| Γούντυ Άλλεν, Η Υπόθεση Kugelmass [μετάφραση : Σωτήρης Κακίσης] |
|
του Σωτήρη Κακίση
Ο ΚΟΥΓΚΕΛΜΑΣΣ, ένας καθηγητής φιλολογίας στο Σίτυ Κόλλετζ, είχε κάνει και δεύτερο αποτυχημένο γάμο. Η Δάφνη Κούγκελμαςς ήταν κρετίνα. Είχε και δυο βλαμμένους γιους απ' την πρώτη του γυναίκα, τη Φλο, και τον είχαν γονατίσει διατροφή κι επιδόματα τέκνων. Πού να το ξέρω ότι θα φτάνανε εδώ τα πράματα?, κλαψούριζε μια μέρα ο Κούγκελμαςς στον ψυχαναλυτή του. Η Δάφνη υποσχόταν πολλά. Ποιος θα το περίμενε ότι θα κατέρρεε έτσι και θα πρηζόταν σαν μπαλόνι της πλαζ ? Άσε που 'χε κι ένα κομποδεματάκι, που από μόνος του βέβαια δεν είναι και πολύ υγιής λόγος να παντρευτείς κάποιον, δε βλάφτει όμως, έτσι μπούφος που 'μαι του λόγου μου στα οικονομικά. Με καταλαβαίνεις ? Ο Κούγκελμαςς ήταν καραφλός και τριχωτός σαν αρκούδα, είχε όμως καρδιά. Έχω ανάγκη να βρω μια καινούρια γυναίκα, συνέχισε. Χρειάζομαι ένα δεσμό. Μπορεί να μη μου φαίνεται, αλλά μου λείπει το αίσθημα. Χρειάζομαι τρυφερότητα, χρειάζομαι το φλερτ. Δεν είμαι πια παιδάκι, ε, και πριν με πάρουνε τα χρόνια, θέλω να κάνω έρωτα στη Βενετία, να φλερτάρω σ' ένα καλό κέντρο και ν’ ανταλλάξω βλέμματα πάνω από κόκκινο κρασί και κεριά. Γίνομαι κατανοητός ?
Ο Δρ. Μαντέλ στριφογύρισε στο κάθισμά του κι είπε: Μια περιπέτεια δεν πρόκειται να λύσει τίποτα. Είσαι τόσο εκτός πραγματικότητας. Τα προβλήματά σου πάνε πολύ πιο βαθιά. Κι αυτός ο δεσμός πρέπει επιπλέον να 'ναι κρυφός, συνέχισε ο Κούγκελμαςς. Δεύτερο διαζύγιο δεν το σηκώνει η τσέπη μου. Η Δάφνη θα με γονάτιζε εν τοιαύτη περιπτώσει. Κύριε Κούγκελμαςς !... Δε γίνεται όμως να επιχειρήσω τίποτα στο Σίτυ Κόλλετζ, αφού δουλεύει κι η Δάφνη εκεί. Όχι πως καμιά καθηγήτρια τρώγεται, αλλά είναι κάτι φοιτητριούλες... Κάνα δυο βδομάδες αργότερα, ένα βράδυ που ο Κούγκελμαςς κι η Δάφνη κλαίγανε τη μοίρα τους κλεισμένοι στο διαμέρισμά τους σαν δυο παλιά έπιπλα, χτύπησε το τηλέφωνο. Το παίρνω εγώ, είπ' ο Κούγκελμαςς. Λέγετε ? Κούγκελμαςς ? είπε μια φωνή. Κούγκελμαςς, εδώ Πέρσκυ. Ποιος ? Ο Πέρσκυ. Ή μήπως προτιμάς ο Μέγας Πέρσκυ ? Μπαρδόν ? Πήρε τ' αφτί μου ότι έχεις φάει τον κόσμο να βρεις ένα μάγο να ρίξει λίγο αλατάκι στη ζωή σου. Ναι ή όχι ? Σ-σ-ούτ, ψιθύρισε ο Κούγκελμαςς. Από πού τηλεφωνείς, Πέρσκυ?
Νωρίς τ' άλλο απόγευμα, ο Κούγκελμαςς σκαρφάλωνε στον τρίτο όροφο μιας σαραβαλιασμένης πολυκατοικίας στο Μπούσγουικ του Μπρούκλυν. Ψάχνοντας μες στο σκοτάδι του διαδρόμου, βρήκε την πόρτα που ζητούσε και χτύπησε το κουδούνι. Φοβάμαι πως θα το μετανιώσω, σκέφτηκε. Δευτερόλεπτα μετά, τον υποδεχόταν ένας κοντός, αδύνατος, χλομός άντρας. Εσείς είστε ο Πέρσκυ ο Μέγας ? είπ' ο Κούγκελμαςς. Ο Μέγας Πέρσκυ… Τσάι θέλεις ? Ο Πέρσκυ πέταξε μέσα ένα χαρτόδετο τόμο του μυθιστορήματος του Φλωμπέρ. Είσαι βέβαιος ότι δεν κινδυνεύω? ρώτησ' ο Κούγκελμαςς, καθώς ο Πέρσκυ άρχισε να κλείνει τα πορτόφυλλα της καμπίνας. Δεν κινδυνεύεις ! Υπάρχει κανείς που να μην κινδυνεύει σε τούτο τον τρελόκοσμο ? Ο Πέρσκυ χτύπησε τρεις φορές ελαφρά το ντουλάπι και μετά άνοιξε απότομα διάπλατα την πόρτα. Ο Κούγκελμαςς είχ' εξαφανιστεί. Την ίδια στιγμή, παρουσιαζόταν στην κρεβατοκάμαρα του Σαρλ και της Έμμα Μποβαρύ, στο σπίτι του ζεύγους στη Γιονβίλλ. Μπροστά του στεκόταν μια πανέμορφη γυναίκα. Ήταν μόνη της, με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του και δίπλωνε κάτι λινά. Αυτό πια είν' απ' τ' απίθανα, σκέφτηκε ο Κούγκελμαςς, καρφωμένος στη γοητευτική σύζυγο του γιατρού. Πρόκειται για τρέλα. Εγώ εδώ. Αυτή, αυτή. Η Έμμα γυρνάει ξαφνιασμένη. Μον Ντιέ, με τρομάξατε, λέει. Ποιος είστε ? Μιλούσε με την ίδια εντάξει αγγλική μετάφραση του χαρτόδετου τόμου. Εκείνος σκέφτηκε: Εδώ γίνεται η Αποκάλυψη ! Ύστερα, συνειδητοποιώντας ότι αυτός ήταν το πρόσωπο στο οποίο είχε απευθυνθεί εκείνη, είπε: Συγγνώμη. Είμαι ο Σίντνυ Κούγκελμαςς. Είμ' απ' το Σίτυ Κόλλετζ. Διδάσκω εκεί φιλολογία. Στη Νέα Υόρκη. Στο κέντρο. Εγώ…, μανούλα μου ! Η Έμμα Μποβαρύ χαμογέλασε σαγηνευτικά κι είπε: Θα πάρετε ένα ποτό? Ένα ποτηράκι κρασί, ίσως? Ο Κούγκελμαςς σκέφτηκε: Είναι πανέμορφη. Τι τέλεια αντιδιαστολή με τον τρωγλοδύτη που 'χε παντρευτεί ! Αισθάνθηκε ξαφνικό πόθο να πάρει στην αγκαλιά του αυτή την οπτασία και να της πει ότ’ ήταν η γυναίκα που ονειρευόταν σ' όλη του τη ζωή. Ναι, λίγο κρασάκι ναι, είπε βραχνά. Λευκό. Όχι, κόκκινο. Όχι, λευκό. Κάντε το λευκό. Ο Σάρλ θα λείψει όλη μέρα, είπ' η Έμμα με τη φωνή όλο παιχνιδιάρικα υπονοούμενα. Μετά το κρασί, βγήκανε για έναν περιπατάκο στην όμορφη γαλλική εξοχή. Πάντα ονειρευόμουνα ότι κάποιος μυστηριώδης ξένος θα παρουσιαζόταν και θα μ' έσωζε απ' τη μονοτονία αυτής της ηλίθιας βουκολικής πραγματικότητας, είπ' η Έμμα σφίγγοντάς του το χέρι. Προσπεράσανε ένα εκκλησάκι. Μ' αρέσουν τα ρούχα που φοράς, ψιθύρισε. Δεν έχω ξαναδεί όμοια εδώ γύρω. Είναι τόσο... τόσο μοντέρνα. Λέγεται πρόχειρο κουστούμι, είπ' εκείνος ρομαντικά. Το πήρα στις εκπτώσεις. Απότομα τη φίλησε. Την επόμενη ώρα οι δυο τους γερνάνε κάτω από 'να δέντρο και ψιθυρίζανε ο ένας στον άλλο και λέγανε με τα μάτια πράματα βαθιά, όλο νόημα. Ύστερα ο Κούγκελμαςς ανακάθισε. Είχε θυμηθεί μόλις ότι είχε ραντεβού με τη Δάφνη στο Μπλουμινγκντέηλ. Πρέπει να πηγαίνω, της είπε. Μη στενοχωριέσαι όμως, θα ξαναγυρίσω. Το ελπίζω, είπ' η Έμμα. Την αγκάλιασε με πάθος, κι οι δυο τους τράβηξαν για το σπίτι. Κράτησε το πρόσωπο της Έμμας μες στις παλάμες του, την ξαναφίλησε κι ούρλιαξε: Οκέυ, Πέρσκυ ! Πρέπει να 'μαι στο Μπλουμινγκντέηλ κατά τις τρεισήμισι ! Μ' ένα ευκρινές ποπ, ο Κούγκελμαςς ξαναβρέθηκε στο Μπρούκλυν. Λοιπόν? Σε κορόιδευα, ε ? ρώτησε ο Πέρσκυ θριαμβευτικά. Άκου Πέρσκυ, προς το παρόν έχω αργήσει στο ραντεβού με το κάτεργο της ζωής μου στη Λέξινγκτον Άβενιου, αλλά πότε μπορώ να ξαναπάω? Αύριο? Με τις ευλογίες μου. Φέρ' το εικοσαδόλαρο εσύ κι άσ' το σε μένα. Και κοίτα μη σου ξεφύγει πουθενά. Ναι, θα πάρω το Ρούπερτ Μέρντοχ! … Ο Κούγκελμαςς άρπαξ' ένα ταξί κι έφυγε βιαστικά για την πόλη. Η καρδιά του χόρευε σ' αναμμένα κάρβουνα. Είμ' ερωτευμένος, σκεφτότανε, και κατέχω κι ένα μυστικό υπέροχο. Αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι την ίδια στιγμή ακριβώς μαθητές σε χίλιες σχολικές αίθουσες απ' τη μια άκρη της χώρας στην άλλη λέγανε στους καθηγητές τους: Ποιος είναι αυτός ο τύπος στη σελίδα 100 ? Ένας φαλάκρας Εβραίος φιλάει τη Μαντάμ Μποβαρύ ? Ένας δάσκαλος στο Σιού Φωλλς της Νότιας Ντακότας, αναστέναξε και σκέφτηκε: Αχ, Θεέ μου, τι παιδιά, με την άσπρη και το LSD τους. Τι φτάσανε να φαντάζονται !
Η Δάφνη Κούγκελμαςς βρισκότανε στο τμήμα αξεσουάρ μπάνιου του Μπλουμινγκντέηλ, όταν κατέφτασε ο Κούγκελμαςς λαχανιασμένος: Πού γύρναγες? του πέταξε. Τεσσερισήμισι είναι. Έμπλεξα με την κίνηση, είπ' ο Κούγκελμαςς. Οι μήνες περνούσανε, ο Κούγκελμαςς επισκεπτόταν συχνά τον Πέρσκυ και δημιούργησε μια στενή και παράφορη σχέση με την Έμμα Μποβαρύ. Φρόντιζε πάντα να με χώνεις στο βιβλίο πριν τη σελίδα 120, είπε μια μέρα ο Κούγκελμαςς στο μάγο. Πρέπει να τη συναντάω πάντα πριν μπλέξει με κείνο τον τύπο, το Ροδόλφο. Γιατί ?, ρώτησ' ο Πέρσκυ. Δεν μπορείς να του τη φέρεις ? Να του τη φέρω ? Αυτός είναι τσιφλικάς, γαλαζοαίματος. Τέτοιοι τύποι φλερτάρουνε είκοσι τέσσερις ώρες το εικοστετράωρο, κι όλο ιππασίες σου 'ναι και τα παρόμοια. Για μένα, είναι σαν εκείνες τις φάτσες που βλέπεις στις σελίδες στα γυναικεία περιοδικά. Με κούρεμα Χέλμουτ Μπέργκερ. Για κείνη όμως, είναι κελεπούρι. Κι ο άντρας της δεν υποψιάζεται τίποτα ? Αυτός, πέρα βρέχει. Αυτός είν' ένας κακομοίρης γιατρουδάκος που 'χει πέσει πάνω και στο πρώτο ηφαίστειο. Αυτός ετοιμάζεται να πάει για ύπνο στις δέκα, κι εκείνη φοράει τα γοβάκια του χορού. Τι να σ' τα λέω τώρα... Αριβεντέρτσι προς το παρόν. Και γι' άλλη μια φορά ο Κούγκελμαςς μπήκε στην καμπίνα και μονοστιγμής βρέθηκε στην έπαυλη των Μποβαρύ στη Γιονβίλλ. Τι κάνει το ζουζουνάκι μου ?, είπε στην Έμμα. Αχ, Κούγκελμαςς, αναστέναξε η Έμμα. Τι τραβάω, η καρδούλα μου το ξέρει. Χτες βράδυ, την ώρα του δείπνου, η Προσωπικότης του το 'ριξε στον ύπνο στη μέση του επιδορπίου. Εμένα καίγετ' η ψυχή μου για το Μαξίμ και το μπαλέτο, και στα καλά του καθουμένου εισπράττω ροχάλισμα. Ησύχασε, γλύκα μου. Εγώ 'μαι τώρα εδώ, είπε ο Κούγκελμαςς αγκαλιάζοντάς την. Τ' αξίζω, σκεφτότανε, ενώ μύριζε το γαλλικό άρωμα, της Έμμας, με το πρόσωπό του βυθισμένο στα μαλλιά της. Αρκετά υπέφερα. Αρκετά κατέθεσα στους ψυχαναλυτές. Έψαξα μέχρι εξαντλήσεως. Είναι νέα κι ώριμη, και να 'μαι μαζί της μερικές σελίδες μετά το Λεόν και πριν το Ροδόλφο. Με το να παρουσιαστώ στα κατάλληλα κεφάλαια, μπήκα σφήνα στην κατάσταση. Η Έμμα, μην αμφιβάλετε, ήταν το ίδιο ευτυχισμένη με τον Κούγκελμαςς. Διψούσε ώς τότε για συγκινήσεις, κι οι διηγήσεις του για τη νυχτερινή ζωή του Μπρόντγουαιη, για σπορ αμάξια και Χόλλυγουντ κι αστέρια της Τιβί, συναρπάζανε τη νεαρή Γαλλίδα καλλονή. Πες μου πάλι για τον Ο.Τζ. Σίμπσον, τον ικέτευε εκείνο τ' απόγευμα, καθώς το ζευγάρι σουλάτσαρε κοντά στην εκκλησία του Αββά Μπουρνιζιέν. Τι να πω άλλο ? Ο τύπος είναι κι ο πρώτος. Τα 'χει διαλύσει όλα τα ρεκόρ. Μέγας τριπλαδόρος. Άπιαστος . Και τα Όσκαρ ?, είπ' η Έμμα με καημό, θα 'δινα τα πάντα να κερδίσω ένα. Πρώτα πρέπει να προταθείς. Το ξέρω. Μου τα 'χεις εξηγήσει όλα. Εγώ όμως είμαι πεπεισμένη ότι μπορώ να γίνω ηθοποιός. Βέβαια, θα 'θελα να πάρω κάνα δυο μαθήματα. Με το Στράισμπεργκ ίσως. Μετά, αν έβρισκα τον κατάλληλο μάνατζερ Θα δούμε, θα δούμε. Θα μιλήσω στον Πέρσκυ… Εκείνο το βράδυ, όταν ο Κούγκελμαςς γύρισε σώος στο διαμέρισμα του Πέρσκυ, έριξε την ιδέα να φέρουν την Έμμα να τον επισκεφτεί στη μεγαλούπολη. Άσε να το σκεφτώ λίγο, είπ' ο Πέρσκυ. Ίσως τα καταφέρω. Έχουνε γίνει και πιο τρελά πράματα. Βέβαια, αμφότεροι δεν ήταν σε θέση να σκεφτούνε τίποτα πιο τρελό. Πού στο διάλο μου χάνεσαι συνέχεια ?, γάβγισε η Δάφνη Κούγκελμαςς στο σύζυγό της όταν αυτός γύρισε αργά σπίτι εκείνο το βράδυ. Μπας κι έχεις εγκαταστήσει καμιά καθαρή πουθενά? Ναι, απ' αυτούς είμαι, είπ' ο Κούγκελμαςς βαριεστημένα. Ήμουνα με το Λέναρτ Πόπκιν. Αναλύαμε τη σοσιαλιστική γεωργία στην Πολωνία. Τον ξέρεις δα τον Πόπκιν. Όλο γι' αυτό το θέμα μιλάει. Τι να σου πω, πολύ παράξενος μου 'χεις γίνει τελευταίως, είπ' η Δάφνη. Απόμακρος. Ένα σου λεω, κοίτα να μην ξεχάσεις τα γενέθλια του πατέρα μου. Το Σάββατο είναι. Ναι, ναι, μην ανησυχείς, είπ' ο Κούγκελμαςς τραβώντας για το μπάνιο. Θα 'ναι όλο μου το σόι. Θα 'ναι και τα δίδυμα. Κι ο ξάδελφός μου ο Χάμις. Πρέπει να φέρεσαι πιο ευγενικά στο Χάμις, σε συμπαθεί. Μάλιστα, τα δίδυμα, είπ' ο Κούγκελμαςς, κλείνοντας την πόρτα του μπάνιου και σβήνοντας μαζί τον ήχο της φωνής της γυναίκας του. Έγειρε πάνω στην πόρτα και πήρε βαθιά ανάσα. Σε λίγες ώρες, συλλογίστηκε, θα βρισκόταν πάλι στη Γιονβίλλ, πάλι, πάλι με την αγαπημένη του. Κι αυτή τη φορά, αν πηγαίνανε όλα καλά, θα 'φερνε την Έμμα πίσω, μαζί του. Στις τρεις και τέταρτο τ' άλλο απόγευμα, ο Πέρσκυ ξανάκανε τα μαγικά του. Ο Κούγκελμαςς παρουσιάστηκε μπρος στην Έμμα, χαμογελαστός κι ανυπόμονος. Οι δυο τους πέρασαν μερικές ώρες στη Γιονβίλλ με τον Μπινέ και μετά ξανανέβηκαν στην άμαξα των Μποβαρύ. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Πέρσκυ, σφίχτηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, κλείσανε τα μάτια, και μέτρησαν ώς το δέκα. Όταν άνοιξαν τα μάτια, η άμαξα σταμάταγε στην πίσω πόρτα του Πλάζα Χοτέλ, όπου ο Κούγκελμαςς, πολύ οπτιμιστικά, είχε κλείσει απ' το πρωί μια σουίτα. Κοντεύω να τρελαθώ ! Είναι υπέροχα, όπως τ' ονειρευόμουνα, είπ' η Έμμα και στροβιλιζόταν ευτυχισμένη στην κρεβατοκάμαρα, αγναντεύοντας την πόλη απ' το παράθυρό τους. Να το Φ.Α.Ο. Σουώρτς. Κι εκεί το Σέντραλ Πάρκ, και το Σέρρυ ποιο είν' απ' όλα ? Α, να το -το 'δα. Είναι καταπληκτικό. Πάνω στο κρεβάτι βρήκε κουτιά απ' του Χάλστον και του Σαν Λωράν. Η Έμμα ξετύλιξε ένα πακέτο και κοίταξε πώς της πάει ένα μαύρο βελούδινο παντελόνι, κρατώντας το μπροστά στο τέλειο σώμα της. Το ανσάμπλ με το παντελόνι είναι του Ραλφ Λώρην, είπ' ο Κούγκελμαςς. Θα σε κάνει την πρώτη γκόμενα. Άντε, γατούλα μου, νομίζω πως τ' αξίζω ένα φιλάκι. Ποτέ δεν ήμουνα πιο ευτυχισμένη !, τσίριξε η Έμμα καθώς στεκόταν μπρος στον καθρέφτη. Ας βγούμε, πάμε στην πόλη. Θέλω να δω το Κόρους Λάιν και το μουσείο Γκούγκενχαϊμ κι εκείνο το μάγκα τον Τζακ Νίκολσον που μου κοπανάς συνέχεια. Παίζεται κανένα απ' τα καλά του ?
Μου 'χει φύγει το καφάσι, έλεγε ένας καθηγητής στο Στάνφορντ. Πρώτα ένας περίεργος τύπος ονόματι Κούγκελμαςς, τώρα η κυρία την κοπάνησε απ' το βιβλίο. Ε, φαίνεται ότι με τα κλασικά έργα έτσι γίνεται: Μπορείς να το ξαναδιαβάζεις χίλιες φορές και ν' ανακαλύπτεις πάντα κάτι καινούριο. Οι εραστές πέρασαν ένα γουηκέντ στα σύννεφα. Ο Κούγκελμαςς είχε πει στη Δάφνη ότι θα λείψει σ' ένα συνέδριο στη Βοστώνη κι ότι θα γυρίσει τη Δευτέρα. Απολαμβάνοντας κάθε στιγμή, αυτός κι η Έμμα πήγανε σινεμαδάκια, φάγανε στην Τσαϊνατάουν, περάσανε δυο ώρες σε μια ντισκοτέκ, και κοιμηθήκανε παρακολουθώντας ένα έργο στην Τιβί. Κοιμηθήκανε ώς το μεσημέρι της Κυριακής, κάνανε τη βόλτα τους στο Σόχο, και κοιτάξανε ξελιγωμένα διασημότητες στο Ηλέιν'ς. Παραγγείλανε χαβιάρι και σαμπάνια στη σουίτα τους το βράδυ της Κυριακής και κουβεντιάζανε μέχρι τα χαράματα. Ο Κούγκελμαςς στοίβαξε την Έμμα σ' ένα ταξί και την ξαναπήγε στο Πλάζα. Στο τσακ πρόλαβε το μάθημά του. Έφαγε όλη του τη μέρα τηλεφωνώντας, πότε στον Πέρσκυ πότε στη μαιτρέσσα του. Ο μάγος του 'πε ότι ίσως χρειαζόντουσαν κάμποσες μέρες για να βρει τη βλάβη. Πώς ήταν στο συνέδριο?, τον ρώτησε εκείνο το βράδυ η Δάφνη. Υπέροχα, υπέροχα, είπ' εκείνος, ανάβοντας ένα τσιγάρο απ' τη μεριά του φίλτρου. Τι συμβαίνει ? Είσ' ανήσυχος σαν γάτα… Εγώ ? Χα, ας γελάσω. Είμαι ήρεμος σαν καλοκαιριάτικη νύχτα. Θα βγω απλώς να πάω μια βολτίτσα.
Βγήκε περπατώντας ήρεμα απ' το σπίτι, άρπαξε ένα ταξί, και τράβηξε γραμμή για το Πλάζα. Μεγάλη αναποδιά, είπ' η Έμμα. Ο Σάρλ θα με ψάχνει. Θα τ' αντέξουμε μαζί όλα, γλυκιά μου, είπ' ο Κούγκελμαςς. Ήταν χλομός και κάθιδρος. Την ξαναφίλησε, φουλάρησε ώς τ' ασανσέρ, έβαλε τις φωνές στον Πέρσκυ από 'ναν τηλεφωνικό θάλαμο στη ρεσεψιόν του Πλάζα, και κατάφερε με χίλια βάσανα να φτάσει σπίτι πριν τα μεσάνυχτα. Κατά τον Πόπκιν, οι τιμές του κριθαριού στην Κρακοβία ουδέποτε ήταν τόσο σταθερές όσο σήμερα, απ' το 1971 και εντεύθεν, είπε στη Δάφνη, και χαμογελούσε ασθενικά καθώς χωνότανε στο κρεβάτι.
Αργότερα εκείνο τ' απόγευμα, ο Κούγκελμαςς εμφανίστηκε στου Πέρσκυ πιωμένος. Ηρέμησε, του 'πε ο Πέρσκυ. Πας για εμφραγματάκι. Ηρέμησε. Ο κύριος λέει να ηρεμήσουμε. Εδώ έχω εγκαταστήσει ένα φανταστικό πρόσωπο σε δωμάτιο ξενοδοχείου κι η γυναίκα μου με παρακολουθεί με ντέτεκτιβς. Οκέυ, οκέυ. Το ξέρουμε ότι υπάρχει πρόβλημα. Ο Πέρσκυ σούρθηκε κάτω απ' την καμπίνα κι άρχισε να βαράει κάτι μ' ένα μεγάλο κλειδί. Έχω γίνει θηρίο ανήμερο, συνέχισε ο Κούγκελμαςς. Γλιστράω σαν τον κλέφτη παντού, και με την Έμμα έχουμε σκυλοβαρεθεί ο ένας τον άλλο μέχρις ώς εκεί που δεν παίρνει. Για να μην πω για τη λυπητερή του ξενοδοχείου που πλησιάζει τα κονδύλια του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης. Τι θες λοιπόν να κάνω ? Αυτά τα 'χει ο μαγικός μας κόσμος, είπ' ο Πέρσκυ. Όλα δουλεύουν μ'ανεπαίσθητες διαφορές.
Προς τ' απόγευμα της Κυριακής, η Έμμα είχε κλειδωθεί στο μπάνιο κι αρνιότανε ν' απαντήσει στις ικεσίες του Κούγκελμαςς. Ο Κούγκελμαςς αγνάντευε απ' το παράθυρο την πίστα του πατινάζ και σκεφτότανε την αυτοκτονία. Κρίμα που 'μαι σε χαμηλό πάτωμα, ειδαλλιώς θα την έκανα επιτόπου. Κι αν την κοπάναγα για την Ευρώπη και ξανάρχιζα τη ζωή μου απ' την αρχή ?... Ίσως να γινόμουν εφημεριδοπώλης, να πουλάω την Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν, όπως κάνουνε ένα σωρό κοριτσάκια.
Σέξ κι αίσθημα, είπ' ο Κούγκελμαςς από μέσα απ' το κουτί. Τι τραβάμε για ένα ωραίο μουτράκι… Ο Πέρσκυ πέταξε μέσα έν' αντίτυπο της Πάθησης του Πορτνόυ και χτύπησε τρεις φορές στο ταβάνι της καμπίνας. Αυτή τη φορά αντί για το γνωστό ποπ, ακούστηκε μια πνιχτή έκρηξη, που την ακολούθησε μια σειρά σπινθηρίσματα και μια βροχή αστεράκια. Ο Πέρσκυ πήδησε προς τα πίσω, τον βάρεσε μια καρδιακή, κι έμεινε στον τόπο. Η καμπίνα τυλίχτηκε από φλόγες, και τελικά ολόκληρο το σπίτι αποτεφρώθηκε.
Σημείωση 2η : Πρώτη δημοσίευση της παραπάνω μετάφρασης στο βιβλίο "Χωρίς φτερά" (Εκδ. Οδυσσέας, 1983). |








