληψη της ζωής, ως αφορμής κοινωνίας. (Εδώ, μια ακόμα μικρή επισήμανση: το αντίθετο του ηδονιστή, σαφώς και δεν είναι ο ανέραστος τουλαχιστον που, όντως είναι: το αντίθετο του κομουνιστή, ο αριστερός και του χριστιανού, ο πουριτανός. Ο ανέραστος άνθρωπος χάρη φοβικότητας ή, οποιουδήποτε ευνουχισμού, φτάνει στην άλλη κατάσταση που χαρακτηρίζει το ζώον. Την αδυνατότητα αγάπης και Λατρείας).
  
Καταλήγοντας, είναι ευνόητο πως για όσους μπορούνε να δουν, το δίλημμα δεν είναι το βλακώδες : «ιδεαλισμός ή ρεαλισμός». Το αληθινό δίλημμα, είναι «ομορφιά ή αποτρόπαιο». Ως προς αυτό, ο ενιαίος άνθρωπος είναι εκείνος που αρνείται τη δράση, την αντίδραση ή, την επανάσταση, έστω και σε συλλογικότητες, αλλά, ενεργεί και κοινωνεί. Είναι ο ασκητής της ζωής, που δεν δειλιάζει να δηλώσει τη μετάνοια. Εκείνος που τα μαθηματικά του, έχουν περισσότερη αφαίρεση και διαίρεση από  πρόσθεση και πλεονασμό. Είναι εκείνος που σταμάτα όταν συνειδητοποιήσει πως η λογική κατάντησε μανία ευρηματικότητας προϊόντων  και υποτιθέμενης γνώσης, που δεν τα μοιράζεται η ανθρωπότητα, αλλά τα χειρίζονται οι ελάχιστοι για να καλλιεργούν τη σαγήνη του εαυτού, ήγουν της μονάδας(ακόμη και με τη χρήση της αυθεντίας), ήγουν της διάσπασης. Είναι εκείνος, που σταματά τη σαγήνη του εαυτού. Είναι εκείνος που για να προφτάσει να είναι άνθρωπος σταματά και αφαιρεί τον εαυτό του από τα κράτη, ακριβώς για να συμμετάσχει στα όντως κοινά. Είναι εκείνος, που ελέγχει τη σκέψη του με την αγάπη και ενσαρκώνει την αγάπη του, στηριζόμενος στη λογική.  
  
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε την κοσμογονία της ύπαρξης και να μην καθιστούμε συνείδηση μας, τις όποιες γνώσεις μας γύρω από αυτή. Να αντιληφθούμε τη γνώση μας ως στοιχεία της καθαυτής κοσμογονίας και, όχι ως ευκαιρία κατακρεούργησης ή αποϊεροποίησης- πράγμα που δεν διαφέρει- του κόσμου. Αν όχι, η κοσμογονία, ταυτίζεται με την αλυσίδα της οίησης και της βιαιότητας. Με την ψευδή ερμηνεία της ύπαρξης και δηλαδή, την καταστροφή της, για την οποία, ο Σαραντάρης,  σημειώνει:

Μακριά απ’ τη κοσμογονία
με παρατήσανε μοναχό
σαν πτώμα
ή κτήνος
Και περάσανε οι μέρες από πάνω μου
στάχτη φέρνοντας και καπνό

Περνούσανε, κι από τον ύπνο
οπού επνιγόμουνα,
έβλεπα τα θολά τραγούδια
τα δάκρια που είχαν γίνει ουρανός
και τη σιωπή του χρόνου
*
Λήξη [Μουσική]
Vakxikon Radio
Vakxikon Blog