Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 16

Κείμενα για το μηδέν (διηγήματα) - Κωστής Αργυριάδης

                                     
                                              
Στη Στέλλα

Έτσι
Αν ήταν έτσι, που έτσι θα ’ταν, αν δεν ήταν ανυπόφορο να το συζητάς, τότε δεν θα το συζητούσα, δεν θα έκανα καμία κίνηση, καμία, το κορμί ακίνητο, αμίλητο θα παρέμενε μπροστά σε αυτό που είναι, η εκδοχή μιας πραγματικότητας που δεν θα ήταν έτσι, όπως είναι, ως έχει, πάγωμα πράξης και θέλησης, μεσημέρι Κυριακής για πάντα μέχρι το τέλος, αγκαλιά το τέλος απ’την αρχή , συμπλεγματική αποφυγή ουτοπίας, ποιος ξέρει, πολύ αργά, πολύ αργά πια για τέτοια, τα όνειρα του βόθρου και οι σκόρπιες αντανακλάσεις του όχι έτσι, ποιος ξέρει, πως μπορεί κανείς να ξέρει πως θα ’ταν, αν μ’ αγαπούσα λιγάκι, αν μου έβρισκα νόημα, έστω άλλου, έστω κάνα κλεμμένο αυτοκτονικό από κάνα καλό βιβλίο, από αυτά που διαβάζαμε παλιά όταν δεν ήμασταν έτσι, στην αυλή του γίγνεσθαι, στην ανατολή της προσμονής του έτσι, θα περιμέναμε μόνοι, όχι μόνοι, όλοι μόνοι μαζί, αισχρή κατάσταση , σχεδόν ρομαντική, τα αστέρια τρύπια να σκορπάνε ανακριτικό αρχέγονο ανούσιο φως πάνω μας, όλα μαζί τα τρισέγγονα του πίθηκου κάτω από εξονυχιστικό φως να ψάχνουν σκιές, όλοι μαζί και όλοι μόνοι, σα τέρατα, σάπιοι, αύριο πάλι τα ίδια θα’ ναι , έτσι, κρίμα που δε με πιστεύεις, κρίμα που με πίστεψες, αύριο όλα ίδια, όλοι ίδιοι, μόνοι και ίδιοι και ξανά θα κοιταζόμαστε κάτω από το μαύρο φως του ουρανού αργά το βράδυ στις παραλίες, με ένα κρασί στο χέρι να αγκαλιάζουμε τη μοναξιά του χάους πάνω απ’ τα κεφάλια μας, μόνοι μαζί στο χάος, απόλυτα μόνοι στο χρόνο, στο ταξίδι, στο αύριο, στις αυχενικές δύστροπες ουτοπίες του χαμού, πλήρη απουσία ζεύξης του όντος με το χρόνο του, αν κοιτάξεις πολύ το αύριο τότε γίνεσαι το αύριο, κάπως έτσι, έτσι, όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, κάπως έτσι, με μάτια βεγγαλικά, με αίμα θεατρικό, περιμένοντας το φως να τελειώσει, το όργωμα της απέραντης σιωπής να τελειώσει, κάνω πως δεν ξέρω για να συνεχίσω, αυτόματες πόλεις και σιωπή, όλοι μαζί και μόνοι, το ολοκαύτωμα της απέραντης σιωπής, ο εγκλωβισμός στα μάτια της, έτσι πας μόνος ως το τέλος, μέχρι να τελειώσει το έτσι και να γίνει κάτι άλλο, κάτι σαν κι αυτό, κάτι τίποτα, κάτι μηδαμινό, κάτι όμορφο να έχεις να διηγείσαι όταν πεθάνεις, σα βροχή πάνω σε τουλίπες, όχι, σα να κοιμάσαι απάνω στη βροχή, ευωδία και τέρμα, γι’ αυτό μας θάβουν με λουλούδια, κάτι ξέρει κι ο λαός, άξιζε να υπάρχουμε, καθόλου, καθόλου δεν άξιζε, τζάμπα ήρθαμε, άξιζε όμως, άξιζε να έρθουμε, έτσι, άξιζε να έρθουμε για να συναντηθούμε, η θεωρεία της μεθεόρτιας συνομοσίας, όλοι εκεί πέρα στο αιώνιο τίποτα, να γελάμε, να κλαίμε, να λέγαμε αν, και αν, αν μόνο ξαναυπήρχαμε, αν μόνο ξανά έτσι, να κάναμε τα ίδια, τα ίδια και τα ίδια, να κάναμε αυτά που κάναμε, έτσι, χωρίς αναστολές, χωρίς δισταγμούς, απλά αν υπήρχαμε, απλά αν, να υπήρχαμε, να, χωρίς κάποιο λόγο συγκεκριμένο, κάπως έτσι.Τώρα που αρχίζει το κυνήγι

Η ανοχή, ειλικρινά δική μου, ανέμελο κολύμπι, τι άλλο να κάνει,  υπομονή, 11.000 μέρες και σήμερα, τα μέγιστα γεγονότα αυτής της ζωής στα ντουλάπια, στα ράφια, πίσω από την κουρτίνα, κάτω από το βλέμμα, πίσω, εκεί που δεν θα φανεί ποτέ, δεν θα ξαναφανεί ποτέ, 11.000 μέρες, τι ειρωνεία, πρέπει να φωνάξω, πάλι, αυτό πρέπει πάλι, λες να γίνει κάτι, λες και θα γίνει κάτι , υπήρξε στη γη μια χρονική στιγμή, όταν δροσίζει ο θάνατος τη ματαιότητα, τι ανεπαίσθητη ανταπόκριση, σήμερα, να πούμε για σήμερα, δάκρυα, πέντε λεπτά μένουν, για να ολοκληρωθούν άλλα εξήντα, για να φύγει και αυτή η ώρα, και να έρθει η άλλη, ανεπαίσθητα, ανούσια, ξεσκισμένη ανοχή , από το υλικό που γράφεται η ιστορία, η απόλαυση συνεχίζεται, να κάνω μια περίληψη ολόκληρου του κόσμου, επί της ουσίας του καθημερινού χαμένου χρόνου, η τέχνη της ύπαρξης ελεύθερου χρόνου, θα παραδοθώ στις αρχές, θα παραδοθώ στις ηθικές αρχές μου, ό,τι γουστάρω περισσότερο, δλδ τίποτα, ποιήματα του Μαγιακόφσκι τυλιγμένα, κρυμμένα μέσα στη κάνη του όπλου μου, ντρέπομαι, δε θέλω να τα βρει κανένας, γιατί με παρακολουθούνε, έτσι νομίζω, υπάρχει μια διάθεση να παρακολουθηθώ, η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί τα γεγονότα, κοινώς μας βλέπουν, άπραγοι, αναίσθητοι, ανεπαίσθητοι, παρέμβαση, θέλω βοήθεια,  1,45 ευρώ το λεπτό και ένα ακόμη, αυτό είναι τηλέφωνο υποστήριξης, «έλα Αλέκο πεθαίνω», «ψόφα», μου λέει,  και τίποτα δεν είναι καλύτερο από τα απλά λόγια, τώρα που αρχίζει το κυνήγι, τα διαβατήρια στα δόντια, αλλά ποιος φεύγει, τρέχοντας θα φύγω, και δεν έχω που να πάω, δε ξέρω που να πάω και γιατί, επιμένω, μα δε ξέρω, στο κάτω κάτω πώς να ξέρω, αν δε θέλω, η αν δε ξέρω αν θέλω, με απλά λόγια, δε θέλω πάλι να πεθάνω, ξανά και ξανά, μέχρι τον τελευταίο θάνατο, τον βέβαιο, τον πιο ανούσιο, τον τρομοκράτη, τον δεδουλευμένο, τον πιο ανώριμο, ποιήματα του Μαγιακόφσκι στα χέρια, τρεμάμενα χέρια, ανάβουμε μια φωτιά με τα ποιήματα και όλοι οι εαυτοί είναι πάλι στη σφενδόνη, ετοιμοπόλεμοι, έναντι στο θάνατο, κανένα ίχνος ζωής πριν το θάνατο, απέναντι στο θάνατο, ο θάνατος, οι λέξεις, τραυματισμός, μια σκέψη διαπερνά το κρανίο, τραυματισμός ανεπαισθήτως, από το ένα μηνίγγι στο άλλο, θάνατος, μια σκέψη σαν τις άλλες, σαν καμιά άλλη, σαν τα πάντα, συν τα πάντα, αφαιρώ τα υπόλοιπα, εκείνα που μπορεί να είχαν σημασία, εκείνα που ήταν μάταια, εκείνα τα πάντα πίσω, όλα,  «έλα Αλέκο πέθανα», άντε,

