Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 16

Solex (διήγημα) - Δημήτρης Παπαθέου

Maybe, objects with imaginary mass travel greater than the speed
of light. Mathematicians have a term for the square root of a negative
number -it's called an imaginary number.

Από εκείνα τα μεσημέρια που το λιβόρι σε κάνει να νιώθεις ότι σου φταίνε όλα, και το κορμί σου, σα σκεπασμένο με κόλλα, και το μυαλό σου επίσης.

Τον κλιματισμό ποτέ δεν τον πήγαινε, σε έσχατη ανάγκη τον βάζει. Οι ανεμιστήρες οροφής που ‘χει γεμίσει τα δωμάτια, έκαναν δουλειά και κάτι παραπάνω αφού κούναγαν τον αέρα κι αυτός τη φαντασία του, σαν κύματα που πηγαινοέρχονταν και από θαύμα δε μπερδεύονταν μεταξύ τους και στην 46 ιντσών Σόνυ του έβλεπε το «Dog Year» με τον Τζεφ Μπρίτζες, που σ’ αυτό το έργο  κούραζε, τον εαυτό του έπαιζε, και σκέφτηκε μόλις τελειώσει το έργο ν’ ανέβει στη σοφίτα, έναν τεράστιο χώρο κάτω από τα κεραμίδια της πολυκατοικίας τους που τον χρησιμοποίησαν σαν αποθήκη μόλις πρωτοπήγε ο καθένας στο διαμέρισμά του, μετά την καταστροφική ιδέα της αντιπαροχής του σπιτιού τους στην καρδιά της πόλης.

Πέρασαν πάνω από 10 χρόνια και αισθάνεται τύψεις που ποτέ ξανά δεν ανέβηκε να επισκεφτεί την αποθήκη στην οποία απόθεσε, ευλαβικά νόμιζε και πρόσκαιρα νόμιζε, ό,τι είχε μείνει από την πολύτιμη βιβλιοθήκη της μάνας του, βιβλιοθήκη που μπορούσε να σε περνάει από χρονιά σε χρονιά από τότε που πρωτοκατοικήθηκε αυτός ο γεωγραφικός τόπος μέχρι που στέρεψε η αγάπη και τα βιβλία πια δεν ήταν χρειαζούμενα και σταμάτησαν να φτάνουν σε εβδομαδιαία καλάθια στο σπίτι του.
Η μάνα του ποτέ δε σταμάτησε να διαβάζει μέχρι και τη μέρα που έφυγε, αλλά τα τελευταία χρόνια αρνιόταν πεισματικά να μορφωθεί άλλο, να μάθει περισσότερα για τούτο τον κόσμο και  μόνο μυθιστορήματα ήθελε πια. Καμιά φορά σκεφτόταν ότι μάλλον θα ’θελε, αν ήξερε τη διαδικασία πώς να το κάνει, να ξεμορφωνόταν, να ξέχναγε, να ξήλωνε όπως λέει ο Ελύτης μια-μια τις γνώσεις της όλες. Δεν το ’λεγε όμως, μόνο στα μάτια της το ’βλεπες, μπορεί να το ’χε πει και στο σκύλο που τη συντρόφευε δίπλα στο κρεβάτι της όταν την καταλάβαινε ότι πόναγε.

Πολλές φορές θέλησε ν’ ανέβει και να κάνει ξεσκαρτάρισμα και να κατεβάσει μερικά από τα σπουδαία αυτά βιβλία που στις σελίδες τους θα βρει την αφεντιά του και τα αδέλφια του να καθρεφτίζονται κατά στάδια νιότης, ωρίμανσης και βλακείας και .... ποτέ δεν πήγε μέχρι σήμερα.
pap2.jpgΠερίεργα ζεστό μεσημέρι κι αυτή η υγρασία παράξενη  δεν συμβαδίζει με το λιβόρι, πήρε το ασανσέρ, σταμάτησε στον πέμπτο κι ανέβηκε άλλο έναν όροφο με τη σκάλα και μετά την ξύλινη σκάλα με τα φαρδιά σκαλοπάτια πέντε, έξι ανοίγει την πόρτα και βρίσκεται μέσα.
Τα χρόνια αυτά βάλανε και οι άλλοι ιδιοκτήτες τα δικά τους πράγματα κι έτσι, αμέσως μπαίνοντας μέσα στον περίεργο χώρο από δοκάρια και πάνω τους κεραμίδια που στη μέση σ’ αφήνει να περπατάς όρθιος και στις άκρες καθώς πέφτει η σκεπή στα πλάγια σκύβεις και μπουσουλάς ακόμα, βλέπεις σωρούς τα πρώην νοικοκυριά, τις πρώην ζωές, τους πρώην ενθουσιασμούς, τις πρώην λύσεις, βουναλάκια-βουναλάκια με αυστηρά καθορισμένα μεταξύ τους όρια, τη διαφορά στο γούστο και την κουλτούρα και τη νοικοκυροσύνη και την ακόμα κι εδώ απληστία των μεν και το «δε βαριέσαι» των δε, και χαμογελώντας προχώρησε προς τα πίσω κι αριστερά προς τη μεριά του μεγάλου δρόμου που ήταν βορεινά του σπιτιού, γιατί τώρα θυμήθηκε ακριβώς που τα ’χαν τοποθετήσει, και παρακάμπτοντας μερικές ασύμμετρες αναμνήσεις εκφρασμένες με ρούχα και παλιά παπούτσια, έφτασε στο δικό τους απόθεμα.

