Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 16

Ντέιβιντ Χάρσεντ: Mr. Punch & άλλα ποιήματα

Μεταφράζει ο Γιάννης Σαρηγιαννίδης

Ο David Harsent γεννήθηκε το 1942 στο Bovey Tracey, Devonshire. Με τη λογοτεχνία ξεκίνησε να ασχολείται όταν, αναρρώνοντας από ένα ατύχημα, (έχοντας πέσει από την σκάλα σε μια προσπάθεια να κατέβει γλιστρώντας από την κουπαστή), του έκαναν δώρο ένα βιβλίο με ιστορίες και ποιήματα.
Στα 16 του παρατά το σχολείο για να εργαστεί σε βιβλιοπωλείο, όπου και παραμένει για 10 χρόνια. Όντας αυτοδίδακτος, θεωρεί σημαντική τη συμβολή ενός τότε 60-χρονου συναδέλφου του, δίνοντας του βιβλία (χωρίς ωστόσο να αποτελεί τη μοναδική του πηγή καθότι δηλώνει πως «προμηθευόταν» συστηματικά βιβλία από τα ράφια του βιβλιοπωλείου, στα οποία αλλιώς δεν τους επιτρεπόταν πρόσβαση) και ενθαρρύνοντας τον να συνεχίσει να γράφει.

Στη συνέχεια εργάζεται ως εκδότης ενώ πλέον είναι αφοσιωμένος στο έργο του. Έχει εκδώσει 10 βιβλία ποίησης όπου το 2005 τιμήθηκε με το Forward Prize για τη συλλογή Legion. Επίσης έχει γράψει αστυνομικό μυθιστόρημα υπογράφοντας ως Jack Curtis και David Lawrence αλλά και όπερα. Διατελεί επισκέπτης καθηγητής στο Sheffield Hallam University και είναι μέλος της Royal Society of Literature

Ο ίδιος αναφέρει: «γράφω ποιήματα λόγω μιας παρόρμησης την οποία αναγνωρίζω χωρίς ωστόσο να μπορώ πλήρως (και δε θα με ενδιέφερε) να κατανοήσω. Η ποίηση είναι τρόπος ζωής, όλα τα υπόλοιπα προσαρμόζονται σε αυτή.»

Η συλλογή «Mister Punch» (1977) ανήκει στις πρώτες του, οι οποίες εκδόθηκαν από τον οίκο Oxford University Press, πριν αρχίζει να εκδίδει από το 1998 στον Faber. Αφορμάται από την κλασσική παράσταση για κουκλοθέατρο «Punch and Judy» που έχει τις ρίζες της στην ιταλική commedia dell’arte. Ο Punch είναι ο μανιακός, γκροτέσκος αντι-ήρωας, με τον ρόλο του να μεταβάλλεται ανάμεσα σε θύτη και θύμα. Με τον

«Mister Punch» ο David Harsent επιχειρεί μια τραγική προσέγγιση του κλασσικού έργου, που δε στερείται σύγχρονης ματιάς. 

Γ.Σ.


Mister Punch (1977)

Mr Punch looks good in black
Ασβέστης στη λακκούβα είναι περισσότερο το στυλ του
Ωστόσο έρχεται να αφήσει το στεφάνι του με τα υπόλοιπα
Κρίνα, φυσικά•
λουλούδια του κενού πάθους.

Η σκιά του, γεμάτη εξογκώματα ανάβει και σβήνει αστραπιαία
ανάμεσα σε λεωφόρους πέτρινων αγγέλων.
Τα γεμάτα βρύα μαλλιά, τα φθαρμένα τους άμφια,
κυματίζουν στον άγριο ξερό αγέρα. Τα μάτια τους
κοιτάζουνε τον ήλιο.

