Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 18

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου: Γήπεδο στο Κιέρι

Γράφει ο Απόστολος Θηβαίος

Κάποιος χαρακτήρισε την ποίησή του «εργαστηριακή». Προφανώς τούτος ο χαρακτηρισμός συνιστά ένα σχόλιο αρνητικό για την ειλικρίνεια, την αμεσότητα και το ήλεκτρο μιας ποιητικής σύνθεσης. Αν τα προηγούμενα ισχύουν ως παράγοντες για την απόδοση ενός τίτλου, διόλου τιμητικού για κάθε ποιητή και οποιαδήποτε σύνθεση, τότε οι σεβάσμιοι κριτικοί θα πρέπει να διατηρήσουν μια επιφύλαξη για την αποτελεσματικότητα των προθέσεών τους. Ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, ίσως απαιτήσει από σένα τη γνώση ενός κώδικα, ίσως ακόμα να διακρίνεις το απλωμένο χέρι του, όπως προκύπτει μέσα από τις λέξεις, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν θα σταθεί δυνατό να διακρίνεις τη μέθοδο, την πόζα, την υφολογική επιτήδευση, στοιχεία που ανήκουν στους ελάσσονες του είδους.  Ο Ασλάνογλου δεν ανήκει σε καμιά περίπτωση σε εκείνους που τοποθέτησαν τις λέξεις κάτω από φακούς διαθλαστικούς, κάτω από παραμορφωτικούς σκοπούς. Η ποίησή του συνιστά για το γράφοντα τραγούδια ενός αληθινά και τραγικά μόνου ανθρώπου. Και επισημαίνεται πως η λέξη «τραγούδια» θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως τιμητικός τίτλος, μια και ο λαός μας ή ακόμα και εσύ που μελετάς το αδόκιμο τούτο κείμενο σφίγγεις τα δόντια και κρατιέσαι πάντα από μια αγαπημένη στροφή.
Στη συλλογή με τον καβαφικό τίτλο «Ο θάνατος του Μύρωνα», θα συναντήσεις, καθώς περιφέρεσαι ένα παλιό γήπεδο, εκείνο του Κιέρι. Καβαφικός ο τίτλος, ίσως λόγω της αίσθησης που αποπνέουν οι λέξεις, ίσως ακόμα και λόγω της δικαίωσης που αναζήτησαν ορισμένοι στις λανθάνουσες συμπεριφορές τους, εκείνες που προσομοιάζουν ξεκάθαρα με τις κοινωνικές συνήθειες του αλεξανδρινού. Μιλώντας όμως για ποίηση, θα πρέπει κανείς να σταθεί στο κέντρο εκείνου του ιταλικού γηπέδου. Στο Κιέρι. Εκεί θα αντικρίσει έναν άνθρωπο, αυτός εκφέρει έναν λόγο σε χρόνο αόριστο. Οριστικό. Απευθύνεται σε όλους εκείνους που ακουμπούν πάνω του, όπως εσύ θα ακουμπήσεις στα πρωινά και η μέρα θα σε κουβαλήσει μέχρι το τέλος που ορίζουν οι δείκτες. Η ποίησή του δεν αφορά μια εκδήλωση υπεροψίας μα ένα προσκλητήριο παλιών προσώπων, σαν να πρόκειται για τη συνειδητή απόφαση μια εκ βαθέων εξομολόγησης. Σε τούτη την ηρωική στιγμή, -και λέω ηρωική γιατί υπάρχουν άνθρωποι που ζουν και γράφουν ως ήρωες- το γήπεδο του Κιέρι συντρίβεται. Εμπρός στα μάτια μας θα σηκωθούν οι εικόνες της νεανικής Θεσσαλονίκης του ποιητή. Με το «απερίφραχτο οικόπεδο», που θα μπορούσε να σημαίνει μια απερίφραστη μελαγχολία, «το χορταριασμένο δρόμο της εργατούπολη». Ο ποιητής δίνει τις σκηνοθετικές εντολές του, εισάγοντας τον αναγνώστη στο τοπίο μιας προσωπικής απελπισίας. Ο συμβολισμός του Ασλάνογλου κρίνεται ιδιαιτέρως προσωπικώς, όταν αναφέρεται στους «αργαλειούς που χαλαρώνουν», και είναι σαν να μιλά για τις παδικές μνήμες και την οικογενειακή βιοτεχνία κλωστοϋφαντουργίας που διατηρούσαν οι δικοί του στην Θεσσαλονίκη της νιότης του. Η αφοπλιστική ειλικρίνεια του ποιητή, ο διακριτικός αισθητισμός του, η συνειδητοποίηση της αποτρόπαιας αλήθειας θα φανούν, όταν ο Ασλάνογλου ζητήσει ή μάλλον ευχηθεί να «επιστρέψουν όλα εκεί που δεν αρχίνησαν ποτέ, μες στην αγάπη.» Η άρνηση που δεν χωρά μες στο ύφος του στίχου αλλά κυριαρχεί, σπάει  τη λογική συνέχεια, το αναμενόμενο. Εκπλήσσει πάντα η άρνηση, η μη τήρηση του αμερικανικού happy end ακόμα και σε μια πρόταση περιοδική. Το σώμα είναι το γήπεδο. Με τις παλιές δόξες, την αναφορά του ποιητή στη μυθική νεότητα, τους παίκτες, τα περαστικά πρόσωπα, τις βροχές που πέφτουν εδώ και χρόνια στην έκταση του γηπέδου. Επιδιώκοντας λοιπόν μια αποκαθήλωση της ποίησης και των συμβόλων, το γήπεδο είναι ο άνθρωπος, ο ίδιος ο ποιητής και οι αναμνήσεις του αφορούν μονάχα τις «πρόωρα χαμένες αρετές» της νεότητας.

