top_arxeio_teuxwn.jpg top_newsletter.jpg
teliko-ekdoseis.jpg
Σφηνάκια

Εικόνες-Σκέψεις-Συναισθήματα : Μετράω απώλειες

της Κατερίνας Καντσού

Image
φώτο : Στράτος Π.
 

Μετράω απώλειες


ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ :

Μετράω απώλειες. Μες στον καθρέφτη, τα μάτια μου δυο τεράστιοι σβόλοι που ολοένα και μεγαλώνουν, κάποτε δεν αντέχουν και σκάνε, πετάγονται έξω από τις κόγχες τους και στέκουν σαν δύο άμορφα μπαλάκια του πινγκ- πονγκ που έχασαν το στόχο τους.

ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ :

Ξυπνάω ιδρωμένη. Διψάω. Ανοίγω το ψυγείο και βλέπω δύο μισοφαγωμένα γιαούρτια, μια ληγμένη μουστάρδα, μαγιονέζα, τυρί, μια σακούλα λεμόνια κι ένα ανοιγμένο κουτί γάλα. Το παίρνω, το μυρίζω. Μυρίζει ξινίλα. Σκέφτομαι να κλείσω τα μάτια και να το πιω μονορούφι, ώστε να μείνει η ξινίλα του στο στόμα μου να μου θυμίζει την κατάστασή μου. Μετράω απώλειες.

Η τηλεόραση σβηστή εδώ και μέρες. Έχει γεμίσει σκόνη. Σκόνη παντού. Στα έπιπλα, στα τραπέζια, στα τζάμια. Μπορώ ν’ ανοίξω τα παράθυρα και ν’ αφήσω να μπει καθαρός αέρας που θα πάρει μακριά αυτή την σκόνη, θα φέρει όμως άλλη. Αλλά δε θέλω. Με φοβίζει το φως της μέρας. Και δεν χρειάζομαι κι άλλη σκόνη. Αποφασίζω ν’ απαλλαγώ απ’ αυτήν εδώ. Παίρνω το ξεσκονόπανο κι αρχίζω. Μετά από δύο ώρες, το σπίτι λαμποκοπάει. Γιατί όμως κρυώνω;

ΕΙΚΟΝΑ ΤΡΙΤΗ:

Ένα τηλέφωνο που δε χτυπάει ποτέ, ένας επισκέπτης που δεν έρχεται ποτέ, ένα γράμμα που δε φτάνει ποτέ. Γιατί το ποτέ διαρκεί τόσο πολύ; Ώρες κι ώρες ατέρμονης αναμονής πάνω από ένα άψυχο τηλέφωνο, η ανάγκη να πάρω ένα μήνυμά σου έστω και στον τηλεφωνητή, η φωνή σου που τόσο μου έλειψε- πού είσαι και γιατί έφυγες έτσι;- πράγματα που θέλω να σου πω κι άλλα τόσα να σε ρωτήσω, "δε θα φύγω", είχες πει "θα ΄μαι εδώ πάντα δίπλα σου"- μια υπόσχεση που έμεινε μοναχά υπόσχεση κι εγώ μόνη εδώ να βλέπω το τέλος που πλησιάζει και να μετράω απώλειες.

 
Βωμολόχος : Johnny Handsome, ιστορία

του Johnny Handsome

Image
φώτο : Στράτος Π.
 

Σάπιες ευχές

Όλα ξεκίνησαν από εκείνη την υγρή σπηλιά. Προθάλαμος για το χάος. Το λιγοστό φώς που υπήρχε στα πρώτα μέτρα χανόταν έπειτα στο απόλυτο σκοτάδι. Ακόμα και κάποιες αχτίδες που μέσα από οπές στενές κατάφερναν να εισχωρήσουν έστω λιγο πιο βαθειά, ξεθώριαζαν και τέλος έσβηναν αντικρύζοντας το απόλυτο τίποτα... Χαρά Θεού έξω κι ο Ράσταμαν για ώρες σκυφτός, περιτρυγιρισμένος από νερά και λάσπες, προκειμένου να βγάλει τη γαμημένη φωτογραφία που του έκατσε στο μάτι. Είχε φάει τον κόσμο να βρεί ένα κλίκ της προκοπής και ξαφνικά νά σου εκείνο το άνοιγμα στο βουνό. Χαλάλι όμως μιας και σε κάθε κλίκ της μηχανής του πλήρωνε ενοίκιο, φαγητό, τσιγάρα κλπ. Γράμματα δεν ήξερε μα ευτυχώς με τη μηχανή ήταν πολύ ικανός. Στο τέλος της φωτογράφσης έκανε μια σκέψη να εξερευνήσει τα ενδότερα της σπηλιάς, μα καθότι κλασμένος από κάτι μπάφους που είχε πιει στο ενδιάμεσο την ακύρωσε αυτόματα, άσε που κάθε φορά που σηκωνόταν το χοντρό του ράστα ακουμπούσε στο ταβάνι και γέμιζε με λάσπη. Έτσι αποφάσισε να πάρει ως αναμνηστικό μία από τις πολυάριθμες  πέτρες που βρίσκονταν στα πόδια του. Έσκυψε, έριξε μια ματιά στην γύρα και πήρε μία που του κατσε στο μάτι. Ένα ρίγος τον διαπέρασε μα δεν έδωσε σημασία. Την έχωσε βαθειά στην τσέπη και την έκανε για το ξενοδοχείο. Σ’ όλη την διαδρομή σκεφτόταν το Γκομενάκι  που είχε αφήσει πίσω στο διαμέρισμα, εκείνο του τρίτου όπου συζούσαν τα τελευταία δύο χρόνια. Έκανε σαν τρελός για κείνη. «Να είμαστε για πάντα μαζί», σκέφτηκε μια στιγμή κι ένα κύμα ευφορίας κατέκλυσε όλο του το είναι. Μέχρι να φτάσει η νύχτα  είχε ήδη πέσει πάνω στο μικρό γραφικό χωριό στους πρόποδες του βουνού. Το δωμάτιο λιτό, φτηνιάρικο σαν  καμπίνα παλιού καραβιού. Λίγο πριν ξαπλώσει αποφάσισε να ασχοληθεί με το αναμνηστικό του από εκείνη την σκοτεινή τρύπα. Έξ’ αρχής είχε παρατηρήσει πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τούτο το πράμα. Ήλπιζε μπάς και ήταν τουλάχιστον κάνα ματσάκι τίγκα σε κοκό ή τίποτα αμφεταμίνες ή εν πάσει περιπτώσει κάποια σκόνη που ν’ άξιζε κάνα φράγκο. Άναψε ένα τσιγάρο και το ακούμπησε στο στόμα. Ξεκίνησε αφαιρώντας προσεχτικά την λευκή μονωτική ταινία στο εξωτερικό. Παράξενο... Η επόμενη στρώση ήταν μία κόλλα χαρτί, omnis desiderius mortem afferre, μέσα της υπήρχε ένα πεντάευρω επιμελώς τυλιγμένο με πολύ λεπτό συρματάκι γύρω από μια πέτρα ματ μαύρη. Είχε ζωγραφισμένη στη μέση μία πολύ πολύ μικρή πεντάλφα και σε κάθε άκρη του με μικροσκοπικά γράμματα τους αριθμούς  I, II, III, IV.  Έσκασε ένα χαμόγελο άκρως ειρωνικό στην γκαντεμιά του, έσβησε εκνευρισμένος το τσιγάρο και τα πέταξε όλα στα σκουπίδια. Όλα εκτός από το τάλιρο, που ξανάβαλε στην τσέπη. Λίγο πριν αποκοιμηθεί έστειλε μήνυμα στο Γκομενάκι πως θα καθυστερούσε μία μέρα ακόμα να επιστρέψει, ήθελε να του κάνει έκπληξη.

Σχεδόν είκοσι ώρες αργότερα πατούσε το χοντροκομμένο στρογγυλό μπουτόν του ασανσέρ που έγραφε 3ος. Αδημονούσε να αγγίξει ξανά την απαλή επιδερμίδα της, να φιλήσει τα σαρκώδη της χείλη, να χώσει τα μακριά του δάχτυλα στα μαλλιά της για να την πετάξει στο πάτωμα και να γαμηθούν σαν λυσασμένα σκυλιά. Άνοιξε την πόρτα της εισόδου κι έκανε δύο βήματα στον διάδρομο όταν ξαφνικά άκουσε βογκητά. Ναι, σίγουρα βογκητά ήταν. Εναλλάξ, μία γυναικεία μία αντρικά... Το πάτωμα σκίστηκε στα δυο και η γή τον κατάπιε στα σωθικά της. Ασυναίσθητα ακούμπησε με όλη του την δύναμη τα κλειδιά πάνω στο παλιό μαρμάρινο τραπεζάκι. Πόσο σιχαινόταν εκείνο το χοντροκομμένο ακαλαίσθητο τραπεζάκι, μα εκείνης της άρεσε τόσο. Έκανε λίγα βήματα και βρέθηκε έξω από την κρεβατοκάμαρα. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του να παραμείνει όσο  περισσότερο μπορεί ψύχραιμος  μπροστά σ’αυτό που πρόκειται να αντικρίσει. Άνοιξε απότομα την πόρτα « Τί στο διά....», ίσα που πρόλαβε να ξεστομίσει. Την κοίταξε στα μάτια και... σα  να ράγισε η  καρδιά του μονομιάς. Ένας πόνος στιγμιαίος που μετατράπηκε σε κάψιμο και του απαγόρευε άλλο πια να ανασάνει. Τα γόνατα του λύγισαν κι έπεσε νεκρός στο πάτωμα την ίδια στιγμή που η κάνη απ’ το όπλο του Τρόμπα άχνιζε. «Μαλάκα, σκότωσες τον Ράσταμαν» ούρλιαζε σαν δαιμονισμένο το Γκομενάκι. «Μαλάκα σκότωσες τον Ράσταμαν». Ο Τρόμπας σάστισε για λίγο, έπειτα  έστρεψε το περίστροφο προς εκείνη και με μια κίνηση -μπάμ- της σκόρπισε τα μυαλά στους φρεσκοσοβατισμένους τοίχους. «Άντε γαμήσου παλιοκαργιόλα», είπε και σκούπισε το αίμα από το προσωπό του. Σηκώθηκε ατάραχος απ’ το κρεβάτι και μπήκε στο μπάνιο. Έκανε ένα ντους κι επέστρεψε στο δωμάτιο να ντυθεί. Πήρε ανα χείρας τον χαρτοφύλακα του κι έκανε να φύγει όταν πάνω στο αντρικό πτώμα παρατήρησε ένα χαρτονόμισμα. Παράξενο, θα ορκιζόταν ότι λίγα λεπτά πρίν δεν υπήρχε. Έσκυψε και το σήκωσε. Σα να ανατρίχιασε όλο του τo κορμί, το απέδωσε στην αδρεναλίνη. Πήγε να το πετάξει  μα κάτι τον έκανε να το βάλει ασυναίσθητα στο πορτοφόλι. Ξανάπιασε τον χαρτοφύλακα και κατέβηκε στο αμάξι. Έβαλε μπροστά κι έφυγε, το ράδιο έπαιζε Bernard Purdie.

