Επιτέλους το e-book μπήκε -και με το νόμο- στην επίσημη βιβλιογραφία του συγγραφέα. Και επειδή σε αυτή τη διαδικτυακή εποχή, οφείλουμε όσοι ασχολούμαστε με το μέσο ν' αξιοποιούμε την όποια δυνατότητα μας προσφέρει, στο (ηλεκτρονικό) Περιοδικό Γραμμάτων & Τεχνών Βακχικόν, που αισίως έχει κυκλοφορήσει 13 τεύχη και μετράει 3 χρόνια ζωής, αποφασίσαμε να στήσουμε ψηφιακή εκδοτική παραγωγή. Πιο επίσημα δεν γίνεται, έχω να σας πω.
Τα ψηφιακά βιβλία των Εκδόσεων του Περιοδικού Βακχικόν εκδίδονται με ελάχιστα χρήματα, προσφέρονται στο κοινό δωρεάν. Δεν υπάρχουν έξοδα παραγωγής, ούτε κλειδώματα και ξεκλειδώματα (πληρωμένης) ανάγνωσης. Μπορούν με αυτό τον τρόπο όσοι σκεπτόμενοι λογοτέχνες το θελήσουν, να γλυτώσουν μερικές χιλιάδες ευρώ και να μην πονάει τόσο η τσέπη τους, όπως συνήθως γίνεται όλα αυτά τα χρόνια στην πλειοψηφία των μικρών και μεγάλων εκδοτικών οίκων. Προσέξτε, δεν λέμε όχι στο τυπωμένο βιβλίο. Κάθε άλλο. Είμαστε εραστές του, με αυτό μεγαλώσαμε. Απλώς θέλουμε να βάλουμε το διαδίκτυο πιο ενεργά στη λογοτεχνική παραγωγή, και να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες του, ώστε και η ψηφιακή ανάγνωση να δοκιμαστεί περισσότερο, και η έκδοση να μην επιβαρύνει την τσέπη του συγγραφέα.
Οι Εκδόσεις του Περιοδικού Βακχικόν -έχουν σχεδιάσει- να κυκλοφορούν τέσσερις τίτλους το χρόνο, έναν σε κάθε τεύχος της περιοδικής έκδοσης. Τα βιβλία προέρχονται από όλο το φάσμα της λογοτεχνικής παραγωγής. Η ελεύθερη ανάγνωση γίνεται μέσω της συγκεκριμένης ενότητας του περιοδικού. Επίσης, τα βιβλία είναι διαθέσιμα και μέσω ηλεκτρονικών βιβλιοπωλείων. Tέλος, εξετάζεται και η περίπτωση εκτύπωσης της έκδοσης σε χαρτί, εν είδει φετίχ, πάντα βεβαίως εκτός εμπορίου και διανομής.
Go, little book, with all your faults, to one who, smiling as she puts it down, shall say : "Sometime his thoughts will permeate my own - but not today..."
Νέστορας Πουλάκος
Αθήνα,
11/3/2011
Περισσότερο, ίσως, κι απ’ το ίδιο το βιβλίο, το περιεχόμενό του, εκείνο που μετράει είναι η χειρονομία της δημοσίευσής του.
Με τη δημοσίευσή του το έργο εξέρχεται της σφαίρας του ιδιωτικού, όπου μέχρι τη στιγμή εκείνη προσγραφόταν, και εισέρχεται στην σφαίρα του δημόσιου, και κατ’ επέκτασιν του πολιτικού. Κάθε καλλιτεχνικό έργο, μόνο και μόνο εξαιτίας της δημοσιοποίησης του, της κάθετης παρέμβασης του στο χωροχρονικό γίγνεσθαι, αποτελεί μια πράξη πολιτική. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη υποκρισία από τα διάφορα μοντέρνα -ή μεταμοντέρνα- φληναφήματα περί απολιτικής τέχνης, τις θεωρίες περί «καθαρής ποίησης», τα δόγματα περί της «τέχνης για την τέχνη». Όταν το 1972, στο απόγειο μιας στρατιωτικής δικτατορίας εσύ εκδίδεις μια συλλογή όπως το «Μονόγραμμα», όταν στο απόγειο της Κατοχής, εσύ εκδίδεις στίχους όπως «το ζουζούνι που πιπιλάει τα κλήματα», τη στιγμή που οι συνάνθρωποι σου πεθαίνουν κατά χιλιάδες μην έχοντας ούτε το δάκτυλο τους να πιπιλίσουν, όταν εν τω μέσω της δικτατορίας του Μεταξά δημοσιεύεις ποιήματα όπως «Η μελαγχολία του Αιγαίου» ή «Η τρελή ροδιά», τότε κάνεις -συνειδητότατα- πολιτική. Και μάλιστα πολιτική του χειρίστου είδους, καθόσον θα μπορούσε επιγραμματικά να συμπυκνωθεί στο «κοίτα την πάρτη σου κι άσε τους άλλους να πεθάνουν»… Επαναλαμβάνω, δεν αξιολογώ τα ποιήματα εδώ, δεν κρίνω τον ποιητή. Υπογραμμίζω απλά, μέσα από το πλέον ανορθόδοξο παράδειγμα, το αυταπόδεικτο γεγονός ότι η δημοσίευση ενός έργου είναι πράξη πολιτική.
Υπό το πρίσμα αυτό, παίζει καθοριστικό ρόλο το πότε δημοσιεύεται ένα έργο, το υπό ποίες συνθήκες και υπό ποίους όρους αυτό προσλαμβάνεται από τους συγκαιρινούς του. Μπορεί ο Schopenhauer, μισοαστεία-μισοσοβαρά, να γράφει στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης (1844) του magnum opus του Ο κόσμος ως βούληση και ως αναπαράσταση ότι το έργο του δεν προορίζεται για τους σύγχρονους του ή τους συμπατριώτες του αλλά για την ανθρωπότητα, αλλά, όπως άλλωστε γνωρίζει κι ο ίδιος καλά, χωρίς τους ζωντανούς ανθρώπους που θα το αναγνώσουν, θα το κατανοήσουν, θα το ασπαστούν και θα το μεταβιβάσουν στην επόμενη γενιά σχηματίζοντας έτσι τον πρώτο κρίκο στην αλυσίδα της αιωνιότητας, ένα έργο δεν είναι τίποτα, δεν υπάρχει. Το έργο τέχνης είναι οι αποδέκτες του. Δεν υπάρχει αυτοτελώς από τον -και για τον- δημιουργό του. Με ποιους τρόπους όμως σήμερα κοινωνεί ο καλλιτέχνης το έργο του; Πώς αυτό φτάνει -αν φτάνει ποτέ- στους αποδέκτες του;
Βλέπεις τις εκδόσεις των σουρεαλιστών (σκέφτομαι εδώ κυρίως τις δημοσιεύσεις του Éluard, του Aragon, του Desnos και του Artaud) και αντιλαμβάνεσαι ότι εκδίδουν και δύο και τρία βιβλία κάποτε τον χρόνο κατά τη ‘χρυσή’ δεκαετία του 1920. Πολλοί θα πουν ότι πρόκειται για διαφορετικές εποχές κι ότι τότε υπήρχε ενδιαφέρον για την ποίηση και την τέχνη εν γένει. Και οι δυο αυτές παρατηρήσεις είναι βέβαια σχετικές καθόσον ούτε το ενδιαφέρον για την ποίηση ήταν -αναλογικά τουλάχιστον- δραματικά μεγαλύτερο, ούτε η ‘διαφορετικότητα’ της εποχής στοιχειοθετεί αφ’ εαυτής μιας εγγενή κατηγορία κριτικής (ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο κόσμος έβγαινε τότε μόλις από τον Α΄ Παγκόσμιο). Αυτό που κυρίως συμβαίνει είναι ότι η ανάγκη της δημοσιοποίησης εκπληρωνόταν σε έναν μεγάλο βαθμό αδιαμεσολάβητη. Σήμερα, όμως, ένα ολόκληρο σύστημα ‘προώθησης’ της τέχνης παρακωλύει την ελεύθερη διακίνηση της τέχνης μποϋκοτάροντας επιπροσθέτως όποια φωνή δεν κινείται εντός του συστήματος: εκδοτικοί οίκοι, galléries, festivals, παραγωγοί και δεν συμμαζεύεται. Τσάμπα μάγκες, νταβατζήδες πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Πορνοβοσκοί κατεστημένου γούστου. Ποιος φταίει όμως γι αυτό;
Ολόκληρη η ιστορία της τέχνης των τελευταίων πενήντα χρόνων βασίστηκε σε μια παρανάγνωση των κατακτήσεων του μοντερνισμού (βάζω μέσα όλα τα μοντερνιστικά κινήματα τόσο τα αμιγώς αγγλοσαξονικά, όσο και τα γαλλοτραφή – ντανταϊσμός, σουρεαλισμός – καθώς και τις, με τις ιδιαιτερότητες τους, ιταλικές, γερμανικές και ρωσικές πρωτοπορίες). Ο μοντερνισμός απελευθέρωσε οριστικά τον καλλιτέχνη και έστησε τον αιώνιο ανδριάντα της ελευθερίας της ατομικότητας του. Ο μοντερνισμός, όμως, κινήθηκε συλλογικά, επειδή συλλογικά αντιλαμβανόταν τον κόσμο και το υποκείμενο εντός του. Γι αυτό και πολλάκις ο μοντερνιστής καλλιτέχνης του 1920 αυτοδεσμεύτηκε συνειδητά σε κοινές αρχές που επεξεργάστηκε προηγουμένως συλλογικά (τα μανιφέστα του σουρεαλισμού, Vortex). Οι επίγονοι, όμως, του μοντερνισμού, κρατώντας μονάχα το πρόταγμα της απόλυτης ελευθερίας του καλλιτέχνη και του σεβασμού της ατομικότητας του, κατέληξαν στην απόλυτη ασυδοσία, βαφτίζοντας το οτιδήποτε τέχνη, και στο βωμό ακριβώς της ατομικότητας αυτής, θυσίασαν οποιαδήποτε έννοια συλλογικότητας, συλλογικής αντίληψης περί τέχνης ή συλλογικής δράσης (υπάρχει άραγε χειρότερο φραστικό πυροτέχνημα, μεγαλύτερη μπαρούφα από «τη γενιά του ιδιωτικού οράματος»; - είναι ποτέ δυνατόν ατομικότητες με εντελώς ιδιωτικό όραμα να συναποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο που να αυτό-αντιλαμβάνεται ως γενιά;). Και η ατομικότητα εξέπεσε κι αυτή με τη σειρά της σε μια στυγνή εξατομίκευση. Το γεγονός ότι απλά συμπαρασύρθηκαν από τα νέα κοινωνικά δεδομένα που δημιουργούσε ο Ύστερος καπιταλισμός, δεν τους απαλλάσσει απ’ τις ευθύνες τους. Και το γεγονός ότι οι καλλιτέχνες αποδεχτήκαν ευκολότατα τη διαμεσολάβηση ως τον νόμιμο και μοναδικό τρόπο δημοσιοποίησης της τέχνης τους από τη δεκαετία του ’60 και μετά παραμένει αδιαμφισβήτητο γεγονός. Μια απόρριψη της τέχνης μετά το 1970 δεν θα έπρεπε να εδράζεται μόνο στην φρικτή ασημαντότητα της, στην ολοκληρωτική ρήξη μεταξύ μορφής και περιεχομένου που επέφερε, στη «θεαματικότητα» της, αλλά και στους νέους, ολοκληρωτικούς τρόπους παρουσίασης που καθιέρωσε, εγκαινιάζοντας έτσι και στο χώρο της τέχνης τις νέες πρακτικές οικονομικής δόμησης του Ύστερου καπιταλισμού, και μάλιστα χωρίς την παραμικρή αντίδραση εκ μέρους των καλλιτεχνών. Αντίθετα, θα έλεγα, πως ως έναν ορισμένο βαθμό, οι ίδιοι οι καλλιτέχνες προώθησαν την πρόσληψη αυτήν της παρουσίασης -και της διακίνησης- της τέχνης τους.
Από την άλλη, βέβαια, είναι απολύτως κατανοητό -και σε μιαν άλλη κοινωνία θα έπρεπε μάλιστα να είναι κι αδιαπραγμάτευτο ως δικαίωμα- ότι κι ο καλλιτέχνης, όπως και οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος, επιθυμεί -και πρέπει- να μπορεί να ζήσει από την εργασία του. Και μπορεί η πνευματική εργασία να θυμίζει κάπως την εργασία του ιθαγενούς στο Walden του Thoreau (όπου εμφανίζεται με τα κεραμικά στην πόρτα του αφηγητή προσπαθώντας να του πουλήσει τα βαζάκια κι όταν εκείνος αρνείται, καθόσον δεν τα χρειάζεται, του λέει ο ιθαγενής «με καταστρέφεις!», θεωρώντας αυτονόητο ότι αφού εκείνος τα είχε φτιάξει έπρεπε κι οι άλλοι να τα αγοράσουν), αλλά παρόλα αυτά παραμένει εργασία, και μάλιστα επίπονη και σκληρή. Όταν, όμως, όχι απλά δεν αγοράζουν την δουλειά σου, αλλά σε βάζουν να πληρώσεις κι από πάνω γι αυτήν, όταν εκμεταλλεύονται τις μεταφράσεις σου οικονομικά χωρίς εσύ να βλέπεις ούτε ένα σαντίμι απ’ αυτές, όταν σου δεσμεύουν πέντε χρόνια τα χειρόγραφα κρατώντας σε όμηρο της ελπίδας και της αναμονής ότι μπορεί και να δημοσιευτούνε κάποτε, τότε δεν μπορείς εσύ να λες και «Δόξα τω Θεώ» άμα δεις τη τζίφρα σου στις προθήκες των βιβλιοπωλείων! Χίλιες φορές καλύτερα να βγάζω μόνος μου τα κείμενα μου και τις μεταφράσεις μου και να τις μοιράζω τζάμπα στο διαδίκτυο! Αυτό είναι και το ειδικό μήνυμα της παρούσας ηλεκτρονικής έκδοσης: αρνούμαι να περιμένω πέντε χρόνια και να πληρώσω τα μαλλιά της κεφαλής μου για να δημοσιεύσω ένα βιβλίο! Αν δεν μπορώ να αποκομίζω τα προς το ζην από την εργασία μου, τουλάχιστον αρνούμαι να συντηρώ ένα σάπιο σύστημα από την τσέπη μου.
Ειδικά σήμερα που υπάρχουν χίλιοι τρόποι άμεσης δημοσιοποίησης της εργασίας σου και η δημοσίευση θα έπρεπε να είναι πιο εύκολη από ποτέ, είναι τουλάχιστον άτοπο να περιμένεις και να πληρώνεις για να δημοσιεύσεις ένα βιβλίο. Όσο για τους εκδοτικούς οίκους, όσοι εξ αυτών αντιλαμβάνονται στις σωστές του διαστάσεις το ζήτημα, μπορεί και να επιβιώσουν καμιά πεντηκονταετία ακόμη. Οι υπόλοιποι που επιμένουν στις νταβατζιλίδικες πρακτικές του ‘90 και του ‘00 μπορούν να είναι σίγουροι ότι αργά ή γρήγορα θα ξοφλήσουν – και θα εκλείψουν. Όσο για τους λάτρεις του τυπωμένου βιβλίου, και επειδή ποτέ το παραδοσιακό βιβλίο δεν μπορεί να εξαφανιστεί εντελώς, ως μορφή και ως συνείδηση, όσο και να επικρατήσει η ψηφιοποιημένη ανάγνωση, ως εναλλακτική, βιώσιμη λύση θα μπορούσε, ίσως, να φαντάζει ένας μικρός, ανεξάρτητος και αυτό-διαχειριζόμενος από τους εργαζόμενους του, από τους συγγραφείς μέχρι τους διανομείς, εκδοτικός οίκος.
Ζ. Δ. Αϊναλής
Παρίσι, 20/2/2011
Ο Ζ. Δ. Αϊναλής (1982, Αθήνα) : Σπούδασε Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Κάνει διδακτορικό στη Βυζαντινή Ιστορία και Φιλολογία στο Παρίσι. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Ηλεκτρογραφία και Αποσπάσματα. Έχει μεταφράσει στα νέα ελληνικά βυζαντινούς συγγραφείς (Μιχαήλ Χωνιάτης), Βίους Αγίων (Ο Βίος της Μαρίας της Αιγυπτίας, Ο Βίος της Πελαγίας της Μετανοούσας), καθώς και ποιήματα και πεζά των Poe, Michaux, Eluard, Desnos, Artaud, Матеја Матевски, Ady Endre και Fazıl Hόsnό Dağlarca. Ποιήματα, πεζά, και δοκίμια του έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά (Μανδραγόρας, Πλανόδιον, Τεφλόν, Ποιείν, Poema). Αποτελεί τακτικό συνεργάτη του ηλεκτρονικού περιοδικού Βακχικόν. Διατηρεί από το 2007 την ιστοσελίδα Κενός Τίτλος.