Περιεχόμενα Τεύχους #15


Μεταμορφώσεις - Συλλογικό [Μτφρ. Χρίστος Κρεμνιώτης]

Κατεβάστε την έκδοση Vakxikon.gr

[Πρωθύστερο: Πολλά από τα παρακάτω αναγνωρίζω πως δεν ενδείκνυνται ως επίμετρο μιας λογοτεχνικής εργασίας-όποιου επιπέδου και να είναι αυτή- μολαταύτα, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει τις περιστάσεις των καιρών στους οποίους εργάζεται καθώς επίσης δεν γίνεται να μη προσπαθήσει να συνοψίσει όσα θέλει να κοινωνήσει  και αφορούν ακόμη και τα ποιοτικά κριτήρια του  ιδίου του αναγνωστικού κοινού.]

Συνοπτικά- και ιδιαίτερα στο έργο του Ρεμπώ- πρέπει να πω ότι αρνήθηκα συνειδητά τη φιλολογική μετάφραση. Ας κριθώ, απ’ το εάν πρόδωσα την πικρία του και, φυσικά, από  αυτούς, που έχουν να προτείνουν κάτι άλλο ως εξήγηση, στο τι τον πίκρανε και στο τι τον εξόργισε. Κάτι άλλο από τις προσεγγίσεις που καλύπτουν την έλλειψη της ίδιας, δικής αντοχής στην ξηρασία της όποιας μεταμοντέρνας εγκεφαλικότητας ή, όποιας, αρ-υστερικής προσέγγισης που βρομά ποδαρίλα και ό,τι λέει, ακούγεται περισσότερο από ηχώ φωνών σε σαλόνια πολλών τετραγωνικών μέτρων παρά μέσα από την αντάρα της διαβεβλημένης ουσίας του ανθρώπινου όντος. Η μοίρα του, άλλωστε, στα χέρια των υπερρεαλιστών δεν αντιμετωπίστηκε λιγότερο χυδαία. Έχουμε, ωστόσο, κάποιον που πολύ προσομοιάζει η τελική του απέχθεια, με την αηδία που πιστεύω ότι ο ίδιος ο Ρεμπώ θα αισθανόταν προς αυτούς, ακόμη και εάν στάθηκε λιγότερο έντιμος: εννοώ από τον Αρτώ, που παρά την όποια κόπωση του, διέβλεπε πως «ο σουρεαλισμός πέθαινε από τον ηλίθιο σεκταρισμό των πιστών του». Φαίνεται, μετά από αυτόν, έμελλε να σήπεται εις το διηνεκές-ή, τουλάχιστον ως τις ημέρες μας- ένας κάποιος υποτιθέμενος μοντερνισμός, του οποίου και παρακολουθούμε τις μορφικές μεταλλάξεις που του προκαλεί η σήψη, χαρακτηρίζοντας το κάθε επόμενο στάδιο του πτώματος, μεταμοντερνισμό, εξομολογητική ποίηση κτλ κτλ κτλ. Μάλιστα, αρκετοί, αναγνωρίζοντας –αλλά όχι ομολογώντας- τον θάνατο του εκάστοτε ρεύματος, αναρωτιούνται για το κατά πόσο η ποίηση πέθανε, μεταλλάσσοντας έτσι, το προσωπικό τέλμα σε απόρριψη της καθολικότητας. Αναφέρομαι, βέβαια, στις εμμονές των εκάστοτε γραφέων στο ένα ή το άλλο ρεύμα και, για την ακρίβεια, στον προσεταιρισμό των πιο εύκολων χαρακτηριστικών του ενός ή, του άλλου ρεύματος που ενώ σε φυσιολογικές συνθήκες, ως αποτέλεσμα, θα προκαλούσε για λίγες- αρχικές- στιγμές το γέλιο και έπειτα την απέχθεια, στην αλλοπρόσαλλη ατμόσφαιρα της σύγχρονης ελληνικής κατάστασης, καταλήγουν σε επαίνους αφού πρώτα ή, ελεγχθούν από κόμματικοιδεολογικούς μέντορες και καταχωρηθούν στα καταστατικά του κόμματος, ή, ψηλαφηθούν από δάχτυλα τρέμοντα από ερωτικούς σπασμούς χεριών που πάμπολλα γελοία ποιητικά αποτελέσματα έδωσαν και πλέον, φροντίζουν για τη διαιώνιση του είδους –ρεύματος τους. Είναι σαφές- και δυστυχώς, δεν γίνεται να μην αναφερθούν όλα αυτά σε ένα κείμενο που ελπίζει την ανάγνωση από ανθρώπους κάποιας επίγνωσης- πως η κατάσταση στην Ελλάδα έχει εν μέρει διαμορφωθεί από τραγελαφικές ιστορίες.  Μια από αυτές, είναι να παρουσιάζονται οίκοι που χτίστηκαν από την παραπαιδεία δεκαετιών και να επιβάλλουν, τελικά, συγκεκριμένα ρεύματα μέσω ανθρώπων που δεν έχουν κανέναν χαρακτήρα, καμία υπόσταση και καμία ταυτότητα. Όπως και να ‘χει, ας κριθεί ο καθένας από τη στάση που θα κρατήσει, μέσα σε αυτή την συνθήκη υπερεκχείλισης των βόθρων του σεξισμού, της πουριτανικής θεοσεβίστικης διάρροιας, του υλισμού και- για να θυμηθούμε και πάλι τον Αρτώ- «του [μετα]μαρξισμού, αυτού του τελευταίου σάπιου καρπού της δυτικής νοοτροπίας».

Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο λόγος που απάνθισα μικρότερα ή μεγαλύτερα ποιήματα από διάφορους  και διαφορετικούς ποιητές έχει και αρχή και τέλος, την υπενθύμιση ενός άλλου επιπέδου ποίησης και μιας άλλης προσέγγισης, σε κάποιους από τους ποιητές που ίσως να είναι κάπως πιο γνωστοί αλλά, κατά την άποψη μου, ακραία κακομεταφρασμένοι, όπως ο Κουαζίμοντο. Ελπίδα δηλαδή, πως η νοσηρότητα των καιρών, στα οστά κάποιων εκ των ασχολούμενων με αυτή τη τέχνη- και με ενδιαφέρει επί το πλείστον η γενιά μου- να μην έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό, και, το μέγεθος, ο λυρισμός, η τεχνική και το βάθος των ποιητών, να κατορθώσει να τους θέλξει και να αντιληφθούν, όσα η χυδαία λίγη γενιά του ‘70, αλλά και η ιδιαιτέρως εύκολη μετασοσιαλιστική ζωή,  δεν τους επιτρέπει γύρω από την πραγματική τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης- τραγικότητα, που όσο πιο αληθινή είναι τόσο λιγότερο αφήνει τη γεύση του μηδενισμού- και δη, του αστικού μηδενισμού, που τόσα και τόσα ευπαθή θεατρινίστικα βουτυρόπαιδα αναδεικνύει τα οποία, πότε στη βιωτή του Ρεμπώ ή, του Αρτώ, πότε στις ασθένειες μιας Πλαθ, αναζητούνε έδαφος για να τραφούν τα χαρακτηριστικά που τους μεν πρώτους σε συγκεκριμένες ακόμη και κλινικές συγκυρίες τους ανέδειξαν μεγάλους ποιητές [όχι φυσικά και την Πλαθ] στην δε περίπτωση τους, οπού το ζητούμενο είναι το όποιο χαρακτηριστικό καθαυτό, δεν μπορούμε παρά να μιλήσουμε για βίτσια, που πολύ πιθανό να εξηγούνται και ως συμπτώματα ανθρώπων δίχως προσωπικότητα.

Από λογοτεχνικής άποψης, τώρα, μεταφραστικό κριτήριο υπήρξε, αυτό που θα δινόταν στην ελληνική, να αποτελεί κατά το μάλλον ή ήττον, ποίημα και όχι φιλολογική ακροστιχίδα. Σε τίποτε δεν υποτιμώ-κι ούτε μπορώ άλλωστε- την ακριβή ετυμολογική μετάφραση αλλά, μου φαντάζει πως οι τρέχουσες συγκυρίες επιτάσσουν περισσότερη ποίηση και λιγότερη φιλολογία. Ποίηση, ωστόσο, που είτε στο επικολυρικό ύφος του Περς, είτε στην απόλυτη γεωμετρία της σύντηξης των ποιημάτων του Κουαζίμοντο, εμπεριέχεται και ενσαρκώνεται με μια ευφυώς και σκληρά μελετημένη αρχιτεκτονική, που βέβαια δεν συμβαδίζει με τις αντιλήψεις ή, τουλάχιστον τα αποτελέσματα της τόσο κακής μορφολογικά και αβαθούς πνευματικά- ή, ξεχνάμε πως και κάτι τέτοιο χαρακτηρίζει την υψηλή τέχνη-  ποίησης των ημερών μας.

Επιπλέον, το περιεχόμενο του βιβλίου, εάν θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο από άποψη στοχασμού- το λέω, διότι είναι προφανές, ότι οι σύγχρονοι ποιητές, δείχνουν να αγνοούν ότι η τέχνη δύναται να προσκαλεί σε στοχασμό- οπωσδήποτε, θα είχε νόημα καθόσον δεν θα διστάζαμε- επιτέλους- να θέσουμε πραγματικά ερωτήματα που ίσως να ανέτρεπαν ακόμη και την ίδια την ιστορία της λογοτεχνίας- των κολεγίων και των πανεπιστημίων. Διάφορα ψευδο-αστικά ερωτήματα που διατυπώθηκαν, έχουν τυραννήσει την τέχνη στον ίδιο βαθμό, που έχουν γλυκάνει τη ζωή όσων δεν έχουν κανένα ταλέντο σε αυτή. Ένα από αυτά, το περίφημο «Μπορεί να γράφεται ποίηση μετά το Άουσβιτς;»  βρίσκεται αντιμέτωπο με άλλες διαστάσεις της πραγματικότητας εάν κανείς αναλογιστεί ότι το εμπεριεχόμενο ποίημα του Νερούδα, αποτελεί θρήνο για τους χαμένους προγόνους του, που χάθηκαν από μια γενοκτονία διόλου λιγότερο φριχτή από εκείνη που το παραπάνω ερώτημα προφασίζεται. Τα παραδείγματα βέβαια, είναι πολλά: ο Σολωμός, δεν συνέθετε όταν το γένος του κινδύνευε να εξαφανιστεί έπειτα από τέσσερεις αιώνες τυραννίας; Ο Μαντελστάμ, δεν έγραφε παράλληλα με τη γενοκτονία – ή, αλλιώς, ριζοσπαστικότητα- του πολιτισμού του;

Η ποίηση, είναι μια ανθρώπινη πράξη και ως τέτοια, είναι κατώτερη του ανθρώπου. Είναι το μέγεθος του ανθρώπου που θα αναδείξει και την πράξη του και, το μέγεθος του ανθρώπου, κρίνεται –και αυξομειώνεται- από το σε τι εστιάζει, σε τι χαίρει, τι αγαπά.

Ο άνθρωπος κρίνεται, από το ποιον θησαυρό φύλαξε στην καρδιά του. Έτσι, τα ποιήματα του Σαραντάρη που τέθηκαν ως «ιντερλούδια» και δεσμοί μεταξύ των άλλων ποιητών, πέραν της αρχιτεκτονικής αιτίας της ύπαρξης τους στο βιβλίο, έχουν ως αλληγορική αφορμή ένα «συμπέρασμα» του ίδιου του ποιητή:

«Η συμφιλίωση, δεν πρέπει να είναι δύσκολη ανάμεσα σε αγάπες.»

Χρίστος Κρεμνιώτης

 

Creative Commons License
Τo παραπάνω έργο χορηγείται με άδεια