Αρκετά αφού το largo έχει τελειώσει, αισθάνεται
τις νότες στο κρανίο του.
Κουδουνίζουν κατά μήκος της σπονδυλικής του στήλης
Αυτές είναι οι καμένες μέρες του Ιουλίου, ο κόσμος
μαζεμένος κάτω από γυαλί, μυρωδιά προσανάμματος
Στήλες πουλιά ανυψώνονται απ’ την ιλύ των ποταμών.
Κάθε ζεστό μεσημέρι
κατεβάζει ένα μπουκάλι και προσεύχεται για ηρεμία

Είναι ο Punch δολοφόνος; Μοναχικές νύχτες στο σπίτι
τον αφήνουνε ταραγμένο κι άρρωστο.
Ύποπτοι βαδίζουνε αθόρυβα στα γεμάτα φουσκάλες σοκάκια•
σκυφτοί και οργισμένοι, τα νεύρα τους δεμένα γερά,
κατέχουνε τους δρόμους και καταφέρνουν ό,τι θέλουν
Νομίζει ότι ακούει
τη φωνή της, ένα μουρμουρητό, σχεδόν απόμακρο,
σε ένα απ’ τα δωμάτια όπου βρίσκονται ακόμα τα πράγματά της

Όλο λιγότερο ανακαλεί τις μέρες, -
φθίνοντας, μελωδικά. Όλο λιγότερο
τα μεγάλα κύματα του κοντινού, μαύρου Ατλαντικού
διατηρούν τη δύναμη να τον ηρεμίσουν ή να τον παγιδεύσουν
στους ρυθμούς τους.
Οι αμαρτίες μας, το μνημείο μας, Σκοντάφτει σε στοίβες
υδρόφυτα: άμμος και λειασμένα σκουπίδια της θάλασσας,
νήματα άνθρακα
σε αγώνα στις φλέβες του. Υπέθεσε ότι
μπορούσαμε βρούμε τη θέση μας ανάμεσα στους ζωντανούς
Τύφλα στο ουίσκι νομίζει ότι η θάλασσα είναι πάγος:
τόσο επίπεδη, γαλαζοπράσινη και φλέγουσα, όπως ο ουρανός.
Καμπάνες εκκλησίας ηχούν στα βάθη•
Το κρουστικό κύμα του κυκλικού τους κρότου
πάνω από το κεφάλι του, καταπνίγει την κραυγή του
και την ατέρμονη βοή των γλάρων.

Punch’s Day Book
(Her Unanswered Letters)
(επιλεγμένα αποσπάσματα)


~
Έχουν στοιβάξει τις φωτογραφίες σου ανάμεσα στα βιβλία.
Υπάρχουν λουλούδια και μαξιλάρια
ωστόσο κανείς δεν πηγαίνει μέσα
να εργαστεί ή να διαβάσει. Το σπίτι είναι
πάντοτε γεμάτο μουσική.
Θα γίνεις άραγε
μοναχός με τη λιχνιστική, επιδερμική λαγνεία σου;
Θα αναρρώσεις ποτέ
απ’ τη ζωή σου; Συνέχεια
υπάρχει κάτι να φοβηθείς
ή κάτι να σε πληγώσει
~
Τα πρωινά είναι χειρότερα. Δε βρίσκεις;
Ξυπνώ καθώς το φως
φτάνει σε κάθε ρωγμή του σπιτιού. Τα πουλιά
είναι μια χορωδία γυναικών
εκστασιασμένα από νέα υπάρχοντα. Ίσως ακούσω
τις καμπάνες τις εκκλησίας, ένα αεροπλάνο
να κατεβαίνει με βήματα ... Ο κόσμος είναι
κοντά, αλλά έξω:
πέρα από το περβάζι, πέρα από τη θύρα
ένα αθώο κρυπτογράφημα

Θα πεθάνω από τις σκέψεις μου. Έχω γίνει
η ηρωίδα της ιστορίας μου
κατατρεγμένη από ασθένεια, η τελευταία
των ωραίων φθισικών.

Όλα τούτα θα είχαν επιλυθεί.
εάν βρισκόσουνα ανάμεσα στους σφυγμούς των καρπών μου.