Κόμπος στο λαιμό, εκτόνωση συγκίνησης και η ζέστη αποπνικτική, γαμώτο, στα κεραμίδια δεν υπήρχε παράθυρο και τα μεγάλα πακέτα των βιβλίων με το Κάστρο του Κρόνιν να μην κρατάει πια τη θέση του στο χρόνο και στο άλλο επικεφαλής ο Δέκατος Τέταρτος Σπόνδυλος, η Ταβέρνα της Τζαμάικα, ο Χριστός Σταμάτησε στο Έμπολι (σιγά μη σταμάτησε δηλαδή, αφού, ως γνωστόν, ούτε στο Μεσολόγγι δε σταμάτησε), ο Καλός Στρατιώτης Σβέικ, το Λεμονόδασος, η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι, ολόκληρος ο Παπαρρηγόπουλος, αλλά κι ο Ψυρούκης, τα Ποιήματα του Κλαύδιου Μαρκίνα που πέρασαν ένα καλοκαίρι μαζί του στο Μικρό Χωριό που παραθέριζαν μικρά και …δάκρυ, δειλό, θαμπό, τόσο δα δάκρυ.

Όλα τα βιβλία, όλη η μάνα του, αλλά κι ο πατέρας του με τον Παλαμά και το τεράστιο λεξικό Λαρούς και όλα τα Φιλοσοφικά Ρεύματα κατά αιώνες, δεύτερος κόμπος και το φως σα να τραβήχτηκε κάπως καθώς σκεφτόταν την τραπεζαρία με την τεράστια βιβλιοθήκη που κάθε βδομάδα δεχόταν καινούργιες μπατάγιες βιβλίων που τώρα στριμώχνονται επί δεκαετία και βάλε σε χάρτινα κιβώτια, σε άναρχο συνωστισμό μεταξύ τους, παρατημένα από αυτόν, διωγμένα απ’ τη ζωή του.

Άρχισε να τα βγάζει ένα-ένα μηχανικά και να βασανίζεται από το βίαιο σπρώξιμο της μνήμης και αποφάσισε να φωνάξει τα ανίψια του το Σαββατοκύριακο να τα κατεβάσουν όλα, και όσα έχουν σωθεί να πάρουν τη θέση που τους ανήκει στις βιβλιοθήκες των σπιτιών τους, κι ίσως κι αυτός να κράταγε κανένα και ο αδελφός του ίσως.

Στο στρίψιμο να φύγει πέφτει το μάτι του πάνω σε κάτι και με την υποψία μόνο κοκάλωσε. Πώς ήταν δυνατόν; Σκοντάφτοντας και ταραγμένος είδε  πράγματι το Σόλεξ του. Μα πώς; Ποτέ δεν το ανέβασε εκεί, όταν πια μετακόμισαν στην πολυκατοικία απλά δεν υπήρχε, είχε περάσει ευδόκιμα τη ζωή του, είχε χαρίσει σ’ αυτόν και σ’ όλους τους φίλους του ευτυχισμένες μέρες και είχε αποδημήσει εις Κύριον και δεν ήξερε καν τι είχε απογίνει.

pap3.jpgΤο SOLEX, το θρυλικό μηχανάκι που πήρε στην Τρίτη Γυμνασίου 1.500 δρχ. που κέρδισε στα χαρτιά, ξεχάστε το αυτό, μην το κάνουμε θέμα, Γυναικείος Σκελετός Χοντρός με Χοντρά Λάστιχα και στο Τιμόνι του μπροστά πάνω απ’ τη Ρόδα του ένα Μηχανάκι, τόσο δα μηχανάκι, θαύμα της τεχνολογίας, που καθώς έκανε πεντάλ, κατέβαζες τη μηχανούλα κάτω ώστε ο εσωτερικός τροχός που γυρνούσε εφάπτετο στο λάστιχο κι έτσι έπαιρνε μπροστά, και μετά τη δουλειά την αναλάμβανε ο μικροσκοπικός κινητήρας που μετέδιδε την κίνηση στο λάστιχο το μπροστινό και έτρεχε μέχρι 60 χιλιόμετρα την ώρα και όργωναν στην κυριολεξία την περιοχή και έμπαιναν και δυο και τρεις επάνω.

Επειδή η τεχνολογία σήμερα επιτρέπει να έχομε εικόνα χτυπήστε το στο GOOGLE να το δείτε πώς ήταν. Το κάνατε ήδη; Δεν είναι το πιο γλυκό μηχάνημα που έχετε δει;

Δεν μπόρεσε να κρατηθεί, άρχισε να το πασπατεύει, έπιασε τον εαυτό του να θέλει να του μιλήσει και ίσως να του ξέφυγαν και μερικές κουβέντες, χαϊδευτικές κουβεντούλες, χωρίς να ξέρω αν πήρε απάντηση.

Ξετύλιξε τις εφημερίδες που το κράταγαν ζεστό και επίκαιρο και στ’ αλήθεια φαινόταν ανέπαφο, έτοιμο για καβάλα.

Ξέχασε το λιβόρι και τους 40 βαθμούς, το κατέβασε με το ασανσέρ και με τα πόδια το πήγε στο βενζινάδικο όπου ο φίλος του τον κοίταξε περίεργα και με θαυμασμό και έκπληξη, -τι ειν’ αυτό το πράγμα;-, το ξεσκόνισε, του φούσκωσε τα λάστιχα και του ’βαλε βενζίνη Σούπερ. Λαδικό σπρέυ στον τροχό και για πλάκα καβάλησε κι έκανε πετάλ και καθώς πήρε φόρα όση χρειαζόταν, καθώς θυμόταν καθαρά πια τις κινήσεις και έπαιρνε το ρυθμό λες και δεν τον είχε αφήσει ποτέ, κατέβασε τη μηχανούλα στον τροχό και «πατ, πατ, πατ», ένα αμήχανο βήξιμο σαν να συστηνόταν, ένα «πατ-πατ-πατ» πιο γρήγορο και πιο οικείο στη συνέχεια και «πατρρρρρρρρρ», η μηχανή δούλεψε και ξεκίνησε.

Πέρασε την Πύλη με σκοπό να πάει προς το Κέντρο και βλέπουμε, αλλά  ο δρόμος δεν ήταν ίδιος, το Παλιό Νοσοκομείο δεν ήταν παλιό, απέναντι η Στρατολογία ακόμη λειτουργούσε σαν τέτοια, και ένας φαντάρος στη Σκοπιά, τα αυτοκίνητα ήταν της δεκαετίας του ’60, τον πέρασε ένα Κόνσουλ Κορτίνα, ένα Τάουνους, ένα Πεζώ 404.

Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου να τρίψει λίγο τα μάτια του να συνέλθει, αλλά το τοπίο δεν άλλαζε, περιέργως του θύμιζε τα χρόνια που το πρωτοπήρε, κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι του και τρελλάθηκε, δεν είχε ζάρες και είχε μαλλιά και αυτό που κοίταγε ήταν όμορφο!

Ό,τι και να συμβαίνει καλό είναι, δεν το ψάχνω επί του παρόντος, σκέφτεται και αποφασίζει να πάει Τουρλίδα.

Το τοπίο γνωστό, αγαπημένο, πανέμορφο, πριν την καταστροφή, πριν ο ορίζοντας προς τη Δύση διακοπεί βίαια από τόνους χωμάτων από εκείνο το ξεκοίλιασμα της λιμνοθάλασσας για να γίνει, λέει, λιμάνι και το χειρότερο ακόμη το πέταγμα των βυθοκορημάτων στη Λιμνοθάλασσα έτσι που να την κάνουν ξερακιανή γριά.

Δε χορταίνει το κοίταγμα και σκέφτεται να κρατήσει σημειώσεις όταν τελειώσει αυτό το πράγμα, που όνειρο δεν είναι, καθώς έχει τσιμπηθεί κατ’ επανάληψη και, όχι, δεν είναι όνειρο, να κρατήσει σημειώσεις λοιπόν και να τραβήξει φωτογραφίες με το κινητό του, πώς δεν το σκέφτηκε;

pap4.jpgΣταματάει στην άκρη του δρόμου που ήταν φρέσκια άσφαλτος, δεν περνούσε κανένα αυτοκίνητο, και τραβάει, τραβάει αχόρταγα να τους δείξει απτά αυτά που τους λέει στην δικιά του εποχή, το 2012 δηλαδή, για το πώς ήταν τα πράγματα, υπολογίζει να ’ναι το ’65 περίπου που ήταν στην Τρίτη Γυμνασίου και πρωτοπήρε το μαγικό αυτό, όπως αποδεικνύεται, Σόλεξ.

Διασταυρώνεται με γνωστούς που η μορφή τους είναι σαν τη δική του, την τότε δηλαδή και σα να μην τρέχει τίποτε αλλάζουν και κουβέντες και τα θέματα όλα που τους απασχολούσαν, που ’ταν για κουβέντα τότε, εντελώς φρέσκα μες στο κεφάλι του.

Κρατάει σημειώσεις, ηλεκτρονικά, στο τηλέφωνό του και ευτυχώς δεν τον είδε κανείς γιατί θα βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση να τους εξηγήσει. Τι να εξηγήσει δηλαδή σε ανθρώπους του 1965, ότι θα υπήρχε τηλέφωνο που χώραγε 1000 βιβλιοθήκες και σ’ έφερνε σ’ επαφή με εικόνες μ’ όλους τους ανθρώπους του πλανήτη όπου και να βρίσκονταν, ή που ό,τι και να το ρωτούσες είχε απάντηση σαν ζωντανό υπερλεξικό; Καλύτερα να μην τον δουν να το κάνει αυτό και τον ρωτήσουν.

Φτάνει Τουρλίδα, αράζει το Σόλεξ μετά το Παραλίμανο, λίγο πριν τον κομμένο δρόμο που σ’ ανάγκαζε να πας περπατώντας στα μαρόκια και πήγε κατ’ ευθείαν στην πέτρα τη δικιά τους, της οικογένειας και των φίλων του.

Δεν κρατήθηκε έβαλε τα κλάματα καθώς με απίστευτη ταχύτητα και τρυφεράδα και ζωντάνια παρήλασαν μπροστά του όλα τα αγαπημένα του πρόσωπα που τώρα δεν υπάρχουν.

Κάθισε να συνέλθει, όταν την είδε.

Κοιτούσε προς το Βασιλάδι περιμένοντας τον ήλιο να κάτσει για καλά και να κοκκινίσει το τοπίο με λίγο μπλε, ένα στεφάνι μπλε που το συνήθιζε ο Αύγουστος.

Ηλιοκαμένη με χυτά πόδια, στήθος μεγάλο και στητό που έδειχνε στον ορίζοντα, κι ένα πρόσωπο που ήταν σαν χάρτης των όμορφων τοπίων του κόσμου.

«-Σ’ άκουσα που έκλαιγες», του λέει, «αλλά δεν έκλαιγες από θλίψη, ήταν περίεργα στακάτος ήχος σαν από χαράς όργανο, σαν γέλιο παιδιού σε μαγική πόλη, έτσι ακούστηκες».
«-Μα σε ξέρω», της λέει, και το όλο σκηνικό έγινε ακόμα πιο αλλόκοτο, «σε ξέρω, είσαι η  Μάιρα».
«-Μου φαίνεται εξαιρετικά περίεργο να ξέρεις τ' όνομά  μου, αφού είμαι απ’ την Αθήνα και σήμερα ήλθα στην πόλη σας και βρέθηκα σε τούτο το παράξενα όμορφο μέρος».

Τώρα τι να της πει, ότι τη συνάντησε στα 2008 περίπου και την ερωτεύτηκε με τη μία αλλά δεν τόλμησε ποτέ να της το πει καθώς ήταν μικρότερή του πολύ και δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να κάνει τη ζωή της μπερδεμένο παραγάδι;

«-Φεύγω», της λέει, «γιατί 45 χρόνια από τώρα θα πονάω πολύ που θα σκέφτομαι ετούτο το απόγευμα».
-«Μη φεύγεις σε παρακαλώ», του λέει, «έχεις κάτι οικείο που είναι σαν να είμαστε χρόνια μαζί, κι αν φύγεις θα στενοχωρηθώ και θα νιώθω μόνη μου, ενώ μέχρι σήμερα δεν είχα νιώσει ποτέ μοναξιά και πώς μπορεί να φοβάμαι μην χάσω κάτι που δεν είχα ποτέ;».
-«Να σ’ αγγίξω πριν φύγω και, αν λειτουργεί αυτό το μοναδικό φυσικό φαινόμενο, ξαναβρισκόμαστε αύριο στον ίδιο βράχο την ίδια ώρα;». Και την αγγίζει και ήταν το ίδιο συναίσθημα που τον κατέκλυσε διανύοντας τα χρόνια σαν δευτερόλεπτα όπως την πρωτάγγιξε στα 2008 στη θάλασσα, το ίδιο κόχλασμα των υγρών του κορμιού του, η ίδια αίσθηση απομόνωσης της υπόλοιπης ζωής του σε φωτογραφικό επεισόδιο προκειμένου να χωρέσει το τώρα.
-«Θα μ’ αφήσεις να σε φιλήσω», του λέει, και δεν περιμένει την απάντηση, τον φιλάει και το κόκκινο του ορίζοντα τον κύκλωσε και το μπλε τον λύτρωσε και τα δυο μαζί ήταν το φιλί της, θα ’ναι για πάντα.

Φτάνοντας στη γειτονιά του το τοπίο ξανάπαιρνε τη σύγχρονη άσχημη μορφή του. Κλείδωσε το μηχανάκι στην αυλή της πολυκατοικίας, το χάιδεψε κι άρχισε να παλεύει με το αν θα το πεί στους δικούς του ανθρώπους ή θα πρέπει να επισκεφτεί γιατρό.

«-Πού το βρήκες αυτό;», του λέει ο Γιώργος του 5ου ορόφου, «πού το ξετρύπωσες, λειτουργεί;».

Τουλάχιστον αυτό υπάρχει. Κάτι είναι κι αυτό.

pap5.jpgΑνέβηκε στο σπίτι του με σκοπό να κάνει ένα μπάνιο, ν’ αράξει και να κάνει απολογισμό ή αναλογισμό καλλίτερα.
Είχε την αίσθηση ότι τα πόδια του δεν πάταγαν ακριβώς στο μάρμαρο, σαν να μεσολαβούσε ένα στρώμα αέρα, σαν η επαφή με τα στέρεα πράγματα να έλειπε. Μπήκε στο μπάνιο του και το νερό τον αντιμετώπισε ρεαλιστικά, τον ξανάφερε στην σίγουρη πραγματικότητα.

