top_arxeio_teuxwn.jpg top_newsletter.jpg
teliko-ekdoseis.jpg

Περιεχόμενα Τεύχους #16


Ο δρόμος μου είναι πλατεία - Ορχάν Βελί Κανίκ [Μτφρ. Μιχάλης Παπαντωνόπουλος]


 
«Ο Ορχάν πρόλαβε να δοκιμάσει στη σύντομη ζωή του
όση ποιητική περιπέτεια βίωσαν μερικές γενιές Γάλλων ποιητών μαζί»
Οκτάυ Ριφάτ

Ήδη στα 36 του, όταν και πέθανε, ο Βελί ήταν μια θρυλική μορφή της μοντέρνας τουρκικής λογοτεχνίας – όχι μόνο για τον πρόωρο θάνατο και τον βαρύ αλκοολισμό του∙ ούτε για τους θυελλώδεις έρωτες και τη νεορομαντική του περσόνα∙ ούτε καν για την παραίτησή του από τη δημόσια Υπηρεσία καταγγέλλοντας το εργασιακό του περιβάλλον ως αυταρχικό.  
 
Η έκδοση του «Παράξενου», το 1941 –του μανιφέστου που εξέφρασε το ομώνυμο κίνημα στο περιθώριο της καθεστηκυίας τουρκικής λογοτεχνίας– με ποιήματα των Ορχάν Βελί, Οκτάυ Ριφάτ και Μελίχ Τζεβντέτ Αντάυ, σήμανε τη μοντερνιστικη στροφή της τουρκικών Γραμμάτων. Το «Παράξενο» καταφέρθηκε ενάντια στην τότε κυρίαρχη «αντίληψη» περί ποιητικότητας, κόβοντας κάθε δεσμό με τις «γιαγιάδες» –όπως χαρακτηριστικά σημείωνε ο Βελί– του τουρκικού Κανόνα. Επιπλέον, ανέδειξε –κι αξιοποίησε– τις δυνατότητες που διέθετε η λαϊκή γλώσσα στην ποιητική σύνθεση, ενώ απέρριψε την ποίηση ως αισθητική των προνομιούχων κοινωνικών τάξεων, ως αισθητική της θρησκείας και των αστών.
 
Εδώ, θα πρέπει να επισημανθεί και η λανθάνουσα σχέση των ποιημάτων του Ορχάν Βελί με την λογοτεχνική παράδοση της Τουρκίας και συγκεκριμένα με τη λαϊκή τουρκική ποίηση από την οποία κληρονομούν τον ριζοσπαστισμό μιας γλώσσας που κατάγεται από τη μεσαία τάξη κι επιστρέφει σε αυτήν∙ μιας γλώσσας του δρόμου, μα όχι της υποκουλτούρας∙ μιας γλώσσας σε κατάσταση διαρκούς επίθεσης ενάντια στη γλώσσα, που όμως –ή μάλλον γι’ αυτό ακριβώς– «επιβλήθηκε» με τη φυσικότητα του τραγουδιού, του αποφθέγματος ή της παροιμιώδους φράσης στα τουρκικά σπίτια∙ μιας γλώσσας σε εξέγερση που τραγουδάει την ακραιφνή χαρά του ζην σε όλες του τις εκφάνσεις, κατορθώνοντας να μεταβάλλει ακόμα και τη λειτουργία της τουρκικής ποίησης μες στον κοινωνικό ιστό.  
 
Ουσιαστικά, ο Βελί αποκάλυψε τις δυνατότητες που έφερε η γλώσσα της καθημερινής συναλλαγής και πρόβαλε τον ηρωισμό του καθενός μέσα απ’ τα κάγκελα της συνήθειας που στήνει γύρω μας η ζωή, διαμορφώνοντας ένα ποιητικό έργο που ακόμη και σήμερα «ικανοποιεί το πεινασμένο βλέμμα της ιστορίας».
 
Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Ο Ορχάν Βελί Κανίκ  [Orhan Veli Kanık] γεννήθηκε στις 13 Απριλίου του 1914 στην Κωνσταντινούπολη. Το 1933 εγγράφηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κωνσταντινούπολης για να εγκαταλείψει δύο χρόνια αργότερα τις σπουδές του. Το 1936 άρχισε να εργάζεται στην Ταχυδρομική Υπηρεσία της Άγκυρας• την ίδια χρονιά δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα –με το ψευδώνυμο Μεχμέτ Αλί Σελ– στο αβανγκάρντ λογοτεχνικό περιοδικό «Varlik».
 
Το 1941, εκδίδει το «Παράξενο» με ποιήματα δικά του αλλά και των Ριφάτ και Αντάυ. Τα επόμενα χρόνια δημοσιεύει τα ποιητικά βιβλία «Αδύνατον να αποχωριστώ» (1945), «Σαν έπος» (1946) και «Καινούργιο» (1947). Την ίδια περίοδο –και συγκεκριμένα από το 1945 ως το 1947– ο Βελί εργάστηκε ως μεταφραστής στο τουρκικό υπουργείο Παιδείας. Με την παραίτησή του άρχισε να εργάζεται ως ελεύθερος μεταφραστής και δημοσιογράφος. Το 1949, η οικονομική του κατάσταση τού επέτρεψε να εκδώσει 28 τεύχη του λογοτεχνικού περιοδικού «Yaprak», ενώ παράλληλα δημοσιεύει την ποιητική συλλογή «Πέρα». Στο μεταξύ, ο Βελί κατανάλωνε πλέον μεγάλες ποσότητες αλκοόλ.
 
Στις 14 Νοεμβρίου 1950, ο Τούρκος ποιητής κατέρρευσε. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, όπου έπεσε σε κώμα και πριν τα μεσάνυχτα απεβίωσε. Η νεκροψία έδειξε εγκεφαλική αιμορραγία. Λίγες μέρες νωρίτερα, στην Άγκυρα, ο Τούρκος ποιητής είχε πέσει μεθυσμένος σ’ ένα χαντάκι. Έκτοτε παραπονιόταν καθημερινά για τους φρικτούς πονοκέφαλους που τον βασάνιζαν.
 
toneo.png