|
Της Ειρήνης Παραδεισανού
Το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιον, Μυθιστόρημα, Ζοσέ Σαραμάγκου, μτφρ. Αθηνά Ψυλλιά, Εκδόσεις Καστανιώτης, 2009
Ένα σπαραχτικά ανθρώπινο έργο, μια κραυγή αγωνίας γι’ αυτό που είναι ο άνθρωπος... Ο Ζοζέ Σαραμάγκου είδε όλη την ιστορία του Ιησού, μέσα από μια λεπτομέρεια φρίκης : τη σφαγή των νηπίων απ’ τον Ηρώδη και την παράλειψη του Ιωσήφ να ειδοποιήσει τις οικογένειές τους , ώστε να σωθούν κι αυτά από τη μανία των στρατιωτών . Μια παράλειψη που σημαδεύει τον Ιωσήφ με τη βαριά σκιά της ενοχής που τον καταδιώκει μέχρι το μαρτυρικό τέλος του. Ένας εφιάλτης που βασανίζει τον πατέρα και κληροδοτείται στο γιο. Και στέκεται η αφορμή να αποδυθεί αυτός σ’ ένα ταξίδι ενηλικίωσης .
Ένα μυθιστόρημα γεμάτο σκηνές σπάνιας δραματικής έντασης:
-Ο Ιησούς, μικρό αγόρι που μόλις συνειδητοποίησε την ορφάνια του, σφίγγει στην αγκαλιά του το νεκρό σώμα του πατέρα του.
- Η Μαρία, η μητέρα του, σοφή και υποταγμένη -ή αλλιώς υποταγμένη από σοφία κι όχι από ηττοπάθεια- με τη στωική εγκαρτέρηση που μόνο οι γυναίκες της εποχής εκείνης ήξεραν.
- Ο ποιμένας – Διάβολος με τη σαρκαστική ματιά, τις ευθύβολες ερωτήσεις και τις ανατρεπτικές παρατηρήσεις.
- Ο Ιησούς, -έφηβος, με τη στοχαστική ματιά και την ευαισθησία που τον σπρώχνει να αντιταχθεί στα θρησκευτικά ιδεώδη με τα οποία γαλουχήθηκε, σώζοντας το αρνάκι που προόριζε για τη θυσία από καθαρή συμπόνια. «Αν σώζεται αυτό το αρνί τώρα, είναι για να σώσει κι εμένα κάποιος.» λέει στη μητέρα του.
- Η συνάντηση του Ιησού με τη Μαρία τη Μαγδαληνή, μια σκηνή εκτυφλωτικής ομορφιάς.
- Η απολαυστική συζήτηση της Μαρίας με τον άγγελο, με τα έντονα κωμικά στοιχεία.
Και η πιο σημαντική σκηνή του βιβλίου, η συζήτηση του Ιησού με τον πατέρα του το Θεό υπό τη σιωπηλή παρουσία του Διαβόλου – ποιμένα. Κι εκεί βλέπουμε έναν Ιησού πραγματικά αγέρωχο απέναντι στη θεϊκή εξουσία. Μα κυρίως έναν άνθρωπο πιο ώριμο και ηθικά ακέραιο απ’ το Θεό.
«Τι θ’ απογίνουν οι άνθρωποι μετά το θάνατό μου;» Ρωτάει τον πατέρα του και ο Θεός, με μια ισοπεδωτική ειλικρίνεια που σοκάρει, του εξιστορεί όλα όσα θα επακολουθήσουν, όλους τους μαρτυρικούς θανάτους ανθρώπων με αποκορύφωμα τις σταυροφορίες.
«Θα πεθάνουν εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες και γυναίκες, η γη θα γεμίσει από κραυγές πόνου, ουρλιαχτά, βογκητά αγωνίας, ο καπνός των καμένων θα σκεπάσει τον ουρανό, το λίπος τους θα τσιτσιρίσει πάνω στις θράκες, η μυρωδιά τους θα φέρνει αναγούλα, κι όλα από φταίξιμο δικό μου.»
«Όχι από φταίξιμο δικό σου, αλλά εξαιτίας σου».
«Πατέρα, πάρε αυτό το ποτήρι από μένα»
«Απ’ το αν θα το πιεις εξαρτάται η δική μου εξουσία και η δική σου δόξα»
Δεν ξέρω αν ο Ζοζέ Σαραμάγκου έχει μελετήσει Όμηρο και τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς ή πρόκειται απλά για κείνη την συγγένεια πνεύματος που έχουν όλοι οι μεγάλοι διανοητές ανεξάρτητα απ’ την εποχή τους. Μου έκανε εντύπωση πάντως πόσο ο Ιησούς του Σαραμάγκου μοιάζει με τους τραγικούς ήρωες του αρχαίου δράματος. Ο Ιησούς φέρει πάνω του το σημάδι της ενοχής που του άφησε ο πατέρας του με τη μορφή ενός νυχτερινού εφιάλτη. Η μάνα του προσπαθεί να τον προστατεύσει απ’ την αλήθεια, μα αυτός συνεχίζει αταλάντευτος την αναζήτηση της ταυτότητάς του. Επιλέγει να μείνει με τον Ποιμένα, για να μάθει ποιος είναι.
Ο Οιδίποδας, κληρονόμος και ο ίδιος της κατάρας του οίκου των Λαβδακιδών, που τον σέρνει αιχμάλωτο σε μια πλάνη απ’ τη γέννησή του, αναζητά την ταυτότητά του μέχρι το τέλος, παρά τα παρακάλια της μάνας του.
Απ’ αυτήν την άποψη, είναι και οι δύο «πένθους εραστές», καθώς οδηγούνται στη φλόγα της αλήθειας που θα τους κάψει, όπως η πεταλούδα μαγνητίζεται από ένα αναμμένο κερί.
«Αν ήμασταν τόσο ασύνετοι ή τόσο τολμηροί όσο οι νυχτοπεταλούδες και άλλα λεπιδόπτερα και ριχνόμασταν στη φωτιά όλοι μας, σύσσωμο το ανθρώπινο είδος, ίσως τότε μια τεράστια ανάφλεξη, μια τέτοια λάμψη, περνώντας απ’ τα κλειστά βλέφαρα του θεού, να τον ξυπνούσε από το ληθαργικό του ύπνο, πολύ αργά για να μας γνωρίσει, είναι η αλήθεια, ωστόσο εγκαίρως για να δει την αρχή του τίποτα, όταν θα 'χουμε πια εξαφανιστεί.»
Ο αιώνιος έφηβος Ζοζέ Σαραμάγκου καταφέρνει σ’ αυτό το μυθιστόρημα να εξαπολύσει πάνω μας τις αμφιβολίες που εξαρχής γεννήθηκαν στην καρδιά του, όταν άκουσε την ιστορία του Ιησού. Είναι σαν να’ χουμε μπροστά μας έναν έφηβο με βλέμμα γεμάτο καχυποψία να θέτει ερωτήματα αμείλικτα.
«Ας ρωτήσει ο Ιωάννης το Θεό γιατί τον έβαλε να πεθάνει έτσι, από μια τόσο ποταπή αιτία αυτόν που ήρθε να αναγγείλει τόσο μεγάλα πράγματα».
Ο Ιησούς – μετά τη συνάντησή του με τον Βαπτιστή Ιωάννη στην έρημο- εναγώνια ψάχνει το καθήκον του.
«Το καθήκον μου, τώρα μόνο το κατανόησα, είναι να σας πω όσα ξέρω εγώ ότι ξέρει ο θεός, αν δεν με εμποδίσει ο ίδιος».
Ο γιος εναντιώνεται στον πατέρα. Ο Ιησούς επιλέγει, ως ύστατη πράξη αντίστασης απέναντι στο Θεό , να μιλήσει, να αποκαλύψει τα μυστικά που του εκμυστηρεύτηκε. Να προειδοποιήσει το «παραπλανημένο» ανθρώπινο είδος γι’ αυτό που το περιμένει, για τον θάνατο, τη δυστυχία, τον πόνο που θα του επιφέρει η θυσία του. Καθήκον του είναι να συγκρουστεί με το Θεό..
«Μιλάς σαν να πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα σε σένα και το θεό». Λέει ο Πέτρος.
Ο Θεός ζητά απ’ τον Ιησού να πεθάνει στο σταυρό ως γιος του. Αυτός αποφασίζει να αποποιηθεί τον θεϊκό τίτλο που μέχρι τώρα έφερε και να οικειοποιηθεί έναν άλλο: «Βασιλιάς των Ιουδαίων». Να σταυρωθεί ως ένας κοινός θνητός που είχε την αλαζονεία να συγκρουστεί με την κοσμική εξουσία του βασιλιά. Μόνο ο Ιούδας δέχεται να ικανοποιήσει το αίτημά του, να τον καταδώσει ως προδότη του βασιλιά , γι’ αυτό και ο Ιησούς τον φιλά.
«Ο γιος του Θεού θα πεθάνει στο σταυρό, για να εκπληρωθεί έτσι το θέλημα του Πατέρα του. Αν όμως στη θέση του βάζαμε έναν απλό άνθρωπο;»
Να το ύστατο σχέδιο του Ιησού. Ένα σχέδιο που καταστρώνει από αληθινή συμπόνια προς τον άνθρωπο και όσα τον περιμένουν ..
Κι εκεί που νομίζει πως τα κατάφερε, λίγο πριν ξεψυχήσει στο σταυρό , ο Θεός εμφανίζεται στον ουρανό και διαλαλεί αυτό που ο ίδιος αρνήθηκε πεισματικά.
«Ο Ιησούς πεθαίνει λίγο λίγο, η ζωή τον εγκαταλείπει, όταν ξαφνικά ανοίγει ο ουρανός πάνω απ’ το κεφάλι του, απ’ άκρη σ’ άκρη, κι εμφανίζεται ο Θεός, με το ντύσιμο που είχε στο καΐκι, και η φωνή του αντηχεί σ’ όλη τη γη καθώς λέει : «Εσύ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός, σε σένα έδωσα όλη μου την εύνοια.»
Τότε ο Ιησούς κατάλαβε πως σύρθηκε στην πλάνη όπως σέρνεται ο αμνός στη σφαγή , ότι η ζωή του χαράχτηκε για να πεθάνει έτσι από την αρχή της αρχής, και, όπως θυμήθηκε τον ποταμό αίματος και τον πόνο που θα γεννηθεί απ’ αυτόν και θα πλημμυρίσει τη γη , κραύγασε προς τον ανοιχτό ουρανό, όπου ο Θεός χαμογελούσε: Άνθρωποι, συγχωρήστε τον, γιατί δεν ξέρει τι κάνει.»
Και να ο Ιησούς του Σαραμάγκου, ένας « παραπλανημένος» άνθρωπος που χρησιμοποιήθηκε μέχρι το τέλος του για να τεθεί σε λειτουργία το σχέδιο του Θεού .
«Δεν τη θέλω αυτή τη δόξα.» λέει ο Ιησούς και ο Θεός του αποκρίνεται:
«Εγώ όμως θέλω αυτή την εξουσία.»
Κύριε Σαραμάγκου, με μαγέψατε...
*
Του Τάσου Ρήτου
Η φάρμα των ζώων, Μυθιστόρημα, Τζορτζ Όργουελ, μτφρ. Κατερίνα Χριστοδούλου, Εκδόσεις Γράμματα, 2001
Πολύ εύστοχα ο Τζωρτζ Όργουελ μέσα από την «Φάρμα των Ζώων», περιγράφει στο σύνολο της όλη την κοινωνία του χθες, του σήμερα και του αύριο. Μέσα από αυτή την μικρή ιστορία για την επανάσταση των ζώων ενάντια στους ανθρώπους, και στη μετέπειτα κυριαρχία των ζώων στα άλλα ζώα, φαίνεται ξεκάθαρα το πως λειτούργησε και λειτουργεί το κοινωνικό σύστημα εδώ και πολλά χρόνια.
Τίποτα δεν φαίνεται να αλλάζει την κατάσταση αυτή, καθώς οι άνθρωποι πνιγμένοι στις ελπίδες τους κουλουριάζονται σαν τα ζώα στα κλουβιά τους. Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι, και οι φτωχοί φτωχότεροι. Οι αγώνες, το αίμα και οι ήρωες μένουν στην ιστορία, η οποία ιστορία αλλοιώνεται στο χρόνο.
Οι νόμοι αλλάζουν. Από γενιά σε γενιά χάνονται τα ήθη, τα έθιμα και οι παραδόσεις. Οι νέες γενιές δεν γνωρίζουν την ιστορία της ανθρωπότητας διότι οι πραγματικές καταγραφές έχουν αλλοιωθεί από τα συμφέροντα των ανθρώπων. Κυριαρχούν οι διαμάχες στα αντίπαλα συμφέροντα των εξουσιαστών.
Οι άνθρωποι αναγκάζονται να ζούνε κάτω από μια διαρκή φοβία. Οι νέες τεχνολογίες κι η υπέρ-εξέλιξη οδηγούν τον άνθρωπο στην αλαζονεία και τον υπέρ-εγωισμό. Η συνολική πραγματικότητα εγκλωβίζεται μέσα σε ένα χαρτί το οποίο γίνεται στουπί και φλέγεται!
Η ελπίδα ωστόσο παραμένει αναλλοίωτη μέσα στο χρόνο, ώσπου κάποια στιγμή θα γίνει σπίθα και φωτιά! Ο Οργουελ προφητεύει ότι κάποια στιγμή θα γίνει ακόμα μια μεγάλη Επανάσταση και ακόμα μία και ακόμα μία. Η Ιστορία ωστόσο θα επαναλαμβάνεται εις τους αιώνες των αιώνων.
|
του Αλέξανδρου Τανασκίδη
Ανεξάρτητος Δημοσιογράφος
Πρόεδρος Μ.Κ.Ο. Charity Bank
Κορίτσι των σκοτεινών δασών, Ποίηση, Αναστασία Γκίτση, Εκδόσεις Μπαρμπουνάκης, 2010
Με διάχυτο τον ρομαντισμό της αγνότητας της γυναίκας, αυτής της ανθρώπου όπως την χαρακτηρίζει κι η φίλη Αναστασία, εισέρχεται στο σκοτεινό δάσος της τεράστιας πανανθρώπινης γυναικείας ψυχής το κορίτσι... συγγραφέας, το κορίτσι – πολεμικός ανταποκριτής, το κορίτσι... που αναπνέει ευρύχωρα ιδέες και φυτεύει λέξεις σε κάθε σελίδα του βιβλίου αυτού, μέσα από την γραφή της Αναστασίας.
Κάθε σελίδα κι ένα μικρό βότσαλο, χαλίκι, λουλούδι, διαμάντι, δάκρυ για να στοχεύει και να επαναπροσδιορίζει την επιστροφή του αναγνώστη – ταξιδιώτη στο νάμα της ψυχής. Την συγχώρεση, την λησμοσύνη, την κατανόηση. Την επιστροφή στην συνειδητοποίηση και την συνειδητότητα του φθαρτού και του τρωτού, της πραγματικότητας, της αλήθειας, της συνοχής.
Ρήματα – Σταυροί (αναρριγήσω, μεριζόμουν, ματώνω, περίσσεψα, ορέχτηκα, χρεώσουν, σκοντάφτω, αιωνίασε), ρήματα που εκφράζουν την δυναμική τους μέσα από την ταυτοποίησή τους με το ουσιαστικό που επιλέγει η Αναστασία για να δώσει άλλη ώθηση στον αναγνώστη όπως (παραληρίες, αγναντεύσεις), εικόνες και μυρωδιές από Θεό και Άγιο Φως φτιαγμένες, με όλο το ψάγμα του Ίστασθαι της Θεανθρώπινης παρουσίας, εντός μας... όπως χαρακτηριστικά αναφέρει κι η ίδια στο τρίτο κεφάλαιο του ποίηματός της «Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών» ... «Πως να μάθουν να περπατούν στον ουρανό; Στο κατ’εικόνα συνηθίσανε, στο καθ’ομοίωση πορεύονται».
Με ένα πλέγμα από γυναικείο πόνο και την εσώτερη αυτοαπορία της για τις διαστάσεις της απόστασης, οδηγεί τις λέξεις σε έναν δρόμο επιστροφής στο μέσα της, τον πιο βαθύ της αναρριχόμενο κισσό αναζήτησης ενός χαδιού, ενός βλέμματος, μιας κουβέντας ερωτικής, μιας αστρικής πληρότητας και πορεύεται σε στίχους γεμάτους από φως της ψυχής της αλλά και λίγο αλάτι πάνω στις πληγές σαν να προσπαθεί να επιτύχει την αυτοκάθαρση όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται στον ανυπέρβλητης αρτιότητας στίχο «Αλλά χοϊκή απέμεινα πλευρό ενός πλευρού που τ’άλλο μισό δεν βρίσκει».
Την Αναστασία θα την χαρακτήριζα ως μία γυναίκα ποιήτρια, υφάντρα της σκιάς των πραγμάτων και όχι παρατηρητή της επιφάνειας, ποιήτρια ασφυκτικά γεμάτη από το πάθος, που προσμένει μια μικρή χαραμάδα απ’ όπου θα μπορούσε να διεισδύσει ένα φτερούγισμα από το δικό της εσώτερο πέταγμα. Και πάντα ανακαλύπτεται αυτό που αξίζει να ανακαλυφθεί και ποιήματά της, βρίθουν από ασκούς πλέριας αγάπης, ευθύνης, συμπόνοιας, ζωής, ανεμούριας ονειροπόλησης.
Μία ποιήτρια που συνταιριάζει το Αγαθόν του Ελεήμονος Θεού που φέρουμε σε ψήγματα ο καθένας μας εντός μας βαθιά σε έναν λήθαργο και που ένα φιλί, το χάδι ή και το βλέμμα που αποζητάμε, φέρει και το πλήρωμα για να φυσήξει ζεστό χνώτο και να το ξυπνήσει.
Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την ποίησή της καθαρά γυναικεία, ως εκείνη δηλαδή που η Ακαδημαϊκός μας Κική Δημουλά είχε πει κάποτε πως είναι η ποίηση γραμμένη από γυναίκα προς την γυναίκα και μόνο χωρίς ίχνος αντρικού μάγματος...
Όμως θα κάναμε μέγα λάθος, γιατί η ίδια η ποιήτρια μας επαναπροσδιορίζει ότι ναι μεν η ποίηση αυτή είναι γραμμένη από γυναίκα αλλά όχι μόνο προς γυναίκα, καθώς στο εισαγωγικό της αφιέρωμα αναφέρει τόσο καλά τοποθετημένη στον αρμό και την αρμονία της πρότασης, «αφιερωμένο στην γυναίκα, αυτήν την άνθρωπο».
Προσέξτε... αυτήν, την άνθρωπο. ΌΧΙ ΑΥΤΟΝ τον άνθρωπο. Ο γενετικός κώδικας δηλαδή, είναι καθαρά και αρτιότατα ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ. Προκαθορισμένος και προορισμένος αποκλειστικά μεν για την γυναίκα, για να εκφράσει ελεύθερα και αδέσμευτα την υπόσταση και τον προβληματισμό της ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ και ΕΠΑΝΑΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ σχεδόν ΟΡΙΟΘΕΤΩΝΤΑΣ την ισχύ της στην κοινωνία που πλινθοχτίστηκε από χέρια αντρικά και με πατριαρχική δεοντολογία, ας μου επιτραπεί αυτή η ορολογία.
Κι έρχομαι να σας συμπληρώσω εδώ πως η ποίηση αυτή, απευθύνεται και σε άντρες. Όπως δεν έχουν φύλο τα συναισθήματα έτσι και η ποίηση δεν μπορεί να έχει αποδέκτες μόνο τις θηλυκές ευαισθησίες. Και παρόλο που η ευαισθησία είναι γένους θηλυκού, προέρχεται από την μήτρα της τρεμάμενης ψυχής, όπως και η αγάπη, και η αφοσίωση, και η σιωπή πριν το φιλί και το αντίο, κι η αυτοπραγμάτωση, κι η εκδίκηση, κι η αναπόληση, κι ο έρωτας, όλα τα συναισθήματα, μια τεράστια ευγενική συμμορία, σαρώνουν ολόκληρο το έργο της, με την ευκολία που στροβιλίζονται τα φθινοπωρινά φύλλα στον αέρα.
Η ηδονή της σάρκας, ο πόνος του κορμιού, το μάτωμα της παλάμης, είναι κινήσεις όχι τυχαίες αλλά πολύ καλά αρχιτεκτονημένες μέσα στα ποιήματα της Αναστασίας, καθώς καταφέρνει να επιτύχει να μας προσγειώσει από την ιδεατή κι απλή αναφορά των συναισθημάτων και του ρομαντισμού, στην υλιστική και χειροπιαστή αλήθεια, αυτή που εκφράζεται με το σώμα και μέσα από αυτό. Οι χειρονομίες και τα κινητικά ρήματα, ξυπνούν τον αναγνώστη που πραγματικά βυθίζεται στον ονειρικό κόσμο των ρημάτων που στάζουν μέλι και αμάρυνθο καθώς και στην αιώρα των λέξεων που τον οδηγούν σε υπνώδη κατάσταση με όλο το μελίχροο του έρωτα.
Η ποίηση της Αναστασίας, προσομοιάζει στην ποίηση της Μάτσης Χατζηλαζάρου, της πρώτης συζύγου του Ανδρέα Εμπειρίκου, που δεν έγραφε απλά ποίηση, την ζούσε την ποίηση ανήκοντας σε κείνους τους τυχερούς, που έχουν την δυνατότητα να ταξιδέψουν προς την αρμονία. Χρησιμοποιούν και οι δύο ως κύριο μέσο τον ρεαλισμό και σκάβουν τις φλέβες του υπερρεαλισμού, χρωματίζοντας τις λέξεις, χρησιμοποιώντας την γλώσσα, όχι σαν εργαλείο και μέσο επικοινωνίας, όπως θα λέγαμε στην Δημοσιογραφία, αλλά σαν αποδέκτη και συγχρόνως ως μέσον εκφοράς της ειλικρίνειας της αγωνιώδους αγάπης.
Οι απορίες που εκφέρει στο ποίημά της «Για μένα όμως δεν ρώτησες, με την πληθώρα της ανεξάντλητης ερωτηματικής ύπαρξης του ανθρώπου, είναι απορίες που εσωτερικά εύχεται να τις είχε φιλοξενήσει ο άγνωστος άνδρας, που σε άλλες στροφές θεοποιείται και τοποθετείται σε ένα βάθρο κι αλλού καταγκρεμίζεται μέσα από την συνειδητοποίηση της αδιαφορίας, της ανεπάρκειας, της απουσίας του.
Το παιχνίδι των λέξεων κι η αλληλοδιαδοχή της ισχύος μίας φράσης που αυτοαναιρείται στον επόμενο κι όλας στίχο όπως «Μη θαρρείς από φόβο, τίποτε δε με φόβισε παρά μόνο η ανάσα σου όταν ξεμάκραινε από σιμά μου», είναι το όπλο της για να αποδείξει την αυτοδιαχείρηση, την αυτοδυναμία, την αυτοκυριαρχία της στον πόλεμο της ανταμοιβής συναισθημάτων και αγάπης που διεκδικεί.
Και το ερώτημα παραμένει μέσα από προτάσεις που χτίζουν όλες μαζί σιγά σιγά ένα τεράστιο πηχτό σκοτάδι... απόγνωσης... αυτοαπομάκρυνσης, αυτοαποδοχής της πραγματικότητας... «Για μένα όμως δεν ρώτησες»...
Με κυκλότερη επαναληπτική γραφή όπως και στο ποίημα «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» του Φρεδερίκο Γκάρθια Λόρκα, όπου η ώρα του θανάτου του μεγάλου ταυρομάχου, είναι και ο συνδετικός κρίκος που επιστρέφει το μυαλό στην πραγματικότητα και την απαρχή και το τέλος της ίδιας της κατάστασης. «Πέντε η ώρα που βραδιάζει»... για να ενδυναμώσει το σουβλί που μπήγεται πιο βαθιά ολοένα στο δέρμα του ποιητή και συνειδητοποιεί τα πεπραγμένα. Έτσι και «Για μένα όμως δεν ρώτησες» η επαναφορά της εσωτερικής απορίας, αποχρωματίζει το μυαλό και αποσυνδέει το όνειρο.
Η ποίηση της φίλης Αναστασίας, έχει φως και σκοτάδι μαζί. Έχει ουρανό και γη μαζί. Έχει εγώ κι εσύ μαζί. Έχει το έχειν και το απέχειν μαζί. Είναι το μαζί του έρωτα, το μαζί της ζωής, το μαζί που χρειάζεται δύο για το τανγκό του ολοκαυτώματος που σπέρνει ο έρωτας. Φοράει το συναίσθημα σε κάθε μικρή ή μεγάλη λέξη, προσπερνά σχεδόν σαν να μην ενδιαφέρεται και πολύ για το βλέμμα των άλλων αν και καλεί τον άνθρωπό της να κατεβάσει τα παντζούρια να μην κοιτά η γειτονιά παρόλα αυτά ομως παρατηρεί σχολαστικά τα ζευγάρια που έπνιγαν τα εροτόλογα στα τσόφλια σπόρια σιωπηλά ανταλάσσσοντας λόγια αγάπης μεταξύ τους.
Η γλώσσα της, το στιχουργικό της καλέμι καλύτερα, χτίζει το σήμερα με λάσπη και ιχώρα από άλλες εποχές, με προσεγμένα ρήματα, λέξεις, άναρχη τοποθέτηση υποκειμένου, αντικειμένου, ρήματος, δομημένη με πληθώρα αρχαιοελληνικών επιρροών από κείμενα μεγάλων πατέρων και μητέρων της γραφίδας, όχι τυχαία. Περνάει θαρρείς μέσα από τις φλέβες και τα κύτταρά της, όλο το νάμα των αιώνων που διαβάστηκαν σε κείμενα μέγιστης γραφής και αρτιότητας όλου του συναισθήματος όπως της Σαπφούς.
Αν και καταγεγραμμένα σε διαφορετικές χρονολογίες και σε διαφορετικές περιοχές μεταξύ τους τα ποιήματα, όλα κουβαλάνε τον ίδιο πολυπλεγματικό χάρτη της Αναστασίας. Το αιώνιο ψάξιμο στα ανασκαλέματα της σακατεμένης ψυχής της, σαν άλλη μετανάστρια που ψάχνει την πατρίδα της και βολοδέρνει σαν το κύμα από πλοίο σε αεροπλάνο κι από εκεί στον ουρανό...
Κάποτε ρώτησαν τον μεγάλο μεταρρυθμιστή της Γερμανίας, Χέλμουτ Κολ αν διαβάζει γυναικεία ποίηση και εκείνος απάντησε, «ναι διαβάζω, γιατί έτσι μαθαίνω τι δεν πρέπει να κάνουμε ως άντρες και δηλητηριάζουμε μία σχέση».
Μην ανησυχείς Αναστασία μου, εμείς σε τόσο σκοτεινούς καιρούς, θα ανάψουμε το φως και θα στιχοποιήσουμε το θα σε θάλασσα, το ζήτα σε ζωηρότητα, το θήτα σε θέληση και θα χτίζουμε μέρα τη μέρα μέσα μας, μεταποιημένη την ποίησή σου, σε ένα τεράστιο φοιτητοδιαπαλευόμενο ζητοτράνταγμα ψυχής. Βήμα το βήμα, σκέψη τη σκέψη, λέξη τη λέξη θα πλάθουμε το φως για το κορίτσι των σκοτεινών δασών. Την βαθιά ελληνική ασύμφορη ψυχή που ψάχνει αέρα να περάσει ευρύχωρα και να στεριώσει με χάδια και φιλιά την αλήθεια της αγάπης μας.
Το φως. Το αιωρούμενο μανουάλι του μεγάλου ποιητή του Αιγαίου. Καλοτάξιδο στα πλέρια κύματα πεμπτουσίας το βιβλίο σου Αναστασία. Σας ευχαριστώ.
Και μην ξεχνάτε. Όλοι μας με ένα μικρό κερί... χτίζουμε την εκκλησία της ειλικρίνειας. Αρκεί να ανάψουμε αυτό το κερί με ένα φύσημα. Τολμήστε το. Δεν σβήνει με το φήσιμα. Με το φήσιμα ΑΝΑΒΕΙ, ΦΟΥΝΤΩΝΕΙ, ΔΙΑΤΡΑΝΩΝΕΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΑΣ. Ένα κερί για την ψυχή.
*
της Ειρήνης Παραδεισανού
Οι δαιμονισμένοι, Μυθιστόρημα, Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου, Εκδόσεις Ίνδικτος, 2007 (1871)
Μια αληθινή αποκάλυψη για μένα στάθηκε ένα μυθιστόρημα που έγραψε ο Φίοντορ Ντοστογιέφσκι το 1871, ένα έργο ξεκάθαρα πολιτικό, ιδιαίτερα προφητικό για την εποχή του και τόσο επίκαιρο σήμερα.
Οι δαιμονισμένοι ο τίτλος του ή αλλιώς οι δαίμονες όπως το είχε τιτλοφορήσει ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι.
Και σε μια εποχή όπως αυτή ,που μας έχουν κατακλύσει κάθε λογής δαίμονες, οι εκδόσεις Ίνδικτος επιλέγουν να το φέρουν και πάλι στο προσκήνιο με μια έκδοση-κόσμημα.
Έχω διαβάσει κάποια έργα του Ντοστογιέφσκι. Ο ωμός ρεαλισμός του με ελκύει τόσο ,που οι χαρακτήρες του συντροφεύουν τις σκέψεις μου σαν να πρόκειται για πρόσωπα υπαρκτά στη ζωή μου. Ίσως όμως να πρόκειται και για μια παραξενιά που μου κόλλησε από παιδί, τότε που πραγματικές φίλες είχα ελάχιστες και με συντρόφευαν οι ήρωες των βιβλίων. Ευτυχώς για μένα στην πορεία άλλαξα..
Στους δαιμονισμένους όμως δεν είδα μόνο έναν συγγραφέα ικανό να πλάσει αληθινούς ήρωες αλλά και έναν διανοητή που στέκει πιο πάνω από την εποχή του και με προφητική οξυδέρκεια προβλέπει όχι μόνο όσα ακολούθησαν στη δική του Ρωσία, αλλά και όσα ζούμε εμείς σήμερα στη δική μας Ελλάδα.
Έχω επίγνωση ότι αδικώ τους δαιμονισμένους, αν σταθώ μόνο στην πολιτική τους διάσταση. Πρόκειται για ένα έργο που ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή φτάνοντας σε βάθη δυσθεώρητα.
Ο Νικολάι Σταβρόγκιν, κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ένα πρόσωπο τραγικό , που βιώνει μέσα του το απόλυτο κενό της πλήξης και του συναισθηματικού μαρασμού. Ένας άνθρωπος ικανός για το απόλυτο καλό, αλλά και για το απόλυτο κακό. Ταυτόχρονα όμως κι ένας άνθρωπος διχασμένος. Η ψυχή του έχει ανάγκη να πιστέψει με όλη της τη δύναμη στο θεό, σ’ ένα καλύτερο μέλλον , στην αθωότητα του ανθρώπου. Το μυαλό του όμως – είναι δαιμονικά έξυπνος από παιδί- δεν του επιτρέπει να ζει με αυταπάτες. Κι αυτή είναι η αιτία της δυστυχίας του. Μένει ανέστιος, δίχως ηθικά ερείσματα. Και πού να στηριχτεί, όταν δεν μπορεί να πιστέψει στον άνθρωπο;
Βρίσκει καταφύγιο σ’ έναν κυνισμό αυτοκαταστροφικό. Βυθίζεται ολοένα και πιο πολύ – με ηδονισμό όπως ο ίδιος παραδέχεται- σε μια ζωή εσκεμμένα ανήθικη, προκαλώντας τον εαυτό του σ’ έναν αγώνα ολέθρου, με τραγική κατάληξη την αυτοκτονία του. Μα μέσα του υπάρχει η φλόγα που τον καίει και τον σιγοτρώει, η φλόγα που εγώ τη λέω « ανθρώπινη ουσία» και άλλοι μπορεί να την πουν «συνείδηση».
Κι εδώ κρύβεται όλη του η τραγικότητα.
Και σε κάτι ακόμη: στην αδήριτη ειλικρίνειά του. Μια ειλικρίνεια ανελέητη.
Τον βλέπουμε να μαστιγώνει τον εαυτό του και τους γύρω του με το γυμνό του βλέμμα, με λόγια και πράξεις ολότελα απογυμνωμένες από προσποίηση. Δεν καταδέχεται να κρυφτεί πίσω από οποιοδήποτε ψέμα, με τίμημα την απόλυτη δυστυχία.
Μοιάζει να είναι ο μόνος που κατάλαβε. Και στέκει πάνω απ’ όλους τους άλλους ήρωες του έργου, τη μητέρα του, το δάσκαλό του, τις τρεις γυναίκες που θανάσιμα τον ερωτεύτηκαν και τέλος τον αμοραλιστή Πιότρ Βερχοβένσκι. Τους κοιτά με υπεροψία και πόνο , ίσως και γνήσια λύπηση.
Και είναι μόνος.
Στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα , ο ομώνυμος σοφιστής υποστηρίζει:
« Αν κάποιος ισχυρίζεται ότι είναι άδικος μπροστά σε άλλους ανθρώπους , τον θεωρούν τρελό και προσπαθούν να τον συνετίσουν.»
Και πιο κάτω:
« Το να πεις την αλήθεια για τον εαυτό σου όταν είσαι άδικος , θεωρείται ξεκάθαρη τρέλα.»
Σ’ αυτήν ακριβώς την τρέλα υποπίπτει ο Σταβρόγκιν.
Αρνείται να μιλήσει οποιαδήποτε άλλη γλώσσα πέρα απ’ αυτήν της αλήθειας.
Και ταυτόχρονα βγάζει τη γλώσσα στα κατά συνθήκην ψεύδη που επιβάλλει η κοινωνική συναναστροφή.
Βλέπουμε τρία τέτοια δείγματα ωμής ειλικρίνειας:
1. Στη λέσχη, σε μια παρέα σεβάσμιων προσώπων , δε διστάζει να σύρει απ’ τη μύτη –κυριολεκτικά- τον Γκαγκάνοφ « άνθρωπο ηλικιωμένο και με μεγάλη προσφορά στην πατρίδα, που όμως είχε την άκακη συνήθεια να λέει κάθε δεύτερη λέξη : «όχι, δε θα με σύρουν εμένα από τη μύτη.»
2. Ο Λιπούτιν, που στέκει στον αντίποδα του Γκαγκάνοφ- άνθρωπος που δεν ανήκει στην υψηλή κοινωνία, αντίθετα θα τον δούμε αργότερα να πρωταγωνιστεί στην προσπάθεια ανατροπής του κατεστημένου ως μέλος επαναστατικής οργάνωσης- τον καλεί στο σπίτι του, εκλαμβάνοντας την προσβολή του αξιοσέβαστου Γαγκάνοφ ως επαναστατική πράξη.
Τι κάνει εκεί ο Σταβρόγκιν;
Μπροστά σε όλους τους παρισταμένους αγκαλιάζει και φιλάει παθιασμένα τη γυναίκα του οικοδεσπότη.
3. Ο ίδιος ο νομάρχης επιχειρεί να τον συνετίσει.
« Πείτε μου, τι είναι εκείνο που σας ωθεί σε τέτοιες ασύδοτες ενέργειες, έξω από κάθε αποδεκτό όριο; Τι μπορεί να υποδηλώνουν τόσο ανάρμοστες , παραληρηματικές θα έλεγα πράξεις;» Τον ικετεύει ν’ απαντήσει.
« Ε, λοιπόν, θα σας πω τι με ωθεί.» Σκύβει στο αφτί του νομάρχη, αρπάζει με τα δόντια του το πάνω τμήμα του αφτιού του και το δαγκώνει με όλη του τη δύναμη.
Εκείνο που κάνει εντύπωση στην περιγραφή του Ντοστογιέφσκι είναι ο παιγνιώδης και ανάλαφρος τόνος της αφήγησης. Σαν να κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, αποστασιοποιημένος πλήρως απ’ το γεγονός που περιγράφει.
Μας παρουσιάζει έναν χαρακτήρα πλήρως απαθή μπροστά στη γνώμη των άλλων. Ο Σταβρόγκιν δεν παραβιάζει τους κοινωνικούς κανόνες για να προκαλέσει. Δεν τον ενδιαφέρει να διαμαρτυρηθεί για τίποτα ..Ή μήπως διαμαρτύρεται υποσυνείδητα ενάντια σ’ αυτήν ακριβώς την έλλειψη αντίδρασης; Και λέω υποσυνείδητα γιατί μοιάζει να αφήνει το ένστικτό του να τον κατευθύνει , καθώς δεν πιστεύει σε τίποτα άλλο.
Και μένει μόνος. Μόνο ένας άνθρωπος καταφέρνει να κοιτάξει μέσα στην ψυχή του, ο Τύχων ο μοναχός. Σ’ αυτόν εξομολογείται το φριχτό έγκλημα που τον βασανίζει, την αποπλάνηση ενός νεαρού κοριτσιού που το οδήγησε στην αυτοκτονία.
Και στην απορία του για την ψυχραιμία με την οποία ο μοναχός αντιμετωπίζει το έγκλημα , αυτός απαντά:
«Δεν σας κρύβω τίποτα. Με τρομοκράτησε η μεγάλη κούφια δύναμη που μεταβάλλεται εσκεμμένα σε προστυχιά. Όσον αφορά αυτό καθαυτό το έγκλημα ,ε, πολλοί υποπίπτουν στο ίδιο αμάρτημα , αλλά ζουν εν ειρήνη με τη συνείδησή τους και εν ηρεμία γενικώς , θεωρώντας τα μάλιστα όλα αυτά αναπόφευκτα παραπτώματα της νιότης. Υπάρχουν και γέροντες που αμαρτάνουν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και μάλιστα με ανακούφιση και ευθυμία. Ο κόσμος είναι γεμάτος από τέτοια φρικτά πράγματα. Εσείς απλώς νιώσατε όλο το βάθος, πράγμα που συμβαίνει πολύ σπάνια σε παρόμοιο βαθμό.»
«Εσείς απλώς νιώσατε όλο το βάθος»
Να πού έγκειται η τραγικότητα του Σταβρόγκιν: στην ατελέσφορη προσπάθειά του να αποτινάξει από πάνω του την « ανθρώπινη ουσία» του, στην «κατάρα» αυτήν που τον στοίχειωνε από μικρό παιδί και τον έκανε να νιώθει το βάθος των πραγμάτων , επομένως και τη ματαιότητα τους. Πολύ νωρίς κατάλαβε ότι όλα όσα τον πλήγωναν ήταν μάταια , όπως μάταιος ήταν και ο πόνος του γι’ αυτά.
Ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι σημειώνει:
« Πρόκειται για έναν κοινωνικό τύπο, έναν δικό μας τύπο , ρώσικο, του αργόσχολου ανθρώπου , που είναι αργόσχολος, αν και δεν το θέλει , που έχει χάσει κάθε δεσμό με καθετί οικείο και προπάντων την πίστη του, που είναι ακόλαστος από πλήξη, αλλά που ενσυνείδητα καταβάλλει μαρτυρικές προσπάθειες να αναγεννηθεί και να ξαναπιστέψει…Ο άνθρωπος αυτός δεν πιστεύει στην πίστη των απλών πιστών και απαιτεί μια πίστη ολοκληρωτική, απόλυτη, διαφορετική..»
Ας ακούσουμε τον ίδιο τον ήρωα σε μια εξομολόγησή του λίγο πριν το τέλος:
«Δεν ελπίζω τίποτα στο Ούρι. Απλώς πηγαίνω. Δεν επέλεξα επίτηδες έναν σκυθρωπό τόπο. Με τη Ρωσία δε με δένει τίποτα, εδώ όλα μου είναι ξένα, όπως και παντού. Στ’ αλήθεια εδώ μου άρεσε να μένω λιγότερο από οπουδήποτε αλλού. Αλλά ακόμα κι εδώ, δεν μπόρεσα να μισήσω τίποτα..»
« Ξέρετε άραγε ότι ακόμα και τους δικούς μας μηδενιστές τους κοίταγα με κακία, από ζήλεια για τις ελπίδες τους; Όμως αδίκως φοβόσασταν :δεν μπορούσα να είμαι σύντροφός τους , διότι δε συμμεριζόμουνα τίποτα.»
« Ακόμη και η άρνηση δεν ξεχείλισε. Όλα πάντα ήταν ρηχά και νωθρά..»
« Ξέρω ότι πρέπει να σκοτώσω τον εαυτό μου, να με σβήσω από προσώπου γης σαν ενοχλητικό έντομο. Αλλά φοβάμαι την αυτοκτονία , γιατί φοβάμαι να επιδείξω γενναιοψυχία. Ξέρω ότι αυτό θα είναι μια ακόμα εξαπάτηση , η τελευταία εξαπάτηση σε μια ατέλειωτη σειρά από εξαπατήσεις. Ποιο το όφελος να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, μόνο και μόνο για να το παίξεις μεγαλόψυχος; Για μένα δεν μπορούν να υπάρξουν αγανάκτηση και καταισχύνη. Ως εκ τούτου και απόγνωση.»
Ο Σταβρόγκιν είναι ένας αλλοτριωμένος άνθρωπος και αυτή του η αλλοτρίωση τον συνθλίβει. Απ’ αυτήν την άποψη είναι ένας απόλυτα σημερινός άνθρωπος.
*
της Ειρήνης Παραδεισανού
Οι απόψεις ενός κλόουν, Μυθιστόρημα, Χάινριχ Μπελ, μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, Εκδόσεις Γράμματα, 1986 (1967)
Από την Πρώτη Δημοτικού ,που κατέκτησα την τέχνη της ανάγνωσης και βυθίστηκα στον κόσμο των βιβλίων , μέχρι σήμερα ,τριάντα χρόνια μετά, έχω διαβάσει κάμποσα βιβλία.
Με τον ήρωα όμως του Χ. Μπελ έχω ταυτιστεί τόσο πολύ που ειλικρινά ζηλεύω τον εμπνευστή του .
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:
« Ο Χανς Σνηρ, γόνος πλούσιας και ισχυρής οικογένειας , εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι, αηδιασμένος από την ψευτιά και την υποκρισία των δικών του και των «ισχυρών» που τους περιστοιχίζουν, και διαλέγει το μόνο επάγγελμα που τον αντιπροσωπεύει : γίνεται κλόουν , δίνει παραστάσεις από πόλη σε πόλη κι έχει μαζί του τη Μαρί, την πρώτη και μοναδική του αγάπη. Έπειτα από έξι χρόνια δύσκολης συμβίωσης, η Μαρί τον εγκαταλείπει για να παντρευτεί έναν σπουδαίο παράγοντα του γερμανικού καθολικισμού κι ο Χανς , που δεν καταφέρνει να την ξεπεράσει, κατρακυλάει σταθερά. Ζητιάνος πια, θα καταλήξει στα σκαλιά του σιδηροδρομικού σταθμού της Βόννης , περιμένοντας τη Μαρί να επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι της.»
Αφηγητής ο ίδιος ο Χανς, σ’ έναν σπαρακτικό εσωτερικό μονόλογο .
« Είμαι κλόουν, επίσημα δηλώνω «κωμικός» , δεν καταβάλλω τον οβολό μου σε καμιά εκκλησία, έχω κλείσει τα είκοσι επτά κι ένα απ’ τα νούμερά μου λέγεται
« Αφιξαναχωρήσεις» ,μια παντομίμα ( ίσως υπερβολικά) μακράς διαρκείας, που κάνει τον θεατή να μπερδεύει την άφιξη με την αναχώρηση.»
Η δράση παραμένει εσωτερική σε όλη τη διάρκεια του έργου. Μοναδική σκηνή που εκτυλίσσεται ζωντανά είναι η επίσκεψη που δέχεται ο Χανς από τον πατέρα του, που όμως κι αυτή διακόπτεται από σκέψεις του ήρωα .
Γιατί με άγγιξε τόσο αυτός ο ήρωας;
Γιατί είναι ένας γνήσιος θνητός, χωρίς αυταπάτες, αυτοσαρκαζόμενος μονίμως , με χιούμορ ιδιαίτερα ευφυές, ένας κλόουν που σαρκάζει τη μοίρα του, που δεκανίκια δεν καταδέχεται ..
Και ταυτόχρονα κρύβει στα λόγια του μιαν απύθμενη τρυφερότητα για τον άνθρωπο γενικά, μιαν επιείκεια γεμάτη μεγαλοψυχία ..
Στηλιτεύει την υποκρισία ,τη ρηχότητα σκέψης και την αυταρέσκεια και ταυτόχρονα στέκεται απέναντι στους ανθρώπους που την εκπροσωπούν μ’ ένα χαμόγελο μισάνοιχτο ,το χαμόγελο του κλόουν που το νιώθει πόσο δύσκολο είναι να είσαι άνθρωπος, μόνιμα στριμωγμένος στις συμβάσεις σου και στα δεσμά σου και στην τύφλα σου..
Στις σκέψεις του μα και στον τρόπο που ενεργεί ,διακρίνεις μιαν αυθεντικότητα ολότελα απροσποίητη, μια στάση ζωής που συνεχώς βγάζει τη γλώσσα αυθαδιάζοντας στους κάθε λογής ηθικολόγους που η σκέψη τους ζέχνει αμοραλισμό, στους κάθε λογής ημιμαθείς που πουλάνε τη « μόρφωση» και
« καλλιέργειά» τους στα σαλόνια, στους κάθε λογής αλλοτριωμένους που έχουν χάσει το βλέμμα τους.
Στο τέλος καταλήγει ζητιάνος στα σκαλιά του σιδηροδρομικού σταθμού της Βόννης, ένας κλόουν με το πρόσωπό του κρυμμένο πίσω από άπειρα στρώματα λευκής μπογιάς , να τραγουδά ένα αυτοσχέδιο σατιρικό τραγούδι και να βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα σε όλους τους εκπροσώπους του καθωσπρεπισμού και της τάξης. Ένας αυθεντικός επαναστάτης , ένας γνήσιος αντικομφορμιστής , ένας αληθινά λεύτερος άνθρωπος.
|
Γιώργος Δελιόπουλος, Ο Μικρός Οδυσσέας, Ποίηση, Εκδόσεις Ιωλκός, 2009
Κάθομαι ξυπόλητος στ’ ακροθαλάσσι
και μαζεύω με τα χέρια μου τις ηλιαχτίδες,
που κουβαλούν τα κύματα.
Συνάζω τους ήχους της θάλασσας,
τις οιμωγές των ναυτικών, τις σιωπές των αβύσσων
κι ένα μπουκάλι ανάμεσά τους
με το χαρτί που μου έγραψες το «Σ’ αγαπώ».
Φόρτωσε μέσα στο αμπάρι του όλες τις μνήμες του, τα αγαπημένα του πρόσωπα, τις πληγές του, τους έρωτες του και σαλπάρισε για ένα ταξίδι μακρινό στα βάθη της αβύσσου. Το μονάκριβο να συναντήσει, το άγνωστο να αποθανατίσει. Ο Γιώργος Δελιόπουλος σαν άλλος Οδυσσέας, σαν Μικρός Οδυσσέας φωτογραφίζει το ταξίδι του με πλούσιες εικόνες. Κοιτάζει τις απόκρημνες γωνίες τις ζωής του και τις αποτυπώνει με άκρως ποιητικό ύφος. Από την ξενιτιά στην περιπέτεια και από την νοσταλγία στην αναζήτηση της μούσας του! Η Ιθάκη λοιπόν είναι ο προορισμός του αλλά ο Μικρός Οδυσσέας είναι το απέραντο ταξίδι της ζωής μέσα στο χρόνο.
*
Nick Cave, Η δέ όνος είδεν άγγελον, Πεζό, Εκδόσεις Τυφλόμυγα, 2004 (1989)
Κείνα τα βρωμερά όρνια είναι πτηνά Θανάτου.
Μ' έχουν σκιάσει σ' όλη μου τη ζωή.
Κι είναι μόνο τώρα που μπορώ να τα τυλίξω.
Με τα μάτια μου.
Αποταμίευσα όλες μου τις σκέψεις, όλες τις νεκρές μου ώρες, όλα τα καυτά απογεύματα, όλες τις παρανοϊκές μελωδίες μου, μέσα σε ένα τσουβάλι με στριμμένο χαυλιόδοντα και αφέθηκα στους ταλαίπωρους και βρώμικους ρόλους του Γιούκριντ του Γιουκιλίτη. Ο Nick Cave σαν αυτόπτης μάρτυρας της ζωής των Γιουκιλιτών, σαν ένας ανατριχιαστικός ηδονοβλεψίας, με κάθε λεπτομέρεια περιγράφει προσωπικές και μη στιγμές του "ήρωα" Γιούκριντ και της οικογένειας του. Το τοπίο στην αρχή είναι βιβλικό "Και ίδουσα η όνος τον άγγελον του Κυρίου εν τη οδώ, και την ρομφαίαν αυτού γεγυμνωμένην εν τη χειρί αυτού, εξέκλινεν η όνος εκ της οδού και υπήγαινεν προς την πεδιάδα και εκτύπησεν ο Βαλαάμ την όνον, δια να επαναφέρη αυτήν εις την οδόν". Στη συνέχεια άθελα μου μεταφέρθηκα μπροστά σε μια χαράδρα "όπου πετούν οι κόρακες" και στα μάτια μου "εκατοντάδες εκτάρια καλαμιές". Το τοπίο είναι πολυσύνθετο, παρανοϊκό, όπως τόσο ελεύθερη και συγκλονιστικά παρανοϊκή είναι και η περιγραφή του Γιούκριντ όπου σαν "όνος" δίχως φωνή, αλλά με αψεγάδιαστη λεπτομέρεια ακολουθεί τον άγγελο στον δρόμο που του χάραξε. Η ιστορία εξελίσσεται μέσα από τα ανθρωποκυνηγητά, τους βιασμούς, τους θανάτους, τις σκέψεις, τις εικόνες και φτάνουμε στους μοναχικούς μονολόγους περί φόβου, μοναξιάς, μίσους, ταπεινοσύνης και θανάτου. Για να καταλήξουμε στον Θάνατο σαν την μόνη διέξοδο από τον δρόμο που χάραξε ο Άγγελος.
*
Λεύκιος Ζαφειρίου, Οι Συμμορίτες, Πεζό, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2009
Ο Λεύκιος Ζαφειρίου, Κύπριος στην καταγωγή, μας παρουσιάζει με μια παιδική αθωότητα μια περίοδο σημαντική για την εξέλιξη της Κύπρου σαν κράτος. Μιλάμε για την εποχή από το παιδικά χρόνια του συγγραφέα μέχρι τα γεγονότα στο 1960. Μέσα από τα βιώματα του ο συγγραφέας και με τα μάτια του μικρού παιδιού μας παρουσιάζει την έντονη καθημερινότητα των φτωχογειτονιών σε περιοχές της Κύπρου, και παράλληλα την «δράση» του στην παρέα των «συμμοριτών»,- γειτονόπουλα, φίλοι και συμμαθητές. Σημαντικό στοιχείο της αφήγησης είναι το λεξιλόγιο του συγγραφέα, το οποίο μας μεταφέρει και παράλληλα μας διδάσκει την διάλεκτο της περιοχής την εποχή εκείνη. Μέσα από την αφήγηση του συγγραφέα επίσης αναφέρονται και σημαντικά γεγονότα της Ιστορίας της Κύπρου, όπως επίσης και πρόσωπα που την σημάδεψαν. Στο επίμετρο υπάρχει μια σημαντική αναφορά, όπου γίνονται κατανοητά πολλά στοιχεία για την δημιουργία του έργου
|
|