Κάθισε στην πολυθρόνα του αφού προηγουμένως έβγαλε στη σειρά πέντε αγαπημένους του παλιούς δίσκους σε βινύλιο και έβαλε τον πρώτο των Μπητλς να αρχίσει το στριφογύρισμά του.
Χαλάρωσε εντελώς τώρα, μια όμορφη αχλή γύρω απ’ ό,τι του συνέβη του επέτρεπε την προσέγγιση χωρίς αγωνιώδη ερωτηματικά.
Θα χαλάρωνε μια-δυο ώρες και μετά θα ασχολιόταν με τη λογική, την επιστημονική προσέγγιση του θέματος.
Άνοιξε τα μάτια του στις έξι το πρωί, όπως πάντα, το πρώτο άνοιγμα, και σηκώθηκε από το κρεβάτι γύρω στις 7, έτοιμος για να φύγει για τον πρωινό καφέ με τους φίλους πριν τη δουλειά, μια συνήθεια των τελευταίων κάμποσων χρόνων.
Στο ισόγειο σταμάτησε και γύρισε προς την πόρτα της αυλής, την άνοιξε και ξύπνησε για τα καλά, το μηχανάκι δεν ήταν εκεί!
Ανέβηκε πάλι στον πέμπτο και μετά τρέχοντας τις σκάλες και την πόρτα της σκεπής και ανοίγει και ήταν στη θέση που το ’χε βρει χτες, χωρίς όμως τις εφημερίδες που ήταν ξετυλιγμένες από αυτόν και τοποθετημένες σ ένα καλάθι. Τα βιβλία τον κοιτούσαν πάλι από το ίδιο σημείο όπως και χτες.
Πήγε πρώτος στο καφενείο, πήρε τον εσπρέσσο του και μέχρι να ’ρθουν οι άλλοι είπε να ρίξει μια ματιά στις χτεσινές σημειώσεις του και στις φωτογραφίες που είχε τραβήξει.
Καμία σημείωση μετά από την τελευταία που αφορούσε στα του σκάφους και την προετοιμασία της θαλασσινής εκδρομής του.
Πήγε στο άλμπουμ των φωτογραφιών και δεν υπήρχε καμία, πλην μιας κουνημένης πολύ, που έδειχνε μάλλον ένα ηλιοβασίλεμα εν πλήρει φωτογραφική αποτυχία που δεν είχε κανένα λόγο να είχε κρατήσει στις φωτογραφίες του προχτές που τις τακτοποιούσε περνώντας τις στο λάπτοπ.
Ήρθαν οι άλλοι, πρωινή συζήτηση για την κρίση, πρωινή πλάκα για ποδόσφαιρο και γυναίκες, γραφείο και δρόμο για την επίβλεψη στην οικοδομή που έχτιζε.
Σε ένα επίπεδο σκέψης ανάμεσα σ’ όλ’ αυτά, ή πάνω,  ή κάτω απ’ αυτά, ήταν η σφαιρική κεντρική οπτική των συμβάντων και κάπου ένα σταθερό υπόβαθρο λογικής του έλεγε: συνέχισε να δουλεύεις, υπάρχει εξήγηση, μην ανησυχείς, δεν είσαι τρελός, μόνο που κάποια στιγμή πρέπει να ξεκαθαρίσουμε αν ήταν όνειρο, πριν προχωρήσουμε σε πιο πολύπλοκες ερμηνείες. Τελευταίο αμυντικό πρόχωμα η σκέψη αν είναι έτσι η τρέλα δεν είναι κι άσχημα!
Δούλεψε όλη την ημέρα, έκλεισε κανονικά με φαγητό με φίλους ευχάριστα και φυσιολογικό ξεθώριασμα των εντυπώσεων όλων.
Κοιμήθηκε όμορφα και κύλησαν οι μέρες χωρίς απρόοπτα . Η ζωή του σχεδόν φυσιολογική εκτός από τη γεύση του φιλιού, που δεν έλεγε να φύγει από το στόμα του, απ’ το μυαλό του, από το όλο του.
Ώσπου η ζέστη ξανάρθε να κοκορευτεί λίγο πριν το τέλος του καλοκαιριού ότι μπορεί να μας ταλαιπωρήσει για μια τελευταία φορά. Οι ανεμιστήρες του απλά τον στέγνωναν όταν σηκώθηκε, φόρεσε το μαγιό του και μια μπλούζα που βρήκε μπροστά του και τράβηξε για την αποθήκη της στέγης.
Αυτή τη φορά πήδησε το στάδιο της συγκίνησης και υποσχέθηκε πως ό,τι και να συμβεί, τα βιβλία την Κυριακή κατεβαίνουν στις βιβλιοθήκες.
Το έβγαλε, το κατέβασε κάτω, το καβάλησε σαν ποδήλατο να πάει να του βάλει βενζίνη γιατί δεν είχε, πήγε στο ίδιο βενζινάδικο αλλά ήταν ο αδελφός του φίλου του που ήταν την προηγούμενη φορά και τον ρώτησε σχεδόν τα ίδια πράγματα όπως και ο αδελφός του. «Πατ, πατ, παττττ, παττττ, πατρρρρρρρρρρρ», έφυγε για Τουρλίδα.
pap6.jpgΜετά τον Άγιο Σπυρίδωνα το τοπίο πάλι αλλαγμένο, αυτή τη φορά οι αλλαγές τον φέρνουν στα φοιτητικά του χρόνια, χρόνια βαθειάς Χούντας και προσπερνά τα μηχανήματα που σκάβουν το λιμάνι και πετούν τις λάσπες στην αγκαλιά της Πλώσταινας κι αναρωτιέται αν μπορεί με την ασφάλεια της άλλης εποχής που ανήκει, αν μπορεί να κάνει τίποτε για να σταματήσει το έγκλημα, και του ήρθαν στο μυαλό οι στίχοι που είχε γράψει εκείνο το απόγευμα που πρωτοαντίκρυσε τη φρίκη στη θάλασσά του σε μια κάθοδο από Αθήνα και ψιθύριζε κάτι για γαλαζοπράσινα λιβάδια ονείρων και για θλίψη που χάθηκαν.
Πάλι χαιρέτισε κόσμο, πάλι κουβέντιασε με φίλους, πάλι τράβηξε φωτογραφίες και βρέθηκε στο Τέρμα της Τουρλίδας, που όμως πια δεν είδε τα μαρόκια, ήδη τα είχε ανατινάξει ο Δήμαρχος και είχε στρώσει τσιμέντα για να πηγαίνει ο κόσμος να κάνει μπάνιο σε τσιμεντένια παραλία, είπε.

Την είδε ν’ ανεβαίνει από τη σκάλα τη σιδερένια, να πηγαίνει κόντρα στον ήλιο σαν φιγούρα αφομοιωμένη από αυτόν φιγούρα του ήλιου, στην πετσέτα της, να σκουπίζεται και να ξαπλώνει.