«άντε και καλή ξεκούραση»

Οι φίλοι των βουνών

Στατικό θαύμα, απλά να κοιτάς κάτι, εκκένωση, αγάπη. Χτυπάει η πόρτα από τον αγνώριστο. Ερώτηση, παράδοση, απόδοση. Εκκένωση. Εκκεντρικός πόλεμος. Φτιάχνω μηχανή για να με προβληματίζει. Να με οραματίζει.  Πολυετής θάνατος από μέσα, εσωτερικά της καμπαρτίνας. Τόση δα μνήμη. Τόση δα. Άδικο. εκκένωση και αντικατάσταση. Μετακομίζουμε συνέχεια και δεν το καταλαβαίνουμε. Κανένα πνευματικό δικαίωμα δεν υπάρχει. Εφόσον δεν υπάρχει πνευματική ιδιοκτησία. Έτσι νομίζω. Λίγη ωριμότητα δεν βλάπτει. Ας πουλήσουμε ό,τι θεωρούμε πουλημένο. Τα δοκίμια για τον άνθρωπο. Τα ερωτήματα της φιλοσοφίας. Τα στατικά θαύματα και τις γενεσιουργές αιτίες. Αφού δεν υπάρχουν αποτελέσματα. Όχι πια.  Όχι τώρα πια δεν υπάρχουν. Δε ξέρω. Δε νομίζω. Εκμετάλλευση. Ευδιάκριτη. Εκμετάλλευση του σουρεαλισμού. Δεν υπάρχει αίσθηση. Εκκένωση. Αθώα. Ο Κάιν ακόμα ζει. Μόνο αυτός ζει. Προέκταση ραδιοφώνου και τρίξιμο τραπεζιού. Μονάχα αυτός ζει μεταξύ ζωής και θανάτου. Εκμετάλλευση σουρεαλισμού. Ψήγματα παράνοιας. Κορμί κάτω από το δέρμα. Συννεφιά δύο ιντσών. Χτυπάει η πόρτα από τον αγνώριστο. Ερωτήσεις. Φευγιό. Αφίξεις, γεμίζεις μια ζωή με αναχωρήσεις. Το φευγιό. Πες το θάνατο. Ο Αγνώριστος. Έσω έτοιμος τρόμος. Μακάρι να ήξερα καμιά προσευχή να συλλαβίζω την ώρα που χάνομαι για πάντα. Ίσως κι όχι. Για πάντα. Υπερσυντέλικος, αγάπη. Το νόμισμα που συντροφεύει ματαιόδοξα το πτώμα. Κορμί από μέσα. Σιγά μη κοχλάζει το αίμα. Κόβει βόλτες. Υστερία. Μονάχα βόλτες κόβει μέσα στο κορμί. Αυτό. Ύστερα παγώνει. Εκκένωση. Αυτό μάλλον. Έτσι φεύγει ο Φόβος. Μάλλον.  Έτσι αλλάζει η συνήθεια και γίνεται ..κάτι άλλο. Πόρισμα. Συμπέρασμα. Εκκένωση. Αιτία να ασχοληθείς μετέπειτα. Κι άλλο. Λίγο παραπάνω. Λίγο λιγότερο από  όσο χρειάζεται, πάντα χρειάζεται λίγο παραπάνω, αλλιώς προσπερνάς τον εαυτό σου και. Τίποτα. Τίποτα το σημαντικό. Μάλλον. Έτσι φεύγει ο εαυτός από το κορμί του. Με προσπέραση. Χωρίς φόβο. Αδειάζει τη γωνιά. Και παγώνει το αίμα. Όποιο αίμα. Αν ήταν ποτέ ζεστό. Αν και αν , θα πάρουμε το δρόμο του Βουνού. Με τις κασέτες μας. Και τα όνειρα. Να μη ξεχάσουμε τα όνειρα. Σημαντικό αυτό. Να βρούμε και το δρόμο. Κι αυτό σημαντικό. Το Βουνό. Περιμένει. Τι άλλο να κάνει ένα Βουνό; Περιμένει. Εμάς τους αγνώριστους. Να συστηθούμε. Να πούμε κάνα τραγούδι. Να παρηγορηθούμε. Να το βαφτίσουμε αυτό απόδραση. Έξοδο. Να κάνουμε δικές μας παραδόσεις. Και τσίπουρο. Και αφελή πράγματα. Γιατί όχι; Τι σημασία έχει; Λίγη ανωριμότητα δε