|
Ρουβίκωνας στα μέτρα μας, Ποίηση, Νικόλας Ευαντινός, Εκδόσεις Μελάνι, 2011
Δεύτερη ποιητική συλλογή του τραγουδοποιού Ευαντινού, ο οποίος με την… τραγουδιστή, αποφθεγματική του ποίηση, σε μεταφέρει στα σύνορα των κόσμων, σε μια παγκοσμιοποίηση κοινωνιών, όπου ο άνθρωπος επικοινωνεί εξερευνώντας την ψυχή του.
Συνδέσεις με το παρελθόν, με ιστορικές αναφορές και μυθολογικές παρεκβάσεις, ο Ευαντινός φοβάται το μέλλον, αδημονώντας να αλλάξει το παρόν, το τώρα, αυτό που κατοικεί και τον πνίγει, γι’ αυτό αντιστέκεται με τις λέξεις, τα τραγούδια. Μια δύναμη μυαλού είναι το βιβλίο αυτό.
*
Άνθρωποι της Θάλασσας, Ποίηση, Τριστάν Κορμπιέρ, μτφρ. Νίκος Χειλαδάκης, Εκδόσεις Εκάτη, 2009
Είναι όντως ένα βιβλίο σημασίας, μια και η ποίηση του καταραμένου Κορμπιέρ για πάντα θα στοιχειώνει τις καρδιές μας, το μυαλό μας, τις νύχτες μας. Η πεζοποίηση του αφήνει τη στάμπα της πάνω σου. Και η ατόφια, αυθεντική, άκρως αισθαντική γραφή της, αυτή η φλόγα που την περιλούζει, σε συνεπαίρνει.
Από το 1868 κι εκείνη την πρώτη γραφή, μέχρι την ανακάλυψη της από τον Βερλαίν, και την ένταξη της στην “καταραμένη ποίηση”, συναντάμε αυτή την πολύ περιεκτική ελληνική μετάφραση στα 2009, με έναν ιδιαίτερα κατατοπιστικό επίλογο, που σε μπάζει για τα καλά στο μυαλό του Κορμπιέρ, στο κλίμα της εποχής.
*
Φωνές, Ποίηση, Βασίλης Ρούβαλης, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011
Στην καινούρια του ποιητική συλλογή, ο Βασίλης Ρούβαλης συνομιλεί με το φως, το άπειρο, τον ουρανό, την ίδια τη ζωή, πραγματοποιώντας το προσωπικό του ιντερμέδιο, το διάλειμμα εκείνο, από την καθημερινότητα, που το μόνο που κάνει είναι να σε κουράζει.
Στις “Φωνές” του, εκείνες του εσωτερικού του κόσμου, που μέσα από τη διαδικασία της γραφής εξωτερικεύονται, ο Ρούβαλης περπατάει από τους τέσσερις λόγους, τα πεζοποιήματα, το παρόραμα και τον επίλογο, και σε παίρνει από το χέρι ώστε να σε οδηγήσει στη μέθεξη.
*
Σκοτεινή αγάπη μιας Άγριας Γενιάς, Ποίηση, Γκεόργκ Τρακλ, μτφρ. Νίκος Ερηνάκης, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011
Είναι πολύ άξια η μεταφραστική δουλειά του νεαρού και πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή Νίκου Ερηνάκη. Ο οποίος κι έκανε μια προσεκτική επιλογή ποιημάτων ενός άλλου ιδιαίτερου, με πολυτάραχη ζωή, και πολυσυζητημένου ποιητή, του Αυστριακού Γκεόργκ Τρακλ.
Επομένως, με μια θαυμάσια και δεξιοτεχνική μετάφραση, μεταφέρεσαι στην εποχή εκείνη, των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, ώστε να βιώσεις, να ζήσεις και να αισθανθείς, την τραγικότητα της ύπαρξης, την ακραία συναισθηματική ένταση, και το σπαρακτικό ενός άλλου κόσμου.
*
Δοκίμια, Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Εκδόσεις Ρέω, 2010
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η συγκεντρωτική συλλογή κειμένων του ποιητή Αντώνη Παπαδόπουλου. Σεφέρης, Παπατσώνης, Παλαμάς, Λιάκος, Κουτούζης, μα και ο Μεσίνα, ο Κονέσκι, και άλλα δοκίμια για την ποίηση και τη ζωή, την πνευματικότητα και την τέχνη, διαλεγμένα και μαζεμένα σε έναν καλαίσθητο τόμο.
Δημοσιεύσεις σε περιοδικά και συνέδρια, επιθεωρήσεις και συλλογές, εκφωνημένα σε ημερίδες κι εκδηλώσεις, αφιερώματα και εσπερίδες. Ο ποιητής Παπαδόπουλος εκδηλώνει την αγάπη του για την ποίηση με τον πιο περιεκτικό, παιδευτικό, άκρως γνωστικό τρόπο.
*
Ο Ήλιος του Μεσονυκτίου, Ποίηση, Γιώργος Ψαχούλιας, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011
Στην ποίηση της πρώτης συλλογής του Γιώργου Ψαχούλια συναντάς την παραδοξότητα της ύπαρξης, το τυχαίο και το απρόσμενο, μέσα από το ζητούμενο, το ευκταίο, το ποθητό. Ένας σπαραγμός ολόκληρος είναι οι στίχοι αυτοί.
Αυτή η υπαρξιακή γραφή σε κάνει κοινωνό της, σε φέρνει κοντά της, σε αποζητά στη γωνία, και μέσα από τη διαλογική υφή της, σε επιλέγει για συνομιλητή της ώστε να ζήσεις και εσύ αυτή την ορμή των συναισθημάτων.
Επιμέλεια: Νέστορας Πουλάκος
|
Mε το καδρόνι στα χέρια, Ποίηση, Μιχάλης Τάτσης, επιμ. Ζ.Δ. Αϊναλής, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2011
Θα δεις τους μπάτσους σου ν’ ανοίγουνε στα δυο σαν τα καρπούζια στο Ζάππειο, πολιτεία νεκρόφιλη. Θα βλέπεις τ’ άντερα να χύνονται στ’ οδόστρωμα, κόκκινα άντερα, ωραία, δολοφόνων, και θα χαράζει το χαμόγελο τα δόντια του σκληρό την πέτρα της συνείδησης. Ότι δεν θα μπορείς νεκρός παρά να χαίρεσαι το αίμα των δημίων σου (όσο συνείδηση μεταλλική ελάσματα στο χρόνο – κανοναρχείς μονωτική ταινία τη βροχή κι ότι που βρέχει παρορμίζεσαι και θα πολώνεις έγχυμη, υγρή μέσα σ’ ηλεκτροφόρους ποταμούς τον οφθαλμό ακάλυπτο όσο που η απόσταση σωπαίνει). Κρίνεις εξ ιδίων τ’ αλλότρια κι η ετυμηγορία: άκρα του τάφου σιωπή. Το καπελάκι σου στραβά, το αίμα στα ερείπια κι ο τρελός που ‘χε πει στο ‘χα πει, πολιτεία νεκρόφιλη, κι εσύ τα χέρια στ’ αυτιά και ν’ ασθμαίνεις.
Μεταθανάτια έκδοση, επιμελημένη από τον ποιητή Ζ.Δ. Αϊναλή (Η Σιωπή της Σίβας). Ποίηση γραμμένη στο δρόμο, μες στον αναρχικό αγώνα, κάτω από τις μάσκες και πάνω από τα κράνη. Ο ποιητής Τάτσης, αυτόχειρας ως άλλος Καρυωτάκης, έχοντας σιχαθεί την καθημερινότητα, τη ζωή, δεν δημοσίευσε ποτέ μα άφησε τα γραφτά του παρακαταθήκη για το μέλλον. Ποίηση σκληρή, κυνική, έξω από τα δόντια. Πολύ σημαντική η έκδοση αυτή. [Νέστορας Πουλάκος]
*
Οι Kinks του Χρήστου Βακαλόπουλου, Μελέτη/Καταγραφή, Φώτης Μπατσίλας, Εκδόσεις Αιγαίον, 2011
…Πόσο πολύ αγάπησε ο Βακαλόπουλος τους Kinks; Tί σήμαιναν οι Kinks για τον ίδιο; Ποια θέση κατείχαν, κατ’ εκείνον, στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα ή, ακόμα, και σ’ όλο τον χώρο της Τέχνης; Τις απαντήσεις τις δίνει ο ίδιος ο Βακαλόπουλος μέσα από τα γραπτά του, δοκίμια και λογοτεχνικά κείμενα:
Ο αναγνώστης μπορεί αντί να διαβάσει αυτό το βιβλίο να ακούσει οποιοδήποτε δίσκο του Μπομπ Ντύλαν ή των Κινκς και να δει οποιαδήποτε ταινία του Νίκολας Ραίη, του Ζαν Ρενουάρ ή του Φριτς Λανγκ. Εγώ δεν έχω καμία αντίρρηση.
Ούτε κι εγώ. Κι είναι θαυμαστός ο τρόπος που ο Βακαλόπουλος συνδέει ένα συγκρότημα της δεκαετίας του ’60, της εποχής της αμφισβήτησης των πάντων, με σκηνοθέτες του Μεσοπολέμου, και ιδίως το κλασικό βρετανικό ροκ με τον γερμανικό εξπρεσιονισμό. Ήταν η διάθεση για εξωτερίκευση των πάντων, η νοσταλγία για τις ταινίες των πρωτοπόρων κινηματογραφιστών ή η προσπάθεια να αποδοθεί η ενότητα (κι η ισότητα) της μουσικής, του κινηματογράφου και της λογοτεχνίας ως εκφραστικών μέσων; Δεν μπορώ να το γνωρίζω. Ίσως τίποτ’ απ’ όλα αυτά, κι ίσως πάλι όλα μαζί. Εκείνο για το οποίο είμαι βέβαιος είναι ότι απ’ τα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα και σ’ όλη τη δεκαετία του ογδόντα κανείς, πλην του Βακαλόπουλου, δεν μιλούσε για τους Kinks, όλοι είχαν «ξεσκαρτάρει» τα πολύ καλά κι αναγνωρίσιμα συγκροτήματα της χρυσής εποχής του ροκ (Beatles, Rolling Stones, Doors κ.λπ.), κι απλώς αναζητούσαν στις νέες τάσεις, στα νέα συγκροτήματα το επόμενο βήμα (στο πανκ, στο νιου γουέιβ –για να μην πω και στη ντίσκο)...
Ο Φώτης Μπατσίλας, μελετητής του κινηματογραφικού και συγγραφικού έργου του Βακαλόπουλου, καθώς και άξιος αρθρογράφος πολλών κειμένων (όπως εκείνο για τα μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία), καταγράφει με τη βοήθεια του Σωτήρη Κακίση, τη σχέση Βακαλόπουλου-Kinks που "έμεινε" στα ραδιοφωνικά ιστορικά των δεκαετιών 1970 και 1980 στην Αθήνα. Κείμενα γνώμης, απομαγνητοφωνημένη η εκπομπή του Βακαλόπουλου για τους Kinks, ολόκληρα τα τραγούδια του συγκροτήματος, όπως και το βιογραφικό του σημαντικού αυτού καλλιτέχνη, σε αυτή την όμορφη (κυπριακή) έκδοση. [Νέστορας Πουλάκος]
*
Nominati, Κείμενα, Γαβριήλ Ναχμίας, Απλές Εκδόσεις, 2010
&
Όφης και Λύγκας, Νουβέλα, Γαβριήλ Ναχμίας, Εκδόσεις Ενδυμίων, 2010
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ανθολογία νεότερης και σύγχρονης
ελληνικής ποίησης
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Κατάλογος ανθολογουμένων ποιητών
ΤΟΜΟΣ Α΄ (Α - Λ)
Σελ.
Αβούρης Παύλος 29
Αβρααμίδου Χριστιάνα 30
Αγγελάκη-Ρούκ Κατερίνα 31
Αγγελάκης Ανδρέας 32
Αγγελάκης Μιχάλης 33
Αγγελάκης Χρήστος 34
Αγγελής Δημήτρης 35
(...)
(Νοminati)
Αν η αλήθεια αρχίζει με Δύο, είναι γιατί αρχίζει να μετρά. Κι όταν τα Δύο γίνουν Ένα, εκεί τελειώνει· γιατί το Ένα δεν έχει τι να μετρήσει, ούτε με τι να μετρηθεί. Κι εκεί που τελειώνει η αλήθεια, αρχίζει το παραμύθι.
Μετά την ένωσή τους, ο Όφης κι ο Λύγκας ξεφορτώθηκαν τα ονόματά τους. Ύστερα πέταξαν από πάνω τους μάτια, αυτιά, πόδια και χέρια που περίσσευαν: δυο απ’ το καθένα τούς ήταν αρκετά. Αυτά, μαζί με ό,τι άλλο περιττό, τ’ άφησαν στην ακρολιμνιά κι έπεσαν στο νερό. Κανείς δεν τους ξανάδε από τότε – κι όσους κι αν έχω ρωτήσει, ορκίζονται πως δεν τους ξέρουν.
Χρόνια μετά, στην όχθη αυτής της λίμνης, όπου βρέθηκα ακολουθώντας τη μνήμη του νερού (αναπολώντας, ως συνήθως, άλλες όχθες), βρήκα τα άχρηστα μέλη – τυχαία, είναι η αλήθεια, όπως τυχαία βρίσκεται κάποιος εκεί που πρέπει, ή που δεν πρέπει, κι όπως τυχαία βρίσκει κάτι που έχασε ή πέταξε κάποιος άλλος, κι όπως τυχαίο είναι αν αυτό που βρήκε είναι άχρηστο, χρήσιμο ή πολύτιμο. Κι όπως κάνει αυθόρμητα καθένας, όταν βρίσκει τα κατάλληλα υλικά, έβαλα τα μέλη σε τάξη: τα μάτια και τ’ αυτιά, τα χέρια αντικριστά στους ώμους, την καρδιά και το συκώτι μέσα στον κορμό, κι έστησα τον κορμό πάνω στα πόδια. Και μόλις στερέωσα πάνω στους ώμους το κεφάλι, το πλάσμα άνοιξε τα μάτια, με κοίταξε και χαμογέλασε. Άπλωσε τα χέρια και μου χάιδεψε το μέτωπο, πέρασε τα δάχτυλά του μέσα απ’ τα μαλλιά μου και είπε: «Στο εξής, θα σε λένε Γαβριήλ».
Έτσι γνώρισα τον Όφη κι έμαθα την ιστορία του.
{Όφης και Λύγκας)
Στα τέλη του 2010, ο Γαβριήλ Ναχμίας εκδίδει δυο βιβλία, άκρως ενδιαφέροντα. Αφενός το "Nominati", μια συλλογή κειμένων σάτιρας, μαύρου χιούμορ, με έντονο σαρκασμό και φαντασία στο έπακρο. Αφετέρου το "Όφης κα Λύγκας", ένα παραμύθι για μεγάλους θα το ονομάσω εγώ, που σε συνεπαίρνει με τις σχέσεις στοργής και μίσους που χτίζονται και γκρεμίζονται εντός του. [Νέστορας Πουλάκος]
*
Τετραπληγία, Ποίηση, Γιάννης Δημητρόπουλος, Γιώργος Καραντώνης, Δημήτρης Κουταρέλλης, Μανόλο, Εκδόσεις Ατέρμονο, 2011
Αν δεν ονειρευτούμε θα χάσουμε κι αυτό που έχουμε.
(Γιάννης Δημητρόπουλος)
Οι εθελοντές δουλεύουν χωρίς να πληρώνονται. Οι δημόσιοι υπάλληλοι πληρώνονται χωρίς να δουλεύουν.
(Δημήτρης Κουταρέλλης)
Όταν το παρελθόν έχει μεγάλο μέλλον,
τότε το παρόν δεν έχει μέλλον!
(Γιώργος Καραντώνης)
Πίσω από τον καθρέφτη
που κοιτάζεις το πρόσωπό σου
βρίσκεται ο τοίχος
που δεν μπορείς να σπάσεις.
(Μανόλο)
Οι τέσσερις πληγέντες από την ανία της καθημερινότητας βγήκαν σεργιάνι για να βγάλουν τα εσώψυχά τους στον κόσμο με τρόπο άλλοτε χιουμοριστικό κι άλλοτε σαρκαστικό. Ένωσαν τις δυνάμεις τους, την τρέλα τους, βγήκαν από την φυλακή τους και θέλουν να σφηνώσουν μέσα σε κάθε κρεβατοκάμαρα να προσφέρουν το αντίδοτο της λογικής τους. Λογοπαίγνια πολύ έξυπνα αλλά και ενίοτε αρκετά καυστικά, δεν διστάζουν να θίξουν και το πιο ιερό και όσιο (αν υπάρχει). Αν καταφέρεις να γελάσεις τότε μάλλον έχεις μπει στην ψυχολογία τους, αν πάλι καταφέρεις και κλείσεις το βιβλίο από τα νεύρα σου, τότε ίσως πραγματικά είσαι υπεύθυνος για την κατάντια και την μίζερη ζωή σου. Τα σκίτσα δένουν απίστευτα με τα κείμενα ή τις σκέψεις που διατυπώνονται. Το μόνο λοιπόν που έχεις να κάνεις για να γλιτώσεις από αυτούς είναι να αφήσεις την τρέλα τους να σε παρασύρει, και μπορεί να βρεις και το δίκιο σου. [Τάσος Ρήτος]
*
POSTHUMOUS (Δεκεμβριανά 2008), Κείμενα, Δημήτρης Θ. Γκότσης, Εκδόσεις Ενδυμίων, 2011
Άνοιξε τα μάτια του κάποια στιγμή και του ήρθαν στο μυαλό, όλα τα εκείνα χαμόγελα, οι περίπατοι, τα φιλιά κι οι έρωτες στα στενά της Αθήνας. Έκλεισε τα μάτια του κολλημένος σε αυτό το όνειρο. Όταν τα ξανάνοιξε, διότι πιθανό τον ενόχλησε κάποιος θόρυβος της γειτονιάς, αντίκρισε όλα εκείνα τα βρώμικα παιχνίδια, την αηδία, την αγανάκτηση, τον μόχθο που αιωρούνται στους δρόμους της μεγαλούπολης. Δυστυχώς ουδείς μπορεί να ξεφύγει μέσα από τον βούρκο.
Έρχονται χρόνοι δύσκολοι, ωστόσο ο συγγραφέας με γλώσσα σχεδόν καθαρεύουσα αναζητεί την γλυκάδα της εποχής, που καθόλου δεν μοιάζει με την εποχής μας. Αρκετά ώριμος περιπλέκεται σε στενά των αναμνήσεων του μέσα στις γειτονιές και ξεθάβει τις μνήμες του, αλλά δεν ξεχνάει ότι τώρα βρίσκεται κάπου αλλού. Δείχνει να μην αισθάνεται άνετα. Αυτό που του απομένει είναι να αναπολήσει και να κατακρίνει δίκαια αυτό που συμβαίνει. [Τάσος Ρήτος]
*
Η Ζεραλντίν και το ξωτικό της λίμνης, Παραμύθι, Εύα Πετροπούλου-Λιανού, εικονογράφηση Γιάννης Κοσμάς, Εκδόσεις Έναστρον, 2011
Η μικρή Ζεραλντίν είναι κορίτσι της σύγχρονης πόλης. Μεγαλώνει με αστική πολυτέλεια, με πατέρα μεγαλοδικηγόρο και μητέρα διευθύντρια περιοδικού μόδας. Γύρω της άφθονα υλικά αγαθά και ειλικρινής οικογενειακή αγάπη, αλλά καμία προϋπόθεση για ονειρεμένα φαντασιακά πετάγματα. Ευτυχώς που υπάρχει στη ζωή της ο επαρχιώτης παππούς. Δίπλα από το εξοχικό του απλώνεται μια ωραία λίμνη, γεμάτη μύθους και μυστήρια… Έτσι οι διακοπές κοντά του μετατρέπονται σε μαγική φυγή σε έναν κόσμο παραμυθένιας ομορφιάς. Ανάμεσα ονείρου και πραγματικότητας θα παρελάσουν ολοζώντανα στοιχειά και ξωτικά και νεραϊδομορφές, βασίλισσες του ποταμού, πριγκίπισσες σειρήνες των φυκιών και χίλιες δυο νερένιες άυλες υπάρξεις, που δίνουν άμετρη ορμή στη φαντασία του παιδιού για ασυνόρευτα ταξίδια…
Το δεύτερο παραμύθι της Εύας Λιανού, πολύχρωμο, χαριτωμένο και παιχνιδιάρικο προσφέρει διασκέδαση στα μικρά παιδιά και ζωντάνια στην καθημερινότητα τους. [Ν.Π.]
|
|
Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Οι Δώδεκα: Μια ημιτελής συμφωνία, Εκδόσεις Αιγαίον/Κουκκίδα, 2011
Ναθαναήλ, Ανδρέας, Ιούδας, Πέτρος – Οι Τέσσερις στο κέντρο της Αθήνας όπου πλέον τίποτα δεν είναι συμφωνημένο: Από το υπόγειο στη γειτονιά των Εξαρχείων ως κάποιο μπαλκόνι της λεωφόρου Αλεξάνδρας· κι από τις πορείες των διαδηλωτών μέχρι το Στέκι Μεταναστών στην Τσαμαδού.
Προς το παρόν, το βιβλίο διατίθεται στην Κύπρο από το βιβλιοπωλείο «Γιαλούσα» (Έκτορος 40, Λευκωσία) και στην Ελλάδα από το βιβλιοπωλείο «Εναλλακτικό» (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια).
Διανομή: «Εναλλακτικό» Βιβλιοπωλείο
*
Τσαμαδού. Στέκι μεταναστών. Πέτρος σκοτάδι ασάλευτο στέκεται ώμους στο παράθυρο. Δεν βιάζεται σιωπή. Δεν σκέπτεται τη νύκτα άνθρωπος. Κάποτε μόνο τον ακολουθεί στήθος ανάσα κόψη το σκότος του ομοαίματου.
Μαίνεται Ακούς; Με δοκιμάζει.
Πλάσμα ή τι; –αν δεις– πάντα
κάτι λοφίο ψηλότερο από φράκτη.
Ξέρω: σύρει κραυγή ως να χαράξει
καύκαλο ο κήπος κι’ έντομα
στις κόγχες του θανάτου.
Μα δεν σπαράσσει Δεν πληροί
καν την κάτεργη ροπή του πνεύματος:
κείνο το δούλο φως
που καταυγάζει τρέλα σίδερο
μόλις τυφλώσει πλήθος τα μάτια ερπετό
στην πέτρα η εξουσία.
Παρανοώ Κύριε; Κι’ όμως:
δουλεύω σκοτεινά
τρεις λόγους άρνηση
τον οίκτο Φθονώ το κίνημα
που νέμονται τα χέρια Του
καταπώς δεξιώνεται την Πόρνη
τον Τελώνη τον Ληστή.
Στοχάσου: αν απελπίζεται αίμα
τη δορά του αγριμιού ως την εκούσια θυσία;
– πιο φρικτά: αν γέρνει αγκάθι βλέφαρα
μέσα στον ύστερο πατέρα;
Ποιος υπομένει πως το κτήνος δοκιμάζει νύχια
σ’ ένα σχήμα ανθρώπινης διανοίας;
Σπλαχνίσου Κύριε: γκρεμίζεται
στέγη ο ουρανός επάνω μας
και πρέπει Εγώ να τον στεριώσω.
*
Το βιβλίο εντάσσεται στη σειρά «Μικρά Ποιητικά» που εγκαινιάστηκε τον Φεβρουάριο του 2011 με την έκδοση της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Ντίνου Χριστιανόπουλου «Παράξενο, που βρίσκει το κουράγιο κι ανθίζει».
*
Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Του ιδίου: «Δ», Εκδ. Ερατώ (2006) • «Συμεών Βάλας: Ένα σχεδίασμα», Εκδ. Μελάνι (2010). Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει ποίηση των Γκ. Τρακλ, Ρ. Μ. Ρίλκε, Νοβάλις. Σρ. Κοσοβέλ, Ο. Ριφάτ· πεζά των Ν. Γκόγκολ, Ου. Μπ. Γέητς και Φρ. Σλέγκελ· ένα βιβλίο με αφορισμούς του Ο. Ουάιλντ· και το «Βορτιστικό Μανιφέστο».
Οι Εκδόσεις Αιγαίον ιδρύθηκαν το 1982 στη Λευκωσία από τον Βάσο Πτωχόπουλο. Η εκδοτική τους δραστηριότητα εγκαινιάστηκε με την κυκλοφορία του βιβλίου ποιημάτων «Μέρες του ’82» του Σάββα Παύλου. Στόχος των εκδόσεων Αιγαίον υπήρξε πάντοτε η επιβίωση μιας πολυκεντρικής, πολιτισμικής Ελλάδας στην Κύπρο. Στα 29 χρόνια λειτουργίας τους οι Εκδόσεις Αιγαίον εστίασαν στην κυπριακή και ελλαδική λογοτεχνία καθώς και στην έκδοση ιστορικών, πολιτικών και σατιρικών βιβλίων και κειμένων. Αξιόλογα εγχειρήματα των Εκδόσεων Αιγαίον είναι οι παρακάτω σειρές: «Λογοτεχνική Κριτική» – βιβλία που συγκέντρωσαν δοκίμια και κριτικά κείμενα για τους Σκαρίμπα, Αναγνωστάκη, Σαχτούρη, Σινόπουλο κ.ά.· «Κείμενα-Κειμήλια» – που περιλαμβάνει κλασικά κείμενα της κυπριακής, ελλαδικής και παγκόσμια διανόησης. Από τον «Θούριο» και τις «Ωδές» του Ανδρέα Κάλβου, μέχρι το ποίημα «9η Ιουλίου 1821» του Βασίλη Μιχαηλίδη, τις «Τελευταίες στιγμές του Γρηγόρη Αυξεντίου», «Γράμματα μελλοθανάτων» του απελευθερωτικού κυπριακού Αγώνα εναντίον των Άγγλων, την κυπριακή εκδοχή του «Τραγουδιού του Διγενή», το «Διάγγελμα» του Τάσσου Παπαδόπουλου για το Σχέδιο Ανάν, το 2004, αλλά και την «Ομιλία του Τσε Γκεβάρα στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ», το «Ημερολόγιο» του Μπόμπυ Σαντς, το «Μανιφέστο της Καρθαγένης» του Σίμον Μπολίβαρ κ.ά. Επίσης, ο Θεοδόσης Πυλαρινός επιμελείται τη σειρά «Νέα Ελληνική Ποίηση» όπου ως τώρα έχουν εκδοθεί τα ποιητικά βιβλία των Κυπρίων Νάσας Παταπίου, Βάσου Λυσσαρίδη, Κλαίρης Αγγελίδου, και των Ελλαδιτών Σωτήρη Σαράκη, Μάνου Λουκάκη, Γιώργου Γεωργούση και Κώστα Ριζάκη. Τέλος, ο ποιητής-μεταφραστής Σωτήρης Κακίσης έχει εμπιστευτεί αρκετά βιβλία του στις Εκδόσεις Αιγαίον.
Για την εκδοτική δραστηριότητα των Εκδόσεων Κουκκίδα κάντε κλικ εδώ.
|
|
Ρομαντική Αισθητική. Οι ποιητές των Λιμνών και η Σχολή της Ιένα, Μελέτη, Ζ. Δ. Αϊναλής - Μ. Παπαντωνόπουλος, Εκδόσεις Κριτική, 2011
Σημείωμα (του Νέστορα Πουλάκου)
Προσέγγιση στην αισθητική του ρομαντισμού που έχει αξία, και συμπληρώνει αρκούντως περιεκτικά την έως τώρα ελληνική (και ξένη) βιβλιογραφία είναι αυτό το βιβλίο των δυο ποιητών της νέας γενιάς, του Ζ.Δ. Αϊναλή (Ηλεκτρογραφία/ Αποσπάσματα/ Η σιωπή της Σίβας) και του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου (Πλάσματα της νύχτας/ Δ/ Συμεών Βάλας), οι οποίοι συν τοις άλλοις διαθέτουν πλούσιο μεταφραστικό, δοκιμιακό και κριτικό έργο.
Στη Ρομαντική Αισθητική που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κριτική, και στα σίγουρα θα αποτελέσει και ένα χρήσιμο πανεπιστημιακό συμπλήρωμα σπουδών, ο πολύ μεστός, ιδιαίτερος και με κριτική ματιά πρόλογος του Ζ.Δ. Αϊναλή αφενός δίνει το στίγμα της έκδοσης αφετέρου ξεχωρίζει. Και κατά τη γνώμη μου, τα πολυσέλιδα σχόλια/ σημειώσεις/ παραπομπές είναι αυτά που δίνουν το κάτι παραπάνω στο έργο. Όπως, άλλωστε, και η πλούσια βιβλιογραφία που διαθέτει.
Από κει και ύστερα, μεταφράζονται από τους δυο ποιητές ολόκληρα έργα εκπροσώπων του ρομαντικού κινήματος. Ο Ζ.Δ. Αϊναλής μεταφράζει κείμενα των Γουόρντσγουορθ και Κόλριτζ, και ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος του Σλέγκελ. Αυτά συμπληρώνουν και την έκδοση, που καλώς βγήκε σε βιβλίο εντέλει και όχι σε τεύχος λογοτεχνικού περιοδικού, όπως αρχικώς προοριζόταν.
Αποσπάσματα
Ζ. Δ. Αϊναλής : Εισαγωγή [Μελαγχολία και Εξέγερση]
[…] Ο καλλιτέχνης έρχεται για πρώτη φορά στο προσκήνιο της καλλιτεχνικής δημιουργίας με τον Ρομαντισμό. Αυτό που μετράει κυρίως πλέον δεν είναι τόσο η «διαδικασία» με την οποία δημιουργήθηκε το έργο ή τα πλαίσια αναφοράς του, ούτε και οι «συνέπειες» του έργου στο κοινό, ο σκοπός του. Δεν ενδιαφέρει τόσο το εάν ο καλλιτέχνης δημιουργεί μιμητικά ή κατά τη διάρκεια ένθεης ή μη παραφοράς, ούτε και το πώς μπορεί να εκλαμβάνουνε το έργο οι αποδέκτες του, αν θα έχει θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις επάνω τους, αλλά μόνον το ότι ο καλλιτέχνης δημιουργεί. Ο Lukács αντιμετωπίζει στις σωστές της βάσεις την αμφίδρομη σχέση ανάμεσα σε αυτήν την ολότελα νέα αντίληψη περί καλλιτεχνικής δημιουργίας και απολεσθείσας ενότητας που αρχίζει και παρατηρείται την ίδια ακριβώς εποχή: «Η ιδεώδης πραγματικότητα του κόσμου που μας τέρπει, η τέχνη, χάρη σε αυτή της την ιδιότητα αυτονομείται• δεν αποτελεί πλέον αντίγραφο, δεδομένου ότι κάθε πρότυπο έχει εξαφανιστεί• πρόκειται για κατασκευασμένη ολότητα, γιατί η φυσική ενότητα των μεταφυσικών σφαιρών έχει διαρραγεί μια για πάντα».
Έχει, βέβαια, προηγηθεί σε ιδεολογικό επίπεδο ο θρίαμβος των φυσικών επιστημών, σε τεχνολογικό επίπεδο οι ραγδαίες αλλαγές που συνεπιφέρει μαζί της η επιστημονική ανάπτυξη, μεταλλάσσοντας πλέον από γενιά σε γενιά την υλική ζωή βαθύτερα από όσο την είχαν αλλάξει όλοι οι αιώνες που πέρασαν, σε πολιτικό επίπεδο η Γαλλική Επανάσταση (που θα καταλήξει στα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που οι πρωτεργάτες της είχαν διακηρύξει), σε οικονομικό η Βιομηχανική Επανάσταση, η μαζικοποίηση της εργασίας και της παραγωγής και η γενίκευση της οικονομίας της αγοράς, σε κοινωνικό η αλματώδης συσσώρευση ανθρώπων στις μεγαλουπόλεις και ο καταιγισμός τους, δια μέσου του Τύπου, με πληροφορίες που δεν αφομοιώνονται και απλά σωρεύονται, και σε ανθρωπολογικό η ομοιογενοποίηση της καθημερινότητας και η επικράτηση του επίπεδου παρόντος κατ’ αντιδιαστολή προς τον πάλαι ποτέ κύκλιο χρόνο. «Ο κόσμος άλλαξε βάση», σχολιάζει ο Debord στην Κοινωνία του Θεάματος. Συνέπεια όλων των παραπάνω, ή πιο συγκεκριμένα συνέπεια του διαρκούς αισθητηριακού καταιγισμού που οι αλλαγές αυτές συνεπιφέρουν, όπως κατ’ επανάληψη παρατηρεί ο – γνησιότερος απόγονος του Ρομαντισμού στον 20ο αι. – Walter Benjamin, είναι η έκπτωση της εμπειρίας, που καθίσταται εικονική, και κατά συνέπεια η μη αφομοίωση της. Ακόμα πιο ειδικά, με την καταστροφή της αντίληψης περί κύκλιου χρόνου το σύγχρονο υποκείμενο μαθαίνει σταδιακά να ζει σε μια άχρονη παροντικότητα, όπου οι έννοιες του παρελθόντος και του μέλλοντος δεν συνιστούν πλέον βιωμένες σημασίες. Αυτή η καθήλωση του υποκειμένου σε έναν επίπεδο παρόντα χρόνο, όπου κάθε σύνδεση, κάθε συνοχή ανάμεσα στο τώρα το πριν και το μετά έχει σπάσει, λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς την αφομοίωση της εμπειρίας, το ες αεί βιούμενο ουδέποτε κατορθώνει να μετουσιωθεί σε βίωμα. Ως εκ τούτου, το υποκείμενο αδυνατεί να αξιολογήσει και κατ’ επέκταση να νοηματοδοτήσει τη ζωή του. Παραπαίει ανάμεσα σε ασυνεχείς στιγμές επί στιγμών σαν καρυδότσουφλο στην τρικυμία. Αν τώρα προσθέσουμε στα παραπάνω την χονδροειδή εκκοσμίκευση, με τη μορφή της απομαγικοποίησης του κόσμου και την απόπειρα πραγμοποίησης του ατόμου που ο αστικοκαπιταλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας συνεπέφερε μαζί του, έχουμε το κεντρικό τρίπτυχο εναντίον του οποίου πρώτοι – επειδή και πρώτοι θα εσωτερικοποιήσουν τις εξελίξεις αυτές – θα βάλουν οι ρομαντικοί, συγκεκριμένα οι γερμανοί, χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Novalis, και η λύση που μάλλον ενστικτωδώς θα προκρίνουν θα είναι η πρόταξη της εσωτερικότητας έναντι του σύστοιχου κόσμου ή για την ακρίβεια η μετα-ποίηση του εξωτερικού σύμφωνα με τις επιταγές του εσωτερικού κόσμου ή αλλιώς η ποιητικοποίηση του κόσμου. Στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα καταλήγει, άλλωστε, κι ο Friedrich Schlegel, ο οποίος μάλιστα το επενδύει με μια σαφή πολιτική διάσταση: «Το ότι τα πάντα οφείλουν να γίνουν τέχνη ανήκει στην φιλοσοφία της πράξης», γράφει, καθιστώντας έτσι την απόπειρα ποιητικοποίησης του κόσμου ουσιαστική πράξη πολιτικής ευθύνης.
Όλες αυτές οι – μικρότερης ή μεγαλύτερης εμβέλειας – ‘επαναστάσεις’ εντείνουν την πεποίθηση ότι η πάλαι ποτέ αρραγής ενότητα (είτε υπό το προσωπείο του Κόσμου στην κλασική εποχή είτε υπό το προσωπείο του Θεού στη μεσαιωνική περίοδο) της περιβάλλουσας ‘πραγματικότητας’, του φυσικού και δημιουργημένου από τον άνθρωπο κόσμου, του σύστοιχου κόσμου, έχει οριστικά σπάσει. Το κέντρο έχει οριστικά χαθεί. Και το υποκείμενο με τον ίδιο τρόπο που διασπείρεται κεντροφυγώς εντός της νέας, ομοιογενοποιημένης αλλά δίχως συνοχή κι ενότητα, κοινωνίας, της Gesellschaft, αρχίζει και βιώνει την εσωτερική διασπορά, την πολυδιάσπαση και τον κατακερματισμό, υποχρεώνεται να ‘εφεύρει’ ένα αλλότριο του βιούμενου ιδεατό, υποστασιοποιεί το ανικανοποίητο της διαρκούς αναντιστοιχίας ανάμεσα στο βιούμενο και το ιδεατό («Άγγελε, μόνον στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;» γράφει ο Σολωμός στους Ελεύθερους Πολιορκημένους). Συνέπεια των παραπάνω δεν μπορεί παρά να είναι και η επανανοηματοδότηση της τέχνης ως μιας εκ των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων: από ένα απλό – ανάμεσα σε άλλα – συμπλήρωμα του βίου καθίσταται πλέον υποκατάστατο του, ένα υποκατάστατο που καλείται να καλύψει την πιέζουσα ελλειμματικότητα και την ανεπάρκεια του ίδιου του βίου, την αδυναμία του υποκειμένου να νοηματοδοτήσει το ίδιο και δια των ιδίων του πράξεων τη ζωή του. Το νεωτερικό υποκείμενο που προκύπτει, όπως προκύπτει, από τις ιστορικές αυτές ανακατατάξεις δεν μπορεί παρά να διαπιστώνει πως για να ζήσει σε έναν οποιοδήποτε κόσμο θα πρέπει πρώτα να βρει τον εαυτό του και την θέση του μέσα σε αυτόν τον κόσμο, κάτι πλέον ελάχιστα αυτονόητο, επιλέγοντας μία φαινομενικότητα ανάμεσα σε πολλές ως ‘πραγματική’, επιλέγοντας δηλαδή έναν κόσμο ως Κόσμο. Για να αποκτήσει, όμως, συνοχή ο οιοσδήποτε σύστοιχος κόσμος πρέπει πρώτα ν’ αποκτήσει συνοχή το υποκείμενο εντός του, εξωτερικεύοντας εν συνεχεία την αποκτηθείσα εσωτερική ενότητα εκτός του. Τα πάντα είναι ζήτημα ‘βλέμματος’. Αν το υποκείμενο δεν αντικρίζει εντός του παρά την πολυδιάσπαση και τον κατακερματισμό, δεν μπορεί παρά να εννοήσει τον σύστοιχο κόσμο που τον περιβάλλει ως εξίσου πολυδιασπασμένο και κατακερματισμένο. Και αντίστροφα, αν το υποκείμενο δεν αντικρίζει παρά μια ‘πραγματικότητα’ κατακερματισμένη, δίχως ενότητα και συνοχή, χωρίς κέντρο, δεν μπορεί παρά να ‘μεταφέρει’ αυτόν τον θεώμενο κατακερματισμό και στη θέαση του εγώ του. Από αυτήν την κατακερματισμένη πρόσληψη του σύστοιχου κόσμου, το «σπάσιμο» της ενότητας, και τις ψυχολογικές της συνέπειες, την εσωτερική δηλαδή διασπορά και την πολυδιάσπαση, δεν μπορεί παρά αναπόφευκτα να προκύψει μια δυναμική άρνησης και αντίθεσης. Ο Hegel γράφει κάπου στα πρώτα γραπτά του: «Η δυνατότητα της αντίθεσης είναι η ελευθερία• η ίδια η πράξη του αντιτίθεσθαι είναι μια πράξη ελευθερίας». Για να αντιτεθείς όμως σε κάτι πρέπει προηγουμένως να το γνωρίσεις, ή έστω να το ανα-γνωρίσεις ως τέτοιο που είναι – ή φαίνεται – και να το αρνηθείς. «Εκκινούμε πάντα από μία υποτιθέμενη πραγματικότητα και απογοητευόμαστε και αηδιάζουμε παντού απ’ την απάτη», γράφει ο Coleridge στο Περί ποιήσεως ή τέχνης. Οι ρομαντικοί ήταν οι πρώτοι που προέβησαν σε αυτήν την δυναμική πράξη της άρνησης του σύστοιχου κόσμου και της αντίθεσης σε αυτόν στην νεώτερη εποχή, ενός κόσμου – και μιας άρνησης – εντός των δεδομένων των οποίων ακόμη ζούμε. […]
Karl Wilhelm Friedrich von Schlegel : Περί Παρανόησης [Μετάφραση : Μιχάλης Παπαντωνόπουλος]
Υπάρχει κάτι σε ορισμένα αντικείμενα της ανθρώπινης σκέψης –ή μέσα μας– που μας παρακινεί σε ακόμη βαθύτερο στοχασμό• κι όσο περισσότερο κινούμαστε προς αυτή την κατεύθυνση και χανόμαστε στον κυκεώνα των ίδιων ζητημάτων, τόσο εκείνα μετατρέπονται σε ένα και μοναδικό Αντικείμενο συλλογισμού, το οποίο ορίζουμε είτε ως Φύση των Πραγμάτων είτε ως Ανθρώπινη Μοίρα – η επιλογή εξαρτάται από το αν αναγνωρίζουμε το εν λόγω Αντικείμενο εντός του εαυτού μας ή έξω από αυτόν. Πιθανώς, κάποια θέματα δεν θα προσέλκυαν ποτέ την προσοχή μας, αν δεν περιερχόμασταν σε κατάσταση ιερής απομόνωσης και δεν εστιάζαμε τη Σκέψη μας στο υπέρτατο αντικείμενο Αυτής• η συναναστροφή του καθενός με τον οικείο του –ή μη– περίγυρο και η πνευματική ενασχόληση με πραγματικές ή φανταστικές ανθρώπινες σχέσεις, οι οποίες –αν εξετάσουμε το ζήτημα καλύτερα– με την πάροδο του χρόνου όχι μόνο πληθαίνουν αριθμητικά, αλλά γίνονται όλο και πιο σύνθετες, εκτρέπουν τη σκέψη μας προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη του ενός και μοναδικού Αντικειμένου της.
Αναλογιστείτε: επιχειρεί κάποιος να κοινωνήσει τις ιδέες του – υπάρχει τίποτε πιο συναρπαστικό σε αυτήν τη διαδικασία από το ερώτημα αν είναι πραγματικά εφικτή μια τέτοια επικοινωνία; Πού θα έβρισκε αυτός ο άνθρωπος –είτε ως συγγραφέας είτε ως αναγνώστης– την ευκαιρία να δοκιμάσει τη δυνατότητα ή την αδυνατότητα του εν λόγω εγχειρήματος, αν όχι στις σελίδες ενός περιοδικού σαν το Athenäum;
Η κοινή λογική, η οποία αρέσκεται να χαράζει την πορεία της με μόνη πυξίδα την ετυμολογία, δεν θα αργούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα πως θεμέλιο της παρα-νόησης δεν είναι άλλο από την ακατα-νοησία. Πρόκειται καθαρά για προσωπική ιδιοτροπία το γεγονός πως απεχθάνομαι απολύτως όχι μόνο την ακατανοησία του καθαυτού φαινομένου, αλλά και την ακατανοησία της κατανόησης. Εξ ου και αποφάσισα, πριν αρκετό καιρό, να διαπραγματευτώ το συγκεκριμένο θέμα ως εξής: δημιουργώντας –ή επινοώντας, αν χρειαζόταν– μπροστά στα μάτια του αναγνώστη μου και παρά τη θέλησή του, έναν καινούργιο αναγνώστη, πλήρως συμμορφωμένο με τις επιθυμίες μου. Ασφαλώς κι εννοούσα τις παραπάνω προθέσεις μου• εν μέρει, αυτό ίσως οφειλόταν και στην παλαιά ροπή της ιδιοσυγκρασίας μου προς τον μυστικισμό. Ήθελα –έστω, για μία φορά– να ανατρέξω στο σύνολο των δοκιμίων μου, να τα μελετήσω λεπτομερώς, να παραδεχτώ –με αυστηρή ευθύτητα– το συχνό φαινόμενο της αποτυχίας τους και, σταδιακά, να οδηγήσω τον αναγνώστη μου στην ανάλογη συνθήκη ειλικρίνειας και εντιμότητας προς τον εαυτό του. Ήθελα να δείξω πως η παρανόηση αποτελεί σαφώς υποκειμενικό μέγεθος και ο Γκάρβε, μιαν εντελώς ακατανόητη περίπτωση για τον γράφοντα. Ήθελα να αποκαλύψω πως συχνά οι λέξεις καταλαβαίνουν τον εαυτό τους πολύ καλύτερα από τον άνθρωπο που τις χρησιμοποιεί και πως, στα πλαίσια της φιλοσοφίας, αυτές συνδέονται μεταξύ τους με ένα είδος μυστικής συγγένειας, το οποίο –σαν ένα άγριο πλήθος φαντασμάτων που αναστήθηκε πρόωρα– περιπλέκει τα πάντα στα κείμενα και ασκεί την αθέατη εξουσία του Οικουμενικού Πνεύματος ακόμη και σε εκείνους που αρνούνται την παρουσία Του. Ήθελα να καταδείξω