Μερικές φορές νιώθουμε ένα κατέβασμα ψυχής στο λάρυγγά μας προς το στομάχι, μερικές φορές και το αντίθετο κι αυτό κάποιος παλιά το είπε έρωτα, μετά το διευκρίνισαν σε χημικές ενώσεις που όμως έχουν άμεση εξάρτηση από το θυμητικό και αυτό το είπαν πάλι έρωτα.

Αποφάσισε να μην της μιλήσει, να μην τον δει, και γύρισε να φύγει, όταν ένιωσε το χέρι της να τον αγκαλιάζει να του στερεί την βούληση, να τον γυρνάει στο πρόσωπο της, να του πιάνει το δικό του πρόσωπο και να το φέρνει κοντά, πολύ κοντά, περισσότερο απ’ όσο μπορούσε ν’ αντέξει, και τότε τη φίλησε αυτός, σα μια συνέχεια του πρώτου απόλυτου φιλιού που ποτέ δεν τέλειωσε και έκλεισε τα μάτια και υψώθηκε λίγο πάνω απ’ τους δυο τους προς τη θάλασσα για να ’χει καλλίτερη θέαση και να προστατεύεται από την αλμύρα της να δει τους δυο τους να συμμετέχουν σε μια αγκαλιά τόσο σφιχτή που κι ο αγέρας άλλαξε δρόμο.

Το μόνο που σκέφτηκε ήταν: «και πώς θα ζω χωρίς αυτή τη γεύση;», και την ίδια στιγμή απαντούσε: «θα ζεις μ αυτή τη γεύση, σαν ανάμνηση, σαν μέσα πουκάμισο,  σαν ύπαρξη, σαν τρόπος ύπαρξης, σαν ζωή δηλαδή».

Τον χάιδεψε σαν να περιέγραφε το πρόσωπό του ή σαν να το σχεδίαζε για παρακαταθήκη, τον ξαναφίλησε, τον ξαναχάιδεψε και του λέει «-φύγε κι έλα αύριο την ίδια ώρα, όχι όπως την άλλη φορά που χάθηκες, μη με στήσεις, φύγε τώρα».

Αυτή η νύχτα δεν ήταν ήσυχη σαν τις άλλες. Δεν έφτανε η υγρή ζέστη έκανε κι ένα σεισμό πολύ κοντά τους που τους τάραξε, ευτυχώς μόνο ταραχή και το πρωινό φως ήλθε καλοδεχούμενο.

Δούλευε πυρετωδώς και περίμενε να ’ρθει το απόγευμα. Αυτή τη φορά θα πήγαινε. Δεν θα επαναπαυόταν στα προστάγματα της επιστήμης και της θετικής δυτικής σκέψης, θα διακινδύνευε να γίνει ρεζίλι στον εαυτό του και θα πήγαινε. Τουλάχιστον δεν θα ’δινε το δικαίωμα ασυνέπειας έστω  και σε μια φανταστική επιθυμία του ανθρώπου του.

Ίδια διαδικασία, σε άλλο βενζινάδικο αυτή τη φορά που είχε εξαντληθεί ο αριθμός των αδελφών και αναγκαστικά θα ’πεφτε σ’ έναν από τους δύο,και Τουρλίδα.

Άργησε να συνειδητοποιήσει ότι το τοπίο ήταν αυτό που βλέπει κάθε μέρα στα 2012, ακριβώς γιατί ήταν το οικείο τοπίο.

Πήγε στην Τουρλίδα όπου δυστυχώς οι σημερινές  εξαμβλωματικές «πολιτισμικές» παρεμβάσεις σου στερούν το δικαίωμα ακόμα και να προσεγγίσεις το μέρος που ήταν τα μαρόκια χωρίς προηγουμένως να υποστείς το μαρτύριο της θέας των κατασκευών που μόνο για πανηγύρια σε χωριά απόμακρα και του προηγούμενου αιώνα θα ταίριαζαν.

Δεν ήταν εκεί. Έπεσε για μπάνιο, αν και είχε πολλά χρόνια να κάνει μπάνιο στο μέρος αυτό, έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε να τον πηγαίνει το νερό με το οποίο είχε σχέση τρυφερή και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Πρέπει ν αποκοιμήθηκε όταν το γέλιο της τον ξύπνησε, κολυμπούσε δίπλα του και του έπιασε κουβέντα για διάφορα θέματα που πάντα συζητούσαν όταν βρίσκονταν από το 2009 και μετά, αφού προηγουμένως τον αγκάλιασε και τον φίλησε στα δυο μάγουλα.

Ό,τι και να ’ταν αυτό που τον είχε κάνει να ζήσει στις δυο προηγούμενες βόλτες στο χρόνο και τη συνάντησή του με τη Μάιρα σε μια υπερηλικιακή και τις δύο φορές κατάσταση, είχε σταματήσει. Ήταν στο τώρα φανερά και αδυσώπητα, Αύγουστος του 2012 στο τέλος του λίγο πριν πάνε για δουλειά.

Ή μήπως όχι; Μήπως κάθε φορά που καβαλούσε το Σόλεξ του πήγαινε βόλτα στο χρόνο μπροστά μία ή περισσότερες  δεκαετίες κάθε φορά και την επόμενη θα πάει στο μέλλον;

Ανατρίχιασε. Δελεαστική και ταυτόχρονα τρομακτική σκέψη. Ποτέ του δεν υπήρξε ιδιαίτερα θαρραλέος και ριψοκίνδυνος, όμως τώρα αυτό είναι μια πρόκληση που δεν μπορεί να περάσει έτσι.