βλάπτει. Κάποιος φεύγει, κάποιος μένει. Πίσω. Για να θυμάται. Για να μπορέσει να ξεχάσει κάποτε. Για να θυμάται και να ξεχνάει τα πάντα. Όπως κάνανε και αυτοί που έφυγαν. Πριν. Λίγο πιο πριν. Μάλλον. Σκηνές από το παρελθόν, που επαναλαμβάνονται  στο μέλλον, οι φιγούρες γίνονται βιτρίνες, οι λόγοι γίνονται δικαιολογίες, δε λέω τίποτα, το παρελθόν μοιάζει σαν ασβός σε κάποιους, δε θέλω να το χαλάσω, άλλοι θυμούνται αυτόν τον ασβό σα παγώνι, δε θέλω να τους το χαλάσω, πολύ βαθιά στη κόλαση εμείς αυτοί που έχουν πατρίδα τους το μέλλον, και, κοίτα να δεις, είναι κοινός ο θάλαμος, χα, με αυτούς που έχουν σα πατρίδα το παρελθόν, πατρίδα, ωραία έννοια, απλή, κλείνεις τα μάτια σου και σε θάβουν στη πατρίδα, είναι κάπως ωραίο, ανούσιο όμως, δεν έχει όμως σημασία, δε το χαλάω, πατρίδα, είναι το μέρος σου, κάτι σα σημείο αναφοράς, μικρό είναι, στενό είναι, αλλά είναι δικό σου, και, χαίρεσαι κάτι να είναι δικό σου, ποιος ξέρει γιατί, και, σε λίγο θα πάρεις το δρόμο για το βουνό, και η πατρίδα θα είναι το βουνό, ή όχι, μήπως όχι, μήπως πατρίδα είναι εκείνο που αφήνεις πίσω φεύγοντας, στην αρχή του κόσμου δεν είχαμε πατρίδες, αλλά  δεν έζησα την αρχή του κόσμου, τι γνώμη να έχω, πώς να το πω σωστά, δεν υπάρχει πατρίδα, αλλά είναι εκεί, ξημερώνει, βραδιάζει και είναι ακόμη εκεί, σαν τον αγνώριστο η ένα ποτήρι με φαρμάκι, τα βουνά είναι εκεί πάντα, δε ξέρω, δεν πολυκαταλαβαίνω, ας μη χάσουμε το νόημα, εκείνου του οποίου θα βγει το συμπέρασμα γιατί συμπέρασμα δε θα βγει, και, λογικό, θα την πατήσουμε πάλι σαν πατριώτες, ίσως κι όχι, ποιος θέλει τέλος πάντων μια πατρίδα σαν τα μούτρα του, προσπαθώ να πω κάτι εδώ τώρα, δεν μπορώ να τσαλακώσω μια τσαλακωμένη εικόνα, το κορμί κάτω από το δέρμα είναι γερασμένο πάντα, από πάντα, τέλος πάντων, ίσως βγει πιο μετά, θα αρχίσει να ουρλιάζει, δεν τα μπορώ αυτά, δε ξέρω ποιος τα μπορεί τελικά, δεν είμαι φτιαγμένος από το υλικό που φτιάχνουν κουλ άτομα και κουλ συνειδήσεις, τώρα μιλάμε για τη ζωή μου και το πώς τη χαράμισα, ή, πως θα τη χαραμίσω, κρατάω σκορ, πρέπει να κρατάς σκορ σε κάτι τέτοια, αλλιώς δε ξέρεις, όχι πως έχει σημασία αλλά να, πάντα πρέπει να κάνεις κάτι ,είναι τρομερό, απλά κάποια στιγμή γίνεσαι κοινωνικά δυσλειτουργικός και τέλος, τέρμα, εκκένωση, το κορμί από μέσα σφυρίζει, τέλος πάντων είσαι 14 και μετά  41 και δεν έχω να πω κάτι εδώ, ο κόσμος περιφέρεται γύρω από το γελοίο άξονα του σα καρνάβαλος και, ύστερα, τίποτα, και τώρα τίποτα, και, τότε τίποτα.
Εκκένωση. Τέλος πάντων.

Ήρεμο φίδι κάτω απ’ το δέρμα,
καμιά φορά νιώθεις σαν μια τεράστια φλέβα
ικανή να καταπιεί το τώρα χωρίς να σε ρωτήσει

Ήρεμη συνείδηση ακρωτηριασμένη

Ήρεμο, ρυθμικό κλάμα μωρού στα έγκατα του νου

Η θεωρεία της αλληλεπίδρασης του αφηρημένου εγώ με τη μήτρα του, το Ένα

Υπέρ και κατά/μετατρέποντας σε σάκο του μποξ την καρδιά/τα συν και τα πλην/ένας φόνος εκ προθέσεως/η γήρανση/το πέθαμα/

Η θρησκευτικότητα των αγέννητων/τα θύματα του μεταπολέμου του εγώ και του εσύ

/ άνθρωποι με ζεστά θανατερά χαμόγελα/εθελοντές κακής θέλησης/

Υστερώ σε κάθε ανύπαρκτο λιβάδι κάθε ανύπαρκτης αυγής.

Το φως ξαναγυρνά πίσω στο δωμάτιο και έπειτα εξαφανίζεται.

Παλιά έμοιαζα σαν να κουβαλούσα όλο το βάρος του ομοιώματος μου στο πρόσωπο

Εκείνο που φαίνεται.

Ένας σταυρός/τεράστια λιβάδια στις φλόγες.

Ύστερη πτώση.

Ανυπέρβλητο. Ανυπόφορο.

Εκτός πραγματικής πραγματικότητας.

Ύστερα φεύγω από το δωμάτιο και ξεχνιέμαι. Μια ακόμη απόδειξη/εκκίνηση

Πολλές εκκινήσεις μαζί, μπας και συγκινήσω.

Μάταια.

Αν είχα μια ζωή να χαραμίσω, δηλαδή αυτή εδώ, την τωρινή που διανύουμε όπως άρχισε, από, ας πούμε την αρχή και συνεχίζει, αδιάλειπτα, άκοπα, μάταια, ξεκινάει συνέχεια και ξεκινά, μέχρι να αρχίσει να ξεκινά, αρχίζει να αρχίζει, μέχρι να φτάσει την αρχή για να ξεκινήσει και έχει τελειώσει σαν τέλος, όχι σαν τέλος, σα σκοπός, τελειώνει, τελειώνοντας και ύστερα σταματά να υπάρχει, όπως και πριν και κατά τη διάρκεια, ανυπαρξία παντού εκτός από μας, πέρα από μας, η ανυπαρξία απλώνεται παντού, του καθενός η ανυπαρξία απλώνεται πάνω σε όλο τον κόσμο, είναι κάτι το όμορφο αυτό, οικουμενικό, αυτούσιο, χωρίς πολύ νόημα, σφάζουμε τις αγελάδες στα λιβάδια και χτίζουμε τσιμέντο και ατσάλι και αυτό είναι ακατανόητο και οι νοητές ματιές να διασχίζουν το άπειρο και να ξαναγυρνάν σε αυτό που διανύουμε, το τώρα, το τώρα/ήδη, ω ναι, αυτό το τώρα το γεμάτο με γεμάτα  γεμισμένα γεμάτα, τόσο πολύ το λίγο, άλλο τόσο το τίποτα, γεμίζουν οι μέρες, αέρα κοπανιστό, εισπνοή/εκπνοή,  γέλια, γεννήσεις, πάντα κάποιος να ξεκινάει, είναι σχεδόν αμαρτωλό αυτό, γεμίζουν οι καιροί με θάνατο και γέννηση, οξείδωση,  υστερία, καλοδεχούμενη τις περισσότερες φορές, ως έκπτωτη, ως μηχανόθεος, ως αλάτι, τα μαχαίρια, άσχετο, τα μαχαίρια, και τα αλάτια, κόβουν ψωμιά και ανθρώπους, ομορφαίνουν τις γεύσεις μας και τα βάζουμε στις πληγές μας για να πονάμε, πονάμε για  να πονάμε, ανήκουστο, σχεδόν ποιητικό, να χέσω και τους λύκους και τα φεγγάρια και όλες τις θάλασσες, η ποίηση είναι να βάζεις αλάτι στις πληγές σου και τέλος, όχι ακριβώς ως τέλος, ως σκοπό, ως νόημα ως τέλος είμαι εγώ και κάθε εγώ, δηλαδή εσύ, και κανένας δεν είναι αυτοσκοπός του μαλάκα που κρύβει καλά μέσα του, ας αρχίσουμε να αρχίζουμε, μέχρι την αρχή είναι ένα καλό βήμα, πριν έρθει το τέλος, που έρχεται, συνέχεια έρχεται για να μας τελειώσει αυτό που αρχίζουμε να φτάνουμε αναζητώντας το τέλος πριν το τέλος

σκατά.

Γιατί η κάθε προσπάθεια πριν το τέλος, προσπαθώντας να είσαι συνεχώς το τέλος, ξεκινώντας συνέχεια από συνέχειες, ας πούμε απ’τις αρχές, μοιάζει αποτελεσματική ως προς κάποιον εσωστρεφή συσσωρευτή πληροφοριών, ως προς εκείνο το αδηφάγο πηγάδι καταμεσής της ψυχής, που πάνε κι έρχονται όλες οι σκέψεις αδειάζοντας μέσα εκεί τα απόνερα, τα κρασιά, τα αποφάγια, τις λιχουδιές

Γιατί σαν σήμερα, σαν κάθε σήμερα, τούτη την ευτυχισμένη μέρα σαν όλες τις άλλες, μεριμνώ για την αναποτελεσματικότητα μιας μόνιμης πραγματικότητας, ξεχνάω το αύριο γιατί δεν το ξέρω, κλοτσάω το σήμερα στο άγνωστο, στο επόμενο ανύπαρκτο δευτερόλεπτο, εκεί όπου δεν υπάρχω, ακόμη, κι όσο εκεί θα υπάρξω, τόσο παραπάνω δεν θα  υπάρξω, σε βαθμό να υπάρχω τόσο πολύ και τόσο συμπυκνωμένα, έτσι ώστε να μην υπάρχω, ούτε αύριο, ούτε χθες, παρά μόνο ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΣΤΙΓΜΗ, που δεν κρατάει καθόλου και ποτέ, σαν να μην υπήρχε, τόσο ασήμαντη, ώστε να κρατάει ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ, για πάντα και ΠΟΤΕ

πόσο μακριά

το ύφος που παίρνουν τα αστέρια/λιωμένο περιστέρι στην άσφαλτο/κάποιος πνίγεται στο βήχα του/στη ζωή του/κάποιος πνίγεται στον πνιγμό του/

κάποιος/κανείς προετοιμασμένος να ζήσει στις περιοχές που γενναία κάτι τις μεταμορφώνει σε πραγματικές/ατελείωτες περιοχές με όχι είναικανείς/κάποιος/εγώ είμαι που,

όχι ας’ το καλύτερα

τεράστια αγάλματα του βούδα με τα χέρια να πιάνουν το κεφάλι

εσωκλείω τα πάντα

με πρόχειρους υπολογισμούς είναι αδύνατον να μην υπάρχω

καλύπτω όλη τη περιοχή που καλύπτεται από το όχι εγώ με την μελλοντική ανυπαρξία μου, θα ήταν λάθος να το ξεχνάω αυτό

γιατί ξεχνάω να υπάρχω και αγχώνομαι και τρέχω να προλάβω-τι;

Γιατί απλώνομαι όπως όπως στα πέρατα του είναι, ώρες, ώρες πιάνω πολύ χώρο

Πολύ χρόνο

Γιατί ποτέ μου δεν κατάλαβα πως είναι να καταλαβαίνεις κάτι, εκτός και αν είναι αυτή η χλιαρή αίσθηση εμπειρίας, αυτό το εσωτερικό «α» , σαν μια υπερσυντελική κτητικότητα αυτής της ίδιας, αυτής της καινούργιας σκέψης, που περνα και χάνεται σα κακό σήριαλ

Ας πούμε πως δεν καταλαβαίνουμε το σύμπαν που μας περιλούζει, αλλά κι όμως, με κάποιον περίεργο και διεστραμμένο τρόπο, το βιώνουμε, δηλαδή το περνάμε σαν αρρώστια, στην καλύτερη περίπτωση το ξεπερνάμε, το σύμπαν μας προσπερνάει, κανείς δεν δείχνει συγκλονισμένος, ούτε φυσικά κι εκείνο

Ας πούμε ότι μπορούμε

Ας πούμε τις θάλασσες 1 και τα ποτάμια 2 και τον ουρανό 4 και όλους τους θεούς 5 και όλη τη γη 6 και όλο το σύμπαν 7, καταλάβατε, ναι 1234567 κλπ και έχουμε ορίσει τα πάντα, για πάντα, θα μείνουν έτσι μέχρι κάποιος ασχοληθεί να αλλάξει τους ορισμούς, τις μέρες και τις νύχτες, τον κόσμο, τον εαυτό του, το τίποτα και τα πάντα, μαλακίες

Αν προσπαθούσα λιγάκι ίσως

Αν κάτι με άγγιζε, αυτή η ανατριχίλα, αν κάτι μέσα μου άνθιζε σε βαθμό να ωριμάσει μετά και να σαπίσει, αν όλα αυτά με κάνουν να είμαι , αυτό που είμαι, αυτό που δείχνω στον εαυτό μου, αυτό που προσπαθώ να αποδείξω πως υπάρχει και σκέφτεται και νιώθει και ανατριχιάζει και μένει μόνο του και δαμάζει το κορμί του, εναντι στο χρόνο ΤΟΥ, έναντι στον εαυτό ΤΟΥ, αυτό το είναι που νοιάζεται για το είναι του, το αμφίδρομο συναίσθημα του να είναι δικό σου κάτι το δικό σου, δεν ξέρω αν γίνομαι αντιληπτός, η συνειδητοποίηση πως κάτι δικό σου, πχ ο εαυτός σου, ΕΙΝΑΙ δικό σου, χωρίς να τον κέρδισες, χωρίς να σου αξίζει, χωρίς να έχεις ιδέα γιατί, 1234567 και 8 το είναι και πάει λέγοντας

χειμώνας/κόκκινα μάγουλα στη γυμνή θέα του κοριτσιού/σπυράκια στο πρόσωπο/βαρύς παλιός χειμώνας στο κεφάλι/όλα τα αισθήματα του κόσμου μαζί/έκρηξη

1234567890

παλιά νεκρά θάλασσα/ολόκληρη η σελήνη/μετέωρα τα σώματα βαδίζουν στην ερήμωση/αποθέματα σκέψης σέρνονται φιλήδονα/μακριά από μας/κάτοικοι μητρόπολης/ ξέρουν τα πάντα/ άπειρες παραλίες χαμένες στην άπειρη νύχτα/το χέρι σου πάνω στο δικό μου

οριακές εμπειρίες

ακατανόητο τέλος αναβάλει το τέλος του

ακούω και γράφω

Δραματική εξέλιξη/συγχαρητήρια σε όλους όσους εργάστηκαν σε/για αυτό το πλανήτη/οκανα/συνεχίζεται/συνεχίζεται/το ον που πάντα συνεχίζεται/ο πολιτισμός/αυτό που φαίνεται/γκολ και θέαμα/ζωσμένα όντα με εκρηκτικά/λουσμένα με βενζίνη/ενσωματωμένα σε αεροπλάνα/ισχνές αγελάδες/τρελές αγελάδες/διεθνή επιτροπή τρόμου/κοντρόλ/δημοσιογράφοι/πλήρης απόλυτος έλεγχος/βιασμοί/βασανισμοί/απάνθρωπες συνθήκες/αιτίες/όλα βαμμένα με αίμα/ακτιβιστές/πρόεδροι/παρατρεχάμενοι/μια θλιβερή μέρα για την αμερική/μια θλιβερή μέρα για τον Πέτρο τον οποίο δεν τον ξέρει κανένας και δεν θα τον μάθει κανένας γιατί μόλις πήδηξε από τον όγδοο/πλαστική χειρουργική/ανοσία/ανοησία/τρέλα/παράνοια/στατιστική/ομολογία/ποπ/σταρ/σκληρό ροκ/τεράστια βυζιά/πατατοκόφτης/πρεσβεία/απεργία/ανεργία/Μόσχα/ιός/καύσωνας/ η μυστικότητα που χαρακτηρίζει τις κινήσεις/ τσουνάμι/ αυτό που προκαλεί μεγάλη ανησυχία/ καταιγιστική δράση/συγκινητικό και ανθρώπινο/μια επαναστατική ανακάλυψη/το μήλο της έριδος και το κουτί της Πανδώρας/χρήση χημικών/υπό το καθεστώς του τρόμου/πιστωτικές κάρτες/καρτέλ/spreads/τα νησιά του βορειανατολικού αιγαίου/σκηνές πανικού/ παραδόθηκαν στις φλόγες/ περιβαλλοντική καταστροφή/πύρινη λαίλαπα/η χλωρίδα και η πανίδα/ΔΝΤ/ανθρωπιστική βοήθεια/οι αστυνομικοί που προσπαθούν να διατηρήσουν την τάξη/μολυσματικές ασθένειας/διεθνή κινητοποίηση/μέσα στα επόμενα εικοσιτετράωρα/παρασύρονται από ερμητικά νερά/επίθεση αυτοκτονίας/νέο κύμα βίας/ραμαζάνι/μακελειό/εικόνες φρίκης/η ζήτηση απεγνωσμένης βοήθειας/πυροδότηση εκρηκτικών/η πιο αιματηρή επίθεση των τελευταίων χρόνων/κλίμα απελπισίας/σημείωση θεαματικής ανόδου/ παλαιστίνιοι με δεμένα μάτια και χέρια/ανθρωπιστική βοήθεια/άσκηση βίας/προσωπική σελίδα στο facebook/ προκάλεσε έντονες αντιδράσεις/ έφυγε πρόωρα/το στερνό αντίο/το ύστατο χαίρε/η τελευταία κατοικία/ η κεφαλιά και το ένα-μηδέν/ ανακοίνωση στήριξης υποψηφιότητας/ πέρα και πάνω από κομματικές σκοπιμότητες/ ληστεία σε υποκατάστημα τράπεζας/τράπηκαν σε φυγή/η μηχανή εγκαταλείφτηκε σε ερημική τοποθεσία/έρευνα διεξάγεται/τροφή για καρχαρία σερφερ στην Αυστραλία/το όνομα του οποίου δεν έγινε γνωστό/τα καταγάλανα νερά/για προληπτικούς λόγους/απαστράπτουσα αντζελίνα τζολί/ο καιρός

Ρε άντε και γαμηθείτε.

Ο Κωστής Αργυριάδης ζει στη Θεσσαλονίκη.
Vakxikon Radio
Vakxikon Blog