πως η πιο αμιγής και αυθεντική μορφή παρανόησης εκπορεύεται, το δίχως άλλο, από την επιστήμη και την τέχνη –μολονότι αμφότερες αποσκοπούν εκ φύσεως στη μεταδοτικότητα της γνώσης και την κατανόηση–, καθώς και από τη φιλοσοφία και τη φιλολογία• αυτήν τη φορά ήμουν πραγματικά αποφασισμένος να γίνω κατανοητός, καθότι έκρινα πως η αλήθεια τής εν λόγω θέσης δεν ήταν καθόλου αυταπόδεικτη. Ήθελα να εστιάσω την προσοχή του αναγνώστη στις προφητείες των μεγαλύτερων στοχαστών από καταβολής του κόσμου• προφητείες δυσοίωνες και βαθιά σκοτεινές –σας βεβαιώνω– μέχρι που ο Καντ ανακάλυψε τις φιλοσοφικές κατηγορίες και καταύγασε άγνωστες –σχεδόν– κρύπτες του ανθρώπινου πνεύματος. Τι εννοώ; Καταύγασε μία αληθινή γλώσσα, ώστε επιτέλους πάψαμε να «σκαλίζουμε» λέξεις και προσηλωθήκαμε στη δύναμη και την πηγή κάθε είδους ενέργειας. Ας πάρω για παράδειγμα το απίστευτο παραλήρημα της Καμπάλα – ενός κειμένου, το οποίο μεταξύ άλλων διδάσκει πώς μεταμορφώνεται το ανθρώπινο πνεύμα, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά και μόνο τις δικές του λειτουργίες: θα ήταν αδύνατον να διαπραγματευτώ ένα τέτοιο μυστήριο, με την ίδια αφέλεια και φτώχεια –γιατί όχι;– που επέβαλε η απερισκεψία της νεότητας, όταν, στο μυθιστόρημα Λουσίντε, παρουσίαζα τη φύση της ανθρώπινης αγάπης σαν αιώνιο ιερογλυφικό. Συνεπώς, έπρεπε να βρω ένα δημοφιλές μέσο που θα μου επέτρεπε να ενώσω το Ιερό, το Εκλεπτυσμένο, το Εφήμερο, το Αιθέριο, το Μεθυστικό και τον αστάθμητο μηχανισμό της Σκέψης κατά τρόπο μάλλον πειραματικό – όπως αυτόν που υιοθετεί στην επιστήμη του ο χημικός. Συγχρόνως, σημείωνα, με ειλικρινή ικανοποίηση, την πρόοδο της χώρας μας – για να μην πω της εποχής μας! Μια εποχή, στα πλαίσια της οποίας έχουμε την τιμή να υπάρχουμε και εμείς• μια εποχή που, για να περικλείσω όλο το νόημά της σε δύο λέξεις, δικαιούται –και με το παραπάνω– την ταπεινή, πλην όμως άκρως υπαινικτική, ονομασία: Κριτική Εποχή• ώστε, σύντομα τα πάντα να τεθούν υπό κρίση και να επανακαθοριστούν, εκτός από την ίδια την Εποχή• ώστε, άπαντες να αναπτύξουν αυστηρά κριτική στάση απέναντι στην πραγματικότητα που τους περιβάλλει και ο καλλιτέχνης να απολαμβάνει την εύλογη ελπίδα πως η ανθρωπότητα θα ανελιχθεί μαζικά και θα μάθει να διαβάζει. […]
|
|
Ερωτικό παραλήρημα, Αφήγημα, Δάνης Κουμασίδης, Εκδόσεις Λογείον, 2010
Χάθηκες πάλι... Κι εγώ που κατέβηκα στην Αθήνα με τα πόδια, με μια λάμψη του ιδανικού στα μάτια και δυο τεράστια χέρια μέχρι τον ουρανό να σε φυλάνε απ' τις βροχές... Κι έφτασα αποκαμωμένος, για να συναντήσω τις σιωπές και όλα τα ένοχα μικρά σου μυστικά. Πάντα φεύγεις... Δεν θα συναντηθούμε ποτέ...
Σημείωμα (του Νέστορα Πουλάκου)
Όντως πρόκειται για παραλήρημα. Ένα έντονο, πραγματικό, αισθαντικό, ρεαλιστικό, ατόφιο, αυθεντικό, πομπώδες, μαγευτικό, εσωτερικό (που εξωτερικεύεται), νοηματικό, ερωτιάρικο, μα και φιλοσοφικό, ειλικρινές, αν και ονειροπόλο, μακρινό σίγουρα, διδακτικό, μακρόσυρτο σαν ποίημα πνοής, παραλήρημα.
Απολαυστικό, σίγουρα. Και δημιουργικό, φυσικά. Είναι το πρώτο βιβλίο του Δάνη Κουμασίδη. Συνεργάτη του περιοδικού, λογοτέχνη, βιβλιοκριτικού και φιλοσόφου, πάνω ψηλά, εκεί στη Θεσσαλονίκη. Ένα αφήγημα για τους έρωτες (ή τους αντί-έρωτες, όπως αρέσκεται να λέει), που γεμίζει το κενό, και δίνει χρώμα, το οποιοδήποτε, στον ουρανό τον μουντό.
Είναι καθηλωτικό. Και ακόμη κι αν είναι υπερβολικό, το σημείωμα μου είναι νηφάλιο.
Παρουσίαση (του Τάσου Ρήτου)
Μια παρουσίαση βιβλίου με χρώμα μουσικό και άρωμα ερωτικό
Έπειτα από μια απογευματινή βόλτα στο κέντρο της πόλης, την Πέμπτη, στις 4 του Φλεβάρη, πλησιάσαμε το καφέ-μπαρ «Έντεχνον» ώστε να παρακολουθήσουμε την παρουσίαση του πρώτου βιβλίου του Ιορδάνη Κουμασσίδη, με τίτλο «Ερωτικό παραλήρημα». Φίλος γνώριμος ο Δάνης, μας καλωσόρισε πριν ακόμη μπούμε στο μαγαζί, κομψά ντυμένος και χαρούμενος που μας συνάντησε. Καθώς λοιπόν περιπλανηθήκαμε στο χώρο, μιλώντας βέβαια με πολλούς φίλους και γνώριμους θαμώνες, ξαφνικά ένας βίντεο-προβολέας άρχισε να δείχνει μια σειρά φωτογραφιών, επιμέλειας του Δάνη. Ταυτόχρονα ακούγονταν από τα ηχεία οι ερωτικές μελωδίες των Τindersticks και των Portishead. Καθώς λοιπόν ξεκίνησε να σωπάζει ο κόσμος, παρακολουθήσαμε μια σειρά από φωτογραφίες συνοδευόμενες με αποσπάσματα του βιβλίου του Ιορδάνη Κουμασσίδη. Απόλυτη σιωπή, πολύς κόσμος μέσα κι έξω, ποτά γυρόφερναν και παντού ο Δάνης να είναι παρών για να δίνει τις απαραίτητες συστάσεις αναφορικά με το πρώτο του προσωπικό δημιούργημα. Ύστερα, λοιπόν, από ένα 20λεπτο περίπου, τα βλέμματα όλων στράφηκαν στο πάλκο, το οποίο είχε φτιαχτεί για την περίσταση, όπου μας υποδέχτηκε η δημοσιογράφος Γεωργία Σαδανά. Διάβασε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο και στη συνέχεια μας παρουσίασε το τι πρόκειται να ακολουθήσει. Η συνέχεια περιείχε λίγα λόγια από τον Δάνη, ευχαριστίες και αναφορές για τη συγγραφή του βιβλίου, και μπόλικη μουσική από γνωστούς μουσικούς της πόλης : τον Γιάννη Μήτση, τον Γιώργο Αετόπουλο, τον Κώστα Πρατσινάκης τον Ευγένιο Δερμιτάσογλου και άλλους φίλους. Στη συνέχεια ακολούθησε μουσική, άφθονο ποτό, σε ένα κλίμα ενθουσιασμού για τους φίλους του Δάνη και όσους παρευρέθησαν τη βραδιά εκείνη.
|
|
Κουφός είσαι ρε; Δεν ακούς; Κουφές ιστορίες καθημερινής τρέλας, Κείμενα, Σοφία Κολοτούρου, Εκδόσεις ΚΨΜ, 2010
Όταν ήμουνα μικρή, κάπου στην αρχή της δεκαετίας του '80, έδειχνε κάθε απόγευμα στην τηλεόραση Καραγκιόζη (νομίζω παιγμένος από τον Σπαθάρη τον ίδιο). Εγώ έβλεπα και γελούσα, όπως και οι άλλοι στο σπίτι, όπως και όλα τα παιδιά της γειτονιάς.
Κάποτε όμως μου χάρισαν έναν τόμο με κείμενα του Καραγκιόζη και διαβάζοντάς τα συνειδητοποίησα ότι το κείμενο που είχα μπροστά μου είχε λέξεις και εκφράσεις πολύ διαφορετικές από εκείνες που εγώ άκουγα ή νόμιζα πως άκουγα παρακολουθώντας το έργο.
(...)
Σημείωμα (του Νέστορα Ι. Πουλάκου)
Και για να μην κρυβόμαστε, τη Σοφία, τη συνεργάτιδα του Βακχικόν, την ποιήτρια, αυτή τη γυναίκα που ζει κανονικά σε πείσμα της κοινωνίας των "κανονικών", και που χωρίς να ακτιβίζει με το στανιό δίνει τη δική της μάχη για να πει δυνατά, όσο περισσότερο μπορεί, ότι οι κουφοί (είτε είναι προλωσσικοί είτε είναι μεταγλωσσικοί, όπως η Σοφία στη δεύτερη περίπτωση) έχουν θέση και μάλιστα σημαντική ανάμεσα στους πάντες, την πάω ως αυτό που είναι, ως άτομο, και ας την έχω δει ελάχιστα και ας επικοινωνούμε διαδικτυακώς πιο πολύ.
Είναι παιδί του ίντερνετ η Σοφία, η τεχνολογία είναι που της έδωσε περισσότερη επικοινωνία με μια κοινωνία που "κωφεύει". Έκανε το δικό της μπλογκ (kofosi.blogspot.com), έγραψε τα ευτράπελα που της συμβαίνουν συχνά πυκνά, προσφέροντας τα στους φίλους-αναγνώστες της στο διαδίκτυο.