«-Τι σκέφτεσαι;», τον ρώτησε η Μάιρα που της αναγνώριζε  εξαιρετική ευφυΐα  και οξυδέρκεια.
«-Μόνο εσένα», της απάντησε με την προσήλωση που της έδειχνε πάντα εκφράζοντάς της ανυπόκριτα θαυμασμό, που της άρεσε και την έκανε να γελάσει.

Της είχε πει σε ανύποπτο χρόνο ότι θα ’δινε τα πάντα να καβάλαγε τη μηχανή του χρόνου και να τη συναντούσε σε ίδιο ηλικιακό επίπεδο, τότε δεν θ άφηνε κανέναν να του την πάρει, και της είχε αρέσει, το είχε φυλάξει και καθώς δεν ήταν από τα κορίτσια που η σεμνοτυφία τους έκανε δύσκολη τη ζωή, δεν δίστασε καθόλου να συμφωνήσει μαζί του και μάλιστα μ’ αφορμή αυτή την κουβέντα του εξομολογήθηκε μια συμπάθεια και μια περίεργη έλξη που αγνοούσε δεκαετίες και ρυτίδες, αλλά μέχρι εκεί.

Κανείς τους δεν σκέφτηκε μετά την αμοιβαία αναγνώριση της αδυναμίας τους που έφτανε μέχρι και αγγίγματος των χεριών και των ματιών τους και των γέλιων τους, άντε και μερικών στίχων που επέτρεπαν να διαταράξουν την ήρεμη και φυσιολογική ροή ζωής τους και πολύ χαιρόταν να βλέπει τη Μάιρα ερωτευμένη και ευτυχισμένη με τον φοβερό φίλο της, που τον πήγαινε κιόλας.

«-Να σου πω κάτι;», τον ρώτησε χωρίς να υπάρχει λόγος αφού δίπλα κολυμπούσαν, μόνοι τους ήταν και μάλιστα είχαν και την «κατά λάθος» επαφή μεταξύ τους με καταλύτη και συγχωρήτη το θαλασσινό νερό.

«-Τον τελευταίο καιρό έχω μια αίσθηση ότι έχομε φιληθεί κάποτε, ενώ δεν  έχει συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο, εκτός κι αν το ’χω δει στον ύπνο μου, αλλά πάλι έχω αυτή την αίσθηση έντονα στη μνήμη μου που ανακαλείται συχνά, πολύ συχνά και είναι σαν το αλάτι στην επιδερμίδα μετά τη θάλασσα. Είναι μια αίσθηση που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση και φοβάμαι ότι ο μόνος τρόπος να εξακριβώσω πόσο σχέση με την αλήθεια έχει αυτή η μνήμη του μυαλού και των χειλιών μου είναι να σου ζητήσω να φιληθούμε, ένα φιλί μόνο, σαν διαγνωστικό και επομένως επιτρεπόμενο, χωρίς συνέπειες, χωρίς προοπτικές, χωρίς να συμβεί δηλαδή, σαν αληθινή φαντασία, αν θέλεις».

Πριν προλάβει να τα επεξεργαστεί και να προφυλαχτεί από τα χρώματα της στιγμής που εξερράγη, πριν προλάβει να γίνει θάλασσα και να την προστατέψει από την τόσο αιτιολογημένη αποκοτιά, του κράτησε τα χέρια κάτω από το νερό και τον φίλησε.

Χρόνε άχρονε, νερένιο φως, φλέβες ερωτικές, ψυχή που δραπέτευσε για πόσο κανείς δεν ξέρει, πόσο κράτησε; Μπορεί ’βδομάδες, μπορεί και μήνες, δευτερόλεπτα ίσως, γύρισε με την αμείλικτη επίγνωση πως ήταν το φιλί των προηγούμενων συναντήσεων και την ακούει να τον ρωτάει:
«-Πώς γίνεται; Αυτή  η ίδια γεύση, πώς γίνεται»;

Ο ήλιος έγερνε με τον γνωστό μεγαλοπρεπή και διακριτικό τρόπο, της Τουρλίδας τον τρόπο, κοίταξε το πρόσωπό της μες στη φωτιά και την ησύχασε, πολύ ήρεμα, βάζοντας την παλάμη στα χείλια της, «-σσς!, μην το ψάχνεις, άσ’ το να υπάρχει μέσα μας, σαν προσευχή, σαν  όνειρο, σαν προστασία. Άσ’ το να υπάρχει».

Εκεί ακριβώς έδωσε εντολή στο κορμί του να ξεκινήσει την αποχώρηση και ξεκίνησε πράγματι τον αργό βηματισμό που δεν πρόλαβε όμως να τον απομακρύνει ούτε μερικά εκατοστά μέσα στον υδάτινο όγκο, αφού τα χέρια της που κρατούσαν τα δικά του, αποφασιστικά και με δύναμη που δεν μπορούσε να φανταστεί ότι διέθετε, τον γύρισαν πάλι προς το μέρος της και κόλλησε επάνω του σαν πεταλίδα σε βράχο και τα χείλια της διεκδίκησαν πάλι αυτό που δικαιούταν, μια παράταση στο όνειρο, μια σφραγίδα γευστοποιημένου έρωτα, μια απόδειξη, δική της απόδειξη, ευτυχίας.

Φιλήθηκαν ξανά. Από τα δάχτυλα των ποδιών τους στην άμμο μέχρι τα χείλια τους τα κορμιά τους επιδόθηκαν σ ένα αυτόνομο κάλεσμα  ηδονής, κάθε κύτταρο ανήκε στο αντίστοιχο του άλλου κορμιού, της σήκωσε το στηθόδεσμο και η θάλασσα του πρόσφερε σαν σπονδή τα στήθη της, τα φίλησε και παρέλυσε, της παραμέρισε το σλιπάκι και μπήκε μέσα της, τα πάντα έρεαν, η ώρα, το φως, η θάλασσα που ήταν κι αυτή φως και χρώματα και τους κύκλωσε χρωματισμένη σα μουσική και μπήκε κι αυτή μέσα της και όλα γίναν πόθος κι ο πόθος έκρηξη και τα πρόσωπά τους εναλλάξ αποδέχονταν την υποταγή και μετά, δεν υπήρξε ποτέ μετά, αφού όταν ο παροξυσμός καταλάγιασε, ήταν ακόμη ο ένας απόλυτα δοσμένος στον άλλο και μόνο ύστερα από ώρα ένα ανατρίχιασμα κρύου ρεύματος τους έκανε να κοιτάξουν γύρω τους κι ευτυχώς ήταν μόνοι στο σκοτάδι πια που μόλις αχνόφεγγε απ’ τη Δύση.

Απομακρύνθηκε πολύ ήσυχα κολυμπώντας προς τα εκεί που ’φυγε κι ο ήλιος κι η Μάιρα φέρνοντας και τις δυο παλάμες της στο στόμα σε μια χειρονομία φύλαξης για πάντα του μυστικού τους τον χαιρέτησε.

Στο γυρισμό δεν μπορούσε παρά να κουβαλάει την στιγμή σαν φυλαχτό και άφηνε για αργότερα, για αύριο, για πολύ αργότερα να σκεφτεί λογικά.

Όταν πέρασε το Ξενία, απέναντι στο χώρο των αθλητικών εγκαταστάσεων γινόταν η έκθεση των τοπικών προϊόντων, -πώς δεν το ’χε αντιληφθεί ερχόμενος;- γίνεται και φέτος σε συνέχεια της περσινής επιτυχίας, μπράβο, και τότε βλέπει την αψίδα 1η Έκθεση Προϊόντων του Τόπου 2011.

Ώστε τον έφερε στην περσινή χρονιά η τρίτη του βόλτα; Και πώς…; Άρχισε να σκέφτεται με πρώτη επιθυμία να γυρίσει πίσω στην Τουρλίδα να ξαναζήσει  όσο μπορούσε…

Την άλλη μέρα ξύπνησε με το κορμί του σε μια ευτυχισμένη διάσταση που δεν το είχε ξανανιώσει, έφερε στο μυαλό του τα χτεσινά ή περσινά, ή ποιος ξέρει πότε και άρχισε να μεταφέρει τα βιβλία στα σπίτια τους. Μόνο χαρά ένιωθε, μόνο ζεστή χαρά με τις αναμνήσεις που καθόλου πια δεν ήθελε να ψάξει το γιατί τους και ούτε θα προσπαθούσε να δει τη δεκαετία που έρχεται με μια καινούργια βόλτα, μπορεί και να μη συνέφερε, η φύση έτσι κι αλλιώς το ταξίδι της το κάνει γιατί να το ξέρουμε από πριν;

Τον βοηθούσε ο ανιψιός του ο Λευτέρης που του ζήτησε να κάνει μια βόλτα με το Σόλεξ όταν τελειώναν τα βιβλία και βέβαια δεν του αρνήθηκε.

Αργά το απόγευμα τελείωσαν όταν, όπως του υποσχέθηκε, τον βοήθησε να κατεβάσει το μηχανάκι και του έδειξε πώς λειτουργεί.

Έφυγε για την απογευματινή του βόλτα και γύρισε μετά από καμιά ώρα περίπου όταν είχε πέσει σκοτάδι πια.

Κατεβαίνοντας από το μηχανάκι, ήταν παρών-απών, τα μάτια του διεσταλμένα και η απορία ήταν ανάγλυφη στο πρόσωπό του.

«-Πώς ήταν η βόλτα»;
«-Καλά», απάντησε, αλλά ήταν φανερό ότι το μυαλό του επεξεργαζόταν άλλα δεδομένα.

Δεν του απάντησε, χαμογέλασε, πήρε το Σόλεξ και το έβαλε στο ασανσέρ, το ανέβασε στη στέγη και άρχισε να το τυλίγει με μια κουβέρτα.
 

ΤΕΛΟΣ
Σημ. Φωτογραφίες [σε επιμέλεια Σωτήρη Κακίση]: 1. Brigitte Bardot on a Solex, 2. A Greek on his Solex, 3. Catherine Deneuve with a Solex, 4.  Steve McQueeen on a Solex, 5. Shadow of a Solex, 6. A Girl, the Sea and a Solex.


Ο Δημήτρης Παπαθέου έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Ντόρος –χρονογυρίσματα στο Μεσολόγγι (Εκδόσεις Αιγαίον, 2011). Ετοιμάζονται -σε κοινή έκδοση- τα δύο του επόμενα μυθιστορήματα Σεωρή και Ταϊτατάτς.

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog