5 ανέκδοτες ιστορίες & 5 συγγραφείς

Image
φώτο: Μ. Τσιράκου
 
 
Άγνωστη Ομορφιά

Σε τούτη τη σκοτεινή πόλη αλόγιστες ιστορίες ξεδιπλώνονται σε κάθε γωνιά, σε κάθε ρουφηξιά απ ‘το τσιγάρο, σε κάθε φευγαλέα ματιά. Άνθρωποι βουβοί, τοίχοι σακατεμένοι, αδέσποτα κακοποιημένα, παγκάκια αδειανά, αφίσες ξεχασμένες, σαλεμένες πολιτικές ιδεολογίες, κρεβάτια διχασμένα και το φανάρι στην Αριστοτέλους ακόμα δείχνει κόκκινο. Ένας άστεγος νωχελικά στρώνει εφημερίδες στη γνωστή μεριά.

Πράσινο. Πλήθος βιαστικών περαστικών με προσπερνούν. Αφαιρετικά βλέμματα, φάτσες που ευωδιάζουν αβεβαιότητα, σκόρπια αρώματα που μπερδεύουν την όσφρησή μου και αρχίζω να πλανιέμαι σα πυρακτωμένη σκιά. Κι εκεί εμφανίζεσαι εσύ. Ένας εύθραυστος δαίμονας παγιδευμένος στις εναλλαγές του χρόνου. Μια φωτεινή πινελιά στο μουντό πίνακα της καθημερινότητας. Χαμογελώ. Χαμογελάς.

Έχουν περάσει δύο χρόνια σπαρταριστής αδημονίας.

Σε είδα να πίνεις μπύρα στη Ναυαρίνου. Με είδες να μοιράζω φυλλάδια στα πανεπιστήμια. Σε είδα στα κάστρα να ξεφυλλίζεις ποιήματα του Σαχτούρη. Με είδες να ρίχνω γροθιές στον αέρα. Σε είδα να τρέχεις λαθραία ανάμεσα στα καπνογόνα. Με είδες να τρώω άγαρμπα παγωτό. Σε είδα να δακρύζεις στη συναυλία των Mogwai καθώς ψιθύριζες το “Take me somewhere nice”. Με είδες να δακρύζω την ίδια στιγμή.

Άγνωστοι μέσα σε αγνώστους. Ή μήπως όχι;
Όνομα: άγνωστο.
Ηλικία: άγνωστο.
Καταγωγή: άγνωστο.
Ιδιότητα: άγνωστο.

Πόση σημασία μπορεί να έχουν όλα αυτά όταν έχεις καταφέρει να διεισδύσεις στη σιωπή της καθημερινότητάς του άλλου; Όταν στα απόγεια της σκέψης σου έχεις αφουγκραστεί τα στιγμιότυπα της παρέλευσης μαζί του; Όταν γνωρίζεις τον τρόπο που περπατάει, την έκφραση του προσώπου του όταν γελάει, συγκινείται, οραματίζεται, νευριάζει, χάνεται; Όταν πλέον ξεχωρίζεις από δεκάδες μέτρα τη μυρωδιά του ανάμεσα σε πολλές άλλες; Μα αλήθεια πείτε μου πόση σημασία μπορεί να έχει ένα όνομα τη στιγμή που το βλέμμα μας έχει ξεπεράσει τη σκέψη; Απολύτως καμία.

Όπως όλοι μας, έτσι κι εγώ, είχα βάλει ένα στοίχημα με τον εαυτό μου. Να κερδίσω τη χαμένη, παιδική μου αθωότητα. Ο δρόμος της επίτευξης φάνταζε τεράστιος και δύσβατος. Είχα να παλέψω με τα πιστεύω μου, με τη κατακερματισμένη μου ψυχολογία, με τις αλλοιωμένες αξίες της καθημερινότητας μέσα σε μια σαπισμένη κοινωνία. Κι όμως, αυτή η μικρή φλόγα της αθωότητας που κρυβόταν μέσα μου αναζωπυρώθηκε χάρης εσένα, έναν «άγνωστο». Τύλιξε το κορμί μου με μανία αλλοπαρμένη και με κράτησε ζεστή και συνάμα ζωντανή. Ακούγομαι υπερβολική; Μπορεί. Όμως έτσι συνέβη, με απλότητα παγερή.

Είσαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος που ξύνεται, που βήχει, που φτύνει, που βρίζει. Απ ‘την άλλη, έχεις την ικανότητα μεταμόρφωσης στα στενά του μυαλού μου. Μεταμορφώνεσαι σε κάτι εντελώς διαφορετικό, σε κάτι εκ διαμέτρου ουτοπικό.   

Υπάρχουν στιγμές που μας νιώθω συνδεδεμένους με αόρατους κρίκους. Μπορούμε να διαλέξουμε ποιόν κρίκο θα τσιγκλήσουμε κάθε φορά. Και κάθε φορά χτίζουμε μια νέα ιστορία. Τυχαίες συναντήσεις, αμήχανα χαμόγελα, ζωηρά βλέμματα. Οι μορφές μας ενσαρκώνονται και διαδραματίζουν ρόλους μαριονέτας σε θέατρο σκιών. Η παραστατικότητα μας, ένδειξη στίλβης χαράς.


Τελικά η δύναμη της επικοινωνίας με κάποιον «τυπικά» άγνωστο κρύβει απεριόριστους κωδικούς ομορφιάς. Μια απέραντη λαοθάλασσα ενθουσιασμού που σε κάνει να παθιάζεσαι. Θέλω να μείνω εδώ και να μη ξεπεράσω στην απέναντι όχθη του γνωστού. Φοβάμαι πως θα πέσω στο γκρι μαντρότοιχο της απογοήτευσης. Ίσως και όχι. Δε μπορώ να ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτή τη στιγμή, η ιστορία μας, με κάνει να χαμογελώ. Να χαμογελώ αληθινά και να τραβώ τζούρες παιδικής αθωότητας ακούγοντας τους μελωδικούς χτύπους του μυαλού μου.

Σ’ ευχαριστώ.

Η Θεοδοσία Ζαμπάκα ζει στη Θεσσαλονίκη.


*

Μαρία ή Οσμή Σκουριάς

Τον είδα που καθόταν στο τραπέζι, στο βάθος του μαγαζιού. Κανείς δεν κάθεται ποτέ σε εκείνα τα τραπέζια, γιατί έχει μεγάλα, θορυβώδη ψυγεία, τα μέταλλα καμιά φορά χτυπάνε, υπάρχει η οσμή από τα νερά, η μυρωδιά της σκουριάς. Μα εγώ τον είδα που καθόταν εκεί, σιωπηλός, με το κοντομάνικο πουκάμισο των καλοκαιριών, με το πακέτο το άρωμα. Τον είδα, που κοιτούσε με ένα βλέμμα απλανές τους θαμώνες και ήταν απέξω ερμητική η νύχτα, χτύπαγε την πόρτα με τα ηλικιωμένα χέρια της, τη χτυπούσε δυνατά, την έγδερνε η λυσσασμένη νύχτα και εκείνος έστεκε έναν ολόκληρο αιώνα εκεί, τρίβοντας τους αγκώνες του στο τραπέζι, στήριζε στους αγκώνες τη λύπη του, είχε το πακέτο το άρωμα, φορούσε το πουκάμισο με το κοντό μανίκι των καλοκαιριών, τώρα πια δεν υπάρχουν εποχές και είναι όλες οι νύχτες λιοπύρια, με μαύρους ήλιους, στάζουν, βάφουν τον τόπο, σαν τυχαία κοπάδια από μέδουσες, κρατιούνται από το ταβάνι, κατάμαυροι λαμπτήρες πυρακτώσεως. Τον είδα. Είχε μια κόρη έλεγαν, ήταν από έναν τόπο μακρινό, λένε, συχνά τις Κυριακές γύρναγε με τα λεωφορεία τα γήπεδα τα ποδοσφαιρικά, στηριζόταν στους φράχτες, γαντζωνόταν εκεί, καθώς τα κουρέλια, έμενε εκεί για ώρα πολύ, ακόμα και όταν έκλειναν οι προβολείς και αδειάζαν οι κερκίδες, εκείνος έμενε εκεί, στα πόδια τριγύρναγε σκόνη, χαρτιά σκισμένα από το πλαϊνό οικόπεδο, οικοδομικά υλικά, εκείνος κρατούσε μια ήρεμη στάση, ευγενική, όπως τα αγάλματα, καμιά φορά διάβαζε, έτσι γαντζωμένος στα σύρματα, σαν πουλί χαμένο διάβαζε τις επιγραφές στις διαφημιστικές πινακίδες, διάβαζε για τα λατομεία των αδρανών υλικών, για τα λάστιχα των μεγάλων φορτηγών ψυγείων που μεταφέρουν δορές ζώων στις βόρειες πόλεις, ύστερα άφηνε το σύρμα, περπάταγε μες στον καιρό, σαν ίσκιος.

Τον είδα που καθόταν εκεί, στο τραπέζι το πιο περιφρονημένο. Έλεγε συνέχεια ένα όνομα, το επαναλάμβανε επίμονα, σαν προσευχή, «Μαρία» και έκλαιγε και ήταν το πρόσωπό του ένα σπίτι στην Κοκκινιά, με τα παράθυρα ρημαγμένα και τις μάντρες και όλες οι βροχές είναι κλεισμένες μες στις κάμαρες με λευκοντυμένα έπιπλα.

Το πρόσωπό του ήταν μια ήπειρος, που κάποτε ανθίσανε παιδιά. «Μαρία», έλεγε, είχε μια χωματένια μυρωδιά γύρω από τους ώμους του, σαν να τίναξε το χώμα μιας ταφής, «Μαρία» και γύρω του γυμνά, αμίλητα παιδιά τον παρηγορούσαν, με χείλη μαβιά. Τον πήρανε, εκείνα τα παιδιά και έφυγαν από το μαγαζί.

Ήταν καλοκαίρι πολύ. Οι μέρες ήταν και εκείνες εποχές αφόρητες, ζεστές, μιλούσαν για απεγνωσμένα στόματα, πέρα από τη δίψα και την ερημιά. Τον πήρανε και φύγανε, θυμήθηκε, καθισμένος στις πλαστικές καρέκλες του αναψυκτηρίου.

Τώρα εκείνος θα κρατά τα παιδιά από το χέρι, τα ακίνητα μάτια τους, τα νεκρά συνιστούν τις πιο τρομερές αποστάσεις. «Μαρία» λέει και ξαναλέει και ακούγονται οι τουφεκιές του πρωινού στο βάθος, πέρα στα κτήματα και πρόκειται να επαναληφθεί ο φόνος στα δέντρα και η φωνή, και εκείνη πρόκειται να σπάσει σαν ποτήρι, όλα τα γυαλιά μες στο στόμα.

Η «Μαρία», λένε εκείνοι που γνωρίζουν τις ιστορίες και τις διηγούνται ήταν η μοναχοκόρη, ένα παιδί όμορφο και λαμπερό. Και ζούσαν καλά, μα φάνηκε η αρρώστια και η μάνα δόθηκε σε άντρες ύποπτους που διαθέτουν χρήμα από τα μπάρκα και τις κληρονομιές και είναι ναύτες, παλιάνθρωποι. Σε έναν τέτοιο δόθηκε γιατί είναι η ζωή ένα κόστος σπουδαίο και ακριβό.

Και το κορίτσι που δεν άντεχε τούτο το κατάντημα σώπασε. Για πάντα. Λένε πως η εξέλιξη ετούτη ήρθε γιατί ήταν πολλά τα κρίματα και είναι το άδικο και ο καημός μαχαίρι, όψεως και κοπής διπλής. Σκοτώνει τους ανθρώπους, όπως ο πυρετός, όπως η απουσία, όπως η ερημιά. Τη δείχνουν όλοι τα πρωινά που εκείνος κρύβεται και όλο λένε διάφορα και τα παιδιά την παίρνουν στο κατόπι και τη λένε «παλιογυναίκα» και δεν θέλουν μήτε τον ίσκιο της στις πέτρες. Να, για τούτο εκείνος στέκει έτσι στο τραπέζι, πλάι στα ψυγεία με τα νερά και επαναλαμβάνει, με τη φωνή ρημαγμένη «Μαρία.» Και στάζει η σκουριά από το παλιό φεγγάρι.

O Aπόστολος Θηβαίος ζει στην Αθήνα. Το 2008 ολοκλήρωσε την έκδοση του πρώτου αφηγήματος Νόμισμα στην Όχθη, των εκδόσεων Μπαρτζουλιάνος, ενώ το 2009 ολοκληρώθηκε η έκδοση ενός θεατρικού παραμυθιού από τις εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, με τίτλο Πολύχρωμο Θάρρος. Από τις ίδιες εκδόσεις δημοσιεύτηκε το αφήγημα με τίτλο Mendizabal, ενώ πρόσφατα εκδόθηκαν οι δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του από τις εκδόσεις Πάτση, με τίτλο Οδός Πόλεως, Αριθμός 28 (2010), και από τις εκδόσεις Εκάτη, με τίτλο 17 (2011).


*

Το Πορτραίτο
 
Μια φορά κι ένα καιρό στην μακρινή εξωτική  Ζαριστάν, ζούσε ένας γεωργός. Τον έλεγαν Ζαζίρ. Ήταν άνθρωπος καλός κι υπομονετικός. Αγαπούσε τη γη, σαν να ήταν η οικογένεια του. Κάθε μέρα σηκωνόταν πριν την ανατολή του ήλιου και πήγαινε στο χωράφι του, να το καθαρίσει και να το οργώσει. Έπρεπε γρήγορα να ετοιμάσει το χώμα για τους σπόρους που θα έσπερνε την άνοιξη. Ο Ζαχίρ κάθε τόσο  καθάριζε με τη τσουγκράνα του, το χωράφι του από τα ξερά χόρτα, σταματούσε και κοιτούσε τον ουρανό. Θαρρείς κι έλεγε ένα μεγάλο ευχαριστώ εκεί ψηλά στα σύννεφα, στον ήλιο, στα πουλιά ή κάπου αλλού.
Όταν έφτανε το απόγευμα σταματούσε να φάει μια μπουκιά από το κολατσιό του. Και αφού τέλειωνε... Έπιανε πάλι τη τσουγκράνα του... Μέχρι που νύχτωνε και αποκαμωμένος πια, επέστρεφε στο σπίτι του.
 
Η ζωή του Ζαχίρ για χρόνια ήταν σκληρή  μοναχική και ούτε φίλους είχε να μοιραστεί τα καθημερινά. Ούτε γείτονες έμεναν δίπλα στο απομακρυσμένο από τη πόλη Ζαριστάν, σπίτι του. Στην πόλη της Ζαριστάν, οι παραδόσεις ήταν πολύ σημαντικές  και οι κάτοικοι τις ακολουθούσαν κατά γράμμα. Έτσι λοιπόν ο Ζαχίρ μιας κι ήταν πολύ φτωχός, χωρίς καθόλου χρήματα και χωράφια  ούτε  να παντρευτεί μπορούσε. Στη χώρα της Ζαριστάν, οι γυναίκες ήταν λίγες και οι οικογένειες τους σχεδόν τις πουλούσαν, σε πλούσιους γαιοκτήμονες, έτσι ώστε να μπορέσει να επιβιώσει και η υπόλοιπη οικογένεια. Άδικο για τις γυναίκες της Ζαριστάν. Δεν γνώρισαν ποτέ την αληθινή αγάπη. Αλλά και πολλοί άντρες της Ζαριστάν έμεναν μόνοι, αφού δεν είχαν χρήματα κι υπάρχοντα για να διαλέξουν τη μελλοντική νύφη. Αυτά ήταν τα ήθη και τα έθιμα όμως. Ο Ζαχιρ  ήξερε το ριζικό του. Αλλά δεν ήθελε να μείνει μόνος.
 
Αποφάσισε λοιπόν,  να αλλάξει το μέλλον του. Σκεπτόταν όλη τη νύχτα πως θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή  του. Το  επόμενο πρωί κατέβηκε στο παζάρι της Ζαριστάν. Αγόρασε λογής λογής μπαχάρια και χρώματα και έλαια μεθυστικά. Πήρε κι ένα καραβόπανο και μπόλικα ξύλα. Όταν τέλειωσε με τις αγορές του, επέστρεψε στο σπίτι του. Άδειασε όλα τα ψώνια πάνω στο τραπέζι. Στην αρχή δεν ήξερε για ποιο λόγο τα αγόρασε όλα αυτά, θαρρείς και μια μαγική δύναμη τον έσπρωξε να το κάνει.  Άνοιξε τα μπαχάρια και τα δοχεία με τα αρωματικά έλαια, τα έβαλε σε μεγάλα καζάνια κι άρχισε να τα ανακατεύει για ώρες. Όλη μέρα κι όλη νύχτα  τα ανακάτευε κι έλεγε λόγια αγάπης. Πρόσθεσε στα καζάνια μερικά φρούτα εξωτικά και  άλλα βοτάνια. Όλο αυτό το  μείγμα άρχισε να μετατρέπεται σε μια παχύρευστη κρεμώδη υφή. Ο Zαχίρ άπλωσε το καραβόπανο  στο τραπέζι κι άρχισε να κόβει το ύφασμα σε σχήμα ενός ανθρώπου. Όλη τη νύχτα πάλευε ο γεωργός με το πανί και ξημερώματα πια, πήρε μερικά πινέλα κι άρχισε να μπογιατίζει αυτό το απρόσωπο πανί.
 
Ο γεωργός επί δυο μερόνυχτα συνέχιζε να ζωγραφίζει πάνω  στο πανί, δεν έτρωγε, δεν έπινε ούτε νερό. Εγκατέλειψε το χωράφι του και τη σοδειά του. Ήταν τόσο απασχολημένος με το πανί του και τις μπογιές του. Ίσως να αποτύπωνε τα όνειρα του. Φαινόταν πολύ απασχολημένος κι αφοσιωμένος στο έργο του. Να αγγίζει το πανί με τα πινέλα του και μια πάνω , μια κάτω γέμιζε το πανί με ζωή. Η τελευταία πινελιά. Ο Ζαχιρ  πήρε τα ξύλα, τα καρφιά κι ένα σφυρί κι άρχισε να τα καρφώνει πάνω στο πανί.
"Νομίζω ότι είναι έτοιμο" ψιθύρισε ο γεωργός. Σήκωσε ψηλά την κατασκευή του και την κρέμασε στο τοίχο του δωματίου του. Ένας θαυμάσιος πίνακας.
Πάνω στο καραβόπανο, υπήρχε μια γυναίκα. Ο γεωργός είχε ζωγραφίσει τη φιγούρα μιας γυναίκας. Με μακριά μελαχρινά μαλλιά, μάτια αμυγδαλωτά κι ένα χαμόγελο στα χείλη. Την είχε ζωγραφίσει μ’ ένα πολύ όμορφο κόκκινο φόρεμα.

Από εκείνη την ημέρα, ο γεωργός έγινε αχώριστος με το πορτραίτο του. Έδειχνε πιο χαρούμενος και αισιόδοξος. Η ζωή του ήταν γεμάτη από αγάπη και συντροφικότητα. Κάθε πρωί που ξυπνούσε, έλεγε καλημέρα στο πορτραίτο. Του μιλούσε με γλυκόλογα σαν να ήταν αληθινό άνθρωπος. Του μιλούσε για τους φόβους του και για τα όνειρα του. Όταν  ο γεωργός επέστρεφε από τη Ζαριστάν έλεγε τα νέα του χωριού στο πίνακα.

Με την πρώτη ζέση του ήλιου, ο γεωργός πήγε στο χωράφι του κι έσπειρε τους σπόρους. Αργότερα οι βροχές ήρθαν. Οι μέρες περνούσαν, οι μήνες περνούσαν. Το χωράφι είχε πλέον ευδοκιμήσει. Η σοδειά  ήταν έτοιμη να μαζευτεί. Ο Ζαχίρ γυρνούσε σπίτι του χαρούμενος και μιλούσε στο πορτραίτο με τις ώρες, αυτή τη φορά για το χωράφι του, που είχε πλέον φυτευτεί  με σπόρους και αυτοί θα μεγάλωναν, φέρνοντας μια καλή σοδειά στο γεωργό. Εξιστορούσε τα πάντα και τα ανέλυε με περίσσια χάρη  μέχρι που αποκοιμιόταν. Και οι μέρες περνούσαν… Οι μήνες. Τα χρόνια. Οι εποχές έφερναν ζωή και μπουμπούκια στα λουλούδια και φρούτα στα δέντρα. Έφερναν χιόνι στα βουνά. Και το καλοκαίρι ήρθαν τα χελιδόνια κι έφτιαξαν φωλιές κάτω από τις στέγες. Ο γεωργός είχε βρει την ευτυχία μέσα από τη δημιουργία του, είχε ζωγραφίσει μια υπέροχη γυναίκα, που θα  ήταν πάντα εκεί μαζί του, θα τον στήριζε και θα τον καταλάβαινε όταν θα ήταν στεναχωρημένος... Ήταν ένα θαύμα τόση αγάπη συγκεντρωμένη. Ο Ζαχίρ δεν ένιωθε πια μόνος. Η απογοήτευση και η κατήφεια είχαν περάσει πια. Φάνταζαν σαν αναμνήσεις από μια άλλη ζωη. Τώρα είχε συντρόφια. Το πορτραίτο .Μερικές φορές ένιωθε ότι ήταν ζωντανό, γιατί έμοιαζε να  του χαμογελάσει  σε κάθε αστεία ιστορία του. Αλλά και στις στενάχωρες στιγμές θαρρείς το πρόσωπο του πορτραίτου καταλάβαινε και... τα μάτια του γίνονταν πιο θλιμμένα.

Τέτοιες στιγμές γεμάτες από αγάπη και συμπόνια ζούσε ο γεωργός. Μέχρι που μια μέρα, μετά από χρόνια πολλά, τα μαλλιά του άσπρισαν και το πρόσωπο του γέμισε ρυτίδες. Το σώμα του έγινε βαρύ σα μολύβι, ο γεωργός ξάπλωσε στο κρεβάτι του, έχοντας το πορτραίτο  αντικριστά , για να το κοιτάει. Έκλεισε τα μάτια του , με  ένα χαμόγελο στα χείλη....

Το επόμενο πρωί, ο ήλιος ανέτειλε λαμπερός. Ο γεωργός δεν άνοιξε ποτέ ξανά  τα μάτια του.

Κι έμεινε το πορτραίτο μονάχο του, να κοιτάει το δημιουργό του. Ένα δάκρυ φάνηκε να κυλάει από τα μάτια της γυναίκας με τα μαύρα μαλλιά και τα αμυγδαλωτά μάτια.

Tέλος

Η Εύα Πετροπούλου-Λιανού ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τα παραμύθια Geraldine et le lutin du lac (Amalthee, 2007), Η Κόρη της Σελήνης (Οσελότος, 2010), Η Ζεραλντίν και το Ξωτικό της Λίμνης (Έναστρον, 2011).

*

Εκείνοι

Τόσα πολλά να πω, είπα, τόσα πολλά, ξανά, θα πω τόσα πολλά για εκείνη την εποχή που έφυγε, μαζί μου, μαζί φύγαμε και δεν ξαναγυρίσαμε ποτέ, θα πω, για τότε, μαλακίες, όλα ήταν όμορφα και μαλακίες, ήταν όμορφα, όχι σαν τώρα, που βρωμάει το χορτάρι και η βροχή, τότε μυρουδιές να δεις, χαμός, μαλακίες, το τώρα, το τωρινό, το άχρονο, κίτρινη βροχή, το ημερολόγιο, τον κατάλογο τωρινών αναγκών, τον διαρκή και ανανεωμένο κατάλογο αισθήσεων του αισθητού και διαπραγματεύσεων του πραγματικού, τόσα πολλά να πω, α, παλιά άνοιγες μια μπανάνα και μύριζε όλη η γειτονιά / δωμάτιο /άδειο /κρύο, άλλα χρόνια, νιώθαμε τότε, το τζάκι/ τους ξένους-μα δεν ήταν σαν ΕΜΑΣ, κανείς δεν ήταν σαν εμάς, τώρα όλοι ίδιοι, απρόσωποι, μούλτι που λένε και οι καινούργιοι, έβγαινες έξω, ήταν σαν μέσα, αλλά δεν ένιωθες μαλάκας, αυτό ήταν μια διαφορά, έβγαινες έξω, δε λέω όμορφα, δε βρωμούσε, κι αυτό είναι αλήθεια, δε βρωμούσε ηλεκτρόνια, εμένα τα άλλα δε με πειράζουν, αυτή η μυρουδιά ηλεκτρονίου στον αέρα μου φέρνει ρατσιστική διάθεση έναντι στις γενεές, ας πούμε, μαλάκας είμαι ας πούμε, ξέρεις τι; Ποτέ δεν είχα δίκιο μέχρι που μεγάλωσα και αναγκαστικά έχω δίκιο για τα πάντα, ας πούμε είναι η εμπειρία ζωής και η διατροφή, ξέρω γω, δεν έχει διαφορά κάποιος πάμπλουτος μουσικός του 80 με κάποιον του 00, αν όχι δεν ξέρω να πω γιατί, αλλά έχει, γιατί φασιστικά είναι όλα αυτά τα ημερολόγια περιγραφής, σπασμένα κομμάτια του τίποτα που ξαφνικά γκρινιάζουν όλα μαζί, τόσο, όσο ένα βουητό ενός όχλου και ΤΙΠΟΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ,  αλλά όσο συνεχίζω πολεμώ, ποιος ξέρει τι, κανείς μας δεν έμαθε ποτέ, κανείς ποτέ δε ρώτησε, φτάνει μόνο που φταίνε ΟΙ ΑΛΛΟΙ  που δεν μας είπαν, ξέρω γω, της μάνας σου, της μάνας μου, όλοι με χαλκά στη μύτη ήμασταν / ήμαστε / θα είστε, χεχε, προδίδω το θάνατο μας, χεχε, τι πλάκα που θα έχει όταν φύγουμε, εμείς μαζί με τη βρωμοποδαρούσα πορεία μας, εμείς που ζηλεύαμε ο ένας τον άλλον, σκορπιός αντί σκορπιού, η μεγάλη θεωρεία με τον γάιδαρο του γείτονα και τον γείτονα του γαιδάρου, οι πράσινες, οι μπλε και οι κόκκινες σημαίες, να τα παίρναμε πάνω μας και να πέφταμε στον πάτο του ποτού, μαλακίες, ιστορίες που μας μείνανε στα μισά και κανείς δεν τις κήδεψε, μόνο έμειναν σαν αστικοί μύθοι, υπεραστικοί μύθοι,, βλέπε επαναστάσεις / πράσινο / γήπεδα μπάσκετ/ πραγματική ιστορικότητα/ πραγματική συνείδηση της πατρίδας και αρχίδια τέτοια και άλλο τόσο, και ξεμένω πάλι ψάχνοντας αναπτήρα να κάψω τα ποιήματα εκείνου του κολλητού που έπεσε από τον πέμπτο και άντε γεια, γιατί δεν μπορώ να τα διαβάζω άλλο, δεν μπορώ να αντέξω το βάρος μιας καθαρής φωνής τώρα, αυτοί είμαστε, δεν ξέραμε τι θέλαμε και δεχτήκαμε αυτό που ήταν εύκολο/ το παραδεδομένο, εμείς που δεν αφήσαμε χώρο ούτε για τα σκουπίδια, μακεδόνες/ αντιμακεδόνες, κρυφογκαβατζόπουστες, κρυφοαναγνώστες του κοσμοπόλιταν/metal hammer/ποπ και ροκ και αντιποπ και αντιρόκ ατίθασα μαλλιά από το κομμωτήριο κατευθείαν έξω Σαββάτο βράδυ, άγαμοι/ γαμημένοι/ ανέραστοι/ η γενιά του αυνανισμού /η γενιά της αναστολής-η γενιά της καταστολής και πίσω σπίτι, λίγο πιο έμπειροι, λίγο πιο μαλάκες, λίγο πιο λίγοι, κρυφοκαραμανλικοί και κρυφοπαπανδρεοικοί, με όνειρο Πόρσε κάμπριο και βραζιλιάνα να χαμογελάει καθώς περνάμε τα διόδια/ λακκούβες/ ανούσια νησιά /πόρτες για δουλειά /καρκίνους /απότιστα δέντρα /πλημμυρισμένους υπονόμους/ περιμένοντας από τους ΑΛΛΟΥΣ να μαζέψουν τα σκουπίδια για να ξεβουλώσει /ώσουμε, γιατί ΗΜΑΣΤΑΝ τα σκουπίδια, αλλά τώρα να, χεχε, ΤΕΛΟΣ, καλή κληρονομιά το τίποτα, το μόνο που θα λείψει μάλλον /ίσως /μπορεί/ είναι η γιαγιά μου, η γιαγιά, που έπιανε την κατσαρόλα και έβγαζε αληθινούς μαγειρεμένους λαγούς από μέσα, αυτό, δεν είναι και λίγο,  δεν ξέρω τι να πω, μπορεί και να γελαστήκαμε στα αλήθεια, αν και δεν το νομίζω, αλλά θυμάμαι αυτό που σας είπα, περί μπανάνας και τα λοιπά, τι να πω, κάνω πως δεν ξέρω, μας υποσχέθηκαν κάτι και το πιστέψαμε, τόσο μαλάκες, αλλά οκ, τόσο οκ, ώστε να κατηγορούμε εσάς νέοι/ ξένοι και άχρηστοι, όσο άχρηστοι η γενιά μας τόσο κι εσείς, σειρά σας τώρα να φταίτε, εμείς μαγκουφιάσαμε, να κλαίτε πάνω από καμένες σημαίες και να σας δέρνουν οι μπάτσοι, να κλαίτε πάνω από πυροβολημένα παιδιά /ανολοκλήρωτες ζωές, να κλαίτε, να κλαίτε, το μόνο κλάμα ειλικρινές της γενιάς μου ήταν από δακρυγόνα, εύχομαι /λυπάμαι /λυγίζω /φοβάμαι /  πως τα λάθη ήταν πολλά, εύχομαι /ραγίζω /τρέμω, για κάτι πιο αληθινό από αυτό.

Ο Κωστής Αργυριάδης ζει στη Θεσσαλονίκη.


*

Ο συγγραφέας και ο Αναγνώστης

Με λίγα λόγια, θα προσπαθήσω να σου πω τί προηγήθηκε της συνάντησής μας. Θα αφήσω τους γραμματικούς χρόνους, έρμαια των επιθυμιών της Ιστορίας Μου, ανεξάρτητα τεχνάσματα με σκοπό την κατασκευή μιας πιο άμεσης επαφής, μεταξύ μας…

...Με τον αντίχειρα και το δείκτη του αριστερού μου χεριού, έτριψα το πηγούνι μου. Στα δάχτυλα του δεξιού, είχε εγκλωβιστεί, εδώ και πολύ ώρα, ένα στιλό, όπως ακριβώς το μυαλό μου είχε παγιδευτεί, μπροστά στην αγνότητα του λευκού χαρτιού. Τη σελίδα που αδυνατούσα να  μελανιάσω, με τα χτυπήματα κάποιας αναπάντεχα πρωτότυπης ιδέας. Δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω, από το να γράψω, απόψε. Όμως, όλες οι φράσεις  ήταν ήδη γραμμένες και τα γράμματα είχαν εξαντλήσει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς νοημάτων που θα άξιζε να λερώσουν μια κλινικά άσπρη επιφάνεια.

Ακούμπησα το εύθρυπτο δέρμα των αγκώνων μου, στο λείο ονειροδρόμιο του γραφείου μου. «Ονειροδρόμιο;». Ίσως πιο λυρικό από ότι χρειαζόταν. Εσύ τί λες; Τέλος πάντων…

Έριξα ένα πιο στοχαστικό βλέμμα στο χαρτί, μήπως το φοβίσω. Τίποτα…Όποια δοκιμασμένη στάση σοφίας κι αν εφάρμοσα στο σώμα μου, η έμπνευση την απέρριπτε.

Άναψα ένα τσιγάρο, μήπως με βοηθήσει στην αποκωδικοποίηση των κανόνων της συγγραφής δίχως επιφοίτηση. Άναψα ένα τσιγάρο, είπα; Μα δεν είναι δυνατόν. Δεν καπνίζω. Δεν κάπνισα ποτέ μου κι ας ήταν πολλές φορές η φράση αυτή, το κλισέ που με έβγαζε από τη δύσκολη θέση της  εκκίνησης μιας ιστορίας.

Όλοι οι ήρωες μου, είναι καπνιστές. Όλοι εκτός από τον δημιουργό τους που ποτέ του ως τώρα, δεν ήταν ήρωας. Κι αυτό όμως, είναι ψέμμα. Μα τί λέω; Σου φαίνεται πως τρελάθηκα, ε;

Η αλήθεια είναι πως αντί να επινοήσω έναν πρωταγωνιστή που θα τον ζήλευα για το θάρρος του, προτιμούσα πάντα να εφευρίσκω τον εαυτό μου απαλλαγμένο από τη δειλία του. Ίσως, για αυτό το λόγο να γράφω. Για να με καμαρώσω σαν αναγνώστης μιας ξένης βιογραφίας. Η αυτοβιογραφία μου άλλωστε, αν ειδωθεί σε πραγματικό χώρο, με μόνο όπλο τις πέντε, αντικειμενικές αισθήσεις κάποιου άλλου, θα ήταν απελπιστικά ανιαρή. Όλες οι αιματοχυσίες και όλες οι ηδονικές νύχτες που ξαπλώνουν εκκωφαντικά στις σελίδες των βιβλίων μου, δεν είναι παρά μια σειρά από οράματα και ονειρώξεις, παρατεταγμένες στη σειρά, με σκοπό την εξιστόρηση ενός μύθου. Δεν θυμάμαι πια, αν ο μύθος ήταν το ζητούμενο ή η άνευ όρων αποδοχή της αποτυχίας των δυσβάσταχτων ουτοπιών μου. Δεν θυμάμαι ή βρίσκω βολική μια τέτοιου είδους αμνησία; Δεν θέλω να απαντήσω. Έχω αυτό το δικαίωμα. Το έχω; Νομίζω πως ναι, καθώς η χρήση αυτού του χάρτινου ημερολογίου αναμνήσεων που βρίσκεται μπροστά μου, είναι  αποκλειστικά στα δικά μου χέρια. Εγώ είμαι ο συγγραφέας κι εσύ ο αναγνώστης κι αυτή η ισορροπία, δεν πρέπει να διαταραχθεί, τη δεδομένη, χρονική στιγμή. Θα ήταν καταστροφικό και για τους δυο μας, να ξεκινήσουμε από την αρχή. Τα πράγματα, ας τα αφήσουμε όπως έχουν.

Παίρνοντας τη πρωτοβουλία να ξεπεράσω τον εαυτό μου, βγάζοντας τον από τα στεγανά της δικής του και μόνο πραγματικότητας, θα ανάψω τώρα ένα τσιγάρο. Με συγχωρείς για λίγο. Δε μπορώ να είμαι μόνο εγώ. Χρειάζεται να γίνω και κάποιος άλλος, για να σε πείσω να με διαβάσεις. Έτσι δεν είναι, κατά βάθος; Τί ενδιαφέρον θα μπορούσα να σου πω κλεισμένος σε ένα ανήλιαγο δωμάτιο, λερώνοντας τις σελίδες και τα δάχτυλά μου με μελάνι; Πόσο να ικετέψει τη προσοχή σου, ένα τόσο μοναχικό πλάσμα σαν εμένα; Ο μόνος τρόπος να σε κερδίσω, είναι να σε βυθίσω στις δισδιάστατες σελίδες μου. Στο πυθμένα τους, βρίσκεται το παράφορο μυαλό μου. Σε προσκαλώ, να πνιγείς από τις ιστορίες μου! Αλλιώς το βλέμμα σου θα γεμίσει συμπόνια και ο θαυμασμός σου θα γίνει οίκτος. Είμαι αξιοθρήνητος, δίχως τους ήρωές μου. Ακίνητος. Αυτάρκης σε ένα σύμπαν λίγων τετραγωνικών μέτρων που θα σου φαινόταν ασφυκτικό, δίχως τις επινοήσεις μου. Μυρίζω, αναπνέω και συγκινούμαι από τον έρωτα, χωρίς τις αισθήσεις μου. Αυτές τις ενεργοποιώ, μόνο με «εσωτερικά» ερεθίσματα. Το στήθος της καλής μου, κοκκινίζει με λέξεις, όταν ρίχνομαι πάνω της για να τη πείσω πως υπάρχω και κρατώ στα μολύβια μου το πεπρωμένο της.

Δε θα σε συγκινούσαν ποτέ, όλα αυτά. Το γνωρίζω, άλλωστε. Οι ρόλοι μας, είναι διαφορετικοί. Τί θα έκανες όμως εσύ, στη δική μου, άχαρη θέση; Η άνοιξη, τα φιλιά και το βρεγμένο χώμα που πατάς, είναι για μένα απαραίτητες μεταφορές. Η αλήθεια μου, είναι μονάχα ο λόγος. Δεν είναι αστείρευτος ο κόσμος μου. Γιατί να είναι οι λέξεις μου, λοιπόν; Σκέψου το για μια φορά και μόνο, πριν ανοίξεις τα χείλη σου να ασκήσεις κριτική σε έναν κακό μύθο που εμπνέεται από τη δική σου αδιαφορία για τη ζωή.

Είναι βολικός αυτός ο διάλογος, για να κερδίσω χρόνο να κατακτηθώ από τη διαύγεια μιας τετριμμένης φαντασίας που πάντα σε εντυπωσίαζε.

Για να δούμε… Ξέρω πως ποτέ δε σε αφήνει ασυγκίνητο, ένα πιστόλι στο χέρι κάποιου πρωταγωνιστή. Διψάς για αίμα, περισσότερο από εμένα. Ίσως εσύ και η μετριότητα κάθε σου μέρας, να ευθύνονται για τον κυνισμό των φόνων που σε μπολιάζουν οι ιστορίες μου. Είμαστε αντικατοπτρισμοί της ίδιας δειλίας. Δε νιώθω πως θα σε προδώσω, αν σου εκμυστηρευθώ πως ποτέ δεν έπαιζα με όπλα και μόνο στη γραμματική και το συντακτικό, έχω νιώσει τη κρύα, αναγνωστική θαλπωρή της κάνης τους.

Έχω σκοπό να σε σαγηνεύσω απόψε, όμως. Αυτή η ματαιοδοξία, με φέρνει πάντα ως εδώ. Αυτή και η αχαριστία που εισπράττω κάθε φορά που τα βιβλία μου κάνουν «κοιλιά», κατά τα λεγόμενά σου. Πόσο αίμα θες τελικά, δειλέ μου βρικόλακα; Πόση θλίψη θες να νικήσεις, πίνοντας το αθώο αίμα, χάρτινων ανδρείκελων; Γιατί δε χορταίνεις ποτέ και τελικά με δοξάζεις μόνο κατασπαραγμένο και νεκρό τον ίδιο, από την απληστία σου;

Το περίστροφο, γεμίζει τις θαλάμες του με αληθινές σφαίρες κι ύστερα ξαπλώνει στο γραφείο μου. Κέρδισα έστω και κάποια λεπτά της προσοχής σου, με αυτό τον τρόπο, φοβισμένο μου κτήνος; Έχω την εντύπωση πως σε ημερεύει η υπόνοια ενός πιθανού θανάτου, στο μικρό μου δωμάτιο.

Πόσες ιστορίες στολίζουν τα ράφια σου; Συναντάς συχνά τη σοφία όταν φωτογραφίζεσαι με φόντο τη βιβλιοθήκη σου ή όταν τη παρουσιάζεις στους ημιμαθείς άγριους που αποκαλείς «φίλους»; Κι όμως, δεν είσαι τίποτα, πέρα από έναν συλλέκτη μύθων, τις περισσότερες φορές αντικρουόμενων μεταξύ τους. Φοράς στο λαιμό σου ένα αντιφατικό κεφάλι και καμαρώνεις πως μέσα του κατοικεί ένα «ανοιχτό» μυαλό. Λιποτακτείς από κάθε θεωρία που σε εκλιπαρεί να τη μετατρέψεις σε πράξη, με πρόσχημα τη δίψα σου για γνώση.

Μη φεύγεις. Για μια και μοναδική φορά σου μιλώ αυτοπροσώπως, χωρίς τα εφέ της φαντασίας μου. Πού θα πας, άλλωστε; Θα κρυφτείς πίσω από την αδιαφάνεια του προφορικού λόγου σου και θα ασκείς από εκεί, σαν αθώος αμνός, την απάνθρωπη κριτική σου; Είμαστε αντικατοπτρισμοί και δε θα  πάψω να στο φωνάζω, μέχρι το ξιπασμένο, από τη ρουτίνα, μυαλό σου, να το συνειδητοποιήσει. Δεν ζεις και ζητάς να αρθρώνεις τα δικά μου λόγια, για να σε θεωρούν σπουδαίο στις αλκοολούχες ομηγύρεις που στοιχειώνουν τον ελεύθερο χρόνο σου. Κοντεύω να βαρεθώ την απραξία σου, περισσότερο από την δική μου! Τί άλλο θες να ακούσεις δηλαδή, για να σε  πείσει η αλφάβητος να κοιταχτείς μια φορά στον καθρέφτη, με το είδωλό σου τρισδιάστατο;

Δε θα σε αφήσω να δραπετεύσεις από την κουβέντα μας. Κοίτα με! Θα σου μιλώ με το πιστόλι στον κρόταφο. Δεν νιώθεις μια πρωτόγονη έξαψη τώρα; Μια ελαφρά πίεση του δείκτη, χωρίζει τη ζωή από το θάνατο.

Συνεχίζεις να με ακούς, με ανανεωμένο ενδιαφέρον πια. Είναι λογικό. Έχεις γεράσει κι εσύ. Ο Χρόνος δε κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε μένα και σε σένα. Η φαντασία σου, πλέον δεν διεγείρεται από την υπαρξιακή αγωνία των ηρώων μου. Είναι τηλεοπτική. Οι πρωταγωνιστές της, δε χωρούν στους ασπρόμαυρους χαρακτήρες του πληκτρολογίου μου και στα αδιέξοδα που κάποτε μοιράστηκες μαζί τους. Δεν ακολουθείς πια τα λάθη τους. Οι φόβοι τους, μοιάζουν να είναι το παρελθόν σου. Προχώρησες μπροστά. Έχεις μια αξιαγάπητη γυναίκα, δυο παιδιά κι ένα όμορφο σπίτι που στεγάζει το παρόν σου. Το μέλλον, είναι πια πολύ μακριά, από αυτό που ονειρεύτηκες. «Ευτυχώς», λες πάντα όταν ξυπνάς.

Από συνήθεια, αγοράζεις κάθε καινούρια μου απόπειρα. Από συνήθεια, όντως; Έχω την εντύπωση πως περιμένεις να έχω στερέψει κι άλλο από λέξεις κι ευρήματα, κάθε φορά που βγαίνεις από το βιβλιοπωλείο με μια πλαστική σακούλα που περιέχει το όνομά μου. Για την ακρίβεια, νομίζω πως αυτό επιζητάς. Εσύ, με ξέρεις καλύτερα από όλους τους άλλους. Είσαι ο αγαπημένος μου αναγνώστης. Εκείνος που μπορεί να με αναγνωρίσει μέσα από χιλιάδες, ανώνυμους τόμους, από την πρώτη μου πρόταση, από τα σημάδια και μόνο της στίξης μου. Αυτό που ήσουν, με έκανε  αυτό που είμαι. Δε σε απογοήτευσα ποτέ, όπως οι άλλοι. Ήμουν πάντα πιστός στις αξίες που αγάπησες, ακόμα κι όταν η φύση μου η ίδια, αισθανόταν να ασφυκτιά, μέσα στη δύσκαμπτη, μοναδική αλήθεια των σελίδων μου.

Συνήθως, ο καλλιτέχνης είναι αυτός που απογοητεύει το κοινό του, όταν η δόξα τον παρασύρει να γίνει αυτό που επιθυμεί. Μια αλαζονική κι ακατανόητη αυθεντία που περιπαίζει τους οπαδούς της, βάζοντας τους να ψάξουν τη σημασία των λόγων του, μέσα στις εύηχες, κωδικοποιημένες υπαγορεύσεις των προτάσεων που απαρτίζουν τη θανάσιμη τεμπελιά του. Τέλος πάντων, δεν έχουν σημασία όλα αυτά απ’ τη στιγμή που στη περίπτωσή μας, εσύ με εγκατέλειψες. Μοιάζει  η ιστορία μας πολύ, με μια ερωτική τραγωδία, δε νομίζεις;

Όχι, μη φεύγεις Ρωμαίε. Εξ ‘άλλου, εγώ δεν έγινα ποτέ αυτό που θέλησα, για χάρη σου. Παρέμεινα απλός και σε περίμενα σε κάθε σου βήμα. Δεν έτρεξα ποτέ μπροστά, περισσότερο τουλάχιστον από αυτό που έπρεπε, για να συνεχίσω να σου είμαι κατανοητός. Μη φεύγεις! Τί άλλο πια να κάνω, για να κερδίσω την προσοχή σου; Προσπάθησα ειλικρινά, να κλέψω πάλι τον σεβασμό σου, με την συγγραφή ενός επιβλητικού μύθου. Απέτυχα από τις πρώτες γραμμές του να εμπνευστώ κάτι καλύτερο, πέρα από αυτή τη σπαρακτική εξομολόγηση που αποζητά πάλι τη συμπόνια.

Απόψε λοιπόν, θα σου μιλήσω εγώ, γυμνός από ήρωες. Είναι ανώφελο να γράψω ένα ακόμη μοναχικό έπος, ίδιο με τα προηγούμενα. Από τότε που άλλαξες, βουλιάζω στην ίδια μανιέρα. Είναι αργά πια να προχωρήσω. Όσο κι αν τρέξω, ποτέ δε θα προλάβω να σε ξεπεράσω και να φανερωθώ μπροστά σου με καινούριες ιδέες που να χορταίνουν την ακόρεστη δίψα σου για ταχύτητα. Θα ‘πρεπε να συμπυκνώσω το σύμπαν σε μια μόνο λέξη, για να σου ξυπνήσω το ενδιαφέρον. Αυτό δε μου ζητάς; Την «ουσία», όπως σου αρέσει να λες.

Θα με ακούσεις, σε παρακαλώ; Μου το χρωστάς. Στην πραγματικότητα, θα ‘πρεπε να αισθάνεσαι ευγνώμων που στέκομαι μπροστά σου, με ένα πιστόλι στον κρόταφο και σε εκλιπαρώ να μου κρατήσεις συντροφιά σε αυτό το παραλήρημα. Κρατάς τη ζωή μου στα χέρια σου. Δεν σου φτάνει αυτό; Τί άλλο να επινοήσει η αλφάβητος της σιωπής μου, για να ταΐσει τον «πολύτιμο» χρόνο σου με κάτι αξιοθαύμαστο;

Που πας; Σου μιλάω! Βαρέθηκες, κιόλας; Θες κάτι πιο «δυνατό»; Δε μου αφήνεις άλλη επιλογή και το ξέρεις. Ίσως κι εσύ αυτό να ζητάς, τελικά.

Λοιπόν; Πώς σου φαίνεται η ζωή, τώρα που το πιστόλι σημαδεύει εσένα; Τί όνειρα έχεις αυτή τη στιγμή, πέρα από το να κερδίσεις την επόμενη ανάσα σου; Φαίνεται πώς σε πείθω, ε; Σα να άλλαξες λιγάκι. Τρέμεις. Πες μου, τί βλέπεις, μέσα στη κάνη; Είδες που τόση ώρα με υποτιμούσες; Κατάλαβες πως ένιωθα; Δειλέ! Αυτό χρειαζόσουν λοιπόν, για να συνέλθεις από την ανία σου. Αίμα. Πώς σου φαίνεται να είναι το δικό σου αίμα, αυτό που θα σβήσει απόψε τη δίψα σου;

Εμένα πάντως, αυτή η σκηνή μου μοιάζει με αριστούργημα. Τελικά, δε ξόφλησα ακόμα ως Δημιουργός. Απλά χρειαζόμουν καινούριες τεχνικές. Πιο σύγχρονες. Πιο δελεαστικές για το κοινό μου, που δεν έπαψε ποτέ να είναι το αγαπημένο μου θύμα.

Αστειεύομαι, μη φοβάσαι. Αστειεύομαι, όπως κάθε ηλικιωμένος παραμυθάς που βρίσκεται κοντά στο τέλος της στερνής του ιστορίας. Λοιπόν, το τέλος θα το γράψω εγώ και όχι εσύ. Δε θα σου κάνω τη χάρη. Σε χρειάζομαι, μονάχα ως θεατή.

Ορίστε, στρέφω ξανά το πιστόλι στο κεφάλι μου. Όλα τελείωσαν κι εσύ θα το επιβεβαιώσεις. Δε θα με δεις ποτέ ξανά. Στο υπόσχομαι. Θα φύγω από τη ζωή πριν γίνω θύμα σου. Θα προτιμήσω έναν γρήγορο θάνατο, από τον βίο ενός μακρόβιου φουκαρά με αυτοκαταστροφικά συμπλέγματα. Είσαι έτοιμος να λερωθείς, με το αίμα μου; Το ερώτημα είναι ρητορικό. Δεν με ενδιαφέρει καν, ποια είναι η απάντησή σου. Το ξέχασες; Βαλ’ το καλά στο μυαλό σου. Εγώ ήμουν πάντα ο Δημιουργός.

Το πιστόλι εκπυρσοκροτεί…

Ο Βασίλης Παλαμάρας ζει στην Αθήνα. Διατηρεί το ιστολόγιο toelatirio.wordpress.com