Ο Τρόμπας είχε διάφορα αξιώματα στην τοπική μαφία. Εκτελεστής, εισπράκτορας, που και που έκανε και κατι μεγάλα ντηλς με ντρόγκες. Αρρωστάκι μεγάλο με τον ιππόδρομο, τον τελευταίο καιρό είχε ταίσει χοντρά κάτι ψωράλογα με αποτελεσμά να χρωστάει από δώ κι από κει ποσά μεγάλα . Ήταν ευέξαπτος, σιχαινόταν τις εκπλήξεις και δεν αποχωριζόταν ποτέ το μαύρο ΚΖ-45 Γουίλσον με το νικελωμένο κόκορα και την ευαίσθητη σκανδάλη. Το σκηνικό με τον Ράσταμαν ήταν ατύχημα, τον συμπαθούσε τον βλακάκο. Ένα αποχαιρετιστήριο πήδημα είχε πάει απλώς να ρίξει. Η αλήθεια είναι πως ο θόρυβος των κλειδιών στο μάρμαρο τον ξάφνιασε κι έπειτα έτσι όπως άνοιξε απότομα η πόρτα... Τα υπόλοιπα ήταν απλοί αυτοματισμοί συν το γεγονός πως ποτέ δεν άφηνε πίσω του μάρτυρες ζωντανούς. Είχε δύσκολη μέρα κι εκείνο το συμβάν ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Νωρίτερα είχε τελειώσει με τις εισπράξεις για λογαριασμό του τοπικού κάπο μάφια, μα δεν είχε σκοπό να τις παραδώσει. Καλή μπάζα για ν’ αρχίσει απ' το μηδέν κάπου μακριά. «Να την βγάλω καθαρή και γίναμε Μανάρι», ευχήθηκε και ρούφηξε δύο μεγάλες γουλιές από την πέρδικα που είχε κρυμμένη στο ντουλαπάκι. Μανάρι αποκαλούσε τον πύθωνα-κατοικίδιο που τη συγκεκριμένη στιγμή βρισκόταν κουλουριασμένος στο πορτ-μπαγκαζ. Οδηγούσε για ώρες χωρίς στάση μέχρι που τα βλέφαρά του άρχισαν να γέρνουν όλο και πιο συχνά και το αμάξι κάποιες φορές έχανε την ευθεία. Αποφάσισε να κάνει μια στάση για ύπνο στην πρώτη πόλη που θα συναντούσε, άλλωστε είχε απομακρυνθεί αρκετά χωρίς ν’ αφήσει ίχνη κι αισθανόταν πια ασφαλής. Νοίκιασε ένα δωμάτιο και πήρε μαζί το Μανάρι και τον πολύτιμο χαρτοφύλακα. Γδύθηκε, άφησε το ερπετό να αλωνίζει, έκρυψε τα λεφτά κάτω απ’ το κρεβάτι και κατάκοπος αποκοιμήθηκε πάνω στα κόκκινα σεντόνια.

Ο Οπισθογεμής έφτανε στη δουλειά πάλι αργοπορημένος με μάτια κόκκινα και πρησμένα. Το ίδιο τροπάρι από τότε που τον παράτησε εκείνος ο Ιταλός για μια γυναίκα, κάθε βράδυ έβλεπε ταινίες με χωρισμούς και λοιπές παπαριές και πλάνταζε στο κλάμα. Σήμερα η Ρουμάνα έλειπε και είχε καθήκοντα καμαριέρας. Κουνάμενος λυγάμενος μπαινόβγαινε στα δωμάτια για να αλλάξει σεντόνια, πετσέτες κλπ. Κοντοστάθηκε έξω απ’ το 66. Χτύπησε τρεις φορές, καμία απάντηση. Άνοιξε με το πασπαρτού και μπήκε. Το πτώμα του Tρόμπα κείτοταν πάνω στα φτηνά σεντόνια. Τυλιγμένο γύρω απ’ το λαιμό του το Μανάρι. Το πρόσωπό του είχε μελανιάσει και τα μάτια είχαν πεταχτεί ελαφρώς προς τα έξω. Ο Οπισθογεμής ταραγμένος κάλεσε τους μπάτσους. Δίπλα στη συσκευή του τηλεφώνου υπήρχε ένα πεντάευρο. Πάνω είχε μια μικρή πεντάλφα και στις δύο άκρες τους αριθμούς III και IV. Μια ανατριχίλα εξαπλώθηκε στο κορμί του. Το καβάτζωσε κι έτρεξε στη ρεσεψιόν να διαδώσει τα νέα. Όταν πια τέλειωσε η βάρδια πήγε κατευθειαν σπίτι στην απομόνωσή του αγκαλιά με τη μοναξιά. Καθισμένος στην πολυθρόνα αναπολούσε τις στιγμές με τον κάποτε εραστή του. Κρατούσε το ταληράκι σφιχτά στα χέρια όταν ευχήθηκε «Ας γινόταν να ακούσω για  μια τελευταία φορά την φωνή του...». Το κινητό άρχισε να δονείται. Το σήκωσε, «Μη με ενοχλήσεις ποτέ ξανά, θα την παντρευτώ» είπε η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής και η κλήση τερματίστηκε. Σηκώθηκε, ακούμπησε το κινητό στο πάσο της κουζίνας, άνοιξε το παράθυρο και βγήκε στο περβάζι. Το χαρτονόμισμα πέταξε απ’ τα χέρια του, εκείνος άνοιξε τα φτερά του κι έκανε βουτιά στο κενό. Πέντε ορόφους πιο κάτω μια μεγάλη κόκκινη κηλίδα λέρωνε το πεζοδρόμιο.

Ήταν αργά το απόγευμα Παρασκευής, τριγυρνούσε σαν φάντασμα από νωρίς στους δρόμους της πόλης κρατώντας στο χέρι μια νάυλον σακούλα με λίγα πορτοκάλια. Η πόλη φάνταζε πιο ωραία εκείνη τη μέρα, ίσως το χιόνι σε συνδυασμό με τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια. Εκλιπαρούσε για λίγη γαλήνη στις σκέψεις του. Τον φώναζαν Εσπάνικο και κάποτε ήθελε να γίνει μεγάλος συγγραφέας. Έψαχνε όμως για έμπνευση σε λάθος μέρη και τελευταίως κάθε μονοπάτι που έπαιρνε έβγαζε σε αδιέξοδο. Το βιβλίο του στην φορμόλη. Τα βράδια φοβόταν να κοιμηθεί, δεν άντεχε άλλο εκείνους τους εφιάλτες. Προσπαθούσε να τους πνίξει στο αλκοόλ, ενίοτε σε καμιά ντρόγκα  και σε φτηνά γαμήσια. Χθες μέσα στην πλάνη του είδε όνειρο προφητικό. Έριξε λέει ένα στοίχημα με δέκα αγώνες του σαββατοκύριακου και το 'πιασε. Όταν ξύπνησε σημείωσε τους αγώνες αυτούς. «Ποτέ δεν ξέρεις καμιά φορά τι φάλτσα παίρνει η τύχη!» σκέφτηκε. Άναψε ένα λάκυ μαύρο, γύρισε την καύτρα προς το μέρος του και φύσηξε τον καπνό πάνω της. Κατευθυνόταν στο πλησιέστερο στοιχηματζίδικο όταν ξαφνικά κάτι ένιωσε στη σόλα του παπουτσιού. Χα! Πέντε ευρώ κολλημένα! Το σήκωσε από χάμω. Είχε στη μέση μια μικρή πεντάλφα. Δεν έδωσε σημασία  στο ρίγος ούτε και στον αριθμό IV στη μια άκρη. «Λάκυ στράικ;» ψιθύρισε.

Διάλεξε τους δέκα αγώνες προσεχτικά και έδωσε το δελτίο στην κοπέλα στον γκισέ. Είχε αποφασίσει να πληρώσει με το τυχερό χαρτονόμισμα. «Αυτό το δελτίο θα πάει ταμείο», είπε στην κοπέλα και της χαμογέλασε πονηρά σχεδόν σατανικά. Βήκε έξω και στάθηκε στην άκρη του πεζοδρομίου κοιτώντας το ποσό που αναγραφόταν στο χαρτάκι, περίμενε ν’ ανάψει πράσινο για να διασχίσει την διάβαση. Οι διερχόμενοι περαστικοί δεν κατάλαβαν για ποιό λόγο έχασε ξαφνικά την ισορροπία του και βρέθηκε κάτω απο τις ρόδες του φορτηγού που περνούσε από μπροστά του. Το αίμα στην άσφαλτο μύριζε πορτοκάλι... «Ταίζω το φευγιό με δρόμο, εκείνο τρώει μα δεν χορταίνει-με κατατρώει» οι τελευταίες λέξεις στο βιβλίο του.

Την ίδια στιγμή η κοκαλιάρα μελαχρινή του στοιχηματζίδικου παρατηρούσε την πεντάλφα πάνω στο χαρτονόμισμα που της έδωσε ο μυστήριος εκκεντρικός τύπος. Το έψαξε λίγο ακόμα και δεν βρήκε κάποιο άλλο σημάδι  πάνω του. Δεν ένιωθε καθόλου καλά με τέτοια σύμβολα και σίγουρα δεν το θελε στο μαγαζί της. Είχε δει και κάτι εκπομπές περί μαύρης μαγείας και φοβόταν. Σκέφτηκε να το ανταλλάξει μ’ ένα άλλο. Έτρεξε λίγα δευτερόλεπτα μετά ξοπίσω του και αντίκρυσε το θέαμα εκείνο που θα της έμενε χαραγμένο στη μνήμη για πάντα. Τσαλάκωσε ταραγμένη το πεντάευρω και το πέταξε στον υπόνομο. Αυτό έκανε ένα σύντόμο ταξίδι στο νερό μέχρι που κόλλησε σε κάποιο σημείο στεγνό. Οι αρουραίοι που το μασούλησαν ψόφησαν στη στιγμή.

Στον δεύτερο παράλληλο δρόμο απ’ το σημείο του ατυχήματος, λίγα μέτρα πιο κάτω, ένας άντρας και μία κοπέλα επέστρεφαν σπίτι έπειτα από μια πορεία διαμαρτυρίας που ‘χαν πάρει μέρος. Εκείνη περπατούσε όλο χαρά, εκείνος βυθισμένος στις σκέψεις. Αναρωτιόταν αν είχε αρχίσει να γερνάει ή αν οι μπάτσοι όσο τα χρόνια περνούν βρίσκουν ολοένα και πιο δυνατά χημικά! «Οι πορείες συνήθιζαν να είναι η φωνή του λαού. Τις πότισαν όμως με βία και τρομοκρατία και εκφυλίστηκαν. Κάποτε κατέβαινε κόσμος και κοσμάκης, τώρα ψόφια πράγματα. Οι μπάσταρδοι έχουν βρεί την συνταγή και εμείς σαν κρετίνοι παίζουμε κάθε φορά το παιχνίδι τους. Διαδηλωτές-Προβοκάτορες-Μπάτσοι-Ξύλο-Μολότωφ-Δακρυγόνα. Τα ίδια και τα ίδια, σαπουνόπερα καταντήσαμε. Και γιατί στην τελική να κατέβει κανείς σε πορεία, ε; Για να του ανοίξουν το κεφάλι ή μήπως για να τον ψεκάσουν; Οι πορείες πέθαναν, τέλος. Ας κάνουμε κι ετούτη την κηδεία, τόσα και τόσα έχουμε θάψει. Νέους τρόπους διαμαρτυρίας αυτό χρειαζόμαστε, νέες ιδέες στις οποίες να πιστέψουμε -καινοτομίες ρε ζώα! Αφού βλέπουμε πως τα παλιά δεν πιάνουν, να εφεύρουμε νέα! Να ερημώσουμε για μια μέρα τις πόλεις να μην κυκλοφορεί ψυχή, να δώ τότε ποιός χαφιές θα πετάει μολότωφ και ποιόν θα δέρνουν τα μαλακιστήρια. Τίποτα ρε, να μην κυκλοφορήσει ψυχή για μία μέρα. Κάνείς για δουλειά, κανείς πουθενά. Η αποχή όταν γίνεται μαζικά είναι απ’ τα πιο δυνατά όπλα. Μαζικά όμως ρε κότες και βολεψάκηδες, μαζικά. Ξέρω γω; Ας μείνουν μια μέρα όλοι σπίτια. Να γαμάνε τις γυναίκες τους, να περάσουν χρόνο με τα παιδιά τους, να τρώνε, να πίνουν και να γελούν. Να ζήσουν για μια μέρα σαν άνθρωποι ρε γαμώτη κι όχι σαν ξύλινα στρατιωτάκια μ’ ένα ρολόι καρφωμένο στον εγκέφαλό τους. Δεν ξέρω, δεν είμαι κανένας ηγέτης απλή λογική χρησιμοποιώ. Και νέες ιδέες, φρέσκο πράγμα, βαρέθηκα τα τετριμμένα. Αφού τίποτα δεν αποδίδει ρε πια, τι σκατά κανείς δεν το βλέπει; Μα σε ποιόν να το πείς και να μην σε λιθοβολήσει. Πρώτος θα πιάσει την πέτρα ο αναρχικός, ο κομμουνιστής θα φέρει την σφεντόνα, ο σοσιαλιστής θα τεντώσει το λάστιχο και ο καπιταλιστής θα την εκτοξεύσει! Γαμημένοι! Ανθρώπινο γένος σου λέει, γένος κρετίνων έτσι θα ‘πρεπε να λεγόμαστε. Στο διάολο όλα.»

« Μωρό μου δεν τά 'σπασε η πορεία; ’Ηταν και πολύ γαμώ έτσι;», η φωνή της κοπέλας έβαλε φρένο στο ενδόμυχο και σιωπηλό  το παραλληρημά του.
Γύρισε και της χαμογέλασε... «θα φάς κι εσύ τα σκατά και θα μάθεις...ακόμα μικρή είσαι» είπε από μέσα του.

«Μωρό μου κοίτα τι βρήκα!» είπε εκείνη και του έδειξε ένα δελτίο στοιχήματος  μ’ ένα αξιοσέβαστο ποσό γραμμένο πάνω.
«Χμμμ κάποιος θα το ‘χασε σίγουρα, αυτοί οι αγώνες είναι αυριανοί και μεθαυριανοί»  της απάντησε. «Έχει κι ένα μικρό λεκέ από αίμα, να εδώ στην γωνία. Μα σα ν’ ανατρίχιασα για μια στιγμή...»
«Παράξενο κι εγώ όταν το ακούμπησα. Δηλαδή αν κερδίσει όλα αυτά τα  λεφτά θα γίνουν δικα μας;» ρώτησε με χαρά η κοπέλα.
«Ναι! Αν κερδίσει αυτά τα φράγκα θα γίνουν δικά μας!»
«Σούπερ!» ξεφώνισε γεμάτη ενθουσιασμό η νεαρή. «Τότε εύχομαι να κερδίσει! Εσύ τί εύχεσαι μωρό μου;» τον ρώτησε.
«Να γίνουν όλα στάχτη μπας κι αναγκαστεί να κατεβάσει κάτι νέο η κούτρα μας» αποκρίθηκε εκείνος.
«Τί;»
Άσε, τίποτα.» της είπε κι έβαλε στην τσέπη το δελτίο με τα χιλιάδες νέα χαρτονομίσματα και τίς χιλιάδες σάπιες ευχές πρός κυκλοφορία.

P.S. : stop wishing start acting...                                                                                                                                                                        

J.H. 
 
Φωτό-Γραφή-Ζώντας - I am almost happy
της Κωνσταντίνας Παπαχριστοπούλου (κείμενο) & της Klicket (φώτογραφία)

itan1mikro.karavi.jpgΉταν ένα μικρό καράβι
 
Αυτό το καλοκαίρι ήταν μεγάλο. Και ζεστό. Και με πολύ υγρασία. Με έδιωχνε η Αθήνα, έφευγα και έφτανα σε παραλίες μαγικές, σε δάση που με αγκάλιαζαν όπως η πάχνη τα κλαράκια κάθε δέντρου, κάτω από κομήτες που φοράνε κόκκινες τιράντες, λουσμένη στο φως ήλιου καυτό, στο αντιφέγγισμα ονειρικών φεγγαριών γεμάτων ιστορίες και υποσχέσεις, ακούγοντας σμήνος τις μέλισσες να γουργουρίζουν όλες μαζί στην ράχη του πλατάνου. Ναι, ήταν όμορφο καλοκαίρι – φέτος παρατήρησα και αφέθηκα σε όλες τις έξτρα ώρες ηλιοφάνειας, ο ήλιος τεράστιος θεός και μεγάλος μάγος, άφησε το Αυγουστιάτικο καμίνι που ξεραίνει τους δυόσμους στα εγκαταλελειμμένα μπαλκόνια της Αθήνας, ήρθε και ακούμπησε στους ώμους μου, με γέμιζε με σκόνη χρυσή, σχεδόν διάφανη που σα πέπλο με οδηγούσε στα κατάλληλα μονοπάτια της συνείδησης.

«Ήμουν ένα μικρό καράβι» και ήμουν «αταξίδευτο». Το να παίρνεις συνέχεια αεροπλάνα δεν είναι ταξίδι. Ταξίδι σαν και αυτό που πηγαίνω τώρα. Μια μικρή Ιθάκη είναι στο βάθος του ορίζοντα, με περιμένει ταξιδεύοντας να την φτάσω και μην νομίζετε ότι με τρομάζουν τα κάγκελα, όσο και αν κάθε φορά που τα κοιτάω φαίνονται να πληθαίνουν.

Και όλο πηγαίνω και γυρίζω και όλο είμαι εδώ, σαν αδέξια βάρκα παιδική που κάποιο χέρι την έφταιξε πρόχειρα λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι, μετά ανέβασε τους φίλους του και μέσα σε ένα διάλειμμα η βαρκούλα ήταν πολυταξιδεμένη αλλά μόνο λίγα μέτρα ταλαντεύτηκε δεξιά και αριστερά, όπως το ρεύμα και ο κόντρα βοριάς συνηθίζει να χτυπά στα πλευρά των πλοίων, ειδικά εκείνη την ώρα του ηλιοβασιλέματος στο Αιγαίο μέσα στο πουθενά, όπου νομίζεις - τον Ιούλιο κοντά - ότι θα ακούσεις τον ήλιο να τσιτσιρίζει πραγματικά τη στιγμή που θα ακουμπάει στη θάλασσα.

Και μπορεί να μετακινούμαι από το σαλόνι στην κρεβατοκάμαρα και από τα Εξάρχεια στο Χαλάνδρι, όμως έχω πάει πολλά ταξίδια, όχι με το αεροπλάνο. Και τώρα, σαν γράφω, οι πειρατές μου με τις λευκές φανέλες γυρνάνε την πλώρη να πνέει μαζί με το μαϊστράκι, τον ήλιο δεξιά - βάλαμε πλώρη για αλλού, η μνήμη ξέφυγε από τα κάγκελα, τρέχει κάτω από το ανέμελο ανέμισμα των κουπιών, πατάει στο τραγουδάκι και στριφογυρίζει κάτω στον βυθό, βλέπει τις ακτίνες του ήλιου να χορεύουν μέσα στο νερό, μετά κάνει μακροβούτια προς το γαλήνιο γαλάζιο στα βαθιά, μετά περπατά στο μονοπάτι στο βουνό και βλέπει την νύχτα όλους τους ίσκιους κάθε δέντρου.

«Φεύγει η βαρκούλα...»
 
agkalia.jpgΑγκαλιά

Μου έχεις δώσει μια ανάμνηση που κάθε βράδυ μου ψιθυρίζει υποσχέσεις πως όταν σε δω θα μας περικυκλώσει μια θύελλα. Εγώ τότε θέλω σαν λουλούδι κόκκινο να γλυκάνω το μοβ που αναδίδεις. Έχεις ανάμεσα στα χέρια σου μια αγκαλιά για μένα. Το ξέρω γιατί κάθε που τραβιέται ο ήλιος πίσω από τον ορίζοντα εσύ με περιμένεις να διαβώ τα μονοπάτια που έχεις γραμμένο επάνω το μονόγραμμά μου, θα γίνεσαι μεταξωτό χαλί να έρθω να τινάξω τα κουρασμένα μου γόνατα.

Μπορεί να κουβαλώ κάτι φθαρμένο – τόσες νύχτες γκρίζες με ξέμαθαν από τα χρώματα και τώρα οι σκιές χρωμάτων που ζωγραφίζεις στο πρόσωπό μου σαν σε κοιτώ αφήνουν εκπλήξεις να χαράζουν τις ματιές μου. Μην τους δώσεις σημασία, ούτε στις έκπληκτες ματιές ούτε στα φθαρμένα που κρύβω καλά κάτω από τα ρούχα μου στο ύψος της κοιλιάς. Δεν είναι αυτά κανένα σημάδι στον καμβά της επαφής μας.

Εγώ θέλω μόνο να με αγγίξεις με όλες τις αιχμηρές προτάσεις σου, θα μου φτάσει μόνο η ζέστη της πύρινης καρδιάς σου, το φως σου που ξεφεύγει και αχνοφαίνεται όταν δεν προσέχεις ότι σε παρατηρώ, πάντα από μακριά για να μην ταράξω το ταξίδι της σκέψης σου.

Εσύ είσαι καλοκαίρι από τα γεμάτα με φως και ξερή ζέστη, γαϊδουροκαλόκαιρα να ξεραίνονται τα αγριάγκαθα και να κυλούν δεμάτια άμα το αεράκι θυμηθεί μια περαστική ριπή. Είσαι η παντοτινή ευχή μου - το κάλεσμά σου να χαθώ στην αγκαλιά σου θωπευτικό νανούρισμα, δε θα μπορούσε ποτέ να αντισταθώ στο καλοκαίρι που μωβίζει την καρδιά μου.

Να ξέρεις, δεν θα μετακινηθώ μακρύτερα από το σημείο που μπορώ να σε αγναντεύω και να σε αισθάνομαι. Μόνο να έρθω σιμά σου μπορώ, σαν μαγνήτης που τρεμουλιάζει καθώς το αντίστροφό του πεδίο τον παγιδεύει σε μια μοιραία ένωση. Θα παραμείνω εδώ, λουσμένη από σένα, κρατώντας στη χούφτα μου την πολύτιμη ανάμνηση που μου έχεις δώσει μέχρι να την ώρα που θα είναι σωστό να μου πιάσεις το χέρι και να με πάρεις μαζί σου.

I am almost happy.

Αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα προστατεύεται από spam bots, θα πρέπει να έχετε ενεργοποιημένη τη Javascript για να το δείτε

 
"Σκιές" της Ανίσσας Χασίμ / "Ukulele Orchestra of Great Britain" του Τάσου Ρήτου

Διεκδικήσεις : Σκιές...

Image
φώτο : Ελ. Φωτοπούλου
 

της Ανίσσας Χασίμ

Ξημέρωμα Κυριακής, περιπλανώμενοι σε μια πόλη που καμουφλάρει επιπόλαια τα βαριά της τραύματα και καταφέρνει να αναπνεύσει μόνο όταν αγγίζει υψηλές ταχύτητες. Ομόνοια, ένα ακόμα «Πανηγύρι των Τρελών» ρίχνει αυλαία. Ακούω το χαρακτηριστικό κλικ, ρωτάω τι έγινε, «Τίποτα, κατέβασα τις ασφάλειες», «Γιατί, είδες κάτι?», «Όχι, έτσι για καλό και για κακό». Ο A έχει κατέβει να μας πάρει εφημερίδες, είμαστε στο αυτοκίνητο, τον περιμένουμε να γυρίσει. Από το παράθυρο παρατηρώ μερικές βαριές σκιές που σέρνονται κουρασμένα πίσω στις «καβάντζες» τους. Μια εκκωφαντική ησυχία και όλα μπαίνουν σε slow motion, η νωχέλεια που ακολουθεί τη μέθη. Η μουσική έχει πάψει, ο γδούπος που προκαλείται από τη βαρύτητα όταν το σώμα σου συγκρούεται με τη γη, σου θυμίζει ότι η νύχτα τελείωσε, μαζί της και τα όνειρα.

«Κάτι» ή κάποιος περνάει από δίπλα μας, σε πολύ κοντινή απόσταση από το αυτοκίνητο, τον συνοδεύει το μουρμουρητό που κάνει το χαρτόνι όταν σέρνεται πάνω στην άσφαλτο. Αποδεχόμενη τους κανόνες του δικού του «παιχνιδιού» γυρίζω αργά το κεφάλι μου, αφήνω το βλέμμα μου να τον ακολουθήσει. Δεν αντιλαμβάνεται ότι κάποιος τον παρακολουθεί, συνεχίζει να σέρνει το τεράστιο χαρτόκουτο. Το κέντρο βάρους του έχει μεταφερθεί, βρίσκεται στους ώμους του, το σώμα του έχει πάρει την στάση προσκυνητή. Το στόμα του διακρίνεται με δυσκολία κάτω από τα πυκνά γένια, τα μάτια του έχουν σβήσει από μέρες. Καταφέρνει την τελευταία στιγμή να αποφύγει έναν τύπο που λικνίζεται υπό τους ήχους της μελωδίας κάποιου παραισθησιογόνου. Το μυαλό μου ανακαλεί πληροφορίες που διάβασα σε ένα άρθρο. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο στην Αθήνα κατοικούν 11000 συγγενικά του φαντάσματα. Ναρκομανείς, αποφυλακισμένοι, πρώην τρόφιμοι ψυχιατρικών ιδρυμάτων, μετανάστες. Έγραφε χαρακτηριστικά ότι παρ’ όλο που σύμφωνα με άρθρο του Συντάγματος (άρθρο 21 παρ. 4) «Η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που την στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του κράτους» οι άστεγοι δεν έχουν αναγνωριστεί θεσμικά ως ομάδα που χρειάζεται στήριξη. Ο δημοσιογράφος συνεχίζει κάνοντας λόγο για το αξιοσημείωτο έργο που γίνεται από την μεριά του Δήμου σε συνδυασμό πάντα με τη πολύτιμη βοήθεια πολιτών - εθελοντών, λίγο πιο κάτω κλείνει υπογραμμίζοντας πως όσο αυτοί οι άνθρωποι δεν καταγράφονται από τις κοινωνικές υπηρεσίες το πρόβλημα θα παραμένει άλυτο.

Ψίχουλα και θεάματα στα πόδια μιας κοινωνίας που περιθωριοποιεί τα παιδιά της, τα ίδια που εκείνη εξάντλήσε. Εξακολουθώ να κοιτάζω την αδύνατη φιγούρα που τώρα βρίσκεται ξαπλωμένη σε εμβρυακή στάση στο διαλυμένο χαρτόκουτο που απλώνεται στο πεζοδρόμιο. Από την στιγμή που θα πάρει την θέση του στη γωνία κανείς δεν θα ταραχτεί ξανά από την παρουσία του, λες και αφομοιώνεται πλήρως από το μπετόν, λες και το δέρμα του παίρνει σιγά - σιγά τη γκρίζα απόχρωση του τοίχου, το θέαμα συγκαταλέγεται στα «Ανησυχητικά Οικεία». Θα τον προσέξουμε και πάλι όταν επιχειρήσει να ξανασηκωθεί. Μου γεννιέται η επιθυμία να τον πλησιάσω, να του ζητήσω να μου διηγηθεί την ιστορία του, ίσως και να σιγουρευτώ ότι η καρδιά του εξακολουθεί να χτυπάει. Δεν έχω το θάρρος, δεν θέλω και να τον βασανίσω αναγκάζοντας τον να χρησιμοποιήσει τον δικό μου κώδικα επικοινωνίας και έτσι επιτρέπω στο βάρος μου να με κρατήσει καθηλωμένη στην θέση μου. «Αυτή την εφημερίδα δεν ήθελες?» και η πόρτα κλείνει «Ε? Ναι, σ’ευχαριστώ», «Ακούστε ποιον συνάντησα…»

*

rhtos-sfhnaki.jpgUkulele Orchestra of Great Britain (Propaganda)

του Τάσου Ρήτου

...και οι 7 είναι υπέροχοι...

Το σπίτι σκονισμένο,
Οι πόρτες ξεχαρβαλωμένες
Τα παράθυρα θολά,
Τα ποτήρια ραγισμένα,
Τα δυο παιδιά τρέχουν κραυγάζοντας στους έρημους θαλάμους,
Η μάνα ακίνητη πάνω στην κατσαρόλα,
Ο πατέρας ηλιοκαμένος πλάι στο τζάκι να κοχλάζει,
Ο σκύλος και το μαύρο άτι, αργά συρτά βαδίζουν στο ξερό αμπελοχώραφο,
Το πηγάδι στερνό, ο σίτος τσακισμένος,
Ο άνεμος ξυρίζει κόντρα το ποτάμι,
Και ένα λιβάδι μαύρα όρνια πάνω από τη σάρκα του νεκρού βουβάλου,
Ένας ινδιάνος ρεμβάζει εκεί πάνω στο βράχο,
Μέσα στην χαράδρα μια άγρια πεταλούδα μεθυσμένη γυροφέρνει,
Και αυτή η άγρια ανεμώνη μαραμένη στον ξερόκαμπο.
Κι ο θάνατος σαν ένα λευκό αγριοπερίστερο ταξιδεύει στις ράγες της ζωής τους

 
Μονόλογοι γυναικών

της Ελισάβετ Φωτοπούλου

Image
φώτο : Αλ. Κατσής
 

ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ

Όταν ήμουν 10 χρονών η μαμά μου με πήγε για πρώτη φορά στο σινεμά για να δω μια ταινία με κανονικούς ηθοποιούς και όχι με κινούμενα σχέδια όπως συνήθιζα μέχρι τότε. Η αφίσα έδειχνε ένα πολύ όμορφο ξανθό άντρα να χαμογελά, πήραμε ποπ κορν –από αυτά τα κίτρινα τα νόστιμα που μόνο το σινεμά έχει- και καθίσαμε στις θέσεις μας. Στην ταινία έπαιζε αυτός ο ξανθός όμορφος άντρας με το χαμόγελο, ο οποίος είχε ένα εστιατόριο και μπήκε μέσα μια όμορφη μελαχροινή κοπέλα και τον ρώτησε αν είδε το φίλο της και αυτός είπε πως εκείνη τη μέρα είχε έρθει να φάει με μια άλλη γυναίκα. Η κοπέλα αρχίζει να κλαίει κ ο άντρας την παρηγορεί και την κερνάει ένα γλυκό. Μετά από πολλά ποτά η κοπέλα αποκοιμιέται μεθυσμένη και ο άντρας τη φιλάει για να της καθαρίσει τα υπολείμματα γλυκού στα χείλη της αλλά αυτή δεν το καταλαβαίνει.

Εγώ τότε σκέφτηκα πως έτσι θέλω να είναι ο άντρας που θα παντρευτώ. Το άλλο πρωί αποφασίζει να φύγει από τη Νέα Υόρκη ώστε να αλλάξει ζωή και να ξεπεράσει τον πρώην της. Ύστερα από πολλές περιπέτειες επιστρέφει πίσω και πάει πάλι στο εστιατόριο του ξανθού όμορφου τύπου. Μιλάνε, την κερνάει γι' ακόμα μια φορά γλυκό και όταν αποκοιμιέται σκύβει να τη φιλήσει για να την καθαρίσει. Η κοπέλα ξυπνάει και τον φιλάει και αυτή. Τότε όμως η ταινία σταμάτησε και βγήκαν οι τίτλοι του τέλους οπότε κι εγώ ρώτησα τη μαμά μου:
-Και τι έγινε μετά;

Εκείνη δεν μου απάντησε, μόνο με κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν είχα ξαναδεί. Αργότερα, όταν επιστρέψαμε σπίτι, ο πατέρας μου της φώναξε γιατί, λέει, έφυγε και δεν είχε μαγειρέψει και αναγκάστηκε να παραγγείλει πίτσα και αυτός δουλεύει όλη μέρα για να μας ζει και απαιτεί να βρίσκει τουλάχιστον ένα πιάτο φαϊ στο σπίτι. Ύστερα έπεσε να κοιμηθεί ροχαλίζοντας δυνατά την ώρα που η μαμά πετούσε τα υπολείμματα και έπλενε τα πιάτα.

Έχουν περάσει 30 χρόνια από την πρώτη φορά που είδα ταινία στο σινεμά με κανονικούς ηθοποιούς και ακόμα καθαρίζω τα υπολείμματα γλυκού από τα χείλη μου μόνη...

*

ΕΡΩΤΙΚΟ ΣΚΑΚΙ

... πιονάκι ένα τετράγωνο μπροστά -τι είπες;-  πιονάκι ένα τετράγωνο μπροστά -δεν ξέρω τι είναι αυτό- αξιωματικός δεξιά μπροστά -μμμ- άλογο πάνω δεξιά -χαχαχα- άλογο πάνω δεξιά, τρώει πιονάκι -ε, τι να πω; τώρα παιζουμε- πιονάκι δύο πάνω -χθες βράδυ είδα ένα παράξενο όνειρο: ένας κομήτης θα κατέστρεφε τη γη μέσα σε λίγα λεπτά. Καθόμουν μ'ενα φίλο κ μιλούσα κ σταμάτησα να φοβάμαι τόσο. Τελικά ο κομήτης πέρασε ξυστά κ δεν μας πείραξε. Δεν ξέρω γιατί αλλά στεναχωρήθηκα- πιονάκι ένα πάνω -χα!να σε δω τώρα- αξιωματικός πάνω δεξιά -I'm gonna Fuck you softly, I'm gonna screw you gently, I'm gonna hump you sweetly, I'm gonna ball you discreetly- πιονάκι πάνω δεξιά, τρώει αξιωματικό -τι, τα πήρες; σε πειράζω- πιονάκι πάνω δεξιά, τρώει άλογο -αν δεν ήσουν τόσο θυμωμένος θα σε μάθαινα κάτι τώρα- πιονάκι πάνω αριστερά, τρώει πιονάκι -έτσι μπράβο! αυτό είναι παιχνίδι!- αξιωματικός πάνω δεξιά, check! -αυτό είναι το θέμα, να παίζω με καλύτερούς μου ώστε να ξεπερνάω συνέχεια προκλήσεις- βασίλισσα πάνω αριστερά, check! -γιατί μόνο όταν σε στριμώχνει ο άλλος έχει νόημα να στίψεις το μυαλό σου για να ξεφύγεις- βασίλισσα πάνω δεξιά,τρώει πιονάκι, check! -ε, αφού δεν κάθεσαι...- αξιωματικός πάνω αριστερά, check! -ούτε εγώ, απλώς είμαι έξυπνη- πύργος πάνω, check! -δεν είμαι ψώνιο, έχω αυτογνωσία!- αξιωματικός κάτω αριστερά -απο τεστ IQ- βασίλισσα δεξιά, check mate!

-οκ, αν θες- πιονάκι ένα μπροστά -δεν είπα πάρα πολύ, αρκετά όμως- αξιωματικός πάνω δεξιά -ε, καθένας μας έχει άποψη για τα θετικά και τα αρνητικά του- αξιωματικός πάνω αριστερά -έσυ τι καλό πιστεύεις πως έχεις;- αξιωματικός κάτω αριστερά -χαχαχα- αξιωματικός κάτω δεξιά -έχεις δει τι διαφήμιση με τον Αϊστάϊν και την Μέρλιν Μονρό;- πιονάκι ένα μπροστά -εγώ είμαι ο Αϊνστάϊν κ εσύ η Μονρό!- άλογο πάνω δεξιά -όχι! απλώς όλα αυτά μου τη θύμισαν- (............)  -oh,damn it! τι θα κάνω τώρα; βασίλισσα πάνω δεξιά -χαχα! θες ν'ανταλλαξουμε βασίλισσες;- πύργος αριστερά -μετά θα σου δώσω να διαλέξεις- πύργος μπροστά -όχι εσύ, αν θες θα σου φτιάξω ένα εγώ- πύργος αριστερά -γιατί εσύ δεν είσαι για τέτοια- άλογο πάνω αριστερά -έτσι όπως σ'εχω στο μιαλό μου είσαι για να δέχεσαι τέχνη, όχι να δημιουργείς- πιονάκι ένα μπροστά -θα συγκινούμουν πολύ αλλά μην το κάνεις- βασιλιάς πίσω αριστερά -γιατί είμαι πολύ μικρή ακόμα- βασιλιάς πίσω αριστερα -υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί συνδυασμοί συνειρμών- βασιλιάς πέφτει...

Η Ελισάβετ Φωτοπούλου είναι σκηνοθέτις.

 
Τα πάντα ρή-τος : Η έσχατη βόλτα

του Τάσου Ρήτου

Ο επιστάτης κ. Φούϊτ
(Σκίτσο : Μαρία Καζαντζίδου)
Image

Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις. . .
Τα χαμόγελό σου δώσε μου!
Τα χέρια σου δώσε μου!
Στην θάλασσα να φτάσουμε, να δούμε το φεγγάρι!

Οι μνήμες στον αέρα τρέχουν με τσίτα τα γκάζια!!
(αφιέρωμα στον Κώστα Παπαχρόνη)

«Είναι καλύτερο να μην κάνεις τίποτα, παρά να κάνεις ένα τίποτα»
(Όσκαρ Ουάιλντ)

Δελτίο Τύπου

rhtos5-2.jpgΆλλος ένας νέος νεκρός στην άσφαλτο στο κέντρο της Αθήνας. Ο νέος αυτός ήταν ο γνωστός ηθοποιός Κωνσταντίνος Παπαχρόνης, μόλις 31 ετών. Ο νέος ηθοποιός, στις 4 τα ξημερώματα Τρίτης 2 Δεκεμβρίου, οδηγούσε κανονικά τη μοτοσικλέτα του επί του λεωφορειόδρομου της οδού Αμαλίας με κατεύθυνση προς Συγγρού, όταν ένα αυτοκίνητο που κινούνταν επί της Αμαλίας έστριψε αριστερά για την οδό Ξενοφώντος, τον χτύπησε με αποτέλεσμα να ανατραπεί η μηχανή. Ο νέος ενώ φορούσε το κράνος του, χτύπησε στον αυχένα με αποτέλεσμα να χάσει την ζωή του.

Μεταφέρθηκε στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
Ο οδηγός του αυτοκινήτου που οδηγήθηκε στον εισαγγελέα για ανθρωποκτονία από αμέλεια καθώς κατηγορείται ότι ευθύνεται για το θάνατο του 31χρονου ηθοποιού Κωνσταντίνου Παπαχρόνη, αφέθηκε ελεύθερος.

Βιογραφικό

Ο ηθοποιός Κωνσταντίνος Παπαχρόνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Τελείωσε την Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου το 2000.
Έχει συμμετάσχει στις εξής παραστάσεις:

- Π. Μάρμπερ: Ο Δον Ζουάν στο Σόχο, σκηνοθεσία: Κ. Μαρκουλάκης, Θέατρο Χώρα, 2007-2008.

- Φ. Ντοστογιέφσκι: Δαίμονες και Δαιμονισμένοι, σκηνοθεσία.: Μάγια Λυμπεροπούλου, Φεστιβάλ Αθηνών, 2007.

- Ουίλλιαμ Σαίξπηρ: Οθέλλος, σκηνοθεσία.: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Θέατρο του Νέου Κόσμου, 2006.

- Βασίλης Κατσικονούρης: Το γάλα, σκηνοθεσία.: Νίκος Μαστοράκης, Εθνικό Θέατρο, 2006 & 2007.

- Τζον Κάμερον Μίτσελ: Hedwig and the angry inch, σκηνοθεσία.: Εβελίνα Παπούλια, Club 22, 2006

- Γκαίτε: Clavigo, σκηνοθεσία.: Γιάννης Χουβαρδάς, Θέατρο Αμόρε, 2005.

- Λούκας Μπέρφους: Τέσσερις Εικόνες Αγάπης, σκηνοθεσία: Γιάννης Μόσχος, Θέατρο Αμόρε, 2004-2005.

- Πατρίτσια Χάισμιθ: Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ, Διασκευή: Φίλις Νέιτζι, σκηνοθεσία.: Βασίλης Μυριανθόπουλος, Θέατρο Επί Κολωνώ, 2003-2004.

- Σαμ Σέπαρντ: Το δόντι του εγκλήματος, σκηνοθεσία.: Μαριτίνα Πάσσαρη, Κ.Θ.Β. Ε. 2002-2003.

- Ευριπίδης: Ηρακλής, σκηνοθεσία.: Αντρέι Σερμπάν, Κ.Θ.Β.Ε., 2002.

- Χειμωνιάτικο ταξίδι, Σύλληψη – σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Ρήγος: Κ.Θ.Β.Ε., 2002-2003

- Αλεξάντρ Μπρεφφόρ – Μαργκερίτ Μονό: Γλυκιά μου Ίρμα, σκηνοθεσία.: Πέρης Μιχαηλίδης, Κ.Θ.Β. Ε. 2001-2002.

Έλαβε μέρος στην κινηματογραφική ταινία «Ο καλύτερος μου φίλος» σε σκηνοθεσία Γ. Λάνθιμου (2001) και σε αρκετές τηλεοπτικές σειρές «Πάλι από την αρχή» (2006), «Mωβ-Ροζ» (2005), «Έτσι ξαφνικά» ( 2004), «Σχεδόν ποτέ» (2003), «Βαθύ κόκκινο» (2001).

Τιμήθηκε με Α’ βραβείο ανδρικής ερμηνείας από το περιοδικό «Αθηνόραμα» για την παράσταση «Το γάλα» που παρουσιάστηκε από το Εθνικό Θέατρο.

Η τελευταία του εμφάνιση στο θέατρο ήταν στην παράσταση του έργου «Το ξύπνημα της άνοιξης» του Φρανκ Βέντεκιντ σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη στο Εθνικό Θέατρο.

Γράμμα στο Κωνσταντίνο Παπαχρόνη από τους συνεργάτες του - φίλους του, της τελευταίας του κινηματογραφικής δουλειάς «Σκλάβοι στα Δεσμά τους».

«Φίλε μας Κωνσταντίνε Παπαχρόνη, πάντα μας αιφνιδίαζες με τη λάμψη σου, την παρουσία σου και την ερμηνεία σου. Αυτή την φορά όμως, αιφνιδίασες οδυνηρά... Ένας νέος άνθρωπος μόλις 31 ετών, πολύπλευρος και μεγάλος καλλιτέχνης της γενιάς του, ο συμπρωταγωνιστής των «Σκλάβων στα Δεσμά τους», ήταν πέρα από όλα ένας υπέροχος φίλος, ερμηνευτής, συνεργάτης, ένας ακόμα από την ομάδα μας που, όλοι μαζί με μια ψυχή, παλέψαμε για το όνειρο της ταινίας μας. Έφυγες άδικα, Κωνσταντίνε, σε συνοδεύει όμως η αγάπη μας στο ταξίδι σου και θα σ΄ έχουμε ανάμεσα μας για πάντα, μέσα από την ταινία και όλα τα όμορφα που περάσαμε μαζί».

Επίσης ο Κώστας Παπαχρόνης έπαιζε κιθάρα στο συγκρότημα Rockin Bones μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του.

Άγριος  Μάκης - Νίκος Καλόγηρος

rhtos5-3.jpgΠερίεργος τύπος. Απ’ αυτούς που κάτι μέσα στο βλέμμα τους προδίδει πως έχουν δει πολλά πράματα, πως έχουν καβατζώσει μέσα στα χρόνια μεγάλα χάρτινα κιβώτια γεμάτα μ’ εμπειρίες και τα στοιβάξανε προσεκτικά στη ντουλάπα να μη φαγωθούν απ’ το σκόρο.
Εντάξει, τώρα πια έχει ησυχάσει άλλα όποτε αράζαμε η παρεούλα στο μοναδικό μπαράκι του χωριού (δήθεν κωμόπολη) εμφανιζόταν εκείνη η καταπληκτικά μεταφυσική στιγμή όπου για κάποιο δυσερμήνευτο λόγο
–ακόμα με ταλαιπωρεί όταν το συλλογιέμαι- έπεφτε σαν από κατηφόρα μέσα από τα ηχεία το “hoochie coochie man” του Muddy Waters ακριβώς όταν ο Μάκης έπινε την πρώτη γουλιά από το τζιν λεμόνι του. «Τζιν λεμόνι! Το ξέρατε πως αυτό είναι το ποτό των αλκοολικών αφού μένει την περισσότερη ώρα στη φλέβα;» Μόνιμα εμείς ν’ απαντάμε «Για λέγε, για λέγε…» και τότε ν’ αρχίζει να ξεδιπλώνεται στα αυτιά μιας ανυπόμονης πιτσιρικαρίας ένα ολόκληρο κουβάρι νυχτών, νύχτες που μύριζαν περιπέτειες, αξιοπρέπεια, εξέγερση, ναρκωτικά και γυναικεία κολόνια.
Ακόμα, βέβαια, δεν έχω ξεχωρίσει αλήθειες και ψέματα. Όπως για κείνο το περιστατικό που δυο παιδιά μαχαιρώθηκαν για τα μάτια της Κατερίνας. Μα μας έλεγε υποχθόνια πως το μοναδικό συνεκτικό στοιχείο που έδενε όλα αυτά τα άγρια χρόνια ήταν το τζιν λεμόνι. Αυτό έπινε, αυτό πίνει. Αυτό επικαθορίζει την ενότητα του εαυτού του, μαζί μ’ εκείνα τα φλιτζάνια που είχαν στο εξωτερικό τους τυπωμένες φωτογραφίες- πορτρέτα του. Πέντε φλιτζάνια στη σειρά, στο τρίτο ράφι της βιβλιοθήκης του που τα έφτιαχνε κάθε πέντε καλοκαίρια στη Νικήτη της Χαλκιδικής. Συνήθεια που του κρατούσε εχέγγυα και για τη συνέχεια του εαυτού του.
Παρά την ενότητα και τη συνέχεια, ωστόσο ο Μάκης παρέμενε τσακισμένο καΐκι από χίλιες μεριές. Οι λεπτομέρειες  μένουν αιώνια στα ομαδικά κενοτάφια των συντροφιών για αυτό να ειπώνονται μόνο τα χαρακτηριστικά. Πολλές και νωρίς οι φυγές από το σπίτι –ένα καθ όλα αξιοπρεπές, πλήρες και χωρίς προβλήματα σπίτι που σπάει το κλισέ-, η παρατημένη Νομική, τα μεθυσμένα ξημερώματα του ομαδικού έρωτα που ‘χαν ακόμα εκχυλίσματα χαρμολύπης ν’ αφήσουν, η ραδιοπειρατεία οι ταραχές κι οι δράσεις του Νοέμβρη  που ακολούθησαν τη νύχτα της δολοφονίας του Καλτεζά από χέρι μπάτσου, όλους τους φίλους του απ’ τον ανθό της ελληνικής νεολαίας (θεέ μου τι αισθητική!), τα βράδια των ναρκωτικών και τα κενά μνήμης. «Κενά μνήμης, παίδες, το σημαντικότερο! Αν την επομένη δεν σου έχουν κληροδοτήσει οι ουσίες κενά μνήμης, σήκω και φύγε, είσαι φλώρος. Μα θα ναι χόρτο, μα θα ναι αλκοόλ, μα θα ναι και τα δυο μαζί σε συνδυασμό και με χημεία ,δεν ξέρω. Αλλά σίγουρα αν δε σου μαρμελαδιάσει για λίγο το μυαλό έτσι που να χάσεις εντελώς την τριβή που κάνουν οι πατούσες με το χώμα, δεν κάνεις τίποτα!»
Δεν ξέρω αν τέτοια λόγια έλεγε στις κοπέλες κι εκείνες «έλιωναν», αλλά σίγουρα ήταν γόης. Και βασικά, εμείς, για τούτο τον θαυμάζαμε. Δεν ήταν πολύ όμορφος –ίσα ίσα τα χρόνια του είχαν αφήσει τα σημάδια τους- κι ούτε πολύ ευγενικός αλλά είχε κάτι άλλο. Ήταν εκείνο το εκθαμβωτικό άστρο του αλήτη που έλκει τόσο τις γυναίκες όπως καμιά τσέπη κανενός φιόγκου δε θα μπορούσε ποτέ να καταφέρει. Κάτι από ξεχασμένο Γαρδέλη, κάτι από αμετανόητο κομπιναδόρο με μόνιμο τσιγάρο στο στόμα βγαλμένο από τον πιο γλυκό αρχισυμμορίτη Νικολαίδη –που και μείς προσκυνήσαμε χάρη στο Μάκη. Ένας παράξενος τίτλος λάμψης και παρακμής σαν ζωγραφισμένο από μαρκαδόρο τζάκετ με μεγάλα γράμματα στην πλάτη «Γενιά του χάους» που αντανακλούσε υπέροχα το φλογοβόλο κοκτέιλ όλης εκείνης της μπερδεμένης δεκαετίας του ’80, μια εποχή που είχε απόλυτα κερδίσει το θρόνο στο συλλογικό φαντασιακό της παρέας.
Το Μάκη έχω να τον δω χρόνια κι ούτε ξέρω τι απέγινε. Πολύ καιρό έχω να δω και την παρέα μου που αράζαμε για να ακούσουμε τις ιστορίες. Χαθήκαμε απότομα. Μα κάθε γαμημένη φορά που το άτιμο το τζιν λεμόνι χαρακώνει γαργαλιστικά τη γλώσσα μου θυμάμαι εμφατικά πως πρέπει να ζήσω. Ν’ αφήσω πίσω μου νύχτες γεμάτες, δικές μου νύχτες και να τις διηγηθώ κάποτε κι εγώ σε κάποιους πιτσιρικάδες που θα με κοιτάνε με το στόμα ανοιχτό. Να γίνω μύστης και κοινωνός από το άγιο δισκοπότηρο που μεταφέρει από γενιά σε γενιά τη μαγιά της παρέας και της συντροφικότητας.

Ο Νίκος Καλόγηρος είναι γεννημένος το 1989. Κατάγεται από τα Τρίκαλα και σπουδάζει Αγγλική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη.

 
Βωμολόχοι, Εrnesto Carnetti & Johnny Handsome V

Image
φώτο : Στράτος Π.
 

του Ernesto Carnetti

Σελίδες από το κρυμμένο τετράδιο

Πόσες φορές τη μέρα να βαρέσω, αγάπη μου, για σένα μαλακία; Το καυλί μου ξεχείλωσε και τσούζει, τ’ αρχίδια μου κρέμασαν κι η όραση μου σιγά-σιγά ασθενίζει… στο τέλος θα γυρίσεις και γω δεν θα μπορώ πια να σε δω… από τον καταρράκτη θα μου χουν πέσει τα μάτια θα επιπλέουν σαν τις καμέλιες κόκκινες ή άσπρες πάνω σε γάργαρα νερά και κολυμπώντας τα ψάρια να τις ξεσκίζουν… τύφλα στα μάτια σου μου ‘λεγε η γιαγιά μου όταν ήμουν μικρός και δεν νογούσα ακόμα τότε νιάνιαρο εγώ τι εννοούσε… εγώ την σιχαινόμουνα την καργιόλα δεν σταματούσε να μου σπάει τον πούτσο άσε που δεν μ’ άφηνε να τρώω και γαριδάκια ότι τα είχε φέρει τότε πρώτη φορά ο μπακάλης στη γωνία κάτ’ απ’ το σπίτι εισαγωγή από τ’ Αμέρικα… με τον καιρό μεγάλωσα έμαθα τι πάει να πει γυναίκα και τι θα πει χωρίς γυναίκα… και δεν είναι μόνο το σεξ… το να ψωλοβροντάς είναι κι αυτό μια φυσική διαδικασία εν πάσει περιπτώσει κάτι σαν το χέσιμο ένα πράμα αποβολή περίσσιων και περιττών υγρών κι όχι περιττωμάτων… αυτή είν’ η μόνη διαφορά… όμως η γυναίκα εκείνη η ζεστασιά μες την καρδιά κατακαλόκαιρο σαν τις ντομάτες στο μποστάνι πώς ναν την αποφύγεις με τι ναν την ανταλλάξεις; Εκείνη τη χουχουλιαστή σαν τη φουφού του καστανά την αίσθηση του πούτσου σου μέσα στο γυναικείο στόμα πως ναν την ανταλλάξεις; Ερχότανε τα καλοκαίρια και τριβότανε πάνω μου στα χωράφια λεροί κι οι δυο ιδρωμένοι κι έπεφτε απάνω μου θαρρείς τυχαία ημίγυμνη με τα βαρειά βυζά της δεκαεφτά χρονώ ότ’ ήταν μεστωμένα… άφηνα που λες και γω παράμερα του γέρου μου τ’ αλέτρι και την ακουλουθούσα με πήγαινε στην ακροποταμιά και πέταγε τα βότσαλα κλαριά σπασμένα μες το ρέμα… εγώ τη χάζευα δεν χόρταινα κάθε καμπύλη του κορμιού της και κάθε που ‘γερνε γυρίζοντας μ’ ένα χαμόγελο παμπόνηρο στα χείλη και στο βλέμμα που να με δει κι εγώ πασκίζοντας σαν το λεπρό να κρύψω μες το κοντό παντελονάκι μου την παλινόρθωση μου… κι ήτανε τότε τέλη γιούνη μήνα θεριστή μέσα στη βάρκα του παππού μου την πήρα για βαρκάδα φώναζε πως θέλει το ποτάμι να της το δείξω να το δει και κει που βάθαινε το ρέμα έδωσε μια και πέταξε σαν τη ξωθιά ξανθό κορμί υγρό να βγαίνει απ’ το ποτάμι… θε μου την έχασα τα μάτια μου και να την ξάφνου εκεί υγρή κι ερεθισμένη της έδωσα το χέρι μου να την τραβήξω πάλι μέσα στη βάρκα κι έπεσε όλη απάνω μου βαρειά τα χείλη της στα χείλη μου μια γεύση ποταμίσια τα χείλη της στις ρώγες μου τα χείλη στο καυλί μου και τότε αποθέωση ο πούτσος μου ανέγνωρος στ’ ανήλιαγα βυθά μέσα στο βάθος του μουνιού της τράνταζε η βάρκα έγερνε έπαιρν’ από παντού νερά και μες το βάθος του πνιγμού κι οι δυο μας μες το έλος… γελάσαμε με τη ψυχή μας πως γελάσαμε ανέμελα παιδιά στην άψη του καλοκαιριού υγρού και βαρβατίσιου… ταχιά ταχιά βιαστήκαμε πίσω να σε γυρίσω και κει βαθιά στο ξέφωτο μες την ακτή του ποταμού οι δυο μας νυχτωμένοι μας ηύρε κει το χάραμα ο γλυκερός αυγερινός μέσα στην αγκαλιά του… το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής μου… κι ήρθε ξανά φθινοπωριά σε πήρε η πόλη μακριά μου κι εγώ σα μούλος έρημος γυμνός να σε προσμένω… 

του Johnny Handsome

To Σταυροδρόμι

(από το προηγούμενο)

Γράφω με πένα δανεική, μιας περαστικής. Χθες ονειρεύτηκα την πιο σκοτεινή νύχτα. Το απόλυτο σκοτάδι, χωρίς φεγγάρι, αστέρια και άλλες τέτοιες μαλακίες. Ονειρεύτηκα τα βουνά του El Chorro, νότια της Ισπανίας, κοντά στην  Antequera. Παρακολούθησα τη γέννα μιας γυναίκας μελαχρινής, με ρούχα βρώμικα. Γύρω της μια αγέλη λύκων. Ούρλιαζε σαν γριά μάγισσα καθώς το παιδί την ώρα που έβγαινε από μέσα της ξερίζωνε τη μήτρα της. Δεν ήταν άνθρωπος μήτε λύκος και στο δέρμα του απλώνονταν χιλιάδες μεταλλικά αγκάθια. Το νεογνό σαν πείνασε έκανε να φάει της μάνας την καρδιά, όπου ξεψυχισμένη έπεφτε στο χώμα. Μα η γεύση της πικρή, χωρίς αγάπη, κι έτσι την έφτυσε όλο αηδία. Βροχή ξεκίνησε να πέφτει, δυνατή, κάνοντας τα πάντα λάσπη. Ο βρυχηθμός του είπαν ακούστηκε ως της Μάλαγα το λιμάνι... Η αγέλη αποφάνθηκε πως το παιδί δαίμονας ήταν και γοργά τον εξόρισαν στον κόσμο των ανθρώπων...  Έβλεπα το Τέρας με ανθρώπινη μορφή να μεγαλώνει... Έπαιζε μα δεν ήταν ευτυχισμένο, έκανε πως γελά προκειμένου να μοιάζει με τους γύρω του μα δεν ένιωθε. Έτρωγε ότι και οι άλλοι μα η πείνα του έμενε.. Φαινόταν φωτεινό μα μέσα του μια μαυρίλα απλωνόταν. Ο πόνος  μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο καθώς τα χρόνια περνούσαν, κατέτρωγε τα σωθικά του. Ήξερε πως διαφέρει μα δεν καταλάβαινε πώς... Μέχρι που ήρθε η ώρα να συναντήσει την πραγματική του φύση. Βλέπετε έμοιαζε με άνθρωπο, είχε την ικανότητα να συμπεριφέται σαν άνθρωπος μα μέσα του ο δαίμονας περίμενε να ξυπνήσει. Και έτσι έγινε, την πρώτη φορα που θώπευσε γυναικεία σάρκα, την πρώτη φορά που ήπιε τα υγρά εκείνης της όμορφης μελαχρινής κοπέλας...Το μέσα του φλεγόταν τα μάτια έγιναν μαύρα και λίγο πριν την ύστατη στιγμή, τότε που όλοι οι άντρες απολαμβάνουν την εκσπερμάτωση, ο δαίμονας άνοιξε τα μάτια του! Το Τέρας πήρε την κανονική του μορφή και τα αγκάθια εκ νέου απλώθηκαν στο κορμί του... Το ακανθώδες πέος του της ξέσκισε το αιδοίο καθώς με τα γαμψά του νύχια της ξερίζωνε την καρδιά. Μια καρδιά νόστιμη, γλυκιά όλο αγάπη, έρωτα, πάθος, λαγνεία, ηδονή. Γέμισε το στομάχι του, έσβησε την πείνα του. Ο πόνος εξαφανίστηκε!!

Τον παρατηρούσα να αποπλανεί και να καταβροχθίζει την μια καρδιά μετά την άλλη, αχόρταγα. Σίγουρος πια για το τί ήταν και ποιός ο σκοπός του. Ήξερα πως έπρεπε να ξυπνήσω μα το όνειρο μου παρείχε μια τέτοια ζεστασιά και ασφάλεια που ήταν σχεδόν αδύνατο να της αντισταθώ... Μετά... θυμάμαι...εκείνο τον καθρέφτη, στη μέση ενός άδειου δωματίου. Το κόκκινο κυριαρχούσε. Κόκκινο πάτωμα, κόκκινοι τοίχοι... κι εγώ να βλέπω μέσα από τα μάτια του!!! Την ώρα που έπαιρνε ξανά ανθρώπινη μορφή... Τη γύμνια του έντυνε με το αίμα της το τελευταίο θύμα, το ένιωθα ακόμη καυτό. Το βλέμμα μου εστίασε χαμηλά στο σώμα του, κάτω απ’ τον αφαλό στο δεξί μέρος της  βουβωνικής χώρας... Κατάφερα να διακρίνω  ένα σημάδι! Ήταν αυτό που χάραξε η αγέλη των λύκων...Το σημάδι του δαίμονα, η κατάρα...Ένα σύμβολο τόσο ξεκάθαρο, τόσο οικείο...  

(το καινούριο)

Ξύπνησα, κανείς τριγύρω, στο στόμα είχα γεύση από αίμα. Το ρολόι έδειχνε πέντε το απόγευμα. Ήπια λίγες γουλιές νερό, και αμέσως έστριψα να πιω ένα ‘τσιγάρο’, το τελευταίο. Πήρα την πένα της Λίλιθ, μιας κοπέλας μελαχρινής με μάτια μαύρα που γνώρισα στο αεροπλάνο, και ξεκίνησα να γράφω σαν τρελός. Σχεδόν δεν έβλεπα τι έγραφα, ακολουθούσα τη ροή των γραμμάτων καθώς έσταζαν ένα ένα στην κόκκινη χαρτοπετσέτα. Όταν τέλειωσα έκανα ένα κρύο μπάνιο και στη συνέχεια κατηφόρισα προς το λιμάνι. Είχα ραντεβού  με την Ελέν στο μπαρ του Ράφα στο Χουελίν. Η Ελέν, μια ξανθιά Γαλλίδα με υπέροχα piercing στο σώμα, εθισμένη στη μποέμ ζωή, την παρανομία και τα ναρκωτικά. Τριάντα δύο χρονών, τα τελευταία 7 χρόνια είχε ναυαγήσει στη Μάλαγα. Ο Ράφα, Ισπανός γεμάτος τατού γύρω στα τριάντα πέντε. Τους είχα γνωρίσει στο μαγαζί του δεύτερου την πρώτη φορά που είχα ταξιδέψει στη Μάλαγα για να φωτογραφίσω το Τour d’ Εspaña, ένα ράλι που έκανε το γύρο της Ισπανίας μέσα σε δεκαπέντε μέρες, εκ μέρους ενός ιταλικού πρακτορείου φωτογραφίας. “Καλά” παιδιά, δέσαμε γρήγορα. Σε κάποιες  φάσεις κάναμε  και κάτι “δουλειές” μαζί. Πήγαν καλά.

Μόλις είχα φύγει από την υγρή τρύπα, έτσι αποκαλούσα το μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου που διέμενα, έχοντας στα χείλη ένα τσιγάρο και περπατώντας κατά μήκος του δρόμου. Μουντίλα παντού και σιγανή βροχή. Το απαρχαιωμένο mp3 μου έπαιζε Riders on the Storm. Διάολε! Όποτε παίζει αυτό το κομμάτι πάντα βρέχει. Κάτι σαν ωδή στο θεό της βροχής. Ο Mόρισον σαμανός, και η μαγεία του  διαιωνίζεται,  παγιδευμένη ανάμεσα σε στίχους  και μουσική. Κοντοστάθηκα για λίγο να διαβάσω τις επικεφαλίδες των εφημερίδων και να πάρω έναν καπνό. Είχα αρχίσει να ξεχνώ  το όνειρο, περπατούσα σχεδόν αμέριμνος. Aφηρημένος βρέθηκα να παίζω το αγαπημένο μου παιχνίδι από τότε που ήμουν μικρός, συλλογή στιγμών. Είναι πολύ απλό, το μόνο που χρειάζεται είναι να κοιτάξεις την εικόνα που σου αρέσει και να ανοιγοκλείσεις στιγμιαία τα μάτια. Στη συνέχεια ο εγκέφαλος την αποθηκεύει μέχρι τη στιγμή που θα την χρειαστείς. Κάτι τέτοιες εικόνες έπρεπε πχ να σβήσω από το μυαλό μου. Στο σβήσιμο όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα. Για να μαι ειλικρινής είναι πολύ δύσκολα. Δεν διορθώνονται όλα με το πάτημα ενός κουμπιού. Αυτός είναι ο λόγος που τον τελευταίο καιρό ένιωθα σα να ‘μουν ο πρωταγωνιστής της αγαπημένης μου ταινίας, the eternal sunshine of the spotless mind. Όσο κ να προσπαθούσα να διαγράψω τις στιγμές μαζί της πάντα κάπου κρυμμένο στον εγκέφαλο  έμενε κάποιο απομεινάρι. (Αυτό συμβαίνει μόνο στις περιπτώσεις όπου χρειάζεται να σβήσει κανείς εικόνες που είναι αγαπημένες, σε  διαφορετική περίπτωση  η διαδικασία της απεγκατάστασης είναι πιο γρήγορη μην πω σχεδόν αυτόματη. Το ερώτημα βέβαια είναι γιατί κάποιος να σβήσει αγαπημένες εικόνες. Μα είναι απλό, γιατί αυτές είναι ικανές να δημιουργούν ωραία συναισθήματα τα οποία όμως όταν δεν βρίσκουν αντίκρισμα παύουν να είναι ωραία). Μ’ αυτά και με τ’ άλλα η  σκέψη μου κατρακύλησε ξανά σε εκείνη. Ίσως το “τσιγάρο” πριν και το σκηνικό γύρω μου έκριναν απαραίτητη την εικόνα της στο μυαλό μου προκειμένου να ταιριάξουν όλα τέλεια μέσα σε ένα νεφελώδη χιτώνα.

Έκανε λίγο κρύο κι έτσι ανέβασα το γιακά του μαύρου παλτού μου. Θα πρέπει να περπατούσα τουλάχιστον για καμιά ώρα. Έμπαινα στη συνοικία Χουελίν, κακόφημο μέρος, σκοτεινό αλλά ωραίο. Το μπαρ εμφανιζόταν σιγά σιγά μπροστά μου. Από τη γυάλινη τζαμαρία μπορούσα να διακρίνω την Ελέν  να κάθεται στη μια γωνιά της ξύλινης μπάρας και τον Ράφα να σερβίρει σε ένα τραπέζι στο βάθος του μαγαζιού φορώντας τη μακριά μπλε ποδιά του.

Μπήκα μέσα και χαιρέτησα θερμά την Ελέν, αμέσως ήρθε και ο Ραφα. Έκατσα στη μπάρα μαζί της, μιλούσαμε ώρα για ένα σωρό θέματα και σχολιάζαμε τον Ράφα που φλέρταρε με τις πελάτισσες.
«Ψήνεσαι για μια αρπαχτή σήμερα το βράδυ? Έχω ένα τραπέζι με κάτι  κοροΐδα, θα καθαρίσουμε 5000 ευρώ, 50/50.» ξεστόμισε  η Ε την ώρα που τελείωνα το τρίτο ρούμι μου.
«Δελεαστική η πρότασή σου, αλλά όχι. Δε μπορώ να συγκεντρωθώ εύκολα, το μυαλό μου πετάει και αυτό είναι ρίσκο» της αποκρίθηκα.
«Κατάλαβα, γυναίκα?»
«Ναι»
«Το όνομα της;»
«Μίρα»
«Και τι έγινε;»
«Μάλλον έγιναν όλα λάθος και στη ζωή δεν τσαλακώνεις το χαρτί και γράφεις πάλι από την αρχή προφανώς»
«Ποιό είναι το πιο απλό πράγμα στο οποίο δεν ‘κολλούσατε’;»
«Μου άρεσε πχ όταν βγαίναμε, πίναμε και τα σπάγαμε, μετά κάπου εκεί στα κομμάτια μου, όταν επιστρέφαμε σπίτι το ξημέρωμα, τη στγμή που ο ήλιος τρώει σιγά σιγά τη νύχτα να κάνω έρωτα με τη γυναίκα που με καυλώνει όσο καμία άλλη στον κόσμο»
«Και εκείνη;»
«Σ’ εκείνη άρεσε για after να αράζει με κάνα φίλο της ή φίλη της και να πίνουν τσιγάρα ή να κοιμάται. Γενικά έκανε το σεξ να μοιάζει με αμαρτία, απαγορευμένο καρπό! Ή εγώ είμαι ανώμαλος. Κάπου μεταξύ αυτών των δύο κρύβεται η πραγματικότητα μου φαίνεται».

  «χαχαχαχα... Μωρό μου που πας και τις βρίσκεις αυτές τις ξενέρωτες;»
Χαμογέλασα.
«Ξέρω ‘γω; Υποθέτω με βρίσκουν εκείνες...»
«Και τώρα;»
«Τώρα, απλώς δεν την καυλώνω πια. Το πιστεύεις;»
«Χαχαχαχαχαχαχαχα...»  η Ε γελούσε  τόσο που από το σφίξιμο και το αλκοόλ είχαν κοκκινίσει τα μάτια της  λες κ ήταν έτοιμα να πεταχτούν έξω. Παρασύρθηκα και ξεκίνησα να γελάω και εγώ.
«Σορρυ, όχι δεν το πιστεύω αλλά είχε πολύ πλάκα έτσι όπως το πες» έκανε να απολογηθεί.
«Μην ανησυχείς, άλλωστε είχε όντως πλάκα έτσι όπως ακούστηκε» την διέκοψα.
«Έτσι πάει, τώρα την καυλώνει κάποιος άλλος καλύτερα, το ξέρεις το παραμύθι...»
«Ελέν μ’ αρέσεις γιατί είσαι μια σαδιστική σκύλα»
«Και εσύ ο πιο εγωιστής μπάσταρδος που έχω συναντήσει. Και θα πρέπει να σου απαγορευτεί να μιλάς για ανθρώπινα συναισθήματα και για έρωτα».

Ακολούθησαν λίγα λεπτά παύσης για να ξεπεράσει τη στιγμιαία σύγχυση της. Έπειτα με ρώτησε για τα σχέδιά μου, της είπα ότι σκεφτόμουν να έφευγα σε δύο μέρες για κάμπινγκ στη Σιερα Νεβαδα. LSD, χόρτο, βόλτες στα βουνά και ρούμι για να σβήνει η δίψα μας. Η ιδέα της άρεσε και δέχτηκε ευχαρίστως να με ακολουθήσει και να μεριμνήσει για τις ‘λεπτομέρειες’ του ταξιδιού. Φώναξα το Ράφα να μου βάλει άλλο ένα ποτό, με ρώτησε που έμενα  και του είπα το όνομα της τρώγλης. Λίγα λεπτά αργότερα ήρθε προς το μέρος μου και  χαμογελώντας είπε «Φίλε μου το ξενοδοχείο που μένεις κάποτε ήταν μπουρδέλο, ένα από τα καλύτερα της περιοχής. Προσπαθώ αλλά δε μπορώ να θυμηθώ το όνομα που είχε τότε. Εγω ήμουν πολύ μικρός όταν έκλεισε αλλά έχω ακούσει ιστορίες».
«Τί ιστορίες;» ρώτησα
«Το μπουρδέλο αυτό το είχε μια πόρνη, πανέμορφη, η Ιζαμπέλ. Συνήθιζε να φοράει κολλητά μακριά φορέματα και μεγάλα καπέλα. Το μαγαζί της ήταν το πιο ξακουστό στην πόλη, δεν υπήρχε ναυτικός που να μην έχει περάσει απο εκεί. Εκείνη τους υποδεχόταν πάντα με ένα σνομπ χαμόγελο και ένα βλέμμα ψυχρό τόσο που τους τρέλαινε, τους εξίταρε αφάνταστα. Το δέρμα της ήταν τόσο απαλό, πέταλο από ρόδο. Δεν υπήρχε, λένε, ούτε ένας που να μην την ποθούσε. Οι πουτάνες της ήταν πάντα ευτυχισμένες και καλοπληρωμένες. Δεν έλεγαν ποτέ κακό λόγο για εκείνη μα ούτε και η ίδια τους είχε δώσει ποτέ αφορμή για το αντίθετο. Όλα πήγαιναν τέλεια μέχρι που η Ιζαμπέλ άρχισε να χάνει την ομορφιά της και όχι επειδή γερνούσε...»
«αλλά τί;» πετάχτηκε η Ε.
« Δεν ξέρω, άλλοι λένε για κατάρα που της έριξε μια γυναίκα ενός γέρο-ναυτικού άλλοι πάλι πως αυτό που είχε ήταν μια σπάνια δερματολογική πάθηση.»
«δηλαδή;» ρώτησα
«Να, έβγαζε στο σώμα της κάτι λιπώματα  που μετά γίνονταν σκληρά σαν αγκάθια. Κανείς δεν ήθελε έτσι να την ακουμπήσει ξανά, έχασε την αίγλη της, η ομορφιά της ξέφτισε. Οι πουτάνες της την φοβόντουσαν και άρχισαν μία μία να φεύγουν, οι πελάτες σταμάτησαν να πηγαίνουν στο μαγαζί. Πλήρης παρακμή. Τότε ήταν που έφτασε στη Μάλαγα εκείνος ο σκηνοθέτης. Μεγάλη ανωμαλάρα, σκηνοθέτης του κώλου. Πίστευε πως έκανε τέχνη μέσα από τις μαλακισμένες τσόντες του. Γύριζε ταινίες με  γυναίκες που τις χαράζανε και μετά τις βίαζαν και άλλες με ζώα που γαμούσαν γυναίκες. Αρρωστημένος μέχρι το κόκαλο».
«Έχω ακούσει πως σε κάποια θρησκεία, δεν είμαι σίγουρη ίσως και στον Χριστιανισμό, αναφέρεται πως αν μια γυναίκα και ένα ζώο έρθουν κοντά τότε πρέπει να θανατωθεί και το ζώο και η γυναίκα. Spookyyyy…» είπε η Ε.

Ο Ράφα γούρλωσε τα μάτια και συνέχισε
«Το λοιπον, αυτός ο μαλάκας ήρθε στη Μάλαγα ψάχνοντας “πρωταγωνίστρια” για την καινούργια του ταινία. Μόνο που καμία πουτάνα στην περιοχή δεν ήθελε να συμμετάσχει και ας πλήρωνε αυτός αδρά. Η πρόκληση ήταν ότι η ‘πρωταγωνίστρια’ έπρεπε να γαμηθεί με ένα λύκο, αλλά όχι απλό και συνηθισμένο. Ήταν ένας τεράστιος μαύρος λύκος, τον είχαν φέρει μέσα σε ένα κλουβί σιδερένιο. Όταν τον έβγαζαν ήταν δεμένος όχι με λουρί και άλλες τέτοιες παπαριές αλλά με χοντρό σκοινί και πάντα τον κρατούσαν δύο άντρες. Ο πατέρας μου που έτυχε να τον δει μου είπε πως ήταν απλώς το πιο επιβλητικό κτήνος που είχε δει ποτέ στη ζωή του. Η μοναδική που δέχτηκε τον ρόλο, προφανώς μέσα στην απελπισία και την απόγνωσή της, ήταν η Ιζαμπέλ. Κάπου εδώ η αλήθεια ξεθωριάζει και αρχίζει ο μύθος. Λένε, πως στα γυρίσματα της τελευταίας σκηνής, εκεί που ο λύκος ‘παίρνει’ την Ιζαμπέλ, συνέβησαν τα εξής περίεργα πράγματα. Το κτήνος αγάπησε την Ιζ, την λάτρεψε. Εκείνη κατά τη διάρκεια της συνουσίας είχε καυλώσει τόσο που της ήταν αδύνατο να σταματήσει να χύνει, τα υγρά της λέκιαζαν το μαύρο σεντονι αφήνοντας πάνω του άσπρες στάμπες. Φαινόταν να το απολαμβάνει σε μέγιστο βαθμό, σαν κανένας άντρας ποτέ άλλοτε να μην της είχε χαρίσει τέτοιες στιγμές ηδονής. Μόλις το ζώο έχυσε μέσα της, επιτέθηκε και κατασπάραξε στην κυριολεξία τους δύο που το κρατούσαν και τον σκηνοθέτη. Στη συνέχεια το έσκασε και εξαφανίστηκε. Η Ιζ ένα μήνα μετά το περιστατικό χάθηκε. Έφυγε για πάντα, κανείς δεν άκουσε ποτέ ξανά για εκείνη. Ο μύθος λέει πως είχε μείνει έγκυος και  κυοφορούσε τον σπόρο του κτήνους, έτσι το έσκασε στα βουνά για να γεννήσει. Η αλήθεια είναι πως ίσως έφυγε σε κάποια άλλη χώρα να συνεχίσει εκεί τη ζωή της».

Άκουσα την ιστορία με προσοχή, και ίσως το αίμα μου να πάγωνε αλλά το αλκοόλ που έρεε στις φλέβες το καθιστούσε κομματάκι δύσκολο. Το όνειρο, η πουτάνα, το κτήνος, η γέννηση και στη μέση εγώ. Το κτήνος μέσα μου πρόσταζε να ‘παίρνω’ σώματα γυναικών μέχρι να σβήσει η δίψα. Η δίψα όμως άσβεστη και γω κενός ακόμα.

Δεν τους είπα ποτέ για το όνειρο. Η Ε μου πρότεινε μετά τη Σιερα Νεβαδα να έμενα σπίτι της. Δέχτηκα. Το υπόλοιπο της βραδιάς το περάσαμε γελώντας πίνοντας ποτά και κόκες. Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου μας βρήκαν στο μόλο, αραχτούς στο αμάξι να κοιτάμε τη θάλασσα από το παράθυρο και να σβήνουμε τις τσίτες μας πίνοντας “τσιγάρα”.
«Την κάνω για ύπνο» έσπασα τη σιωπή.
«Θες να έρθω μαζί σου;» με ρώτησε η Ε
«Όχι σήμερα» της απάντησα
«Πέμπτη μεσημέρι φύγαμε οκ; Θέλεις καμία κεταμίνη για να παίζει;»
«Ναι οκ. Κεταμίνη; Πφφφφ, αναισθητικό για ζώα. Θα προτιμούσα όμως αν έχεις να μου σπάσεις 2-3 ‘τσιγάρα’».
«Ότι θες...  Εύχομαι σε αυτό το ταξίδι να βρεις αυτό που ψάχνεις».
«Αυτή τη φορά δεν ήρθα να βρω κάτι, αλλά να χάσω».

Τους καληνύχτισα και τράβηξα προς το δωμάτιο. Μέσα με περίμενε η Λίλιθ με ένα μπουκάλι βότκα. Ήπιαμε λίγο, καπνίσαμε ένα ‘τσιγάρο’ και γαμηθήκαμε μία φορά. Τουλάχιστον έτσι θυμάμαι. Την ώρα που έχανα τις αισθήσεις μου μου ψυθίρισε στο αυτί: «Ακόμα και οι δαίμονες πονούν, πρέπει να κάψεις την καρδιά σου πριν στην φάνε». Στη συνέχεια το μόνο που θυμάμαι δυο σκηνές. Ένα σώμα πεταμένο σε ένα μεγάλο σκουπιδοτενεκέ. Το μισό έμοιαζε αντρικό, του έλειπε η καρδιά, δεν είχε προλάβει να μεταμορφωθεί. Έπειτα είδα τη Λίλιθ, ούρλιαζε σαν τρελή μέσα στα μούτρα μου. Άνοιξα τα μάτια απότομα, ήμουν μόνος. Κοίταξα το ρολόι. Έκανα να σηκωθώ και έριξα το άδειο ποτήρι δίπλα μου. Στάθηκα από πάνω και κοιτούσα τα σπασμένα κομμάτια του στο πάτωμα. Ήταν Πέμπτη πρωί!

 
toneo.png