Με άλλα γελάς, με άλλα προβληματίζεσαι, κυρίως όμως κουνάς το κεφάλι σου και απορείς με την αφασία που επικρατεί. Γιατί η Σοφία, και χωρίς να την υμνώ, σπούδασε, έγινε γιατρός, έκανε οικογένεια, ζει τη ζωή της όπως όλοι οι άνθρωποι που σέβονται τον εαυτό τους και τους γύρω τους βεβαίως.
Γράφει τα ποιήματά της ("(Αν)επίκαιρα ποιήματα, Εκδόσεις Τυπωθήτω, 2007), συμμετέχει ενεργά σε όλες τις λογοτεχνικές δραστηριότητες της πόλης μας -και όχι μόνο. Και τώρα αποφάσισε να μοιραστεί και με άλλους αυτές τις ιστορίες καθημερινής τρέλας (κατά Μπουκόφσκι). Σε ένα βιβλίο, με τα ευφυή πάντοτε σκίτσα του Σπύρου Δερβενιώτη.
Την ευχαριστώ τη Σοφία που γράφει ποιήματα βασισμένα σε ιστορίες της πόλης, εδώ στο Βακχικόν. Και που πάντα έχει πρωτότυπες ιδέες και καθαρή σκέψη. Φρέσκο βλέμμα. Καλή επιτυχία, της εύχομαι.
*
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ
Το βιβλίο της Σοφίας Κολοτούρου ΚΟΥΦΟΣ ΕΙΣΑΙ ΡΕ; ΔΕΝ ΑΚΟΥΣ; που περιλαμβάνει ένθετο 16σέλιδο κόμικ από τον γνωστό κομίστα Σπύρο Δερβενιώτη και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΚΨΜ θα παρουσιαστεί την :
Παρασκευή 5 Νοέμβρη και ώρα 6 το απόγευμα στον Ιανό (Σταδίου 24).
Ο χώρος είναι πλήρως προσβάσιμος και σε όποιον έχει κινητικές δυσκολίες.
Ομιλητές:
Σπύρος Δερβενιώτης, σκιτσογράφος του βιβλίου
Γκάζι Καπλάνι, δημοσιογράφος, συγγραφέας,
Δημήτρης Αρμάος, φιλόλογος, ποιητής
Νέστορας Πουλάκος, δημοσιογράφος, εκδότης «Βακχικόν»
Δημήτρης Σούλης, ιατρός καρδιολόγος, ομοιοπαθητικός
Συντονίζει εκ μέρους των εκδόσεων ΚΨΜ, ο Δημήτρης Γκόβας
Ευχαριστούμε τον Ιανό και τον κ. Χατζηιακώβου προσωπικά για την εκδήλωση.
Θα σας περιμένουμε με χαρά.
ΥΓ: Η Σοφία Κολοτούρου θα πει κι εκείνη δυο λόγια, εκτός αν την τοποθετήσουν με την πλάτη προς το κοινό - οπότε θα αναγκαστούμε να την γυρίσουμε στη μέση της εκδήλωσης, για να δει τον κόσμο, όπως έκαναν παλιά με τον Μπετόβεν. Αν δεν έχει πολύ κόσμο όμως, για να μην στεναχωρηθεί, δεν θα την μετακινήσουμε καν!
|
|
της Μαρίας Ιωαννίδου
Φήμη, Μυθιστόρημα σε εννέα ιστορίες, Ντάνιελ Κέλμαν, μτφρ. Κώστας Κοσμάς, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2009
Η απατηλή λάμψη της συνεχούς επικοινωνίας
Μία φορά κι έναν καιρό, κατά Αναγέννηση μεριά, μετά την πανούκλα, ο Λεονάρντο προσπάθησε να ορίσει την τέχνη. Και κωδικοποίησε την ουσία και τον προορισμό της στο τρίπτυχο ομορφιά-αλήθεια-δικαιοσύνη. Και πάλι κάποτε, πάλι με χρόνια και καιρούς, λίγο πριν ή λίγο μετά την πανούκλα της πλήρους και πλήρως διακεκομμένης επικοινωνίας των πάντων με τους πάντες, ο Άντυ, ένα άσχημο και ανέραστο παιδί επινόησε μιαν άλλη κωδικοποίηση για την τέχνη ανάγοντας τη φήμη, τη δόξα και το see and being seen, σε υποκατάστατο και προαπαιτούμενο της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Και έκτοτε, ήρθαν τα μέσα συγκοινωνίας και επικοινωνίας που μίκρυναν τις αποστάσεις με έναν τρόπο δραματικό.
Από τη Γερμανία σήμερα, χώρα πού τόσο οι ιδεολογίες όσο και τα οικονομικά μοντέλα εναλλάχτηκαν κινούμενα στα άκρα, ο νεότατος Ντάνιελ Κέλμαν συνέλαβε και κατέγραψε τη δόνηση των καλωδίων πατώντας ανατριχιαστικά καλά στην πραγματικότητα. Οι εννέα ιστορίες της «Φήμης» - που τρέχει ως βιβλίο σαν την συνονόματή της έννοια πιο γρήγορα και πιο μπροστά από την εποχή και από τα γεγονότα - είναι ολοζώντανες αφού είναι βγαλμένες μέσα από τη σύγχρονη ζωή. Και εξίσου φορτισμένες με την παράλληλη σκέψη και τα συναισθήματα που δημιουργούνται απ΄ αυτή τη συνθήκη. Επιβεβαιώνοντας πως κανένα μέσο δεν διαμορφώνει σε τέτοιο βαθμό το καλλιτεχνικό έργο, όπως και τα καθημερινά έργα και τις ημέρες του καθένα, όσο εκείνο το παντοδύναμο, που τα καθιστά όλα εμπορεύσιμα, τo μέσο επικοινωνίας.
Πίσω από την ψυχρή αφήγηση και παρατήρηση αρχίζει ένα θεαματικότατο στριπ-τιζ : H περσόνα του συγγραφέα, η περσόνα του αναγνώστη, η περσόνα του μπλόγκερ, η περσόνα του περιοδεύοντος στελέχους εταιρείας, της ακτιβίστριας, του ψεύτη, του κλέφτη προσωπικότητας, των αποφασισμένων να πεθάνουν με δικό τους τρόπο που διστάζουν, των αναποφάσιστων να ζήσουν που επιδιώκουν την αθανασία μέσω τρίτων. Όλα αποκαλύπτονται με το παράδοξο ότι δεν επικοινωνούν και δεν μαθαίνουν καμιά απόλυτη αλήθεια.
Συγγραφείς λοιπόν, που επινοούν ήρωες προκειμένου να ελέγχουν ανενόχλητοι τη ζωή κάποιων, έστω και χάρτινων όντων.
Αναγνώστες που προσπαθούν να βγουν από τη μιζέρια της καθημερινότητας, όχι απλά ταυτιζόμενοι, αλλά οραματιζόμενοι τον εαυτό τους σαν ήρωες των συγγραφέων.
Συγγραφείς που χάνουν την ταυτότητά τους μαζί με έναν αριθμό τηλεφώνου.
Ακτιβιστές που χάνουν το στίγμα τους όταν ομοίως χάνουν την επαφή και τη δικτύωση.
Αλλά και ιδέες που διαστρέφονται προς χάριν του αναγνωστικού κοινού.
Και νέου τύπου ψέματα που οικοδομούν ζωές διπλές, και τριπλές με βάση ή χωρίς τη βάση των κινητών, των εσεμές, των τζιπιές και των καλωδίων που τείνουν να γίνουν από αγωγοί της επικοινωνίας, οι ίδιοι οι παραγωγοί των μηνυμάτων, μόνο με την ύπαρξη ή την ανυπαρξία τους.
«Θα μείνω με τη reality στο χέρι : δουλειά και μάνα στο σπίτι και boss και ο αρχιμαλάκας ο Λομπενμάγιερ, και μοναδική διέξοδος κάτι φόρουμ σαν και τούτο. (Τουλάχιστον δεν είμαι τρολ σαν τον lordoftheflakes, ούτε και γκάου σαν τον icu_lop ή τον pray4us). Θα μείνω για πάντα με τον myself. Μονιμάς εδώ, σ' αυτήν τη σελίδα, αλλά στην άλλη : never. Τίποτα αλλιώτικος κόσμος, μηδέν. Αύριο το πρωί, ξανά μανά δουλειά. Το δελτίο καιρού λέει κωλόκαιρος. Και καλός να ήτανε, χεστήκαμε. ‘Όλα τα ίδια μένουνε. ‘Ετσι κι αλλιώς σε άλλη ιστορία, το ξέρω πια, δεν πρόκειται να βρεθώ ποτέ».
Απόσπασμα, ενδεικτικό μεταξύ άλλων και της δεινότητας του μεταφραστή που μετέφερε από τα γερμανοenglish και τα blogοελληνικά σε μια γλώσσα που ρέει, σε σημείο να φαίνεται στον αναγνώστη ότι, τι πιο φυσικό (;) … πάντα μ΄ αυτή τη γλώσσα επικοινωνούσαμε!
Σε μια εποχή που η λέξη «πραγματικότητα», «σημαίνει τόσα πολλά, που δεν σημαίνει απολύτως τίποτα» ή που μας είναι άγνωστο πράγμα «οι ειδήσεις στο χαρτί, μόνο on line».
Συνθήκη ίσως άγνωστη ακόμα στον μέσο ‘Ελληνα, που το 1989 η ζωή του άλλαξε λόγω της... επέλασης της ιδιωτικής τηλεόρασης. Γνωστή ήδη σ΄ εκείνους που θα θυμούνται και θα αξιολογούν εκείνη τη χρονιά για την πτώση του τείχους και των τειχών της επικοινωνίας –ίσως και την ανέγερση κάποιων άλλων.
*
του Νέστορα Ι. Πουλάκου
Ποια οικομονική κρίση και κουραφέξαλα; Εδώ, ο κόσμος της τέχνης τολμά γιατί αγαπά αυτό που του δώρισε ο θεός. Όπως συνέβη και τώρα με την έκδοση ενός περιοδικού, εντύπου αυτή τη φορά -ποιος σας είπε ότι το χαρτί πεθαίνει; μην "ψαρώνετε" με την τρομοκρατία του διαδικτύου, το γυαλί ποτέ δεν θα γίνει χαρτί, και ως χαρακτηριστικό μέσο του καιρού θ' αντικατασταθεί από κάτι άλλο μεταγενέστερα (ναι!, το λέμε εμείς εδώ στο "Βακχικόν" που τα γράφουμε στο... γυαλί, αλλά έχουμε επίγνωση της πραγματικότητας).
Το "Κουκούτσι" είναι ένα περιοδικό ποίησης. Επικεντρώνεται αλλά και εξαντλείται σε αυτή. Εκδίδεται ανά εξάμηνο, απλώς οφείλει να διατηρήσει την περιοδικότητά του με την επιβολή της παρουσίας του στα πράγματα σε όλη τη διάρκεια έως το επόμενο τεύχος του. Φτιάχτηκε από ποιητές και δοκιμιογράφους. Όπως ο Παναγιώτης Ράμμης, ο Δήμος Μαυρουδής, ο Βασίλης Ζηλάκος, ο Κώστας Λιννός. Κάποιοι από αυτούς προέρχονται από το περιοδικό Οδός Πανός και τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας.
Στο "Κουκούτσι" των 150 + σελίδων δημοσιεύονται πολλά ποιήματα. Είτε γνωστών του χώρου, όπως η Ναταλία Κατσού (όσο χρόνο μου αφήνουν/ να σχίζω/ το χώμα σε κύκλους/ μέχρι το επόμενο νούμερο), ο Τάσος Γαλάτης (και ποιος, μας ποιος κέρδισε την Ελένη/ αν κανείς μπόρεσε ποτέ να την πλανέψει), ο Γιώργος Βέης (δεν χρειάζεται να περιμένει κι άλλο-/ το κακό είναι πλέον παντού). Είτε ταλαντούχων όπως ο Σταύρος Καμπάδαης (είναι η ίδια φωνή/ που έβγαλα/ όταν ήρθα/ στη ζωή/ Κραυγή) και η Άλκηστις Μαυροκεφάλου (να κοιτάξεις, γι' άλλη μια φορά/ στον καθρέφτη του χρόνου/ στο γαλάζιο ουρανό σου/ ν' ανασαίνεις βαθιά/ την αρμύρα). Είτε αρκετών άλλων με γνώμη, πρόθεση και θέση τον καλό τους στίχο.
Ένα περιοδικό με ανέκδοτες μεταφράσεις ξένων ποιητών όπως ο Τζων Μίλτον, ο Σαλβατόρε Κουασιμόντο και ο Γκέοργκ Τρακλ. Καλογραμμένα δοκίμια περί ποίησης, όπου σίγουρα ξεχωρίζουν εκείνα του Κωνσταντίνου Μπούρα και Δήμου Μαυρουδή. Τέλος, βιβλιοπαρουσιάσεις απλού στυλ και εικαστικές εκθέσεις, με θεματικές συγκεκριμένες.
Η προσθάθεια "Κουκούτσι" είναι ένα ακόμη βήμα για το μέλλον το λογοτεχνικό του τόπου. Το στοίχημα του είναι να μην "παλαιώσει" όπως τα περισσότερα έντυπα του χώρου, να μη συντηρητικοποιηθεί γρήγρορα και, κυρίως, να είναι ευέλικτο, προσβάσιμο, ανοιχτό στον διάλογο, πάντα επίκαιρο, ζωντανό και γεμάτο ενέργεια, και κυρίως κοντά στους νέους. Το μέλλον, δηλαδή. Οι "παλαιότεροι" εν γένει με το κεκτημένο σίγουρα, οφείλουν να βοηθούν, να ανοίγουν πόρτες, να μην κάθονται στα αυγά τους, εν ολίγοις.
Το στοίχημα δεν είναι απλό. Δεν είναι και τεράστιο. Αλλά σίγουρα θέλει δουλειά.
Καλή τύχη!
|
|
του Νέστορα Ι. Πουλάκου
Έδεσσα, Φωτογραφικό λεύκωμα, Σπύρος Παλούκης, Fata Morgana Publications, 2009
H Έδεσσα ως ένα παλίμψηστο από μυρωδιές : η νοτισμένη βροχή που ξεπλένει τα πλακόστρωτα, τα ανθισμένα δέντρα την άνοιξη, η μυρωδιά καμένου ξύλου το χειμώνα, τα πορτοκάλια στα καλάθια στο παζάρι, το νοτισμένο χορτάρι της αυγής, οι ηλικοκαμένοι κορμοί στο δάσος, η ευωδία των λιβαδιών με τις παπαρούνες. Έδεσσα... μια μυρωδιά.
Μια ολόκληρη πόλη περικλεισμένη σ' ένα βιβλίο. Αυτό έχει καταφέρει να κάνει επάξια ο φωτογράφος και συγγραφέας Σπύρος Παλούκης στην αγαπημένη του πόλη. Να τη συνοψίσει "εντός των τειχών" ενός συλλεκτικού φωτογραφικού λευκώματος, έγχρωμου, καλαίσθητα επιμελημένου από τις δικές του εκδόσεις, τις Fata Morgana Publications.
Και όλα αυτά μέσα σε 184 σελίδες. Ένα ειλικρινές δώρο για την όμορφη πόλη της Βορείου Ελλάδας. Την Έδεσσα. Με τους καταρράκτες, το μπόλικο χιόνι, την υγρασία και την ομίχλη το χειμώνα. Τον ηλιόλουστο κάμπο και την καταπράσινη φύση την άνοιξη και το καλοκαίρι.
Ο Σπύρος Παλούκης με τη φωτογραφική του μηχανή απαθανάτισε τις πιο μεστές στιγμές της πόλης : τους κατοίκους της στην καθημερινότητά τους, στη δουλειά τους, στο σπίτι τους, στη διασκέδασή τους. Τα απέραντα φυσικά τοπία της Έδεσσας και των πέριξ της, βουνά, λαγκάδια, κάμποι, ποτάμια κ.ά. Τα έθιμα της πόλης και τις παραδόσεις της. Την ιστορία της και τα αρχαία μνημεία της. Τις υπαρκτές θύμησες από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και την απελευθέρωσή της πόλης το 1918. Την τοπική παραγωγή, το γιαούρτι, τα κεράσια, το τσίπουρο, το σταφύλι κ.ά
Άπαντα επιμένουν στο χρόνο, Υπομένουν το χρόνο. Και η φωτογραφική η μηχανή η αθάνατη τον καδράρει το χρόνο μια για πάντα. Τον κάνει ακίνητο. Για να θυμούνται όλοι.
Στο κείμενο και τις λεζάντες ο ίδιος ο φωτογράφος και βραβευμένος συγγραφέας μόλις στα 29 του. Μια άξια προσπάθεια.
*
του Τάσου Ρήτου
Κρακ - μυθιστόρημα σε τρεις πράξεις, Μυθιστόρημα, Δημήτρης Τσεκούρας, Εκδόσεις Διάσελο, 2008
Η Μόλλυ σκέφτεται. . .γράφει. . .ονειρεύεται. . .πίνει. . .γαμιέται. . .παραλογίζεται. . .και πεθαίνει!
Η Κασσάνδρα. . .σκέφτεται . . .γράφει. . . ονειρεύεται. . .πίνει. . .γαμιέται. . .παραλογίζεται. . .και εξαφανίζεται!
Ο συγγραφέας κρύβεται πίσω από την κουρτίνα, κάτω από το κρεβάτι, μέσα στο μπάνιο, πίσω από τα δέντρα, σαν φάντασμα παρακολουθεί την ιστορία των δύο κοριτσιών, και διηγείται άλλοτε με ποιητικό και άλλοτε με χειμαρρώδες και στεγνό ύφος τις παράνοιες και τις περιπέτειες, ώσπου να φτάσουν στα σημείο συνάντησης, το bar.
Από την αρχή μπορείς να καταλάβεις ότι θα υπάρξει μια συνάντηση. Κάτι κοινό θα ενώσει τις δυο διαφορετικές ζωές των δυο κοριτσιών, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς.
Το ύφος του συγγραφέα γίνεται όλο και πιο ωμό και πιο ρεαλιστικό, σαν να νομίζεις ότι διαβάζεις τα απομνημονεύματα των κοριτσιών. Φτάνοντας στην κορύφωση καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο του άντρα που ονειρευόταν η Μόλλυ και η Κασσάνδρα.
Και η κορύφωση σε ένα τέτοιο μυθιστόρημα είναι ο θάνατος; Η εξαφάνιση; Είναι δύσκολο να βγάλεις το συμπέρασμα, αν δεν μπεις βαθιά στο ρόλο των δυο κοριτσιών.
|
|