Φαντάζει δε ενδιαφέρουσα η χρήση ενός τοπωνύμιου, ξενικής προέλευσης στην ποίηση του Ασλάνογλου. Η επιλογή του όμως θα αποκαλύψει την ποιητική γενέτειρά του, τα ερεθίσματα εκείνα που έχουν συνδράμει τόσο στην ποιητική ενηλικίωσή του. Προάστιο της πόλης του Τορίνο το Κιέρι, μια γειτονιά στο βορρά της Ιταλίας. Μα και κάτι παραπάνω, για τον ίδιο τον ποιητή, μια αφορμή και ένα σύμβολο ικανό να θέσει τη συγκεκριμένη σύνθεση σε ένα άλλο, ακόμα πιο ιδιαίτερο επίπεδο. Η έμμεση αναφορά στο Τορίνο θα αποτελέσει φόρο τιμής σε ένα δημιουργό που επηρέασε σημαντικά τα ποιητικά πράγματα της μεταπολεμικής γεννιάς. Ο Τσέζαρε Παβέζε αποκαλύπτεται πίσω από τους στίχους του Ασλάνογλου, σαν ένα φθαρμένο υδατογράφημα. Και ο Ασλάνογλου υιοθετεί την πεζολογική γραφή του Ιταλού, την απουσία του μέτρου, τη συναισθηματική φόρτισή του.

Εξετάζοντας το περιέχομενο του «γηπέδου», δεν θα μπορέσουμε να σταθούμε αδιάφοροι εμπρός στην επιλογή του θέματος, των συμβόλων, των σκηνικών. Το «γήπεδο» συνιστά μια ανέγγιχτη, σχεδόν παρθένα θεματογραφία. Μετρημένες αναφορές θα συναντήσουμε στον Μανόλη Αναγνωστάκη, στο Νίκο Καρούζο και σε άλλους που εξειδικεύονται όμως σε πιο ποδοσφαιρικά πρότυπα. Άσχετα όμως με τη συχνή ή μη χρήση του συγκεκριμένου θέματος, ο Ασλάνογλου με το «Γήπεδο στο Κιέρι» προχωρά την ποίηση πιο πέρα και τούτο σημαίνει να σταθεί πιο κοντά στο μέσο άνθρωπο, σε εκείνον που δεν θα λησμονήσει ένα στίχο, μήτε θα διστάσει να συγκινηθεί σε μια επιτυχία αθλητική, σε μια απώλεια προσώπου αγαπημένου. Ο Ασλάνογλου ακροβατεί στο όριο του μεταμοντέρνου, όπως αυτό ορίζεται από τη χρήση επίκαιρων, σε κάθε εποχή, λεκτικών όρων.

Η ποίηση του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου συνιστά μια δραματική εξομολόγηση. Όπως θα κρύψει ένα παιδί το πρόσωπό του, έτσι και ο ποιητής θα συγκαλύψει την οδύνη ενός ανθρώπου που δοκίμασε τη μοναξιά, που γεύτηκε την περιθωριοποίηση εξαιτίας των επιλογών του και τελικά πέθανε όπως τελειώνουν τα ποιήματά του. Μόνος, με μια αίσθηση αποσύνθεσης και κενού. Η γεύση που θα αφήνει πάντα ο Ασλάνογλου, για να φερθώ ως αισθητής, είναι εκείνη του βύσσινου απόγευμα Αυγούστου σε ένα εξώστη στην Αθήνα και η Αχαρνών σπασμένη από τους μελλοθάνατους ήλιους.

Ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου βρέθηκε νεκρός στο δώμα του. Το τέλος του επιβεβαιώνει την προφητική του ποίηση, την ποίηση ενός «μόνου» ανθρώπου με βαθιά και σοφή συνείδηση της απελπισίας. Το «Γήπεδο στο Κιέρι» ακόμα βρέχεται και οι κερκίδες, τα θεωρεία, στέκουν πάντα άδεια, μες στις πρασσιές.

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog