| Βωμολόχοι, Εrnesto Carnetti & Johnny Handsome V |
|
![]() φώτο : Στράτος Π. του Ernesto Carnetti
Σελίδες από το κρυμμένο τετράδιο
Πόσες φορές τη μέρα να βαρέσω, αγάπη μου, για σένα μαλακία; Το καυλί μου ξεχείλωσε και τσούζει, τ’ αρχίδια μου κρέμασαν κι η όραση μου σιγά-σιγά ασθενίζει… στο τέλος θα γυρίσεις και γω δεν θα μπορώ πια να σε δω… από τον καταρράκτη θα μου χουν πέσει τα μάτια θα επιπλέουν σαν τις καμέλιες κόκκινες ή άσπρες πάνω σε γάργαρα νερά και κολυμπώντας τα ψάρια να τις ξεσκίζουν… τύφλα στα μάτια σου μου ‘λεγε η γιαγιά μου όταν ήμουν μικρός και δεν νογούσα ακόμα τότε νιάνιαρο εγώ τι εννοούσε… εγώ την σιχαινόμουνα την καργιόλα δεν σταματούσε να μου σπάει τον πούτσο άσε που δεν μ’ άφηνε να τρώω και γαριδάκια ότι τα είχε φέρει τότε πρώτη φορά ο μπακάλης στη γωνία κάτ’ απ’ το σπίτι εισαγωγή από τ’ Αμέρικα… με τον καιρό μεγάλωσα έμαθα τι πάει να πει γυναίκα και τι θα πει χωρίς γυναίκα… και δεν είναι μόνο το σεξ… το να ψωλοβροντάς είναι κι αυτό μια φυσική διαδικασία εν πάσει περιπτώσει κάτι σαν το χέσιμο ένα πράμα αποβολή περίσσιων και περιττών υγρών κι όχι περιττωμάτων… αυτή είν’ η μόνη διαφορά… όμως η γυναίκα εκείνη η ζεστασιά μες την καρδιά κατακαλόκαιρο σαν τις ντομάτες στο μποστάνι πώς ναν την αποφύγεις με τι ναν την ανταλλάξεις; Εκείνη τη χουχουλιαστή σαν τη φουφού του καστανά την αίσθηση του πούτσου σου μέσα στο γυναικείο στόμα πως ναν την ανταλλάξεις; Ερχότανε τα καλοκαίρια και τριβότανε πάνω μου στα χωράφια λεροί κι οι δυο ιδρωμένοι κι έπεφτε απάνω μου θαρρείς τυχαία ημίγυμνη με τα βαρειά βυζά της δεκαεφτά χρονώ ότ’ ήταν μεστωμένα… άφηνα που λες και γω παράμερα του γέρου μου τ’ αλέτρι και την ακουλουθούσα με πήγαινε στην ακροποταμιά και πέταγε τα βότσαλα κλαριά σπασμένα μες το ρέμα… εγώ τη χάζευα δεν χόρταινα κάθε καμπύλη του κορμιού της και κάθε που ‘γερνε γυρίζοντας μ’ ένα χαμόγελο παμπόνηρο στα χείλη και στο βλέμμα που να με δει κι εγώ πασκίζοντας σαν το λεπρό να κρύψω μες το κοντό παντελονάκι μου την παλινόρθωση μου… κι ήτανε τότε τέλη γιούνη μήνα θεριστή μέσα στη βάρκα του παππού μου την πήρα για βαρκάδα φώναζε πως θέλει το ποτάμι να της το δείξω να το δει και κει που βάθαινε το ρέμα έδωσε μια και πέταξε σαν τη ξωθιά ξανθό κορμί υγρό να βγαίνει απ’ το ποτάμι… θε μου την έχασα τα μάτια μου και να την ξάφνου εκεί υγρή κι ερεθισμένη της έδωσα το χέρι μου να την τραβήξω πάλι μέσα στη βάρκα κι έπεσε όλη απάνω μου βαρειά τα χείλη της στα χείλη μου μια γεύση ποταμίσια τα χείλη της στις ρώγες μου τα χείλη στο καυλί μου και τότε αποθέωση ο πούτσος μου ανέγνωρος στ’ ανήλιαγα βυθά μέσα στο βάθος του μουνιού της τράνταζε η βάρκα έγερνε έπαιρν’ από παντού νερά και μες το βάθος του πνιγμού κι οι δυο μας μες το έλος… γελάσαμε με τη ψυχή μας πως γελάσαμε ανέμελα παιδιά στην άψη του καλοκαιριού υγρού και βαρβατίσιου… ταχιά ταχιά βιαστήκαμε πίσω να σε γυρίσω και κει βαθιά στο ξέφωτο μες την ακτή του ποταμού οι δυο μας νυχτωμένοι μας ηύρε κει το χάραμα ο γλυκερός αυγερινός μέσα στην αγκαλιά του… το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής μου… κι ήρθε ξανά φθινοπωριά σε πήρε η πόλη μακριά μου κι εγώ σα μούλος έρημος γυμνός να σε προσμένω… To Σταυροδρόμι
(από το προηγούμενο)
Γράφω με πένα δανεική, μιας περαστικής. Χθες ονειρεύτηκα την πιο σκοτεινή νύχτα. Το απόλυτο σκοτάδι, χωρίς φεγγάρι, αστέρια και άλλες τέτοιες μαλακίες. Ονειρεύτηκα τα βουνά του El Chorro, νότια της Ισπανίας, κοντά στην Antequera. Παρακολούθησα τη γέννα μιας γυναίκας μελαχρινής, με ρούχα βρώμικα. Γύρω της μια αγέλη λύκων. Ούρλιαζε σαν γριά μάγισσα καθώς το παιδί την ώρα που έβγαινε από μέσα της ξερίζωνε τη μήτρα της. Δεν ήταν άνθρωπος μήτε λύκος και στο δέρμα του απλώνονταν χιλιάδες μεταλλικά αγκάθια. Το νεογνό σαν πείνασε έκανε να φάει της μάνας την καρδιά, όπου ξεψυχισμένη έπεφτε στο χώμα. Μα η γεύση της πικρή, χωρίς αγάπη, κι έτσι την έφτυσε όλο αηδία. Βροχή ξεκίνησε να πέφτει, δυνατή, κάνοντας τα πάντα λάσπη. Ο βρυχηθμός του είπαν ακούστηκε ως της Μάλαγα το λιμάνι... Η αγέλη αποφάνθηκε πως το παιδί δαίμονας ήταν και γοργά τον εξόρισαν στον κόσμο των ανθρώπων... Έβλεπα το Τέρας με ανθρώπινη μορφή να μεγαλώνει... Έπαιζε μα δεν ήταν ευτυχισμένο, έκανε πως γελά προκειμένου να μοιάζει με τους γύρω του μα δεν ένιωθε. Έτρωγε ότι και οι άλλοι μα η πείνα του έμενε.. Φαινόταν φωτεινό μα μέσα του μια μαυρίλα απλωνόταν. Ο πόνος μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο καθώς τα χρόνια περνούσαν, κατέτρωγε τα σωθικά του. Ήξερε πως διαφέρει μα δεν καταλάβαινε πώς... Μέχρι που ήρθε η ώρα να συναντήσει την πραγματική του φύση. Βλέπετε έμοιαζε με άνθρωπο, είχε την ικανότητα να συμπεριφέται σαν άνθρωπος μα μέσα του ο δαίμονας περίμενε να ξυπνήσει. Και έτσι έγινε, την πρώτη φορα που θώπευσε γυναικεία σάρκα, την πρώτη φορά που ήπιε τα υγρά εκείνης της όμορφης μελαχρινής κοπέλας...Το μέσα του φλεγόταν τα μάτια έγιναν μαύρα και λίγο πριν την ύστατη στιγμή, τότε που όλοι οι άντρες απολαμβάνουν την εκσπερμάτωση, ο δαίμονας άνοιξε τα μάτια του! Το Τέρας πήρε την κανονική του μορφή και τα αγκάθια εκ νέου απλώθηκαν στο κορμί του... Το ακανθώδες πέος του της ξέσκισε το αιδοίο καθώς με τα γαμψά του νύχια της ξερίζωνε την καρδιά. Μια καρδιά νόστιμη, γλυκιά όλο αγάπη, έρωτα, πάθος, λαγνεία, ηδονή. Γέμισε το στομάχι του, έσβησε την πείνα του. Ο πόνος εξαφανίστηκε!! Τον παρατηρούσα να αποπλανεί και να καταβροχθίζει την μια καρδιά μετά την άλλη, αχόρταγα. Σίγουρος πια για το τί ήταν και ποιός ο σκοπός του. Ήξερα πως έπρεπε να ξυπνήσω μα το όνειρο μου παρείχε μια τέτοια ζεστασιά και ασφάλεια που ήταν σχεδόν αδύνατο να της αντισταθώ... Μετά... θυμάμαι...εκείνο τον καθρέφτη, στη μέση ενός άδειου δωματίου. Το κόκκινο κυριαρχούσε. Κόκκινο πάτωμα, κόκκινοι τοίχοι... κι εγώ να βλέπω μέσα από τα μάτια του!!! Την ώρα που έπαιρνε ξανά ανθρώπινη μορφή... Τη γύμνια του έντυνε με το αίμα της το τελευταίο θύμα, το ένιωθα ακόμη καυτό. Το βλέμμα μου εστίασε χαμηλά στο σώμα του, κάτω απ’ τον αφαλό στο δεξί μέρος της βουβωνικής χώρας... Κατάφερα να διακρίνω ένα σημάδι! Ήταν αυτό που χάραξε η αγέλη των λύκων...Το σημάδι του δαίμονα, η κατάρα...Ένα σύμβολο τόσο ξεκάθαρο, τόσο οικείο...
(το καινούριο) Ξύπνησα, κανείς τριγύρω, στο στόμα είχα γεύση από αίμα. Το ρολόι έδειχνε πέντε το απόγευμα. Ήπια λίγες γουλιές νερό, και αμέσως έστριψα να πιω ένα ‘τσιγάρο’, το τελευταίο. Πήρα την πένα της Λίλιθ, μιας κοπέλας μελαχρινής με μάτια μαύρα που γνώρισα στο αεροπλάνο, και ξεκίνησα να γράφω σαν τρελός. Σχεδόν δεν έβλεπα τι έγραφα, ακολουθούσα τη ροή των γραμμάτων καθώς έσταζαν ένα ένα στην κόκκινη χαρτοπετσέτα. Όταν τέλειωσα έκανα ένα κρύο μπάνιο και στη συνέχεια κατηφόρισα προς το λιμάνι. Είχα ραντεβού με την Ελέν στο μπαρ του Ράφα στο Χουελίν. Η Ελέν, μια ξανθιά Γαλλίδα με υπέροχα piercing στο σώμα, εθισμένη στη μποέμ ζωή, την παρανομία και τα ναρκωτικά. Τριάντα δύο χρονών, τα τελευταία 7 χρόνια είχε ναυαγήσει στη Μάλαγα. Ο Ράφα, Ισπανός γεμάτος τατού γύρω στα τριάντα πέντε. Τους είχα γνωρίσει στο μαγαζί του δεύτερου την πρώτη φορά που είχα ταξιδέψει στη Μάλαγα για να φωτογραφίσω το Τour d’ Εspaña, ένα ράλι που έκανε το γύρο της Ισπανίας μέσα σε δεκαπέντε μέρες, εκ μέρους ενός ιταλικού πρακτορείου φωτογραφίας. “Καλά” παιδιά, δέσαμε γρήγορα. Σε κάποιες φάσεις κάναμε και κάτι “δουλειές” μαζί. Πήγαν καλά. Μόλις είχα φύγει από την υγρή τρύπα, έτσι αποκαλούσα το μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου που διέμενα, έχοντας στα χείλη ένα τσιγάρο και περπατώντας κατά μήκος του δρόμου. Μουντίλα παντού και σιγανή βροχή. Το απαρχαιωμένο mp3 μου έπαιζε Riders on the Storm. Διάολε! Όποτε παίζει αυτό το κομμάτι πάντα βρέχει. Κάτι σαν ωδή στο θεό της βροχής. Ο Mόρισον σαμανός, και η μαγεία του διαιωνίζεται, παγιδευμένη ανάμεσα σε στίχους και μουσική. Κοντοστάθηκα για λίγο να διαβάσω τις επικεφαλίδες των εφημερίδων και να πάρω έναν καπνό. Είχα αρχίσει να ξεχνώ το όνειρο, περπατούσα σχεδόν αμέριμνος. Aφηρημένος βρέθηκα να παίζω το αγαπημένο μου παιχνίδι από τότε που ήμουν μικρός, συλλογή στιγμών. Είναι πολύ απλό, το μόνο που χρειάζεται είναι να κοιτάξεις την εικόνα που σου αρέσει και να ανοιγοκλείσεις στιγμιαία τα μάτια. Στη συνέχεια ο εγκέφαλος την αποθηκεύει μέχρι τη στιγμή που θα την χρειαστείς. Κάτι τέτοιες εικόνες έπρεπε πχ να σβήσω από το μυαλό μου. Στο σβήσιμο όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα. Για να μαι ειλικρινής είναι πολύ δύσκολα. Δεν διορθώνονται όλα με το πάτημα ενός κουμπιού. Αυτός είναι ο λόγος που τον τελευταίο καιρό ένιωθα σα να ‘μουν ο πρωταγωνιστής της αγαπημένης μου ταινίας, the eternal sunshine of the spotless mind. Όσο κ να προσπαθούσα να διαγράψω τις στιγμές μαζί της πάντα κάπου κρυμμένο στον εγκέφαλο έμενε κάποιο απομεινάρι. (Αυτό συμβαίνει μόνο στις περιπτώσεις όπου χρειάζεται να σβήσει κανείς εικόνες που είναι αγαπημένες, σε διαφορετική περίπτωση η διαδικασία της απεγκατάστασης είναι πιο γρήγορη μην πω σχεδόν αυτόματη. Το ερώτημα βέβαια είναι γιατί κάποιος να σβήσει αγαπημένες εικόνες. Μα είναι απλό, γιατί αυτές είναι ικανές να δημιουργούν ωραία συναισθήματα τα οποία όμως όταν δεν βρίσκουν αντίκρισμα παύουν να είναι ωραία). Μ’ αυτά και με τ’ άλλα η σκέψη μου κατρακύλησε ξανά σε εκείνη. Ίσως το “τσιγάρο” πριν και το σκηνικό γύρω μου έκριναν απαραίτητη την εικόνα της στο μυαλό μου προκειμένου να ταιριάξουν όλα τέλεια μέσα σε ένα νεφελώδη χιτώνα. Έκανε λίγο κρύο κι έτσι ανέβασα το γιακά του μαύρου παλτού μου. Θα πρέπει να περπατούσα τουλάχιστον για καμιά ώρα. Έμπαινα στη συνοικία Χουελίν, κακόφημο μέρος, σκοτεινό αλλά ωραίο. Το μπαρ εμφανιζόταν σιγά σιγά μπροστά μου. Από τη γυάλινη τζαμαρία μπορούσα να διακρίνω την Ελέν να κάθεται στη μια γωνιά της ξύλινης μπάρας και τον Ράφα να σερβίρει σε ένα τραπέζι στο βάθος του μαγαζιού φορώντας τη μακριά μπλε ποδιά του.
Μπήκα μέσα και χαιρέτησα θερμά την Ελέν, αμέσως ήρθε και ο Ραφα. Έκατσα στη μπάρα μαζί της, μιλούσαμε ώρα για ένα σωρό θέματα και σχολιάζαμε τον Ράφα που φλέρταρε με τις πελάτισσες.
«χαχαχαχα... Μωρό μου που πας και τις βρίσκεις αυτές τις ξενέρωτες;»
Ακολούθησαν λίγα λεπτά παύσης για να ξεπεράσει τη στιγμιαία σύγχυση της. Έπειτα με ρώτησε για τα σχέδιά μου, της είπα ότι σκεφτόμουν να έφευγα σε δύο μέρες για κάμπινγκ στη Σιερα Νεβαδα. LSD, χόρτο, βόλτες στα βουνά και ρούμι για να σβήνει η δίψα μας. Η ιδέα της άρεσε και δέχτηκε ευχαρίστως να με ακολουθήσει και να μεριμνήσει για τις ‘λεπτομέρειες’ του ταξιδιού. Φώναξα το Ράφα να μου βάλει άλλο ένα ποτό, με ρώτησε που έμενα και του είπα το όνομα της τρώγλης. Λίγα λεπτά αργότερα ήρθε προς το μέρος μου και χαμογελώντας είπε «Φίλε μου το ξενοδοχείο που μένεις κάποτε ήταν μπουρδέλο, ένα από τα καλύτερα της περιοχής. Προσπαθώ αλλά δε μπορώ να θυμηθώ το όνομα που είχε τότε. Εγω ήμουν πολύ μικρός όταν έκλεισε αλλά έχω ακούσει ιστορίες».
Ο Ράφα γούρλωσε τα μάτια και συνέχισε Άκουσα την ιστορία με προσοχή, και ίσως το αίμα μου να πάγωνε αλλά το αλκοόλ που έρεε στις φλέβες το καθιστούσε κομματάκι δύσκολο. Το όνειρο, η πουτάνα, το κτήνος, η γέννηση και στη μέση εγώ. Το κτήνος μέσα μου πρόσταζε να ‘παίρνω’ σώματα γυναικών μέχρι να σβήσει η δίψα. Η δίψα όμως άσβεστη και γω κενός ακόμα.
Δεν τους είπα ποτέ για το όνειρο. Η Ε μου πρότεινε μετά τη Σιερα Νεβαδα να έμενα σπίτι της. Δέχτηκα. Το υπόλοιπο της βραδιάς το περάσαμε γελώντας πίνοντας ποτά και κόκες. Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου μας βρήκαν στο μόλο, αραχτούς στο αμάξι να κοιτάμε τη θάλασσα από το παράθυρο και να σβήνουμε τις τσίτες μας πίνοντας “τσιγάρα”. Τους καληνύχτισα και τράβηξα προς το δωμάτιο. Μέσα με περίμενε η Λίλιθ με ένα μπουκάλι βότκα. Ήπιαμε λίγο, καπνίσαμε ένα ‘τσιγάρο’ και γαμηθήκαμε μία φορά. Τουλάχιστον έτσι θυμάμαι. Την ώρα που έχανα τις αισθήσεις μου μου ψυθίρισε στο αυτί: «Ακόμα και οι δαίμονες πονούν, πρέπει να κάψεις την καρδιά σου πριν στην φάνε». Στη συνέχεια το μόνο που θυμάμαι δυο σκηνές. Ένα σώμα πεταμένο σε ένα μεγάλο σκουπιδοτενεκέ. Το μισό έμοιαζε αντρικό, του έλειπε η καρδιά, δεν είχε προλάβει να μεταμορφωθεί. Έπειτα είδα τη Λίλιθ, ούρλιαζε σαν τρελή μέσα στα μούτρα μου. Άνοιξα τα μάτια απότομα, ήμουν μόνος. Κοίταξα το ρολόι. Έκανα να σηκωθώ και έριξα το άδειο ποτήρι δίπλα μου. Στάθηκα από πάνω και κοιτούσα τα σπασμένα κομμάτια του στο πάτωμα. Ήταν Πέμπτη πρωί! |