~
Προσπαθώ να προχωρήσω τη ζωή μου
λεπτό το λεπτό.
Τα ρολόγια έχουν πουληθεί, οπότε δεν μπορώ
να ξέρω πόση ώρα σου παίρνει να κάνεις όλα όσα
έχω εφεύρει για σένα να κάνεις.
Οι άνθρωποι που σου συστήνω
είναι ευφυείς και ταιριαστοί στην περίσταση

Θα φτιάξω ένα παιδιάτικο τραγούδι
για το πλάσμα σε τούτη τη Χριστουγεννιάτικη φωτογραφία:
με τα μαλλιά του ατημέλητα, η μάστιγα των παιδιών.

Τα όνειρά μου παραδίδουν βεβαιότητες
Είμαι λεηλατημένη, είμαι ανοιχτή στον καιρό
Ηχώ με τους χαιρετισμούς

Το επόμενο καθήκον μου είναι
να μαζέψω τις νεκρές εικόνες σε στοίβες – με εξαιρετική χάρη
Όταν διαβάζεις αυτό, φαντάσου με
ήρεμη κάτω από το σεντόνι μου.
στο πόδι μου, το σέικερ για κοκτέιλ, στο χέρι μου
ένα τραπέζι ελιές, εγγυώντας διατήρηση.

~
Ο εραστής μου έχει δόντια αλεπούς και δυο σκυλιά
Ίσως να τον θυμάσαι.
Σηκωτή θα με βάλει πάνω στο βαρέλι
και θα ανασηκώσει το φουστάνι μου όποτε να’ ναι.
Όλα πάνε καλά
μπορείς να δεις πως αισθάνομαι καλά

Τα σκυλιά κυνηγάνε σε κάθε άλσος αν τα αφήσω
και επιστρέφουνε με στίγματα αίματος

Είπανε ο καιρός θα αλλάξει.
Δεν πρόκειται να κάνω παιδιά
ό,τι κόλπα κι αν κάνει. Είναι τρομακτικό να ζουν
περισσότερο από εσένα
Κατά καιρούς
το καλοκαίρι μου φάνηκε να έχει διαρκέσει μισό χρόνο
Αλήθεια, άρχισα να πιστεύω ότι
θα μπορούσα να μείνω εδώ για πάντα,
η στωική της κοιλάδας
συλλέγοντας αρετές, μαθήτρια φύλλων και φρούτων.
Ο ασκητής θέλει να λάμπει στα μάτια του Θεού.

~
Υπάρχουν αυτοί που σχεδιάζουν να πεθάνουν
δίχως τύψεις, ανοιχτοχέρηδες, ένα άγραφο γράμμα
Δεν μπορούμε να αποβλέπουμε σε αυτό
Στερούμαστε αγνής παρόρμησης και θάρρους

Στον οπωρώνα οι καρποί μαζεύτηκαν
οι σόμπες αναμμένες να κάψουνε
μέχρι το τέλος του χειμώνα
το σπίτι εμποτισμένο από μία
μουχλιασμένη μυρωδιά φρούτου

Σκέψου πώς είναι
να μην έχεις τίποτα, να μην κουβαλάς τίποτα
από το ένας μέρος στο άλλο…
Δίχως φορτίο το σώμα μου καθίσταται χωρίς κανένα γνώρισμα
Θα μπορούσα να εξαφανιστώ εντός του νερού
απόλυτα ταιριαστή με το λιβάδι

Κάθε δέντρο γδυτό
και η ζωή συνεχίζει υπογείως
ακόμα και το τηλέφωνο σε χειμερία νάρκη

Θα βρίσκομαι εδώ, βεβαίως
κοιτάζοντας την εποχή απ’ την καρέκλα μου στο τζάκι
καμιά φορά κατεβάζοντας μήλα απ’ τη σοφίτα
ή περπατώντας μέχρι την εκκλησία

Εάν ξεστράτιζα ποτέ,
πώς άραγε θα μ’ έβρισκες; -
μία χλωμή σιλουέτα
σε έναν άδειο δρόμο, σαν κάθε πρόσφυγα.

Για τον μεταφραστή: Ο Γιάννης Σαρηγιαννίδης γεννήθηκε το 1991. Ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπουδάζει Βιολογία στο ΑΠΘ. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο.

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog