top_arxeio_teuxwn.jpg top_newsletter.jpg
teliko-ekdoseis.jpg
Κείμενα

Στο Άλεκτον... με τον Γκάτσο - Δυο κείμενα περί ποίησης
 Image
 
άλεκτον

ή

καθημερινές ιστορίες σ' ένα στέκι δίχως όνομα, στην καρδιά της πόλης, κρυμμένο σε μια γωνιά της σαν ξεχασμένο άχρηστο αντικείμενο, πεταμένο αλλά τόσο απαραίτητο…


Του Σταμάτη Καλογερόπουλου

…βράδυ Πέμπτης. Γύρω στις οχτώ. Γωνία Πανεπιστημίου κι Ασκληπιού. Ο Μήτσος Κασόλας, μόλις μ' έχει συμβουλεύσει να επισκεφτώ το Άλεκτον, να βρω τον Κώστα Καρτελιά. Παίρνω τον Καρτελιά. Ραντεβού στο Μεταξουργείο. Αισθάνομαι ότι θα "φάω χαστούκι" αλλά δεν έχω κι άλλη επιλογή. Ακούω τον κατά πολύ σοφότερό μου Κασόλα κι οδεύω προς το άγνωστο, προς το Άλεκτον…

…"πού είναι η Σφακτηρίας;" "Εκεί πιο κάτω", μου απαντάει ένας γέρος ανόρεχτα. Κατεβαίνω την Πλαταιών και προσπερνάω έναν πεζόδρομο στα δεξιά, που μου χτυπάει στο μάτι. Γυρίζω πίσω. Ο δρόμος αυτός είναι μια γειτονιά ξεχασμένη απ' τον χρόνο ή ξεριζωμένη από κάποια επαρχιακή πόλη και καρφωμένη εκεί. Ο θόρυβος της πόλης δεν την αγγίζει κι ας χάσκει η Καβάλας από κάτω κι ας παραμονεύει η Πειραιώς από πάνω. Απέναντι από ένα σκοτεινό μαγαζάκι χωρίς ταμπέλα, χωρίς όνομα, είναι ένας μαύρος στύλος με γυάλινες μπάλες. Τις έχουν χρωματίσει μπλε, κόκκινες, πράσινες. Αν και πίσω από το στύλο υπάρχει κι άλλο μαγαζάκι, πιο φωτεινό, πιο ζωντανό, τα πόδια μου με οδηγούν προς το μέρος που δεν έχει όνομα. Δυο βήματα. Μικρή διαδρομή και υπόγεια. Ο χρωματιστός στύλος βρίσκεται σε μια περίεργη συσχέτιση με το σιωπηλό αυτό μέρος. Σα να λένε κάτι τα δυο τους. Τι άραγε;…

…μπαίνω μέσα. Ένα δυο πρόσωπα. Μια δυο αμυντικές καλησπέρες. Εξηγώ, μου απαντούν. Περιμένω σ' ένα χώρο που θυμίζει σαλόνι νεοκλασικού σπιτιού και όχι μαγαζί. Παντού έχει επέμβει ένα ανθρώπινο χέρι για να ζεστάνει τους τυπικούς τοίχους και τα συνηθισμένα πατώματα. Ξύλο, χαρτί, απαλά μέταλλα, χαλιά, κεριά. Κρατάω σημειώσεις. Αλλά κάτι συμβαίνει κι ο στύλος μου τραβάει το βλέμμα. Το μυστήριο της συσχέτισης με το χώρο; Το χλωμό φως του στύλου έχει κάτι από την ατμόσφαιρα του μαγαζιού. Δεν το σημειώνω. Κρατάω την εικόνα….

…σε λίγο καταφτάνει ο Κώστας ο Καρτελιάς. Ψηλός, απλός, πενηντάρης, ευγενικός. Τελειώνω τον γαλλικό μου και κάθομαι στη θέση που μου προσφέρει. "Κύριε Καρτελιά, κάνω ένα θέμα για τα στέκια της Αθήνας, παλιά και νέα., μπλα, μπλα, μπλα…". Ύστερα από απαίτησή του, ανάμεσά μας μπαίνει ο ενικός. Δεν είναι οικειότητα αλλά ούτε και εμπόδιο. Μου λέει ποιος είναι. Φίλος του Χειμωνά;! Στιχουργός της "Οδύσσειας" που μελοποίησε ο Θοδωράκης;! Απολογούμαι ότι ήρθα αδιάβαστος. Δεν τον ενοχλεί. Λες και δεν είναι δικές του οι ιδιότητες. Ο στύλος απέναντι με κοιτάει παράξενα. Η συζήτηση επεκτείνεται σε ονόματα, χρονολογίες, γεγονότα. Μάγια Μόρντγκενστερν, Μίκης Θεοδωράκης, Μαρία Φαραντούρη, Μήτσος Κασόλας, Λάμπης Ταγματάρχης, Θανάσης Πολυκανδριώτης, Κυπουργός Νίκος, Μελίνα Τανάγρη, Δημήτρης Σπύρου, Γιάννης Μετζικώφ, Πέτρος Μάρκαρης, Πέτρος Αμπατζόγλου, Μιχάλης Κακογιάννης, Γιάννης Ψυχοπαίδης, Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Γιώργος Γραμματικάκης. Ζωγράφοι, γλύπτες, θεατράνθρωποι, συγγραφείς, πανεπιστημιακοί ακόμα κι ο Γιάννης Μελισσανίδης, ο Ευάγγελος Βενιζέλος κι ο Γιώργος Παπανδρέου. Θαμώνες, πρωτεργάτες, ιδρυτές, φίλοι και υποστηρικτές. Τι συμβαίνει εδώ; Ο χώρος αυτός είναι περίπου 11 χρονών. Έξι χρόνια πριν οι ιδρυτές του μαζέψουν από τα σκουπίδια τραπέζια, καρέκλες, μπουφέδες για να τον επιπλώσουν, το 1993, ο Γιώργος Χειμωνάς με το φίλο του τον Κώστα, μαζεύουν ένα βράδυ γύρω στους 200 ανθρώπους στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Μιλάει ο Χειμωνάς. Ο Κώστας θυμάται. Σημειώνω: "Ανέκαθεν η τέχνη αφοσιωνόταν σε θεότητες. Αν το πιο ορθολογικό χαρακτηριστικό μιας θεότητας είναι η αθανασία, τώρα που ζήσαμε τους θανάτους των θεών, τώρα που είδαμε τις δολοφονίες των ιδεολογιών, τώρα που ακούμε βαριεστημένοι το ψυχορράγημα της φιλοσοφίας, η μόνη θεότητα που κρατάει ακέραιη την αθανασία της, η μόνη θεότητα που απέμεινε στην τέχνη για να της αφοσιωθεί, είναι αυτή του καθημερινού. Η καθημερινότητα του καθενός μας με όλα τα απλά, όλα τα συγκλονιστικά περιστατικά της να μπορεί να θρησκεύεται σε μικρούς εσπερινούς τέχνης."…

…η Νικολέττα θυμάται τον Τζιώτη, τον ζωγράφο που ήπιε καφέ μαζί της εκεί και τη βοήθησε να μπει στο ρόλο της Ανδρομάχης. Έτσι πήρε το ρόλο της, κάποτε στην Επίδαυρο. Μικρές ιστορίες, νέα και παλιά ονόματα, ο Γιώργος που έπαιζε βιολί και σχεδίαζε πλοία, ο άλλος Γιώργος ο γλύπτης κι ερασιτέχνης μουσικός που θυμάται την κρητική ρακή, η Μιμή που αλαφροπατάει σα νεράιδα και τριγυρνάει αθόρυβα ανάμεσα από τα τραπέζια, ο Κώστας πάντα μικρός πρίγκιπας που πίνει Dewars με πάγο, εγώ πια, που μου αποκαλύπτεται ένας μικρός κόσμος. Πιάνω λέξεις και φράσεις στον αέρα: "λειτούργησε σαν καταφύγιο", "σχολείο", "σχεδόν δάκρυζε", "εδώ έπαιξε ο Charles Lloyd", "πλατεία του χωριού για καλλιτέχνες". Μπαίνει ο συνθέτης Δημήτρης Μαραμής, κάνει ένα γρήγορο ζέσταμα στο πιάνο. Φωτογραφίες. Σε λίγο φεύγω για να επιστρέψω την επομένη. Έξω ο στύλος δείχνει λιγότερο μυστήριος, πιο οικείος…

…Παρασκευή βράδυ. 23.30, στη Σφακτηρίας 23. Ο Κώστας με καλεί στο τραπέζι. Τον βλέπω να πίνει Dewars. Τον βρήκα όπως τον άφησα χτες βράδυ. Η Αιμιλία Παπαφιλίππου, ο Γιώργος, η Άννα, η Μιμή. Πιο πέρα, πάρτυ γενεθλίων μιας παρέας νεαρών ηθοποιών. Βουητό και μουσική. Η συζήτηση ανάβει. Οι ερωτήσεις μου φαίνονται τυπικές. Κίνημα τέχνης; Αντιδρούν. Ο Κώστας έχει ευαισθησίες μικρού παιδιού. Η Αιμιλία τινάζεται ολόκληρη όταν μιλάει, σαν ηθοποιός που δεν υποκρίνεται. Λόγος για το τυχαίο, σκέφτομαι τη θεότητα της καθημερινότητας. Η αλαφροπατούσα νεράιδα Μιμή κάθεται στωικά. Ο Γιώργος κι η Άννα γελούν, θυμάμαι το τραγούδι των Κατσιμιχαίων "Μάρκος και Άννα", σκέφτομαι "Γιώργος και Άννα". Λόγος ξανά για κίνημα τέχνης. Το παιδί Καρτελιάς εξανίσταται, κάτι ψελλίζει για ΠΑΣΟΚ και κινήματα, του απαντάω ότι υπάρχουν και κινήματα τέχνης (λες να μην το 'ξερε; δε νομίζω). Η performer Αιμιλία μιλάει για τους κόκκους της καθημερινότητας σα να 'ναι η αμμουδιά του πολιτισμού. Τέλος πάντων, ο στύλος με κοιτάει πίσω από τη τζαμαρία, χλωμός και ηλίθια μυστηριώδης. Τέλος πάντων πεισμώνω: "Ποιοι είσαστε;"

Μου ζητούν να μην ονομάσω το χώρο. ΟΚ. Παίρνω την ευθύνη. Τον ονομάζω Άλεκτον. Την επιστρέφω όμως: οι νονοί είναι αυτοί, οι πρωτεργάτες του χώρου. Το προπατορικό τους αμάρτημα δεν έχει ακόμα ξεπεραστεί. Λέγονται; - δεν ονομάζονται - είναι;…προμηθεϊστές του εφήμερου. Εδώ, οι σερβιτόροι παίζουν πιάνο και τραγουδούν, οι μουσικοί σερβίρουν. Ύστερα, βγαίνουν έξω. Η νύχτα που τους απειλούσε, τους έχασε μέσα σ' αυτό το καταφύγιο. Βγαίνουν έξω, φεύγουν, η ζωή συνεχίζεται. Αύριο, κυνηγημένοι ίσως πάλι, θα κάνουν ένα μικρό διάλειμμα για μερικές ανάσες. Θα 'ρθουν ξανά εδώ. Ήρθα για να τους καταγράψω. Δεν ήθελα να τους κλείσω σε εισαγωγικά. Θεώρησαν απειλητική τη μελάνη μου. Τα κιτάπια μου δε τους χωράνε εύκολα. Ήθελα μόνο να τους γνωρίσω. Κάθισα στα τραπέζια τους. Κοινωνήσαμε. Δεν φιλοξενήθηκα - κοινωνήσαμε. Δεν μπορούσα να περάσω απαρατήρητος σαν τρίτος. Μονάχα ο φακός της μηχανής είναι τρίτος, παρείσακτος. Στα χέρια μου γίνεται κι αυτός κοινωνός. Τελικά, εδώ υπάρχει χώρος; Χώρος συνάντησης, χώρος δημιουργίας; Υπάρχει ο χώρος αλλά μόνο με την προϋπόθεση των ανθρώπινων βλεμμάτων, των χειρονομιών, των ατάκτως ειρημένων συζητήσεων, των τραπεζιών που μαζεύτηκαν απ' τα σκουπίδια για να επιπλώσουν αυτόν το χώρο. Ό,τι έδιωξε η καθημερινότητα, είναι εδώ λοιπόν, άνθρωποι και πράγματα. Εκκλησιασμός μικρού δήμου. Χωρίς ταυτότητα, πρόγραμμα, στόχο, θέση, μόνο με την ταυτότητα της συνάντησης. "Συναντιούνται, άρα υπάρχουν", η μόνη προκείμενη. Εμπειρίες, βιώματα, τραπέζια, παρέες. Η νύχτα τους καλεί, η νύχτα τείνει προς το Άλεκτον, το άλεκτόν τους.
Λίγο μετά τους εξηγώ τη σκέψη μου. Το παιδί Καρτελιάς συγκινείται, η performer Αιμιλία δακρύζει, η νεράιδα Μιμή χαμογελάει, το τραγούδι "Γιώργος και Άννα" αγκαλιάζεται. Βγαίνω έξω. Ο εκθεσιακός χώρος δίπλα είναι σιωπηλός, το θεατράκι επάνω το ίδιο. Μέσα απ' το τζάμι η παρέα των ηθοποιών τραγουδάει, γλεντάει, σα θίασος βουβός. Ο στύλος με κοιτάει. Του κλείνω το μάτι.

…νύχτες του Μεταξουργείου και του κέντρου της Αθήνας. Κυνηγημένοι άνθρωποι τρέχουν στα στενά ή περπατούν με γρήγορο βήμα. Μετανάστες, "κορίτσια", πρεζάκια, περαστικοί. Ανθρώπινο μπουλούκι. Αυτοκίνητα, μηχανές, ταξιτζήδες. Μπροστά αυτοί και πίσω τους τα χίλια δυο πρόσωπα του φόβου και του μίσους. Αόρατα ή ένστολα ή και οικεία τους. Οι περισσότεροι είναι άνθρωποι χωρίς επιλογή. Το μηχανάκι μου περνάει αδιάφορο ανάμεσά τους. Το βλέμμα μου όμως όχι. Κυνηγάει τους κυνηγημένους. Ετυμηγορία: αθώοι, μέσα στα μικρά τους εγκλήματα και τα μεγάλα τους πάθη. Ασφυκτιώ μαζί τους, ασφυκτιώ που αυτοί δεν έχουν κανένα καταφύγιο…

Το «Άλεκτον» ιδρύθηκε το 1999, ως μη κερδοσκοπικό σωματείο, διαχειριζόμενο από Επιτροπή. Μερικοί από τους ανθρώπους του…
Μιχάλης Κακογιάννης, Μαρία Φαραντούρη, Γιώργος Γραμματικάκης (καθηγητής Φυσικής και πρώην Πρύτανης Παν/μίου Κρήτης), Νίκος Τρανός (καθηγητής στην Α.Σ.Κ.Τ.), Αγλαΐα Παπά (ηθοποιός), Άγγελος Σκούρτης (ζωγράφος), Λένα Κιτσοπούλου (συγγραφέας, ηθοποιός), Βασίλης Παπαβασιλείου (σκηνοθέτης, ηθοποιός), Γιάννης Ψυχοπαίδης (εικαστικός δημιουργός, καθηγητής στην Α.Σ.Κ.Τ.), Δημήτρης Γέρος (ζωγράφος), Γιάννης Μετζικώφ (ενδυματολόγος, σκηνογράφος, ζωγράφος, γλύπτης) Κυπουργός Νίκος (μουσικοσυνθέτης), Μάγια Μόργκενστερν (Ρουμάνα ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου), Μήτσος Κασόλας(συγγραφέας, ποιητής δημοσιογράφος), Καρτελιάς Κώστας (ποιητής, στιχουργός)

ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΟΜΙΛΙΑΣ ΧΕΙΜΩΝΑ:

«Πάντως εγώ, όταν……δεν το ταξιδιωτικό γεράκι, που εδώ και πάρα πολύ καιρό το περιμένω/το γεράκι με τον ασημένιο κρίκο στο πόδι του: το μήνυμα που έχει για μένα/ θα σχίσω χωρίς να το διαβάσω το μήνυμα/και θα κρατήσω ανάμεσα στις χούφτες μου το ίδιο το γεράκι - και τότε το μήνυμα για μένα θα είναι ο άγριος χτύπος της καρδιάς του γερακιού, η παγωμένη αφή του χεριού που λίγο πριν το αφήσει να πετάξει, το έσφιξε με δύναμη κι εκείνο από τον πόνο έκρωξε.

:Γιατί εγώ, μονάχα τα μέσα αγαπάω. Τα μηνύματα, μονάχα τα ξέρω. Αφού είμαι αυτός που τα έγραψε. Μόνο που δεν είμαι εκείνος που τα σκέφτηκε. Πάντα μου τα υπαγόρευαν.»

Ιανουάριος '93
 Τετάρτη, 29                                                                        
Γιώργος Χειμωνάς

Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Νέμεσις, τον Απρίλιο του 2010

*

Γκάτσος ο Πελασγικός 2

του Γιάννη Υφαντή

(Ένα κείμενο το οποίο –τουλάχιστον πριν το περιορίσω για να χωρέσει στα 20 λεπτά- το διέτρεχε η ιδέα ότι κάθε επαναπροσέγγιση του ποιητή, μπορεί να γίνεται, μια ευκαιρία επαναπροσέγγισης του Παγκοσμίου Ποιητικού Πνεύματος)

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

yfanths-gkatsos.jpgΟι ποιητές κατά βάθος δεν είναι πολλοί, οι ποιητές κατά βάθος είναι ένας, ο Κανένας, που όμως έχει πολλά πρόσωπα και πολλά ονόματα σκορπισμένα στο χώρο και στο χρόνο.

Γι’ αυτό λέει ο κάθε ποιητής. Γι’ αυτό λέει το Παγκόσμιο Ποιητικό Πνεύμα:

Δεν υπάρχει θέμα· βρίσκομαι εδώ· βρίσκομαι πάντα εδώ.

Έγραψα το Τραγούδι του Αρπιστή στα 2000 π.Χ. στην Αίγυπτο
Έγραψα την Οδύσσεια στα 800 π.Χ. στην Ιωνία.
Έγραψα το Ταό Τε Κιγκ στα 600 π.Χ. στην Κίνα.
Έγραψα τον 11ο αιώνα στο Ικόνιο το Μαθναβί ι Μαναβί.
Τέλειωσα στη Ραβέννα εξόριστος την Κωμωδία που ο Βοκ-
κάκιος την είπε Θεία.
Έγραψα τη Γυναίκα της Ζάκυνθος
Τα Τέσσερα Κουαρτέτα
Την Κίχλη και
την Αμοργό
Το Μανθρασπέντα.

Δεν υπάρχει θέμα· βρίσκομαι εδώ· βρίσκομαι πάντα εδώ.

Η ομορφιά της Φύσης, τα παραμύθια και τα ποιήματα, οι θρύλοι και οι πραγματικές ιστορίες που άκουσα κυρίως από τον πατέρα μου υπήρξαν το αντίδοτο της  μελαγχολίας μου στα παιδικά μου χρόνια.

Οι ποιητές και οι μουσικοί υπήρξαν το αντίδοτο στη μιζέρια και στη θλίψη των εφηβικών μου χρόνων.
Κι αργότερα, στα 27 μου, είναι ο Γκάτσος μαζί με τον Χατζηδάκι (ένας ποιητής κι ένας μουσικός δηλαδή) που γίνονται η αιτία να εκδώσω σε βιβλίο τα ποιήματά μου. Είναι αυτοί που στέλνουν στο σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη (και σημειώστε τούτο: χωρίς ποτέ να έχουμε γνωριστεί) στέλνουν τον διευθυντή των εκδόσεων ΤΡΑΜ, τον Δημήτρη Καλοκύρη, για να με παρακαλέσει (εκ μέρους των) να εκδώσω τα ποιήματά μου σε βιβλίο.
Κι όταν μετά ένα εξάμηνο παίρνουν στα χέρια τους το «Μανθρασπέντα», καθώς μου έλεγε αργότερα ο Χατζηδάκις, η μέρα εκείνη γι’ αυτούς είναι γιορτή. Γιατί βλέπουν τη γραμμή που ξεκινάει από τον Όμηρο, τους λυρικούς και τους τραγικούς και φτάνει αδιάσπαστη ως αυτούς, να συνεχίζεται. Χαίρονται όπως οι γονείς που ύστερα από μεγάλη αναμονή, αποκτούν το πρώτο τους παιδί. Και μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τον Χατζηδάκι, ο Γκάτσος λέει στον Ελύτη, να μην πατήσει το πόδι του στην παρέα τους, αν δεν καθήσει προηγουμένως να διαβάσει το «Μανθρασπέντα». Κι ο Ελύτης υπάκουσε απαντώντας: «Ό, τι προστάξει ο Νίκος».

Μα το πιο σημαντικό για μένα, είναι, που ο Γκάτσος (και βέβαια μαζί του ο Χατζηδάκις κι ο Ελύτης ή ακόμα πιο πέρα στην οδό Μιχαήλ Κόρακα ο Ρίτσος), συμπεριφέρονται έτσι απέναντι σ’ ένα βιβλίο που δεν το ανέφεραν επαινετικά προηγουμένως οι Τάιμς, η Λε Μοντ είτε η Φιγκαρό. Ούτε καν το Βήμα και τα Νέα. Είναι σημαντικότατο να διαθέτει μια χώρα ανθρώπους που να μην χρειάζονται κανενός τη μαρτυρία για ν’ αποτιμήσουν κάτι. Η χώρα που έχει τέτοιους ανθρώπους έχει ψυχή, έχει κέντρο. Αλλοίμονο στη χώρα που δεν έχει κέντρο, είτε που έχει χάσει το κέντρο της. Αλλοίμονο σε μια χώρα που έχει χάσει την ψυχή της.

Ο Γκάτσος (κι όλη η θαυμάσια γενιά του 30) όχι μόνο δεν φοβάται τους γονείς του, (τους προηγούμενους ποιητές εννοώ) αλλά είναι ευτυχής που συμβαίνει να είναι γιος τους, και με χαρά κάνει ότι μπορεί για ν’ αποτελεί συνέχειά τους.
Όχι μόνο δεν φοβάται τα παιδιά του, όχι μόνο δεν υπονομεύει τα παιδιά του, αλλά κάνει τεράστιες προσπάθειες να τα βοηθήσει.

Οι ποιητές άλλο δεν είναι παρά κύματα
του Ωκεανού που τ’ όνομά του είναι Πνεύμα.

Και βέβαια, όντας καθάριο πνεύμα οι ποιητές, διόλου δεν αλλοιώνονται από τις δημόσιες σχέσεις. «Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Όταν ο Γκάτσος αναφέρει δημοσίως ονόματα νέων ποιητών που εκτιμά, και αγαπά, δεν αναφέρει εκείνους που συνωστίζονται γύρω του, αλλά εκείνους που εκτιμά και αγαπά ως ποιητές, έστω κι αν δεν τους έχει γνωρίσει ποτέ από κοντά.

Τι να κάνουμε; Έτσι είναι οι ποιητές. Μα δεν είναι θαυμάσιο που στον κόσμο τούτο στον οποίο όλοι εξαγοράζονται, να υπάρχουν εκείνοι που δεν εξαγοράζονται ποτέ, από κανέναν και με τίποτε;

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΑΛΛΑ ΤΙ ΣΟΪ ΠΟΙΗΤΗΣ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟΣ Ο ΓΚΑΤΣΟΣ;

Αν κι έγραψε πολλούς στίχους προορισμένους εξ αρχής για να μελοποιηθούν,  ποτέ οι αναφερόμενοι σ’ αυτόν δεν έθεσαν το δίλημμα στιχουργός ή ποιητής. Γιατί το 70 τοις εκατό των γραπτών του Γκάτσου είναι υψηλή ποίηση.
Και βέβαια στην ΑΜΟΡΓΟ ισχύει αυτό που λέει το Ευαγγέλιο «το πνεύμα όπου θέλει πνει». Περνάει μες από το δημοτικό τραγούδι και τα νεοελληνικά παραμύθια, πηγαίνει στην αρχαία μυθολογία ή στη σύγχρονη ιστορία και πραγματικότητα, πηγαίνει στη Γερμανία, στην Ολανδία ή στην Ινδία, με την άνεση που μόνο το πνεύμα έχει. Αν ο άνεμος μες στα πεύκα, που μας δίνει τον ήχο της βαθύτερης ανάσας (σαν από το πέρασμα όλων των ψυχών του παρελθόντος και του μέλλοντος), αν ο άνεμος αυτός είναι διάφανος, στην Αμοργό ο άνεμος, όντας το πύρινο πνεύμα του ποιητή, γίνεται πανέμορφες εικόνες με δροσερά χρώματα, φανερώνοντας ένα μέρος από τον δίχως αρχή και τέλος ναό του Κόσμου, ένα μεγάλο μέρος από το δίχως αρχή και τέλος πανόραμα που λέγεται διαχρονικός ελληνισμός.
Και βέβαια στην Αμοργό το πνεύμα «όπου θέλει πνει», αλλά συνάμα, όπως θέλει πνει. Με δεκαπεντασύλλαβο ή ελεύθερο στίχο, με ομοιοκαταληξία ή πρόζα, με δημοτική ή καθαρεύουσα, με αργκό  ή με αρχαΐζουσα, με λαϊκή ή με εκκλησιαστική γλώσσα. Επειδή «το πνεύμα έχει την εξουσία». Επειδή ο ποιητής «μιλά ως εξουσίαν έχων και ουχ ως οι γραμματείς».

Και βέβαια είναι μέγα λάθος να θεωρείται ποίηση μόνον η ΑΜΟΡΓΟΣ.
ΟΙ ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΕΣ, ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ, ΤΑ ΠΑΡΑΛΟΓΑ κι άλλα ποιήματά του σκορπισμένα σε διάφορες ενότητες, είναι ισάξια ή και ανώτερα της ΑΜΟΡΓΟΥ.

Αλλά τι σόι ποιητής είναι αυτός ο Γκάτσος;

Ψάχνοντας στο ιντερνέτ να δω τι λένε για τον Γκάτσο είδα ότι οι 100 στους 100 τον θέλουν υπερρεαλιστή. Και σκέφτομαι. Μάλλον χρειάζονται ένα παριζιάνικο καλλιτεχνικό ρεύμα για να δώσουν αίγλη στον ποιητή, να τον επιχρυσώσουν, επειδή δεν μπορούν να διακρίνουν πως ο ποιητής είναι ήδη, ολόκληρος, ατόφιο φως, ένα άστρο. Ή μήπως είναι απλώς μια προσπάθεια των φιλολόγων να τον κατατάξουν κάπου, να τον βάλουν στο ράφι και να τελειώνουν μ’ αυτόν;

Και βέβαια η ποίηση χρησιμοποιεί την ιστορία, μα δεν είναι ιστορία. Χρησιμοποιεί την φιλοσοφία, μα δεν είναι φιλοσοφία. Χρησιμοποιεί την επιστήμη μα δεν είναι επιστήμη. Χρησιμοποιεί τη θρησκεία μα δεν είναι  θρησκεία. Χρησιμοποιεί τον εσωτερισμό, τον αποκρυφισμό ή τον μυστικισμό, μα δεν είναι εσωτερισμός, αποκρυφισμός ή μυστικισμός. Χρησιμοποιεί τα διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα, μα δεν είναι καλλιτεχνικό ρεύμα. Είναι μόνο και μόνο ποίηση.

Ναι, γιατί όχι, ο Νίκος Γκάτσος, κυρίως στην Αμοργό είναι συν τοις άλλοις και σουρρεαλιστής. Όμως να δούμε και κάποια άλλα πράγματα. Έτσι για να παίξουμε:
Νίκος Γκάτσος λοιπόν, μάλιστα. Γκάτσος ο ασαίος, Γκάτσος ο αρκάδιος, Γκάτσος ο λαγκάδιος, Γκάτσος ο ποτάμιος,  Γκάτσος ο αστέριος, ο φεγγάριος, ο φεγγαροδιχάλιος, ο των θερινών κάμπων, ο της χειμερινής ενδοχώρας, ο αχερούσιος, ο χαρόντειος, ο δρακόντιος, ο κεκρόπειος, ο φερσεφόνειος, ο στάχειος, ο πελάγιος, ο παράλιος, ο βοτσάλειος, ο βοτάνιος, ο σπηλέιος, ο αυγινός, ο εσπερινός, ο ορέστιος, ο δωδωναίος, ο Αϊδοναίος, ο των θρύλων, παραμυθιών και τραγουδιών των μέσων και σύγχρονων ελληνικών χρόνων.

Μα όταν λέω όλα τούτα που μοιάζουν αυθαιρεσίες, μιλώ για κάτι δυσδιάκριτο από τους πολλούς, μιλώ για την ιδιαίτερη αύρα του ποιητή.

Ναι, είναι κεκρόπειος και όχι πλατωνικός, δωδωναίος περισσότερο και λιγότερο δελφικός, είναι Έλλην, μα περισσότερο Αχαιός κι ακόμη περισσότερο ο Σελλός κι εντέλει,  Πελασγός.

Mόνο τα βόδια των Aχαιών μες στα παχιά λιβάδια της Θεσσαλίας
Bόσκουν ακμαία και δυνατά με τον αιώνιο ήλιο που τα κοιτάζει
Tρώνε χορτάρι πράσινο φύλλα της λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρό
νερό μες στ’ αυλάκια
Mυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πέφτουνε βαριά κάτω απ’ τον ίσκιο της ιτιάς να κοιμηθούνε.
Τω καιρώ εκείνω ο ακμαιότερος κλάδος της πελασγικής δρυός, εκαταλάμβανεν τρις οικισμούς, πέριξ  του μυστηριώδους βράχου της Ακροπόλεως…

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.

Με ξάφνιασε όταν στα 1984 κυκλοφορεί ένας δίσκος με ρεμπέτικα, (ένα είδος τραγουδιών που έχοντας κάνει τον ιστορικό του κύκλο, έμοιαζε να έχει τελειώσει). Με ξάφνιασε που ένας ποιητής σαν τον Γκάτσο κάνει ρεμπέτικα. Και με βαθύτατη ικανοποίηση σε κάποια από τα ρεμπέτικα αυτά, κυρίως στο Πρακτορείο, έβλεπα να συνδυάζεται η σύγχρονη ατμόσφαιρα της τεχνολογίας, με την αρχαία πελασγική ατμόσφαιρα που πάντα υπάρχει στο φυσικό περιβάλλον αυτής της χώρας και κυρίως στην ατμόσφαιρα της ορεινής, χειμερινής ενδοχώρας. Δεν νομίζω πως το προσπάθησε ο ποιητής. Δε νομίζω ότι προσπάθησε ακόμα και στο ρεμπέτικο να βγει ο πελασγικός του εαυτός. Δεν το προσπάθησε. Έδωσε αυτό που ο ίδιος ήταν.

Το πρακτορείο,
θολό και κρύο,
κάπου μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι,
σα μαύρο φίδι,
γεμίζει φόβο τις αδύναμες ψυχές.

Απόψε μοιάζουμε κ’ οι δύο,
ξωπίσω εγώ και συ μπροστά
σα βραδινό λεωφορείο,
πού ’χει τα φώτα του σβηστά.

Για μας ο κόσμος δεν τελειώνει,
για μας ο κόσμος αρχινά
μα της καρδιάς το μαύρο χιόνι,
δεν θα μας βγάλει πουθενά.

………………………………

Και ύστερα ο Αϊδωναίος Πελασγός.

Αυτό το δίχτυ έχει ονόματα πολλά
πού ’ναι γραμμένα σ’ εφτασφράγιστο κιτάπι
άλλοι το λεν του κάτω κόσμου πονηριά
κι άλλοι το λεν της πρώτης Άνοιξης αγάπη.

Το δίχτυ του έρωτα με το οποίο συλλαμβάνονται και ενσαρκώνονται οι ψυχές.
«Είδες τις φλέβες των ανθρώπων, σαν ένα δίχτυ των θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ’ αγρίμια»,
θα μας πουν Ευριπίδης και Σεφέρης.
Και βέβαια, «άλλοι το λεν του κάτω κόσμου πονηριά / κι άλλοι το λεν της πρώτης άνοιξης αγάπη».

Ο Γκάτσος έχει βιώσει βαθύτατα το Ηρακλείτειο: «Διόνυσος και Άδης είναι ένα». Έχει βιώσει τον φερσεφόνειο και πλουτώνειο κόσμο, το τι συμβαίνει στα μυστήρια της Δήμητρας και της Ελευσίνας. Γνωρίζει ότι είναι ο ίδιος ο Άδης που στήνει την παγίδα που λέγεται αγάπη, την παγίδα που λέγεται έρωτας. Γνωρίζει ότι από τη μια οι ζωντανοί σπέρνουν στο αΐδιον (στα βάθη της γης ή της γυναίκας) για να έρθει στον Επάνω Κόσμο ο πλούτος. Και συνάμα γνωρίζει ότι αυτή η σπορά είναι η παγίδα του Πλούτωνα, αφού εκείνος εντέλει θα θερίσει τον πλούτο. Χωρίς βεβαίως να του ξεφεύγει, ούτε ένα στάχυ ανθρώπινης ζωής.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ:

Ο Γκάτσος αν και δεν είναι ο ενταγμένος στην αριστερά, βιώνει τα βάσανα του λαού, την αδικία μέσα στον κόσμο, και γίνεται περισσότερο επαναστατικός, επίκαιρος και συγκεκριμένος (κυρίως στα τελευταία του ποιήματα), ακόμα κι από τους αριστερούς ποιητές μας. Στο επίκαιρο και συγκεκριμένο, ξεπερνάει μερικές φορές ακόμη κι αυτόν τον Ρίτσο, ακόμη κι αυτόν τον Βάρναλη, κι εργάζεται με τον τρόπο των Ρεμπέτηδων, του Σολωμού και των Αρχαίων Λυρικών. Έτσι εδώ έχουμε τον Γκάτσο τον επαναστατικό.
Η γελοία ιδεολογία της μη βίας όπου στην πραγματικότητα ισχύει η απόλυτη νομιμοποίηση της βίας του αδικούντος δυνατού, και θεωρείται παράνομη η βία του αδικούμενου, του αδύνατου, του αμυνόμενου, δεν έχει πέραση στον Γκάτσο.

Ο Γκάτσος δεν θα αποκηρύξει τη βία για ν’ αρέσει στους Αμερικανούς ή για να μπει στο Eλληνικό Kοινοβούλιο. Ο Γκάτσος καλεί τον αδικημένο στην εξέγερση και στη χρήση των όπλων. Απευθυνόμενος στον Μακρυγιάννη του λέει:

Μπαρπαγιάννη Μακρυγιάννη δεν μας τά ’γραψες καλά
το φιλότιμο δεν φτάνει για να πάει κανείς μπροστά.
μπαρπαγιάννη Μακρυγιάννη πάρε μαύρο γιαταγάνι
κι έλα στη ζωή μας πίσω το στραβό να κάνεις ίσο.

Κι ακόμη:

Νικημένο μου ξεφτέρι
δεν αλλάζουν οι καιροί
με φωτιά και με μαχαίρι
πάντα ο κόσμος προχωρεί.

Μοιάζει μ’ όλα ετούτα να λέει στον φίλο του Οδυσσέα Ελύτη:

Δεν φτάνουν Οδυσσέα μου ο Ζέφυρος και τα φιλιά
των κοριτσιών η αγκαλιά και του πελάγου η ευωδιά.
Δίκιο ζητούν οι άνθρωποι και δίκιο πουθενά.
Τα θύματα τα φτύνουνε και υμνούνε το φονιά.
Τ’ άρματα, μόνο τ’ άρματα, νοιώθουνε τα καθάρματα.

Ναι, ν’ ασκήσεις το ιερό δικαίωμα της άμυνας, ιερό από την εποχή ακόμη του Ραδάμανθυ, για να φτάσεις στο θαύμα της ελευθερίας «γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά» καθώς λέει ο Σεφέρης «παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου».

Αλλ’ αυτό το επίκαιρο, το άμεσο, το συγκεκριμένο, το επιθετικό, δεν κάνει τον Σολωμό ή τον Γκάτσο κακούς μαστόρους.  Μα ακριβώς γι’ αυτό, ακριβώς γιατί η δικαιοσύνη είναι γι’ αυτούς το κλειδί, είναι γι’ αυτό που από τη μιά μεριά μιλούν ξεκάθαρα κι επανανστατικά και συγχρόνως από την άλλη κάνουν αριστουργήματα από απόψεως αισθητικής.

Η δικαιοσύνη που κάνει τον ποιητή να μιλά για όπλα, είναι η ίδια δικαιοσύνη που απαιτεί από τον ποιητή ποιήματα εξαιρετικού κάλλους.
Γιατί η αισθητική κατά βάθος είναι δικαιοσύνη.
Ένα ποίημα είναι καλό επειδή έχει δικαιοσύνη ρυθμών, ήχων, ιδεών.
Ένας πίνακας είναι καλός επειδή έχει δικαιοσύνη σχημάτων και χρωμάτων.
Ένα κτίριο είναι όμορφο και σταθερό επειδή έχει δικαιοσύνη σχημάτων, βαρών, υλικών, ισορροπιών.

Η δικαιοσύνη είναι η Αρμονία, η γυναίκα του Κόσμου. Ο ποιητής υπηρετεί τη δικαιοσύνη όχι γιατί ακολουθεί την ιδεολογία που λέγεται  «στρατευμένη τέχνη» αλλά γιατί η δικαιοσύνη γι’ αυτόν είναι βιολογική υπόθεση, είναι βιολογική ανάγκη, είναι βιολογική ευφροσύνη.

Δεν είναι τυχαίο που οι φυσικοί φιλόσοφοι Ηράκλειτος, Αναξίμανδρος, Δημόκριτος, έχουν τη δικαιοσύνη στην κορυφή της κοσμοθεωρίας τους, σαν αυτό που διατρέχει κάθε μόριο του κόσμου.  «Ως επί της Γης και εν ουρανώ» λένε οι τύραννοι και οι θρησκευτικές ιεραρχίες των κοινωνιών μας. «Ως εν ουρανώ και επί της Γης» λένε ο Αναξίμανδρος, ο Ηράκλειτος κι ο Ιησούς, στο θαυμάσιο εκείνο ξόρκι που ονομάζουμε «πατερημών».

Γι’ αυτό λοιπόν κι εσείς παλληκιάρια  μου με το κρασί και τα φιλιά και τα φύλλα στο στόμα σας
Θέλω να βγείτε γυμνοί στα ποτάμια
να τραγουδήστε τη Μπαρμπαριά όπως ο ξυλουργός κυνηγάει τους σκίνους
Όπως περνάει η όχεντρα μες απ’ τα περιβόλια των κριθαριών
Με τα περήφανα μάτια της οργισμένα
Κι όπως οι αστραπές αλωνίζουν τα νιάτα.

Παίζουν κορώνα γράμματα το δαχτυλίδι του Αη Γιαννιού και τα φλουριά του Αράπη.

Kι ένας παλιός ανεμόμυλος λησμονημένος απ’ όλους
Mε μια βελόνα δελφινιού ράβει τα σάπια του πανιά μοναχός του
Kαι κατεβαίνει απ’ τις πλαγιές με τον καράγιαλη πρίμα
Όπως κατέβαινε ο Άδωνις στα μονοπάτια του Xελμού να πει μια καλησπέρα της Γκόλφως.

Mαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό
τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

Mαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό
τόσαχρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

ΣΤΟΥ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ ΤΗΝ ΑΥΛΗ

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Mόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα
Mόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Kαι νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Mόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Kαι τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.
Kαι τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.
Kαι τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Kρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Mόνο ένα βράδυ του Mαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Kι αν θα διψάσεις για νερό θα στείψουμ’  ένα σύννεφο
Kι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε έν’  αηδόνι
Mόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος
N’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Mα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Eίταν του Mάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

El otonio vendra con caracolas
uva de niebla y montes agrupandos
pero nadie querra mirar tus ojos
porque te has muerto para siempre.

Mα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Eίταν του Mάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Tardara mucho tiempo en nacer si es que nace
un andtaluz tan claro, tan rico de aventura.
...............................................
Yo canto su elegancia con palabras gue gimen
y recuerdo una brisa triste por los olivos.

Mα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Eίταν του Mάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Ευχαριστώ!

Το κείμενο διαβάστηκε στο Διεθνές Συνέδριο για τον Νίκο Γκάτσο, τον Σεπτέμβριο του 2011 στο Μουσείο Μπενάκη. Και δημοσιεύτηκε αρχικά στο blog Αχ, τον Οκτώβριο του 2011.
 
Στον ποιητικό κόσμο της Ευαγγελίας Πατεράκη (Συνομιλία με την Άτη Σολέρτη)

της Σοφίας Αργυροπούλου (Άτη Σολέρτη)

Image 

Η Προμηθεύς Πυρφόρος ή, κατά Ά – κοσμόν μας, Πατεράκη Ευαγγελία, ξεδιπλώνει τον κόσμο της…

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ
Ρώτα με-!-
κι αν θέλεις κάπως να με πεις..
Έρωτα κι Επανάσταση
και Προμηθεύ Πυρφόρο
Αυτά έχω ονόματα
Κι άλλα από τούτα
δε θα πω…
Θα φύγω…
Γιατί Εσύ
Εσύ έφυγες πρώτα…
Κι αφού το θες να θυμηθείς…
Θυμήσου με…
 
Έρωτας. Επανάσταση. Προμηθέας – Πυρφόρος : Έτσι μας συστήνεσαι. Κατά πόσο σε αντιπροσωπεύουν αυτές οι έννοιες;

«Η διαθήκη μου», είναι η αυτοβιογραφία μου με ρίμες, και παράλληλα, η συνομιλία μου με όποιον στάθηκε εμπόδιο στο δρόμο μου. Είναι, το μέχρι τώρα μου και πρόβλεψη του υπολοίπου μου καθώς και η ύστατη επιθυμία μου - στάχτη να …περπατήσω τη θάλασσα που λατρεύω. Έρωτας, για μένα είναι μια υπέρτατη Αξία – κινητήριος δύναμη στην εμβάθυνση των όλων, στην ένωση, στη δημιουργία, στην ανέλιξη της ανθρώπινης υπόστασης στο χώρο του Άναρχου Απείρου. Το Πάθος για δημιουργία, ο Πόθος για δόσιμο, η Αγία Παρόρμηση. Έρωτας είναι η Αρχή και η συνέχεια. Έρωτα πες με κι Επανάσταση. Επανάσταση καθημερινή σε ό, τι δικάζει και καταδικάζει σε μιζέρια και υποδούλωση, σε ό, τι περιθωριοποιεί και χλευάζει την ανθρώπινη αξία. Επανάσταση ακόμη και απέναντι στον εαυτό μου, όσες φορές επιχειρήσει να με σκλαβώσει. Κι αν θέλεις κάπως να με πεις: Έρωτα κι Επανάσταση και Προμηθεύ Πυρφόρο. Με σύνεση, προνόηση και επίγνωση, χρέος αισθάνομαι, αφού γεννήθηκα με την τρέλα να αποτυπώνω στο χαρτί ό, τι σκαρφίζομαι, να πυροδοτήσω στους συνανθρώπους μου την ορμή για Αληθινή Ζωή, με την υπενθύμιση και  διατήρηση των Αξιών. Να τους γνωρίσω ό, τι οίδα και ν άρω το φόβο του αδύναμου απέναντι στον ισχυρό, δείχνοντάς του ότι όλοι είμαστε ίσοι.  
 
οι ρίμες μέσα στο χάος...
Έτσι είναι λοιπόν..
Λίγο χώμα στις
άκρες των δαχτύλων
να θυμίζει φιλί και...φεύγω...
Αν ξανάρθω
θα ‘ναι
που θα γυρίσει ο καιρός
θα ξανάρθει Χειμώνας
να δαγκώσω μόνο ένα κάστανο
να θυμηθώ τη φωτιά...
Φυσιγγιοθήκες οι φλέβες μου
το στόμα μου κάνη
Λέω
να πυροβολήσω αύριο
σήμερα
μουδιασμένα άγρυπνες οι αίσθητες
μέσα στην κρίση των οραμάτων
Αν είναι να χτυπήσει το τηλέφωνο
ας είναι η γιορτή...
Μόνο
που ένα ταξίδι αργεί να τελειώσει..
κι εκεί..
απλά ερωτώ...
έχει κύματα απόψε το πέλαγος-;-
 
Έφτιαξα τον κόσμο μου
σ' ένα δωμάτιο μέσα -
δε θέλω καθρέφτες -
μόνο τη μυρωδιά της γης
στη βροχή να έχω
και τίποτ’ άλλο
να σχεδιάσω το νου μου άτρωτο
πάνω απ' τα κομμάτια της καρδιάς μου
 
Κι έτσι είναι λοιπόν...

Ρίμες στο χάος. Θα έλεγες πως είναι ο τίτλος των όσων μας λες, μας γράφεις…;

 
Σ’ ένα χάος ζούμε. Σε μια αλλοτριωμένη κοινωνία, γριά και χαιρέκακη που, αρρωσταίνει τα παιδιά της. Που διαστρέφει ό, τι πιο αγνό και όμορφο προς εξυπηρέτηση σκοτεινών ματαιόδοξων υπανθρώπων που θέλουν να εξουσιάζουν. Φτιάχνω ρίμες που παλεύουν να φωτίσουν την πραγματικότητα μέσα στη χαώδη κοινωνία που αφήσαμε να μας επιβάλουν, από αδυναμία πίστης σε ‘μας. Ρίμες στο χάος, λοιπόν, ν’ ανάψει το Όνειρο ξανά κι η τόλμη στις ψυχές των ανθρώπων.
 
Αποτελεί η ποίηση μέσο για τη μεγάλη ή τη μικρή απόδραση;
 
Η Ποίηση είναι η Ιερή Μήτρα Φωτός. Είναι η Ώθηση για την ανοδική πορεία του ανθρώπου στον Άνθρωπο. Γι’ αυτό, λέω, δεν υπάρχουν ποιητές, μόνο Ιερείς και Ιέρειες, Μύστες και Μυημένοι. Θεωρώ ιεροσυλία να αποκαλέσει κάποιος τον εαυτό του ποιητή.
 
Υπάρχουν ποιητές που σε έχουν επηρρεάσει; Κάποιο κίνημα ή ρεύμα;
 
Δεν είχα και δεν έχω πρότυπα. Μόνο σεβασμό και θαυμασμό αισθάνομαι για ανθρώπους. Κατ’ επέκτασιν, ούτε κίνημα ή ρεύμα με έχει επηρεάσει. Πιστεύω ότι ο καθένας μας, έχει τη γνώση εντός του κι ο καθένας μας είναι μοναδικός. Θεωρώ μεγίστη κατάκτηση να σκύψει ο καθείς μας στη γνώση του και να εξωτερικεύσει τη μοναδικότητά του.
 
Να αναφέρουμε πως διατηρείς και τα εξής blogs : Ριψοκίνδυνες πλεύσεις, Ανάσες καπνού.Είναι η γραφή ριψοκίνδυνη πλεύση; Ανασαίνει καπνούς από σκέψεις κι αισθήματα; Πως την ορίζεις μέσα σου;
 
Ολόκληρη η πορεία μας, επομένως κι η γραφή, είναι μια ριψοκίνδυνη πλεύση. Σχοινοβατούμε ανάμεσα στα δυο άπειρα: Το συν και το πλην. Οι «ανάσες καπνού», είναι μια υπενθύμισή μου ότι κάποτε βρέθηκα να ξεψυχώ σ’ έναν ιστό αράχνης. Για να θυμάμαι ότι δεν πρέπει να επαναλάβω λανθασμένες κινήσεις που είχα κάνει τότε γι’ αυτό και διατηρείται ανοιχτό ακόμη αυτό το blog.
 
Τι σε οδήγησε στο να «κλείσεις» τα άλλα blogs που διατηρείς;

Η κακοήθεια κάποιων…

"Θα πενθώ πάντα -- μ’ ακούς;"
..."Πήγα μέχρι τη σελήνη και μέθυσα πίνοντας γουλιά γουλιά τα χρώματα που ‘χυναν τ’ αστέρια. Ένα παραλήρημα χρωμάτων που σε παίρνει και χάνεσαι πετώντας στο άπειρο. Ελεύθεροι παπαγάλοι συνάντησαν το βλέμμα μου κι έβαλαν τα θεμέλια του δικού μου κόσμου. Εκεί που η λέξη άγριος δεν υπάρχει στα λεξικά. Σ’ εκείνον το δικό μου κόσμο ελεύθερα κι όχι άγρια τα πουλιά φτερουγίζουν ανεξάντλητα στην περιφέρεια του χρόνου. Κάθε που φτάνουν σ’ αυτό το αόρατο σημείο της ένωσης του άπειρου παρελθόντος με το άπειρο μέλλον γεννούν τη φαντασία που καλπάζει σ’ ιπτάμενα ακατέργαστα επίπεδα. Γεννούν τη Μεγάλη Ιδέα της Λύτρωσης, την αετόμορφη κι εκεί όλες οι θάλασσες αναρριγούν.
Εγώ είχα πάντα μια επιτυχία αποθηκευμένη στην καρδιά μου, αφού διάνυσα αιώνες χιλιομετρικές αποστάσεις που δε χωρά ο νους τ’ ανθρώπου, για να φτάσω εδώ. Εδώ που τελειώνει το αύριο κι η φράση: Καλή αντάμωση, έχει πια αποκτήσει τη σωστή της σημασία.
 
Καλή αντάμωση γλυκιά μου, πονεμένη μου μάνα.
Καλή αντάμωση φτωχέ, τυραννισμένε μου πατέρα."...
 
Απόσπασμα από το βιβλίο σου, τον «Δραπέτη». Θέλεις να μας μιλήσεις γι’ αυτό;

Θέλω να μιλήσει το ίδιο το βιβλίο:
 
«Ένας δραπέτης του μαύρου σκότους αναζητά τη λύτρωση. Η άρνηση στο κατεστημένο, η άρνηση στην ισοπέδωση και στη φθορά των χρωμάτων, μια τραγική εμπειρία στα παιδικά του χρόνια, που στάθηκε αιτία για μια σειρά επακόλουθες τραγικές επίσης εμπειρίες, όλα αυτά οδηγούν στην επανάσταση. Οι αλυσίδες που του καταρρακώνουν το σώμα δίνουν δύναμη στην ψυχή του κι ανοίγει φτερά. Τυχαίνει καμιά φορά να βρεθεί σε ομίχλη και να χτυπήσει με δύναμη στο παρμπρίζ κάποιου αυτοκινήτου, ή να ξεγελαστεί και να θαμπώσει απ’ του ήλιου το δυνατό φως και να καεί. Τότε γεννιέται η θυσία κι η επανάσταση βάφεται με δόξα και αίμα.
Δεν υπήρξε ποτέ επανάσταση που να μη βάφτηκε με αίμα.
 
“Χλωμή μου φαντασία, τώρα λειώνω”…»
 
Το μόνο που θα πω εγώ, είναι ότι όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται μέσα στις σελίδες του βιβλίου μου, είναι υπαρκτά και τα γεγονότα πραγματικά. Παράλληλα, συμπληρώνω ότι πριν από το «Δραπέτη» μου, υπάρχει κι έκδοση ποιητικού μου βιβλίου με τίτλο «Ενδιάμεσος Αντίλαλος».

Τι ρόλο έχουν παίξει «οι δραπέτες» στη ζωή σου;
 
Καθοριστικό ρόλο. Μου δίδαξαν ότι υπάρχει κόσμος πίσω από τα φαινόμενα και χρέος έχουμε να τον ανακαλύψουμε. Εκεί πίσω, βρίσκεται η Αλήθεια.
 
Το βιβλίο σου το αφιερώνεις «σ' όσους αντέχουν να δραπετεύουν... σ' όσους αντέχουν ν' αγαπούν...». Γιατί είναι τόσο δύσκολο ή επίπονο, να αντέχουμε;
 
Αντέχω σημαίνει ανεβαίνω επίπεδο. Αντέχω κι άλλο κι άλλο κι άλλο σημαίνει συγκαταλέγομαι πλέον στο «Βιβλίο των Ηρώων» το Μεγάλο. Αντέχω: Υπερβαίνω το μικρό μου εαυτό, κι ανασηκώνομαι από την κόλαση που δημιουργήσαμε, βουλιάζοντας τα πόδια μας στη γη για να νιώθουμε ασφαλείς με την αφέλεια της άγνοιας.
 
Τι ρόλο παίζει ο έρωτας στη ζωή σου;
 
Μέγιστο ρόλο. Από παιδί ένιωσα ότι τη Ζωή ολόκληρη τη συνθέτει ο Έρωτας και τα Μαθηματικά. Είναι ένα κοινό βάθρο της θεμελίωσης των πάντων και του Ενός Όλου.
 
μέσα κι έξω.. / νυχτερινός ερωτικός
 
(…)
Κι εγώ –
Παραβολή της κόλασης
δαιμόνων εκπεσόντων
Κι έτσι έμαθα τον έρωτα
Γυρεύοντας εκτός κι εντός..
Το σπίτι μου
Κι έτσι εκτίμησα
την κόλαση των αιώνων..
 
«Εκτός αγαπάμε, εντός πεθαίνουμε γυρεύοντας το σπίτι μας κι έτσι εκτιμάμε την κόλαση των αιώνων». Έτσι μαθαίνεται ο έρωτας;

Εντός κι εκτός αγαπάμε. Εντός κι εκτός πεθαίνουμε και ξαναγεννιόμαστε. Ζούμε την κόλαση κι αγγίζουμε τον παράδεισο. Έτσι, γινόμαστε μύστες του Ιερού Έρωτα.
 
χρόνια δεν έχει..
 
Μην έρθεις
απόγιομα γιορτής
Γέμισα κρότους
Δε θα σ’ ακούσω
Άργησες πολύ
Δεν έχει άλλο
Κι η φωνή σου
ναυάγησε
Κράτησε
αποστάσεις ντροπής
της ιστορίας μας
Χρόνια δεν
έχει
ούτε αιώνες
ούτε ψυχή
(…)
 
Κι αν
σ’ είχα ψάξει κάποτε
ήταν για να
σου τραγουδήσω
Δεν τ’ άξιζες
Μείνε στο φόβο σου
που όαση ονομάζεις..
 
Μας λέει την αλήθεια μια απογοήτευση;
 
Μας διδάσκει μια απογοήτευση, όταν ζυγίζουμε ώριμα τα γεγονότα.

στ' άβατο των νεκρών
 
Είχε φυσήξει άγαρμπα
Άνεμος που
Σπαράζει
Κινούμαι αντίθετα
Πάντα
Κόντρα εξέλιξη
Γι’ ανάφλεξη
 
Πίνω θάνατο
Πάντα
Κόντρα ζωή
Για πάθος
 
Άφησα τη στέγη
Για τους γυμνούς
Που ντρέπονται
Και στο γείσο μου
Κρέμασα βροχές
Για να μεθύσουν ποιητές
Και πάω..
 
Πάντα πάω
Να ιστορήσω
Χτύπους νεκρών
Να μην αδειάσουν τα
βιβλία
 
Δε γράφω
Δίνομαι
Δεν πονώ
Σκορπάω
 
(…)

Χλευάζω τα μνήματα
Των γελαστών ζώντων
Τους φθείρω
Ισχυρός επικριτής
Της ανίας τους
Που ορίζονται
Ομαδοποιημένοι
Εξορίζοντας γενναίους
Αγκαλιά το μάταιο
Της δόξας τους

Κι ανάβω πιότερο
Και φωτίζω
Τη γηραιά πλατεία
Που πανδοχείο έγινε
Θαλασσινών αφηγήσεων
Δονήσεων μάχιμων νεκρών
που υπερυψώθηκαν
να δώσουν βουνά
Ιερά άβατα
των αναμνήσεών τους..
 
Πόσο ισχυρή είναι η ανάμνηση;

Πανίσχυρη για τη δημιουργία μιας πανίσχυρης συνέχειας.
 
Ποια είναι η σχέση σου με τους «νεκρούς» σου;
 
Τους φυλάττω εντός μου σαν προσευχή τους «νεκρούς» μου. Είναι μέρος των Ιερών μου.
 
«Μην τους φοβάσαι
Τους νεκρούς
Γέφυρες στήνουν
Τους λιποτάκτες τρέμε -!-..»
 
Έτσι μας λες στην «Επιστροφή των Αργοναυτών». Δεν υπάρχει δικαιολογία για τη λιποταξία;
 
Όχι! Λιποτάκτης, σημαίνει φοβισμένος ή, αδιάφορος. Και οι δυο επικίνδυνοι για όλους μας.
 
μαύρη βροχή
Δύσκολη νύχτα
Κατασπαράζει
το νου μου
Βρέχει μαύρη βροχή
στον κόσμο μου
Στάση κάνει
στη ροή
Να τη σταυρώσω θέλω
σα ληστή
των παιδικών μου φιλιών
Όμως, την πίνω
απ’ τις χούφτες μου,
που την άδραξαν όλη
Κι αυτή,
η αχάριστη,
μαχαίρι γίνεται
και περιστρέφεται
στα σπλάχνα μου
Ξεσκίζει
ξεριζώνει μια μια
τις αγάπες μου
Τώρα θυμάμαι
που πίσω στους χρόνους
μια μήτρα
εμπνεύστηκε για μένα
ζωή
Ίδια νύχτα και τότε
 
Το μοτίβο της «βροχής» το συναντάμε συχνά στη γραφή σου. Είναι κάθαρση η βροχή;
 
Είναι πηγή Ζωής και κάθαρση.
 
Μοναξιά
Αρκετά μικρά
Στεγνά,
άδεια.
Σπίτια άδεια.
Κρύα, φυλακές
Στη μέση
η αγχόνη
μαύρη,
ίδια νύχτα θανατερή
Ακρωτηριάζεται η ζωή
Τόσο άδεια ... τα σπίτια μας.
 
Ποια η σχέση σου με τη μοναξιά;
 
Καλή, μέχρι εκεί που μου επιτρέπει να κάνω την ανασκόπησή μου, την ανασύνταξη των δυνάμεων μου. Από ‘κει κι έπειτα, η μοναξιά σκοτώνει.
 
δεν επιστρέφουν τα τρένα πάντα...
 
(..)
 
Δεν εξαρτιέμαι
από ζωή
 
Δεν εξαρτιέμαι
από θάνατο
 
Περνώ το σκοινί
στο λαιμό μου
και επιστρέφω...
...πάντα
όταν καταζητούμαι._
 
Γιατί «όταν καταζητείσαι επιστρέφεις πάντα»; Είναι μορφή λύτρωσης η επιστροφή ή κάτι άλλο;
 
Όταν καταζητούμαι, επιστρέφω πάντα. Έχω ν’ αντιμετωπίσω, κι αντιμετωπίζω με θάρρος το δικαστήριο των συνανθρώπων μου και του εαυτού μου. Δε λιποτακτώ. Δεν κρύβομαι. Επιστρέφω και μάχομαι.
 
είμαι εγώ ο φονιάς -!-
(…)

«Είσαι εσύ ο φονιάς;»
Με ρώτησε ο δήμιος
Απάντησα με την κίνηση
του κεφαλιού, «Ναι!»
«Είσαι ελεύθερος!» Μου είπε
«Το γνωρίζω» Απάντησα με
τον ίδιο γνωστό τρόπο
Σε κοίταξα στα μάτια
Σε φίλησα μυστικά
Με έδειξα και
πήδηξα στο γκρεμό..      
 
Αποτελεί ο αλτρουισμός μια πράξη γενναιότητας που οδηγεί στην ελευθερία;
 
Ναι, ο αλτρουισμός είναι πράξη γενναιότητας και υπέρβασης του μικρόκοσμού μας.  
 
Νιώθεις ελεύθερη;
 
Νιώθω δυνατή, να μάχομαι, κάθε στιγμή, για την ελευθερία μου. Η ελευθερία είναι άπειρη. Πολλές φορές, ξεγελιέσαι. Νομίζεις ότι την κατακτάς, αλλά υπάρχει κι…άλλη….
 
Νέος Αντάρτης "Θαμώνας Αλλού"
προς αποκατάσταση της τάξης και της μη εμπλοκής
σ' ένα κάλπικο παρελθόν, συνεχίζει την πορεία του
κόντρα
στην κόντρα των, κάθε λογής, διεφθαρμένων ...
εκτοπιστών του Ανθρώπου !!!
 
Θαμώνας αλλού, Πως προέκυψε η ανάγκη για αυτό το «αλλού»;
 
Από πάντα είμαι εδώ κι αλλού. Μαθητής στο εδώ και θαμώνας στο αλλού – εκεί που κατοικεί η Αλήθεια. Δεν είναι ανάγκη, ούτε φυγή. Είναι που λατρεύω το Φως.
 
στα κοιμητήρια των συνειδήσεων
 
Λαξεύω τη φωνή μου,
τις νύχτες,
σε κοιμητήρια συνειδήσεων
Τότε που τα αγρίμια
ουρλιάζουν σπαραχτικά -
για τροφή
για αίμα διψούν
 
(..)

Να προλάβω θέλω,
να προλάβουμε
πριν την Αυγή,
να οργανώσουμε την αταξία
στην πόρνη τάξη
των ημερών μας
 
Είναι όντως κοιμισμένες οι συνειδήσεις ή έτσι δείχνουν;
 
Είναι κοιμισμένες οι συνειδήσεις. Τις κοίμισαν τα βαριά ναρκωτικά των δημίων – εξουσιαστών μας. Κάποιοι από εμάς, μπορούμε ακόμη να βλέπουμε την πραγματικότητα και Χρέος έχουμε να κάνουμε μεγάλο σαματά να ξυπνήσουν οι κοιμισμένες συνειδήσεις.
 
λαθρομετανάστης εγώ
 
Στο εδώλιο
εγώ

Μια κλεψύδρα
στο κέντρο
των ορίων
κάνει
να σφαδάζουν
τα όνειρα λεπρών
κι αισθήσεων
 
Στο κέντρο
της Αθήνας όραμα
και
μεσημέρι
 
"Πού περπάτησε
ο διάβολος
την Αυγή;"
"Στο λυκαυγές
του νου
στις έρημες
στέγες"

Κι ο ήλιος
έγειρε αλλόφρων
και
μονάχος
Κι ανησύχησαν
οι κολασμένοι
που χρόνισα
στον κόλπο
της Ιστορίας
ιστορία να γράφω
για ΄μας
τους δυο που
κρύβουμε
στη σάρκα
μαργαρίτες
 
Ένα δόρυ
ζωγράφισα στον
κόλπο σου
αγρίμι
για
ν' αποκρούσεις το
θάνατο αν
χρειαστεί
Κι εγώ
θα σκίσω τον
Έρωτα
να τον μοιράσω
στους ανθρώπους
που έστρωσαν
πάχνη στις
πεθυμιές τους
για
ν' αναστήσουν
τη Γέννηση
και φώλιασαν
έντομα θανατηφόρα
κι οργισμένες
ματιές που
διαστρέβλωσαν
την αλήθεια
Έτσι
με συνέλαβαν
ως
ταραξία και
μ' εγκατέστησαν
εδώ
στο εδώλιο

Κρίμα που
δεν κατάλαβαν
ότι
ήμουν
εγώ από πάντα
ένας από
τους
λαθρομετανάστες
που
ταράζουν
τον ύπνο τους
στα
έδρανά των
που
στάζουν λάδια
όταν αυτοί
απονέμουν
κόλαση

"το...διάγγελμα"
Κι άξαφνα χθες
μαύρισε η οθόνη
Οι ξανθιές παρουσιάστριες
εξαφανίστηκαν
Θα σύρθηκαν
κάτω απ' τα γραφεία
των μεγάλων τους αφεντικών
και θα μάζευαν γόμες..
παλιά τους τέχνη κόσκινο..
Χάθηκε και το νησί
θα βούλιαξε μέσα στην καταιγίδα
Ο λαός με δάφνες
στους καναπέδες του
πίνει κονιάκ -
της παρηγοριάς
τριαράκι αστεριών -
και γέρνει στον ύπνο του..
Άρχισε να βρέχει όξω
στην πλάση
Κι ο "βασιλέας"
ενεφανίσθη
ταπεινός και μόνος
βρεγμένος
απ' την κορφή ως τα νύχια
"Ψηφίστε γιατί χανόμαστε"
είπε
και έφυγε
με όνο δίτροχο ταπεινό
για το ταπεινό κονάκι του..
Με πήρε κι εμένα ο ύπνος
Κι ονειρεύτηκα
πάλι την Πύλη-
εκείνη που ισοπέδωσε το τανκ -
Μύρισα αίμα
και ξύπνησα
Είχε γεμίσει νάρκες το σπίτι
"Μάνα", μου είπε ο γιος
"με σκότωσαν"
Γύρισα να δω
Ποτάμι αίμα το σπίτι μου
Που είναι το παιδί;
"Που είσαι;" ρωτώ με τρόμο
"Μάνα, με σκότωσαν" ακούω πάλι
"Πότε, αγόρι μου;" Ρώτησα
"Τα χρόνια που κοιμόσουν μάνα.."
 
Τέλος
 
Το πρόγραμμα συνεχίζεται κανονικά...
 
Πως βλέπεις τη σύγχρονη πραγματικότητα; Το πρόγραμμα θα συνεχίζει να συνεχίζεται κανονικά...;
 
Το σύστημα που μας επέβαλαν καταρρέει. Σάπισε απ’ το πολύ αίμα και τα δάκρυα των ανθρώπων - σκλάβων. Από τα περιττώματα και την αθλιότητα των εξουσιαστών για να ικανοποιήσουν τη ματαιοδοξία τους. Από τον εξευτελισμό της ανθρώπινης αξίας και της φύσης ολάκερης. Νέες ιδέες θα ξεπροβάλουν – ήδη ξεπροβάλουν – κι η αντίδραση στη φονική δράση είναι πλέον αναπόφευκτη.
 
Παρελθόν- Παρόν- Μέλλον : Τι σε εμπνέει περισσότερο;
 
Δεν κομματιάζω το Χρόνο. Ένα απειρογώνιο είναι. Με εμπνέει η πορεία, από την άπειρη αρχή της μέχρι το άπειρο τέλος της – δυο σημεία εφαπτόμενα μέχρι να γίνει το μεγάλο άλμα: Να διανύσεις μια ακτίνα φωτός και ν’ αγγίξεις το κέντρο του που είναι η θέωση.  
 
Το άδικο εγώ
Ησυχία δεν έχω
Γαντζώνομαι
έξω από της επικράτειας
τα πλάτη και τα μήκη
Εκεί
στη ρέμβη με χλευάζω
"Πού πας ανθρωπάκι
με βήμα γοργό;"
Ένας καίσαρας
πάντα
δυνάστευε την καρδιά μου
Δρυμός η ζωή μου
κάποιος έδρεπε
συνέχεια τα ονείρατά μου
(…)
Έτσι,
κρεμιέμαι στους αιθέρες
μυρμήγκι το περίβλημά μου
και τινάζω λέξεις
κατ' εμού
σαν με σφεντόνα
να εκτοξεύω πέτρες
στον άδικο θεό
 
Μπορείς ακόμα να ονειρεύεσαι;
 
Πάντα ονειρεύομαι.
 
Ποιος πιστεύεις πως είναι ο χειρότερος θάνατος;
 
Όταν εσύ ο ίδιος, σκοτώνεις τον Άνθρωπο μέσα σου, προδίδοντάς τον από το φόβο της μη αποδοχής από το υπάρχον καθεστώς της κοινωνίας. Κι έτσι έχεις προδώσει την ιερή αποστολή σου και τις αρχές σου.
 
το χρέος του ποιητή
Αποπροσανατολίζω τη νύχτα
δημιουργώντας λαβυρίνθους

Εγείρω στα θεμέλιά της
τριγμούς τρισδιάστατους,
μ’ αλλεπάλληλους στίχους οργής

Παιδεύομαι
να στερεώσω τα βήματά μου
στ’ αέρινα μόρια

Ληστεύω φωτόνια
να χτίσω γέφυρες αλλού
Καυτηριάζω
τις ορμές του φονιά
με τα χίλια πρόσωπα

Παίρνω μαζί μου ένα σπίρτο
ν’ ανάψω τα βλέμματα του πρωινού
Κι εντάσσω στο λεξιλόγιό μου
το χρέος
 
Πως βλέπεις το τοπίο της ποίησης σήμερα;
 
Δεν υπάρχει τοπίο ποίησης σήμερα. Μόνο Ποίηση υπάρχει και Εργάτες, που παλεύουν να την αναδείξουν.
 
Υπάρχουν σύγχρονοι ποιητές που θαυμάζεις;
 
Πολλοί κι ανώνυμοι. Από τους επώνυμους, η Κατερίνα η Γώγου, ο Τάσος ο Λειβαδίτης, που δυστυχώς δεν βρίσκονται στη ζωή.
 
Πως κρίνεις τον κόσμο των blogs;
 
Ο κόσμος των blogs, δε διαφέρει από τον υπόλοιπο κόσμο. Εξαρτάται από τη στάση μας, τις επιδιώξεις μας.
 
Πέτα, λοιπόν, την πέτρα τη χαριστική εδώ,
στο αλλιώτικο μυαλό μου και, άντε γειά!
 
Σε ποιους απευθύνεται;
 
Απευθύνεται στους στενόμυαλους, που δυστυχώς είναι πολλοί. Σ’ αυτούς που μένουν στα συνήθη και βλέπουν ύποπτα στα αλλιώτικα.
 
Πως κρίνεις τον κόσμο των εκδόσεων;
 
Τρισάθλιος ο κόσμος των εκδόσεων κι έμποροι ψυχών οι εκδότες.
 
Αναμένεται να εκδώσεις κάποιο βιβλίο στο μέλλον;
 
Είναι, ήδη έτοιμα δυο ποιητικά και ετοιμάζω κι ένα πεζό τα οποία θα προσπαθήσω να εκδώσω μόνη με έναν πρωτότυπο τρόπο - έκπληξη. Κι αυτή θα είναι η αντίδρασή μου απέναντι τους εκδότες.
 
Άτιτλο
Με είπαν μηδέν
Με λέω Όαση στο χάος
 
Τέλος, θα ήθελα να σε ευχαριστήσω και να σου ζητήσω να κάνεις μια ευχή.
 
Να εξυψωθούμε ως Άνθρωποι. Κι εγώ ευχαριστώ πολύ.
 
Για τα Χρονικά της Νομανσλάνδης

της Σοφίας Κολοτούρου

Image

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΕΠΙΔΟΞΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ : ΕΛΑΤΕ ΚΑΙ ΕΣΕΙΣ ΝΑ ΣΥΓΓΡΑΨΕΤΕ ΤΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΝΟΜΑΝΣΛΑΝΔΗΣ

Εσείς γνωρίζετε τι είναι το καναπουτσάρ και το ραμόνι; Αν ναι, αυτό σημαίνει ότι είστε ήδη μέλος της Νομανσλανδιανής κοινότητας και ξέρετε το μυστικό. Αν όχι, δεν είναι δύσκολο να μάθετε για τη Νομανσλάνδη, ούτε πώς να μιλάτε και να γράφετε στα Νομανσλανδιανά. Μέχρι να διαβάσετε το παρακάτω άρθρο θα μπορείτε κι εσείς να μπείτε στη Νομανσλανδιανή κοινότητα με το καναπουτσάρ σας. 
 
Αρχίζουμε : Μια φορά κι ένα καιρό, όχι πολύ μακρινό, μια νέα χώρα γεννήθηκε στο διαδίκτυο. Το όνομά της ήταν Νομανσλάνδη. Σήμερα η χώρα αυτή έχει ήδη αναπτύξει πεζογραφία και ποίηση, καθώς έχει συγκεντρώσει καμία δεκαριά πεζογράφους και ποιητές, που μιλούν άψογα Νομανσλανδιανά και έχουν καταγράψει ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της.
 
Η χώρα αυτή γεννήθηκε πρώτα στο μυαλό του Νίκου Σαραντάκου, ο οποίος έγραψε αρχικά ένα άρθρο πάνω στα μεταφραστικά λάθη. Η συζήτηση που ακολούθησε έδωσε την ιδέα για το επόμενο άρθρο, με τίτλο : Το χρονικό της Νομανσλάνδης.
 
Επακολούθησε δημιουργικός οίστρος. Συγγραφείς και ποιητές (Κορνήλιος, Ροδιά, ΣοφίαΟικ, Γιώργος Νικολόπουλος, Σοφία Κολοτούρου κι ο ίδιος ο Νίκος Σαραντάκος) έγραφαν για μέρες ποιήματα, πεζά, γλωσσάρι κλπ, καταγράφοντας την ιστορία της Νομανσλάνδης.
 
Ένα τρίτο άρθρο του Νίκου Σαραντάκου με τίτλο Ο Ροβιόλης κατοικεί στην οδό Γραφημώνος πρόσθεσε στα μεταφραστικά λάθη και τα λάθη κατά το άκουσμα διαφόρων τραγουδιών και μεγάλωσε την επικράτεια της Νομανσλάνδης, πλουτίζοντάς την με νέους ήρωες.
 
Ο Γιώργος Νικολόπουλος δημιούργησε ένα νέο μπλογκ, με τίτλο Νομανσλάνδη, η Χώρα των Ανύπαρχτων, όπου έχουν συγκεντρωθεί τα κείμενα που έχουν γραφεί μέχρι τώρα. Οι πεζογράφοι, οι ποιητές και οι χρονικογράφοι της Νομανσλάνδης κάνουμε ανοικτή πρόσκληση σε όποιον άλλον θελήσει να γράψει τα Χρονικά της. Στείλε στο μέιλ Αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα προστατεύεται από spam bots, θα πρέπει να έχετε ενεργοποιημένη τη Javascript για να το δείτε
 
Αν και υπάρχουν ακόμη διάφορες εκδοχές της ιστορίας, φαίνεται ότι στην χώρα υπήρχε ο Αυτοκράτορας Τσινγκ, που κάποια στιγμή ανατράπηκε από τους Ευγενείς οι οποίοι και απάρτιζαν το Συμβούλιο του Ντιν. Επιφανή πρόσωπα της χώρας ήταν ο Ιππότης Λόρδος Κράουν, ο Μπασέν ντε Λάντρ, ο Πρίκηψ Ρήτζεντ, ο Αρσον, η Μουλίν, ο συνθέτης Μποχεμιάν Λεβόν, ο σκηνοθέτης Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ, κ.ά.
 
Ειδική μνεία γίνεται στους Θνησιγενείς Ανύπαρκτους, όπως ο Κλιν Σέβαν. Η χώρα φαίνεται να βρίσκεται από χρόνια σε αντιπαλότητα με την Απονία και όλοι οι ήρωες αντιμάχονται με μόνο τους κρυφό όπλο τα Καναπουτσάρ τους… (Και, τελικά, τι είναι το Καναπουτσάρ; Η Ροδιά κατάφερε να το προσδιορίσει ως εξής: Καναπουτσάρ = το απόλυτο όπλο. Κάθε πολίτης λαβαίνει ένα δικαιωματικά, διότι η στρατιωτική θητεία είναι ισόβια.).
 
Μετά από αυτή τη σύντομη εισαγωγή, μπορούμε να σας δείξουμε ένα απόσπασμα από τη Νομανσλανδιανή πεζογραφία και ποίηση. Η αρχή από τον Κορνήλιο, με (τι άλλο; ) το πασίγνωστο τραγούδι για το Καναπουτσάρ.
 
πάνω μου χω πάντοτε δεμένο στ ζωνάρι
να μικρ καναπουτσρ π τν Νομανσλάνδη,
πως ατ πο συνηθον κα παίζουν ο φαντάροι
πο π’ τν Τσνγκ τ γόρασα μι μέρα στν Ταϋλάνδη.

Θυμμαι ς τώρα ντανε τν Μπξ στν ριζόνα,
πο πολεμοσε μ ατ Μεξικανος τάκτους,
κρύος δρτας πεφτε κι κάθε του σταγόνα
κάτω στν μμο πότιζε φραγκόσυκα κα κάκτους.

πρίγκηψ ‘Ρτζεντ σκότωσε μ’ατ τν Λεβαντίνη,
τν μορφη πριγκήπισσα π τν πωνία,
κα μιά του σφαρα χτύπησε φριχτ τν Φλωρεντίνη,
γι πάντα ποστερντας μας τν θεία μελδία.

λόρδος Κρόουν μι βραδι τν μοιρο Κρισέιξ
μ τπτο τ καναπουτσρ τν κανε σμπαράλια
κα στν Λιμέρα τρώγοντας γι πρωινό κορνφλέικς
Πράβο Γιάζντι στόχευε πτάμενα βουβάλια.

Πόλαρ Σκτ ξεπάστρεψε ξήντα Τσαλντεάνους
κι ρσον π τ Βνουρπ πτ μικρος Ταγστες,
εβινστκτ πολέμησε αμοσταγες τυράννους
κι Μούτινγκ ξωλόθρευε στ Μόδο ρριβστες.

Μ τοτο γρια στειλε στν δη Ντιντάχε
χωρς κανένα λεος, χωρς καθόλου τύψεις
τν μορφούλα τν Μουλν γιατ μ λλον τχε
κα μ’ λλον ρεσκότανε ν κάν πικύψεις.

“Εν’λαφρύ, γιά πιάσε το, δν πάει οτ’να δράμι
κα δν κοστίζει τίποτε, μονάχα να μπρίκι,
μ σι τχαν φυγε ζσι τους χαράμι,
πολλ χουν δε τ μάτια μου μ’ατ μο φέρνει φρίκη”.

Καναπουτσρ τσάλινο τν ζώνη μου στολίζει,
πο κάποτε γόρασα σ κάποιο σταυροδρόμι
γι ποιν κρύα κάννη του τν νύχτα ν γυαλίζ,
φ’ο Σέβαν πέθανε πρν γεννηθ κόμη;

 
Στον ποιητικό κόσμο της Άννας Νιαράκη (Συνομιλία με την Άτη Σολέρτη)
της Σοφίας Αργυροπούλου (Άτη Σολέρτη)
 
 Image

Τι είναι η ποίηση για σένα;
 
Ό,τι και η ζωή μου. Ένα στοίχημα.
 
Είναι κάθε ποίημα ένα πείραμα;
 
Κάθε ποίημα είναι ένα πείραμα μέχρι να φτάσει η στιγμή που κάθε ποίημα θα είναι ένα ποίημα.
 
Πως εμπνέεσαι κυρίως;
 
Ένα χαρμάνι από μυρωδιές, εικόνες, βλέμματα, στιγμές, χαρές, λύπες,  η μουσική, η τέχνη γενικότερα, οι άνθρωποι γύρω μου, οι άνθρωποι μέσα μου, όλα λειτουργούν σαν εν δυνάμει ερεθίσματα. Δεν έχω συνταγή έμπνευσης.
 
Ποιους καλλιτέχνες θαυμάζεις; Υπάρχουν κάποιοι που σε έχουν επηρεάσει;
 
Οι επιρροές που εγώ αναγνωρίζω προέρχονται κυρίως από τη μουσική και τον κινηματογράφο. Προφανώς υπάρχουν και άλλες που ασυνείδητα έχουν γράψει μέσα μου. Θαυμάζω αρκετούς ανθρώπους για την τέχνη τους αλλά δεν έχω πρότυπα.
 
Διατηρείς το  http://antipoihsh.wordpress.com/ . Γιατί επιλέγεις αντιποίηση;
 
Το όνομα του ιστολογίου προέρχεται από τον τίτλο ενός ποιήματός μου, Αντιποίηση αρχής και τέλους.
 
niar-parathyro.jpgΚατά πόσο η ποίησή σου είναι βιωματική;
 
Η ποίησή μου είναι βιωματική ως ένα σημείο. Δεν θα μπορούσε να είναι και αλλιώς. Αλλά στα ποιήματά μου εκτυλίσσονται ιστορίες πολλών διαφορετικών ανθρώπων.
 
Τι ρόλο παίζει ο έρωτας στη ζωή σου;
 
Καταλυτικό. Αν και δεν συναντιόμαστε συχνά.
 
Στις «δυνάμεις συνάφειας» μας λες:
 
Τι ερωτεύεσαι άραγε:
τον άλλον ή την πιθανότητα;
 
Να σε ρωτήσω, γιατί ακόμα το ψάχνω κι εγώ…
 
Θα σου απαντήσω παραθέτοντας το ποίημα στην αρχική του μορφή, πριν αποφασίσουμε από κοινού με το Νεκτάριο Λαμπρόπουλο, εκδότη της συλλογής και φίλο, να το συμπεριλάβουμε εν τέλει, στην δεύτερη, λακωνική εκδοχή του.
 
Δυνάμεις συνάφειας
 
Τι ερωτεύεσαι άραγε:
τον άλλο ή την πιθανότητα
ο άλλος να ταιριάζει στην ανάγκη σου:
εγώ κι εσύ ή μόνο εγώ και μόνο εσύ;
Που είσαι; Είμαι μόνη.
Περιμένω.
Ποιος είσαι;
Έχει σημασία;
Αρκεί να έρθεις.
Αν δεν έρθεις θα εξετάσω τη σημασία
του ποιος είσαι
και γιατί δεν έρχεσαι.
Αν έρθεις
τίποτα άλλο δεν θα μετράει,
θα είσαι εκεί, κοντά μου,
προσφέροντας μου όλο το χρόνο
να αποφασίσω
αν θέλω να μείνεις…
 
«Η περιπλάνηση. Η απομόνωση. Τα σημάδια στον τοίχο. Η αναμονή. Η αγωνία. Ο έρωτας. Το αδιέξοδο των σχέσεων. Αφιλόξενοι τόποι. Η προσγείωση. Ο πόνος. Η πορεία… Η μάταιη αναζήτηση του φωτός.». Κατά πόσο είναι γνώριμο το σκηνικό αυτό;
 
Θεωρώ ότι το σκηνικό αυτό είναι γνώριμο σε όλους. Μοιάζουμε πολύ περισσότερο από όσο κατά καιρούς παραδεχόμαστε. Η ζωή είναι για να τη ζει κανείς κι αυτό σημαίνει και περιπλάνηση, και απομόνωση, και αδιέξοδα, και χαρές και λύπες. Όλα αυτά που αναφέρεις και αναφέρω κι εγώ μέσα στα ποιήματά μου, δεν είναι παρά μικρά θραύσματα ζωής, στιγμιότυπα  μιας περιπλάνησης από το σκοτάδι στο φως και εναλλάξ.  
 
niar-parathyro2.jpgΔώδεκα χρόνια κι όμως ακόμα
χορεύει φρέσκια μέσα μου
 η απώλεια χέρι χέρι με τη μνήμη.
[…]
Μου λείπεις, δεν ξέρω τι άλλο να σου πω.
Ευχαριστώ και συγνώμες εμείς δεν είχαμε ποτέ.
Ότι είμαι εσύ, μόνο που εσύ δεν είσαι πια,
και δεν είναι
πως δεν σηκώνομαι κάθε φορά που πέφτω
είναι που απλώς καμιά φορά
δεν ξέρω κατά που να πάω …
 
«12 χρόνια…» Αφιερωμένο στον πατέρα σου. Πόσο οδυνηρή είναι η απώλεια; Πόσο σημαδεύει;
 
Η απώλεια αγαπημένων προσώπων είναι πάντα οδυνηρή και σημαδεύει βαθειά. Κουβαλάς μέσα σου μια πληγή που όσο κι αν θρέφει με τον καιρό, ποτέ δεν κλείνει. Μαθαίνεις να ζεις με αυτό, κι ας μη σου αρέσει.  
 
Πως βιώνεις τη μοναξιά, την απουσία γενικότερα;
 
Τη μοναξιά την αγαπάω όταν την επιλέγω εγώ. Όταν με επιλέγει εκείνη δυσκολεύομαι λίγο. Σε γενικές γραμμές, είμαι αρκετά μοναχικός άνθρωπος, δεν με ενοχλούν οι απουσίες.
 
Τι μουσική ακούς;
 
Η σχέση μου με τη μουσική είναι σχεδόν ερωτική. Ακούω πολλά διαφορετικά είδη αλλά θα μπορούσα να πω πως αγαπώ ότι μπαίνει κάτω από την ομπρέλα του ροκ. Ιδιαίτερη αδυναμία μου συγκροτήματα Post punk, dark και new wave. Αλλά ακούω και jazz, blues, κλασσική μουσική, έθνικ, ηλεκτρονική κτλ. Αναλόγως τη διάθεση της στιγμής. Οι ταμπέλες με περιορίζουν. Έχω εξαιρετικά ακούσματα από όλο σχεδόν το φάσμα της μουσικής.
 
Με τι μουσική θα έντυνες τα «Τετράδια Πειραμάτων»;
 
Με το closer των Joy Division.
 
Ήρθαν και μου ζήτησαν τα ρέστα
Οι φιλόλογοι που μπαίνω στα χωράφια τους
Οι ποιητές που ενδύομαι τον τίτλο τους
Οι αυθεντίες της τεχνικής που εμμένω να απορρίπτω
Ήρθαν και μου ζήτησαν τα ρέστα, αλήθεια
Που μεταχειρίζομαι τις λέξεις με αυτόν τον τρόπο
Χωρίς να ζητάω άδεια.
Τους είπα να πάνε από κει που ‘ρθαν..
Οι λέξεις δεν έχουν ιδιοκτήτη κι αν συνεχίζουν να με ζορίζουν
Απείλησα να φτιάξω καινούριες..
Δεν ξαναφάνηκαν από τότε… κι έχω αρχίσει να το σκέφτομαι

«Η άγνοια (κινδύνου) σκοτώνει (τον κίνδυνο)». Θα δανειστώ τον τίτλο από το ομώνυμο ποίημά σου και θα σε ρωτήσω αν αληθεύει.

 
Το συγκεκριμένο ποίημα εκφράζει την αποστροφή μου προς συγκεκριμένους κύκλους οι οποίοι απαρτίζονται από άτομα που  λειτουργούν ως ειδήμονες, περιορίζοντας την ποίηση μέσα σε ορισμούς που όχι μόνο δεν τη χωρούν αλλά της στερούν και το τελευταίο κυβικό εκατοστό οξυγόνου για να ανασάνει. Η ποίηση είναι κάτι ζωντανό. Εξελίσσεται. Δεν είναι λόγιο ψοφίμι θαμμένο σε φιλολογικά νεκροταφεία.
 
Πως βλέπεις το τοπίο της ποίησης σήμερα; Γενικότερα, τη σύγχρονη ποίηση; Είναι «αυθεντική»;
 
Υπάρχουν ποιητές που είναι αυθεντικοί, που γράφουν ποίηση γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσουν τις ιδέες τους, να συμβάλουν στην αφύπνιση συνειδήσεων, να συν-κινήσουν  με την τέχνη τους, γιατί κατ’ ουσίαν δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς  και άνθρωποι που προσπαθούν να γράψουν ποίηση.  Η απόσταση είναι τεράστια. Αυτό που με στεναχωρεί είναι ότι φαίνεται πλέον να υπάρχει ένα ρεύμα, μια τάση συστηματοποίησης, αρχίζει να επικρατεί μια μανιέρα που πρέπει να υιοθετήσει κάποιος προκειμένου να ονομαστεί ποιητής. Βλέπεις ανθρώπους που εκδίδουν τρεις ποιητικές συλλογές μέσα σε δυο χρόνια, κανείς δεν ασχολείται με την ποιότητα του έργου, υπάρχει μια αγωνία για ποσότητα. Και αυτό περνάει και στη νέα γενιά. Μια αγωνία να φανείς, να έχεις κάτι στο βιογραφικό σου, να αναγνωριστείς. Να υπάρχεις. Και φυσικά να μη μιλήσω για τη σκοπιμότητα αυτής της τάσης. Και το κόστος των εκδόσεων που επιβαρύνει βεβαίως το δημιουργό. Είναι ένας φαύλος κύκλος, μια δικτατορία των μετρίων. Πιστεύω πως για κάθε δημιουργό η μόνη γόνιμη ανησυχία είναι η αγωνία του να γίνεις καλύτερος. Όχι πιο γνωστός. Το παρήγορο είναι ότι σε πείσμα των εκάστοτε καιρών, πάντα υπάρχουν άνθρωποι που βγαίνουν μπροστά και πάνω από όλα αυτά. Απλά μέσα σε τόση τυπωμένη βλακεία γίνεται ολοένα δυσκολότερο να τους ανακαλύψεις.
 
Υπάρχουν σύγχρονοι ποιητές που θαυμάζεις;
 
Φυσικά και υπάρχουν. Και Έλληνες και ξένοι. Δεν έχει νόημα να αναφερθώ σε κάποιους ονομαστικά. Και είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν και άλλοι τόσοι που μένει να ανακαλύψω.
 
Ανισορροπία
Το σώμα μου εκτελεί το εφικτό.
Το μυαλό μου ρέπει προς στο ανέφικτο.
Αν δεν σε λέγαν Χίμαιρα, δεν θα σε ήθελα.
 
Imbalance
My body proceeds the possible.
My mind is prone to the impossible.
If they didn’t call you Chimera, I would not want you.
 
Γιατί κυνηγάμε τις χίμαιρες άραγε;
 
Γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Μας γοητεύει πάντα αυτό που δεν μπορούμε να κατακτήσουμε. Η ουτοπία είναι η πατρίδα του ανικανοποίητου.
 
niar-tetradiaki.jpgΓράφεις και στα Αγγλικά. Πως προέκυψε αυτή η ανάγκη;
 
Ξεκίνησα να μαθαίνω τη γλώσσα από πολύ μικρή ηλικία, από τα πέντε μου χρόνια. Διαβάζω λογοτεχνία, ποίηση στα αγγλικά, ακούω μουσική με αγγλικούς στίχους, παρακολουθώ ταινίες, υπάρχει εξοικείωση με τη γλώσσα. Μου βγαίνει φυσικά κάποιες φορές και δεν το καταπιέζω.
 
Εγώ. Ότι η βροχή.
Απέμεινα να στρίβω τσιγάρα
τη μοναξιά κάτω από μια
λάμπα του Δήμου.
Σπασμένη.
Σταγόνες σταγόνες να περνώ
απ’ την ανυπαρξία στο θολό φως
κι ύστερα πάλι στην ανυπαρξία.
Κάθε που τα σύννεφα στριμώχνονται
μυστικά στο ζόρισμα της νύχτας
αναζητώ αγωνιωδώς μια λάμπα σπασμένη.
Με την ελπίδα να με δω ξανά
να φέγγω θολή, διαλυμένη
σ’ ένα φευγαλέο πέρασμα
πριν την προσγείωση.
 
Έτσι μας λες στην «Προσγείωση».  Φέρνει πόνο ή λύτρωση, η προσγείωση;
 
Στο ποίημα αυτό η προσγείωση είναι μια μεταφορά του τέλους. Το τέλος μπορεί να φέρνει πόνο, λύτρωση αλλά και την αρχή ενός καινούριου τέλους. Για να προσγειωθεί κανείς σημαίνει ότι έχει μάθει πρώτα να πετάει. Και η μαγεία της πτήσης είναι που σε κάνει να ξεχνάς τις όποιες προσγειώσεις, ακόμα και την τελευταία και αναπόφευκτη, του θανάτου.
 
Σε σένα απευθύνεται αυτό το ποίημα.
Όπως και τόσα άλλα.
[…}
Τινάζεις από το μαύρο
τις χρωματιστές επωμίδες
και τραβάς την πορεία σου.
Απίθανη ελπίδα της εμμονής μου.
Σε σένα,
που δεν ξέρω
ποιος είσαι,
ξέρω μόνο ότι
έρχεσαι…»
 
Το «σε σένα» είναι ένα ποίημα με ιδιαίτερη δυναμική κατά τη γνώμη μου. Ιδιαίτερα καθηλώνουν οι τελευταίοι στίχοι. Πως ξέρουμε ότι έρχεται η ελπίδα;
 
Όταν σταματάμε να την εκβιάζουμε και της εκχωρήσουμε τόση δα ελευθερία, έρχεται αβίαστα. Τίποτα δεν ανθίζει με βία. Στη ζωή μου όλα με συνάντησαν όταν σταμάτησα να τα περιμένω και τράβηξα την πορεία μου.
 
Αν είχε τίτλο η ζωή σου, ποιος θα ήταν;
 
Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας και πάλι άνοιξη
 
«ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΔΡΟΜΟΥ»
Το λογοτεχνικό περιοδικό σε στυλ αφίσας, που δημιούργησε μια παρέα νέων με αγάπη και σεβασμό στην ποίηση και στη λογοτεχνία.
 
 Πως προέκυψε ο τίτλος;
 
Μετά από μια φοβερή ολονύχτια συζήτηση όπου ακούστηκαν όλες οι πιθανές και απίθανες εκδοχές, καταλήξαμε στον συγκεκριμένο τίτλο. Ένα παράθυρο στην τέχνη, ικανό να ομορφύνει γκρίζους τοίχους, ένα παράθυρο που "βλέπει" στο δρόμο.  Και μεταφορικά αν θες, και κυριολεκτικά ο τίτλος του προσδιορίζει ακριβώς αυτό που φιλοδοξούμε να είναι.
 
Ποιοι κρύβονται πίσω απ’ το «Παράθυρο»;
 
Οι φίλοι μου Γιάννης Πλιώτας, συγγραφέας και αρχισυντάκτης του περιοδικού Bookmarks μεταξύ άλλων, ο Νίκος Κονδύλης ποιητής και συγγραφέας και η Έλενα Λαμπροκωστοπούλου, γραφίστρια.
 
Είναι σε στυλ αφίσας. Ήταν δική σου επιλογή;
 
Όλοι μαζί αποφασίσαμε ότι αυτό το format εξυπηρετούσε το σκεπτικό πίσω από το Παράθυρο. Μπορεί κάποιος να το πάρει μαζί του, να το βάλει στο γραφείο του, στο δωμάτιό του. Εκτός των κειμένων, ποιημάτων, φωτογραφιών που φιλοξενεί, ολόκληρη η σχεδίαση αποσκοπεί σε ένα αισθητικό αποτέλεσμα. Κάθε τεύχος λειτουργεί ως καμβάς για έναν εικαστικό καλλιτέχνη που επιθυμεί να αναλάβει τη σχεδίαση.
 
Τι περιέχει η θεματολογία; Αμιγώς ποίηση;
 
Ποίηση, εικαστικά, γραφιστικά, φωτογραφία, μικρές ιστορίες,
Οτιδήποτε μπορεί να φιλοξενηθεί σε ένα πλαίσιο Α3.
 
Ποιος μπορεί να γράψει στο «Παράθυρο»; Μπορούν όσοι βρίσκονται στο «δρόμο»;
 
Υπάρχει ανοικτή πρόσκληση προς κάθε άστεγη καλλιτεχνική δημιουργία. Οποιοσδήποτε θα ήθελε να συμμετέχει μπορεί να επικοινωνήσει στέλνοντας  mail στη διεύθυνση Αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα προστατεύεται από spam bots, θα πρέπει να έχετε ενεργοποιημένη τη Javascript για να το δείτε
 
Που μπορούμε να το βρούμε; Κάθε πότε κυκλοφορεί;
 
Κυκλοφορεί κάθε δύο μήνες περίπου, και αναρτάται σε βιβλιοπωλεία, καφέ, στέκια της πόλης, στάσεις λεωφορείου, στο δρόμο. Τώρα ετοιμάζεται το τρίτο τεύχος, το οποίο θα κυκλοφορήσει και στην Αθήνα με τη βοήθεια του φίλου ποιητή Γιάννη Ζελιαναίου.
 
Πως βρίσκεις το αναγνωστικό κοινό της Πάτρας;
 
Δεν μου αρέσουν οι μαζικοί προσδιορισμοί. Το αναγνωστικό κοινό της Πάτρας όπως και κάθε κοινό αποτελείται από ένα σύνολο ανθρώπων. Μπορώ να μιλήσω για μία τάση που είναι η τάση που διαμορφώνεται από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους και τις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, τη διαφήμιση. Παρόλα αυτά, υπάρχει μια σεβαστή μερίδα που ψάχνεται, δεν ακολουθεί την μόδα της εποχής. Και προς μεγάλη μου έκπληξη, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που και αγαπούν και διαβάζουν ποίηση.  Προσωπικά μπορώ να πω πως και η υποδοχή της συλλογής μου και η υποδοχή του Παράθυρου υπήρξαν πολύ θερμές.
 
Υπάρχουν λογοτεχνικά περιοδικά που έχεις ξεχωρίσει;
 
Δεν διαβάζω έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά. Τα έχω αντικαταστήσει με διαδικτυακά περιοδικά και ιστολόγια.
 
Επόμενα σχέδια;
 
Από τότε που σταμάτησα να κάνω σχέδια, άρχισα να κάνω πράγματα.
 
Άννα, εύχομαι καλή επιτυχία και στο περιοδικό αλλά και σε σένα! Τέλος, θα ήθελα να κάνεις μια ευχή!
 
Ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία! Εύχομαι από καρδιάς να είμαστε γεροί, δημιουργικοί, με πνεύμα ελεύθερο. 
 
καθ’οδόν
 
Όταν οι λέξεις σιγήσουν
θα πει πως το σώμα σου,
εύγλωττα, παραδόθηκε.
Θα πει πως κάποιος
χαμήλωσε την ένταση και
μόνο η σκόνη ακούγεται,
καθώς ακουμπά
αιωρούμενη το μέτωπο.
 
Όταν οι λέξεις σιγήσουν,
οι νότες θα λάβουν σκυτάλη
κι όλα τα χρώματα θα βάψουν το σκηνικό.
Θα έχουν ξεχυθεί αρώματα και μνήμες
κι εγώ μόνο θα σε κοιτάζω,
αποτυπώνοντας το περίγραμμά σου
με μολύβι στο χαρτί.
 
Κάθε πετάρισμα βλεφάρου, κλακέτα,
στοπ καρέ της μορφής σου,
που θα μονταριστεί αργότερα
και θα παίζει διαρκώς
κατά την απουσία σου.
 
Όταν και οι ήχοι σιωπήσουν,
θα έχω σίγουρα καταστραφεί ή
θα είμαι καθ’οδόν.

*
 
σε σένα
 
Στον Γιάννη Λειβαδά
 
Σε σένα απευθύνεται αυτό το ποίημα.
Όπως και τόσα άλλα.
 
Σε σένα που ορνιθοσκαλίζεις ιερογλυφικά
κάτω από το φεγγάρι μιας ερήμου.
Ή μιας πόλης έρημης, λερώνοντας τους
βρώμικους τοίχους της με κόκκινη μπογιά.
 
Που περιφέρεσαι, χαράματα
μισομεθυσμένος, ημίτρελλος
σε σοκάκια, πλατείες και άδειες
λεωφόρους,
 
ακίνητος.
 
Σε σένα που στέκεις παράμερα
της σιωπής, κομπιάζοντας μπροστά
στη φωτιά και τη σαστισμένη οργή της.
 
Που φυτεύεις υάκυνθους σε μια ξερή
βουνοπλαγιά πεθαμένων λέξεων και
περιμένεις την άνοιξη.
 
Φορέας ανισόρροπων παλμών,
 
καλοφτιαγμένος
στέρεος και βαρύς
μες στη διαύγεια της θλίψης σου.
 
Χαμένος.
 
Ανακαλύπτεις όσα
θα χάσεις ξανά και ξανά.
 
Τινάζεις από το μαύρο
 
τις χρωματιστές επωμίδες
και τραβάς την πορεία σου.
 
Απίθανη ελπίδα της εμμονής μου.
 
Σε σένα,
που δεν ξέρω
ποιος είσαι,
ξέρω μόνο ότι
έρχεσαι

 
Ο ποιητής εν θερμώ, του Απόστολου Θηβαίου
Image
φώτο : Αλ. Κατσής

ΑΚΡΟΒΑΣΙΑ

Κάποιος γέρνει πάνω στα γραπτά του, με μια θαυμάσια επιμονή. Η ιεροτελεστία λαμβάνει χώρα στο ιερό ενός δώματος, ανάμεσα σε ρούχα με χρώμα και  οσμή σωμάτων περασμένων. Τα έμβρυα των λέξεων που σχηματίζονται δειλά και απρόσμενα από τα σπέρματα των φθόγγων. Οι προτάσεις με τα σημεία της στίξεως, την εξαίσια γεωμετρία των λέξεων που αναιρείται, καταργείται και συγκροτείται πάλι μες σε νέα, πιο στέρεα και ανθεκτικά πλαίσια. Ύστερα ο ποιητής, με εκείνη την απροσδιόριστη ιδιότητα των προσώπων, παρατηρεί με απογοήτευση την επίμονα ατελή ιδέα. Πώς να περιγράψει κανείς το κορίτσι με το κάτασπρο πρόσωπο, που προσμένει στωικά στην κορυφή των γύρω  λόφων; Τη λαϊκή πάροδο με τα ντροπιασμένα φώτα πώς να περιγράψει κανείς, καθώς η νύχτα απαλάσσει το τοπίο από το εξωφρενικό  φως αβάσταχτων πρωινών;

Ο ποιητής θρηνεί. Πλάι του ο φιλόσοφος στέκει σιωπηλός με τη βαρύνουσα σημασία της καταδίκης. Γύρω οι πραίτωρες με τα άγρια, διψασμένα μάτια διατάσσουν την εκδίωξη από την πολιτεία. Ο ποιητής με τη θρηνητική μορφή κατευθύνεται προς την έξοδο της πόλεως. Τα αδέσποτα, οι πλανόδιοι με την ανάγκη της φωτιάς, μια γυναίκα κατακόκκινη, ένα παιδί σακατεμένο, οι έρημες αυλές των παλαϊκών σπιτιών, όλα κουρνιάζουν με λύπη εμπρός στο εκδιωκόμενο σαρκίο. Στους εξώστες οι άντρες καπνίζουν με τα στρογγυλά, αξύριστα πρόσωπα και τα άσπρα ρούχα των εργατών. Επίμονα πουλιά καραδοκούν στα ακροποικίλματα των σκοτεινών κτισμάτων. Καμιά φορά, ως ορχηστρίδες εκτελούν τα παράτολμα νούμερά τους, κράζουν με θυμό το διωγμένο άνδρα και το πέταγμά τους μοιάζει τόσο με μια έκαψη πανικού.

 Πέρα από την πόλη και τα χαλάσματα με τους νευρικούς ανεμοδείκτες, πέρα από την ώρα και τις μέρες που σχηματίζουν ακαθόριστους λόφους και σαρκώματα, υπάρχει μια τρομαγμένη γυναίκα. Ο ποιητής αναγνωρίζει τη μορφή της από τα σκισμένα ρούχα, τα άκρα που σχηματίζουν μια προέκταση φτερών, ρημαγμένων. Κάποτε μιλά.

«Εμένα που επόθησες τόσο μες στη νυχτερινή νηνεμία της κάμαρης, εμένα που γυρεύεις  μες στα στριμωγμένα σύμβολα, δεν θα με βρεις στην ώχρα του λαμπτήρα. Την εικόνα μου δεν θα ξεχωρίσεις πάνω από τις αιχμηρές στέγες, στις κορυφές των αψίδων τίποτα δεν θα βρεις από την ακριβή μου όψη. Γύρεψέ με, πέρα από τα χαμηλοτάβανα σπίτια με τα δοκάρια και το γατζωμένο φως, πέρα πολύ από τις πλυμμένες λεωφόρους με τις νησίδες και τις μεσημεριανές διαγραμμίσεις. Αν κάποτε με βρεις, θα είναι γιατί χαμήλωσες στο ελάχιστο ύψος των πιο ταπεινών παθών.»

Ο άνδρας προχώρησε και από τα σφιγμένα χείλη αναδύθηκαν οι νέοι στίχοι. Τώρα τα χέρια ζεσταίνει το άγγιγμα της Αμφιλύκης και εκείνα σπάνε. Τα δάχτυλα απαλάσσουν τα νεογνά. Η πτώση συνιστά τον πρώτο εμπειρικό θρίαμβο της αιώρησης.  Στο βάθος οι γερανοί πραγματοποιούν τα παράτολμα ακροβατικά τους.

 
Στον ποιητικό κόσμο της Βάσως Μπρατάκη (Συνομιλία με την Άτη Σολέρτη)

της Σοφίας Αργυροπούλου (Άτη Σολέρτη)

Image 

«Νύχτα Ηνίοχος», η ποιητική σου συλλογή από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Πως προέκυψε ο τίτλος;
 
Η αλήθεια είναι ότι η ιδέα για τον συγκεκριμένο τίτλο δόθηκε από τον ίδιο τον εκδοτικό οίκο και δεν σου κρύβω ότι την ασπάστηκα με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, γιατί το "ΝΥΧΤΑ ΗΝΙΟΧΟΣ" είναι το πιο αγαπημένο ποίημά μου, ίσως και το καλύτερο που έχω γράψει μέχρι τώρα… Γιατί πίσω από τις λέξεις του, κρύβεται η αιτία που με οδήγησε αλλά και που οδηγεί νομίζω τους περισσότερους από εμάς στον μοναχικό δρόμο της ποίησης, που είναι θαρρώ η έντονη επιθυμία της φυγής μας από τη σιωπή αλλά και τη μίζερη πραγματικότητα που ίσως να ζούμε…

«Στη διχάλα της σιωπής
πνιγμένη επιθυμία φυγής
το τελευταίο σφύριγμα της αμαξοστοιχίας
που δεν έφτασε στο τέρμα.
Και μείναμε στην αποβάθρα
προσμένοντας
με τις βαλίτσες γεμάτες
τριμμένα πανωφόρια ... τα όνειρα μας
τις νύχτες που η πόλη πουλιέται
σαν πόρνη πολυτελείας
σε σοκάκια σκοτεινά και άδεια,
ενώ οι ποιητές στων στίχων
την σκακιέρα παίζουν την ψυχή τους,
με λόγια φιλήδονα και λάγνα
στον έρωτα ποιός θα κερδίσει.
Και η νύχτα, σαν άλλος ηνίοχος,
έχοντας τα μάτια κλειστά
με ένα κόκκινο της φωτιάς μαντήλι
στο χρώμα της καρδιάς
αιώνες τώρα κρατά τα ινία,
κάτω από το φεγγάρι,
φυλακίζοντας το χλιμίντρισμα
που ξυπνά ο έρωτας».

 
Το ομώνυμο ποίημά σου. Ο έρωτας αναρωτιέμαι, όντως κρατά τα ηνία της νύχτας;

Η φράση στο ποίημα μου είναι… Και η νύχτα σαν άλλος ηνίοχος, Νομίζω η ερώτηση ότι θα έπρεπε να είναι… Αν η νύχτα κρατά τα ηνία του έρωτα… Αναρωτήθηκες ποτέ πόσες ιστορίες πάθους ξεδιπλώνονται κάθε νύχτα κάτω από την Ακρόπολη; Οι άνθρωποι την ημέρα συνήθως φοράνε το πανωφόρι της ευπρέπειας. Tη νύχτα όμως τα κορμιά χαλαρώνουν, οι αντιστάσεις εκμηδενίζονται και η ευπρέπεια πετιέται στην άκρη. Kαι τότε είναι που ανθίζουν θα έλεγα τα ρόδα του έρωτα άλλοτε ροζ, άλλοτε κόκκινα, καμιά φορά μην ξεχνάμε και μαύρα, κάτι σαν τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα όταν ξεφεύγει θα έλεγα ίσως από τα όρια του επιτρεπτού για το σύνολο της πλειοψηφίας των ανθρώπων. Kαι είναι τότε θαρρώ που ο έρωτας μετατρέπεται σε ένα δάσος από σκοτεινά τελώνια, όπου περιπλανώνται οι ψυχές των εραστών παραδομένες στα σκοτεινά πάθη τους… Άρα νομίζω ότι δεν είναι υπερβολή να πιστεύουμε ότι η νύχτα κρατά τα ηνία του έρωτα, αφού την νύχτα γεννιούνται τα πιο όμορφα αλλά και τα πιο  σκοτεινά συναισθήματα των ανθρώπων. Και ο έρωτας νομίζω ότι είναι ένα μείγμα και από τα δυο…
 
Προτιμάς τη Νύχτα ή τη Μέρα;
 
Σαν ποιήτρια θα έλεγα ότι με μαγεύει η νύχτα γιατί νομίζω ότι την νύχτα ξυπνούν τα πιο αρχέγονα ένστικτα των ανθρώπων όπως είναι ο έρωτας… Εξάλλου και η ποίηση δεν είναι ένας έρωτας; Τα περισσότερα ποιήματά μου  τα έγραψα νύχτα και όχι ημέρα...
 
Διαβάζοντας το βιβλίο σου, νοστάλγησα το παρελθόν αγνών συναισθημάτων αγάπης, έρωτα, πόνου, μοναξιάς, ονειροπόλησης κι έτρεξα στη φύση να βρω καταφύγιο. Κατά πόσο είναι βιωματική η γραφή σου;
 
Δυστυχώς δεν μπορώ να γράψω ούτε έναν στίχο χωρίς να βιώσω τα συναισθήματα που περικλείει μέσα του και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό.  Αλλιώς πως θα ζητούσα την λύτρωση μου από αυτά με το να τα μεταφέρω στο χαρτί;
 
http://mpleveloudo.blogspot.com.  Διατηρείς και το εξής blog. Τι συμβολίζει το μπλε βελούδο για σένα;
 
Το μπλε συμβολίζει τον ουρανό… Το μπλε βελούδο συμβολίζει τον ουρανό της καρδιάς μου… Μην ξεχνάς  ότι οι ποιητές είμαστε μοναχικά πουλιά… Ταξιδευτές του δικού μας ουρανού… Ένας τέτοιος ουρανός είναι και το ΜΠΛΕ ΒΕΛΟΥΔΟ. Ο δικός μου μοναχικός  ουρανός.
 
http://taksideuontasstoxrwma.blogspot.com.  Το άλλο σου blog. Πόσο ανάγκη έχεις να ταξιδεύεις στο χρώμα;
 
Δεν το κρύβω πόσο μου λείπει το χρώμα και αν μετάνιωσα που έφυγα από την Αθήνα, είναι γιατί φεύγοντας αφαίρεσα από τον εαυτό μου τη δυνατότητα να γίνω μια καλή ζωγράφος. Λατρεύω τη ζωγραφική και έχω μια ολόκληρη βιβλιοθήκη με βιβλία για τη ζωή και το έργο πολλών ζωγράφων, Ελλήνων και ξένων. Και το συγκεκριμένο μπλογκ το έκανα από επιθυμία για  να μοιραστώ την αγάπη μου για την ζωγραφική και με άλλους ανθρώπους.  Βέβαια δεν μπόρεσα ακόμα να βρω τον τρόπο για να μεταφέρω όσο γίνεται πιο πιστά τις εικόνες από το βιβλίο στον υπολογιστή, γι’ αυτό ίσως και να το παραμέλησα τελευταία.  
 
Τι χρώμα θεωρείς πως κυριαρχεί στη ζωή σου και συνεπώς στις εμπνεύσεις σου και στη γραφή σου;
 
Το κόκκινο… Το χρώμα του έρωτα. Γιατί νομίζω ότι ο έρωτας κυβερνάει τις ζωές των ανθρώπων και ας μη θέλουμε να το παραδεχτούμε .

Γνωρίζω πως είσαι και ζωγράφος και κεραμοποιός. Ποια τέχνη σε εκφράζει -θεωρείς- περισσότερο;
 
Καταρχάς θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι, αν και ζωγραφίζω καλά και αν έλαβα μέρος και σε μια ομαδική έκθεση, ότι δεν θεωρώ τον εαυτό μου ζωγράφο. Δεν θέλω να κλέβω τίτλους που δικαιωματικά ανήκουν σε άλλους. Ήταν το όνειρό μου, αλλά δυστυχώς λίγο αργά για να διεκδικήσω την πραγματοποίησή του. Τώρα σχετικά στην ερώτηση που μου θέτεις, η απάντηση είναι ότι με εκφράζει περισσότερο η ζωγραφική από κάθε άποψη. Αυτό φαίνεται και στα κεραμεικά που έκανα γιατί όλα βγήκαν από τον συνδυασμό και των δυο. Κάποια εποχή ασχολήθηκα και με το ψηφιδωτό. Μου αρέσει κατά εποχές να εκφράζομαι με διαφορετικά μέσα…
 
Πιστεύεις πως σε έχει επηρρεάσει η ζωγραφική στις ποιητικές σου εμπνεύσεις;
 
Δε φαίνεται; Νομίζω πως ναι. Νιώθω πλέον σαν να γράφω με χρώματα και να ζωγραφίζω με λέξεις. Κάθε ποίημά μου είναι και μια προσπάθεια να πλάσω με τις λέξεις εικόνες και να τις μεταφυτεύσω στο μυαλό του αναγνώστη. Κάτι παρόμοιο δεν κάνει και ο ζωγράφος; Η μόνη διαφορά είναι ότι εγώ το κάνω με λέξεις ενώ αυτός με χρώμα.
 
Ποια είναι η σχέση σου με τα όνειρα;
 
Πιστεύω στα όνειρα… Θα τολμούσα να πω ότι ίσως να είναι η ζωή μας σε μια άλλη διάσταση, διαφορετική από αυτή στην οποία ζούμε ή και οι σκιές μιας άλλης ζωής που ίσως να είχαμε ζήσει πριν από αυτήν. Ποιος ξέρει; Δεν σου έτυχε ποτέ να δεις ένα όνειρο που να σε προειδοποιούσε για κάτι που επρόκειτο να γίνει; Εμένα μου συμβαίνει πολύ συχνά …
 
«Και ύστερα ήρθαν αυτοί
που μας έφεραν την καταχνιά
και έκαναν τα όνειρά μας
ένα μπουκέτο από νεκρά πουλιά
στην ποδιά του χειμώνα
(…)
Και ήταν τα πλάνα λόγια τους
σαν δόλια μέλισσα που τρυγούσε
σιγά-σιγά τις νύχτες μας
γονιμοποιώντας ολοένα
την γύρη από τα μυστικά άνθη,
ενώ μικροί ερωδιοί το φεγγάρι
έπιναν σε ασημένια κούπα.
Και ήταν η ίδια η ζωή μας
που σαν ποτάμι πέρασε από δίπλα
στο ατέλειωτο βουητό του
το ανατρίχιασμα των ψυχών
όταν αγόρια και κορίτσια
που είχαν άστρα στα μάτια
σπονδή στον θεό του έρωτα έκαναν
με δισκοπότηρο την ίδια την καρδιά τους».


Πόσο γνώριμη είναι η σκηνή που μας περιγράφεις στο «Και ύστερα ήρθαν αυτοί»;

 
Πολύ γνώριμη… Νομίζω ότι την βιώνουμε συνεχώς όχι μόνο σε προσωπικό  επίπεδο αλλά και σε κοινωνικό.  Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να σκοτώνεις τα όνειρα ενός ανθρώπου και ακόμα χειρότερο τα όνειρα ενός λαού. Και δυστυχώς στις ημέρες μας, νομίζω οι περισσότεροι ότι το βιώνουμε και στα δυο επίπεδα. Παντού πλάνα λόγια… Ααπό ανθρώπους που μας περιτριγυρίζουν και από κυβερνήσεις που αποδεικνύονται στην πορεία της διακυβέρνησης τους ότι δεν  ήταν τίποτε άλλο παρά μονάχα μεγάλα λόγια… Μα η ζωή κυλάει είτε το θέλουμε είτε όχι, σαν ένα ποτάμι που περνάει βιαστικά μέσα από τα δάχτυλά μας και ευτυχώς που υπάρχει και αυτό το ανατρίχιασμα των ψυχών όταν οι  άνθρωποι ερωτεύονται, γιατί αλλιώς νομίζω ότι θα ήμασταν κοινωνίες καταθλιπτικών ανθρώπων. Βέβαια όταν αναφέρομαι στον έρωτα, έχω στο μυαλό μου πάντα μια κατάσταση ευδαιμονίας της ψυχής του ανθρώπου που μπορεί να απέχει χιλιόμετρα από την έννοια του έρωτα όπως τον εννοούμε σήμερα.
 
«Σε βρήκα, Χριστέ μου,
σε κάδους σκουπιδιών να ψάχνεις,
για να χορτάσεις τα πεινασμένα σου νιάτα,
σε δρόμους με σπασμένους φανοστάτες.
Στους τοίχους βρώμικων σπιτιών
διακρίνω τον ίσκιο από τα όνειρά σου
και στα πεζοδρόμια της μνήμης
μια σβησμένη ηχώ μου ξαναφέρνει πίσω
τα τελευταία κουρασμένα βήματά σου.
Μα αντί για καρφιά στα χέρια
είχες μια αυτοσχέδια βόμβα.
Ένα μπάμ και γλύτωσες, καρδιά μου».

 
Είναι από την «Αφιλόξενη Πόλη». Με είχαν κεντρίσει αυτοί οι στίχοι από την πρώτη στιγμή που τους διάβασα στο blog σου. Πως νιώθεις για τις εικόνες που συναντάς στην καθημερινότητά σου; Τι σου λέει το παρόν;
 
Τι νιώθω; Πόνο και οργή για την ανισότητα που υπάρχει στις ανθρώπινες κοινωνίες. Αυτό το ποίημα το έγραφα όλη τη νύχτα της Μεγάλης Πέμπτης. Ομολογώ ότι δεν είμαι καλή χριστιανή και ξέρεις κάτι; Ευτυχώς που δεν είμαι, γιατί ίσως να τα έριχνα  και εγώ όλα στον Θεό και να πήγαινα να κοιμηθώ με τη συνείδησή μου ήσυχη. Από χόμπι έψαχνε αυτό το παιδί τα σκουπίδια ή από φτώχεια και πείνα; Έχετε δει κανένα παιδί από εύπορη οικογένεια να ψάχνει τα σκουπίδια; Γιατί εγώ προσωπικά δεν είδα ποτέ μου… Ρίξτε μια ματιά στις φτωχογειτονιές της Αθήνας.Άνθρωποι κοιμούνται στα παγκάκια και τρέφονται με σκουπίδια. Μικρά παιδάκια οδηγούνται αντί για την παιδική χαρά στη ζητιανιά ή την πορνεία και εμείς μιλάμε για αναπτυγμένες κοινωνίες ανθρώπων και για πολιτισμό; Καλύτερα να μιλάμε για κοινωνίες ώρα μηδέν! Ο Χριστός σταυρώνεται κάθε μέρα δίπλα μας και εμείς τον ψάχνουμε στις εκκλησίες… Ναι, είναι πολύ βολική η τακτική της στρουθοκαμήλου. Πώς αλλιώς θα κοιμόμασταν στο όμορφο κρεβατάκι μας χωρίς ηρεμιστικά;
 
Ποια η σχέση σου με τη μοναξιά;
 
Καλύτερα να με ρωτήσεις τι χρώμα έχει η μοναξιά; Μαύρο κατάμαυρο σαν της νύχτας. Σε μια εποχή που την χαρακτηρίζει η μοναξιά στις ανθρώπινες σχέσεις, νομίζω ότι είναι ουτοπία να ψάχνουμε ανθρώπους που δεν τους άγγιξε ποτέ.
 
Ποια είναι η μεγαλύτερη συγκίνηση που έχεις βιώσει;
 
Στην πραγματική ζωή μου, νομίζω αυτό ότι θα το ξέρω με σιγουριά, λίγο πριν τον θάνατό μου. Κάπου άκουσα ότι οι άνθρωποι λίγο πριν πεθάνουν, ξαναβιώνουν ό,τι πιο όμορφο και άσχημο έζησαν στην ζωή τους. Θα σου πω όμως διαδικτυακά αν θέλεις… Ήταν χαράματα, όταν γυρνώντας από ένα ταξίδι, διάβασα σε ένα ιστολόγιο μια ανάρτηση που ήταν ονομαστικά αφιερωμένη σε εμένα. Δεν σου το κρύβω ότι έμεινα άναυδη και ότι η καρδιά μου πήγε να σπάσει από την συγκίνηση. Ήταν τα συναισθήματα μιας σύγχρονης γυναίκας, κοινωνικά πετυχημένης αλλά όχι ευτυχισμένης.  Ήταν σαν να με έβαζε στην ψυχή της για να νιώσω όλα τα συναισθήματα   που βίωνε εκείνη την εποχή. Τότε συνειδητοποίησα την αξία της ποίησης και το πόσο υπέροχο είναι έστω και για μια στιγμή, να αγγίξεις την ψυχή ενός ανθρώπου και να του ξεθάψεις τα θαμμένα όνειρά του. Νομίζω ότι είναι ό,τι πιο συγκινητικό βίωσα μέχρι τώρα σαν ένα άτομο που γράφει ποίηση, και ειλικρινά ήταν ένας από τους ανθρώπους που με έκαναν να πάρω πολύ σοβαρά αυτό που γίνεται με τα ιστολόγια.
 
Υπάρχουν καλλιτέχνες που θαυμάζεις και θεωρείς πως σε έχουν επηρρεάσει στην δημιουργική σου πορεία;
 
Πάρα πολλοί και για διαφορετικό λόγο ο καθένας τους… Ακόμα και άτομα του διαδικτύου που με συγκίνησαν με τα συναισθήματα που έβγαζαν στα γραπτά τους. Δεν ξέρω πόσο καλό είναι για μένα, γιατί πολλές φορές ήταν ιδιαίτερα επώδυνο, αλλά μπορώ να ταυτιστώ με τα συναισθήματα του άλλου και να τα κάνω δικά μου. Σε τέτοιο βαθμό ώστε για να λυτρωθώ να καταφύγω στο γράψιμο ενός ποιήματος.   
 
Ποιος είναι ο αγαπημένος σου πίνακας από γνωστό καλλιτέχνη;
 
«Ο Εσταυρωμένος» του Νταλί. Νομίζω κάθε φορά που τον βλέπω, ότι νιώθω το ίδιο δέος που ένιωσα όταν το πρωτοείδα παιδί…
 
Πιστεύεις πως υπάρχει μέλλον στην ποίηση; Πως τα βλέπεις τα πράγματα;
 
Γιατί να μην έχει μέλλον…; Ο σημερινός άνθρωπος νομίζω ότι έχει ανάγκη περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εποχή την ποίηση και αυτό γιατί του λείπει η μαγεία από την καθημερινή του ζωή. Αρκεί να μην έχει λέξεις βγαλμένες από το λεξικό του Μπαμπινιώτη και νοήματα που δεν μπορεί  να τα συλλάβει ο νους του απλού αναγνώστη… Για μένα ο στόχος του κάθε ποιητή θα πρέπει να είναι να κερδίσει τον ανυποψίαστο και όχι τον μυημένο αναγνώστη. Γιατί ο μυημένος διάβαζε και  θα διαβάζει πάντα ποίηση, αλλά ο άλλος μπορεί να μη διαβάσει ποτέ του… Πάντως νομίζω ότι στην Ελλάδα αγαπάμε ιδιαίτερα την ποίηση, αλλιώς πώς να εξηγήσω την πληθώρα των ποιητικών συλλογών που εκδίδονται κάθε μήνα αλλά και όλες αυτές τις αναρτήσεις ποιημάτων που γίνονται κάθε μέρα στο διαδίκτυο; Νομίζω ότι το διαδίκτυο τα τελευταία χρόνια  βοηθάει πάρα πολύ στην διάδοση της ποίησης και αυτό το λέω και από προσωπική μου πείρα, γιατί γνώρισα ποιητές και ποιήτριες που ίσως να μην τους γνώριζα ποτέ μου.
 
Κλείνοντας, θα ήθελα να σε ευχαριστήσω για τη συζήτηση, να σου ευχηθώ καλή επιτυχία και να αφήσω κάποια από τα λόγια σου να κυριαρχήσουν.

 «Ανατολικά της Εδέμ.
εγώ ο μικρός θνητός
που πίστεψα πως έγινα αθάνατος
προς τα πού να αποθέσω
το πλατανόφυλλο της καρδιάς μου,
τώρα που απομείναμε χωρίς θεούς;»


Είναι από το «Ανατολικά της Εδέμ» που το αφιερώνεις σε κάθε Αλέξανδρο που χάνεται άδικα.  Σαν μικρό παιδί, θα σε κοιτάξω με αθωότητα στα μάτια και θα σε ρωτήσω, απλά, είναι αλήθεια;

 
Νομίζω ναι… Εγώ τουλάχιστον μέσα μου έτσι νιώθω… Σαν ένα φτωχό ανθρωπάκι που δεν ξέρω πια που να αποθέσω την ψυχή μου.
Νομίζω βέβαια ότι δεν είμαι η μοναδική και ότι πολλοί άνθρωποι άρχισαν να νιώθουν παρόμοια συναισθήματα. Θέλω να πιστεύω αυτά τα συναισθήματα ότι ίσως να μας κάνουν να στραφούμε και πάλι στο παρελθόν, για να δούμε τα λάθη που κάναμε…, τι κάναμε και τι θα έπρεπε να κάνουμε…, μήπως και οδηγηθούμε κάποτε στο κατώφλι ενός πολιτισμού ίσως λιγότερου πλούσιου σε υλικά αγαθά, αλλά με κέντρο τώρα την ίδια την καρδιά μας. Είναι ίσως ο μόνος τρόπος για να  ξαναγυρίσουμε και πάλι στη χαμένη Εδέμ, σε αυτή την κατάσταση της μακαριότητας που έπαψε να υπάρχει μέσα μας, και που την νιώθουμε πλέον σαν το ξεθυμασμένο άρωμα μιας μακρινής ανάμνησης. Το οφείλουμε νομίζω στις επόμενες γενιές των ανθρώπων που θα γεννηθούν. Οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στο περιοδικό σας, για την τιμή που μου κάνει  με το να φιλοξενήσει στις σελίδες του τις σκέψεις μου. Σοφία, ένα μεγάλο ευχαριστώ από καρδιάς και για τις ερωτήσεις σου, γιατί μου έδωσες την ευκαιρία να μιλήσω για πολλά πράγματα που με απασχολούν τελευταία

*
 
ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Σ' αγαπώ
με την δίψα της φωτιάς
που σάρωσε τα πάντα
στα δάση της ψυχής μου
τις νύχτες με τα πυρπολημένα φεγγάρια
όταν ανάψαν οι φωτιές
στις γειτονιές των άστρων.

Σ' αγαπώ
με την τρέλα της καταιγίδας
που ταρακούνησε τα κλαδιά
στα δένδρα της φαντασίας μου
όταν πορευόταν ο έρωτας μυστικά
μουσική στα πλήκτρα της ψυχής μου.

Σ'αγαπώ
με την ορμή που το φως σκορπά
διάφανες βεντάλιες
στα αγεωγράφητα τοπία του κορμιού σου
όταν ανοίγει πανιά η αστροφεγγιά
στο παρθενικό ταξίδι των χεριών μου.

Σ'αγαπώ
με το απέραντο μιας νύχτας
όταν ωριμάζει ο λωτός του πόθου
στην αγκάλη μυστικών κήπων
και ανοίγουν τα φτερά αγγέλων
στα σοκάκια του ονείρου.
 
Μελοποιημένη ποίηση : Παράπλευρες ιστορίες, της Αναστασίας Γκίτση (Καλλιτεχνικό Τρίπτυχο SYGORMA)
Image 
 
gitsi2.jpgΠαράπλευρες Ιστορίες

Κόψε λίγη από τη νυχτιά σου
να ‘χω να σε ποθώ τα βράδια,
σε υπνώδεις αγναντεύσεις της αφής

θα ‘ρθω να ξαποστάσω
σ’ εσένα που θεϊκά υπήρξαν
τα καλέσματά σου
χωρίς να το θελήσεις.

(Γι’ αυτό σου λέγω)
οι ομορφότερες ιστορίες
άθελά μας υφίστανται.
 
ποίηση : Αναστασία Γκίτση
μουσική - τραγούδι : Ηλίας Χατζόγλου
 
*
 
Καλλιτεχνικό Τρίπτυχο "SYGORMA"
 
gitsi6.jpggitsi4.jpgTρεις καλλιτέχνες, η Αναστασία Γκίτση, ο Ηλίας Χατζόγλου και η Αναστασία Παπαθανασίου, συχνωτίζουν εικόνα, λόγο και ήχο σ’ ένα αρμονικό καλλιτεχνικό τρίπτυχο και λικνίζονται "Sygorma" σε πρωτότυπους ηλεκτρονικούς, jazz κι ethnic ήχους. Πέντε ζωγραφικές συνθέσεις αναζητούν την ερωτική πνοή της ποίησης. Η ζωγραφική ερωτοτροπεί με την ποίηση και τη μουσική. Οι ψίθυροί τους αποτυπώνονται μουσικά. Ο διάλογος και οι εναγκαλισμοί των εραστών άλλοτε εσωτερικός άλλοτε εξωτερικός αποκαλύπτει το πρωτόγνωρο της ένωσης παρουσιάζοντας την αλληλοπεριχώρηση των πτυχών της τέχνης και τα ρευστά της όρια που αν και ευδιάκριτα περιπλέκονται σαν κορμιά εραστών σε αλλεπάλληλους αισθητικούς εναγκαλισμούς και πρωτοφανείς κινήσεις που καταλήγουν σε tango. Μία ποιήτρια, ένας συνθέτης και μία ζωγράφος σύγκορμα παρουσιάζουν την αρραγή σχέση των διαφόρων εκφάνσεων της τέχνης που μόνο αρμονικά εμφανίζεται στην πληρότητά της. Σας καλούν να συγκροτήσετε το άλλο κομμάτι του κορμιού που θα χαθεί σε ήχους, εικόνες, και λέξεις.

1η συνάντηση στον χώρο του Contemporary Art Club contact.
Παρασκευή 19.3.2010, στις 21.00. Δάφνης 12, περιοχή City Gate, Θεσσαλονίκη.
Με την ευγενική χορηγία των Εκδόσεων Μπαρμπουνάκης

gitsi3.jpg2η συνάντηση στο Καφέ των Τεχνών Βάμμα Νυκτός
Τετάρτη 7.4.2010, στις 22.00.
Έναντι Πανεπιστημίου, Βόλος.
Συναυλιακό και θεατρικό Sygorma με επίτιμο καλεσμένο τον ηθοποιό κα σκηνοθέτη Δημήτρη Δακτυλά σε απαγγελία ερωτικής ποίησης της νέας ποιητικής συλλογής της Αναστασίας Γκίτση "Κορίτσι των σκοτεινών δασών" (εκδόσεις Μπαρμπουνάκης).

Και έπεται συνέχεια...
 
Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν κατά την πρώτη εκδήλωση του καλλιτεχνικού τρίπτυχου "Sygorma", στη Θεσσαλονίκη, και απεικονίζουν έργα της ζωγράφου Αναστασίας Παπαθανασίου. 
 
Ένα βιβλίο ως δώρο για τις φετινές γιορτές

της Νατάσας Ζαχαροπούλου

Image
φώτο : Στράτος Π.
 

Στις μέρες μας, όπου καθημερινά στα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη συμβαίνουν ανατροπές στο μοντέλο της υλικής ευμάρειας, αλλά και που αποκαλύπτεται, επίσης καθημερινά, ότι η πνευματικότητα είναι ισχνή και επιφανειακή (υπηρετώντας το μοντέλο της τεχνητής βελτίωσης των συνθηκών της ζωής μας), η αγορά ενός βιβλίου ίσως κάνει την ανατροπή και στην επιλογή των φετινών γιορτινών μας δώρων.

Χρειάζεται η στροφή μας εντός, στην περιοχή μέσα μας που ο καθένας διαθέτει, και απ’ όπου μπορεί ν’ αντλήσει όλο το δυναμικό για τη γιατρειά και τον επαναπροσδιορισμό της ζωής του σε νέες βάσεις αλλά με διαχρονικές αξίες.

Όμως, ακόμα και σε ό,τι αφορά τα βιβλία, μοιάζει ασφαλές και χρήσιμο να επιλέγουμε τελικώς εκείνα που αποκοιμίζουν τις αισθήσεις και παραιτούν τη σκέψη από τα άγχη της καθημερινότητας, και που ωστόσο λειτουργούν σ’ ένα παράλληλο επίπεδο ομοίως με τις ναρκωτικές εκπομπές της τηλεόρασης, τις οποίες αν και κατηγορούμε, εντούτοις ανελλιπώς παρακολουθούμε.

Το θέμα δεν είναι ο καθείς να ξεχάσει (έστω και για λίγο) το πώς ζει, το πού ή πώς έχει εκπέσει η ζωή του, γιατί οπωσδήποτε έχει συμβάλλει σ’ αυτό και ο ίδιος με την ή τις επιλογές του.

Το θέμα επίσης δεν είναι να συνεχίσει ο καθένας μας να υποκρίνεται ότι δεν αντιλαμβάνεται την οδύνη από το «δάγκωμα» της άρνησης της ατομικής του ευθύνης, που έχει ήδη δημιουργήσει μιαν ανοιχτή πληγή και η οποία έχει σχεδόν κακοφορμίσει και όζει, κάτι που τον οργίζει, τον θυμώνει, κι αρκετά συχνά τον ωθεί να εξωτερικεύει τον θυμό του προσανατολίζοντάς τον σ’ έναν άλλο στόχο έξω και μακριά από τον ίδιο, εκείνον δηλαδή της «ευθύνης των άλλων».

Το ζητούμενο είναι πώς να ξεφύγουμε από τους στείρους προβληματισμούς μιας ζωής εξωτερικής για εξωτερική κατανάλωση και να επιστρέψουμε στο γόνιμο προβληματισμό μιας ζωής εσωτερικής για εσωτερική και εξωτερική βελτίωση της κατάστασης ζωής όλων μας.

Και είναι επίσης βέβαιο ότι το «βαθμό δυσκολίας» στις προσωπικές μας απαιτήσεις δεν μπορεί να τον ορίσει ένα «σύστημα αξιών», το οποιοδήποτε σύστημα που κινείται με όρους αγοράς, που εκκινεί και βασίζεται στα μεγέθη, τις πωλήσεις και εν κατακλείδι τους στόχους αύξησης των μεγεθών του στην βιβλιοαγορά και τα επιχειρηματικά κέρδη.

Φυσικά δεν είναι παράτυπο ή κακό εκ προοιμίου το να θέλει ο καθείς να αυξήσει το μέγεθος της εκδοτικής του επιχείρησης, το μερίδιό του στην αγορά βιβλίων και τα κέρδη του. Παρέχει όμως το διαφορετικό, δηλαδή το είδος των βιβλίων εκείνων που θα  κινητοποιήσουν τη συνειδησιακή μας αφύπνιση ή ό,τι παράγει συνηγορεί προς τη συνειδησιακή μας ύπνωση;  

Το πιο απλό αλλά ουσιαστικό ερώτημα θα ήταν το εξής κλασικό : «Τι είναι λογοτεχνία;» ή αλλιώς: «Πόσα και ποια από τα βιβλία που εκδίδονται σήμερα είναι πράγματι λογοτεχνία;»

Ο χώρος του βιβλίου, όπως άλλωστε και τόσα άλλα πράγματα στις μέρες μας, υποκρύπτει παγίδες, εξωρραϊσμούς, στημένες πολιτικές, αδιαφανείς διαδικασίες προώθησης και πωλήσεων, είναι έρμαιο των δημοσίων σχέσεων και της πολιτικής, μέ ό,τι αυτό υπονοεί και συνεπάγεται.

Φυσικά, τίποτε απ’ όλα αυτά θα μπορούσε και να μην αφορά τον αναγνώστη. Όμως, εφ’ όσον ο καθένας μας ως αναγνώστης θα επιλέξει τελικώς τι θα αγοράσει και τι περιμένει από το ανάγνωσμα που θα φτάσει στα χέρια του, εντέλει πολύ τον αφορά  το τι και το πώς προωθείται το κάθε βιβλίο, όπως επίσης τον αφορούν τα μάλλα και  τα «γιατί» και τα «διότι» των εν λόγω προωθήσεων.

Η αλλαγή που όλοι μας επιζητούμε και στην πραγματικότητα χρειαζόμαστε προϋποθέτει την ουσιαστική αναζήτηση, και επιβάλλει την καθιέρωση βαθμού δυσκολίας στα πράγματα. Δεν υπάρχει χρόνος για διαιώνιση της άφεσης και του περισπασμού μας σε πράγματα «τυχαία» και επιλογές του συρμού.

Δεν υπάρχει μόνο η σύγχρονη ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία. Υπάρχουν πάντα οι κλασικοί. Έλληνες και ξένοι. Αυτοί κατ’ αρχήν ορίζουν το βαθμό δυσκολίας, αυτοί κινητοποιούν και μετατρέπουν έναν αναγνώστη από άνθρωπο του ρεύματος, οπαδό του συστήματος σε άνθρωπο μονάδα, άνθρωπο με συνειδησιακή εγρήγορση, εν ολίγοις άνθρωπο σκεπτόμενο, αναζητητή, απαιτητικό ως προς την ποιότητα και τις αρχές της ζωής του, ως προς την ποιότητα και τις αρχές της ζωής τού συνόλου.

Υπάρχουν και σύγχρονοί τέτοιοι συγγραφείς. Έλληνες και ξένοι. Δεν θα τους ανακαλύψει ίσως κανείς στους πάγκους με τους σωρούς των βιβλίων, δεν θα τους βρει απαραίτητα ανάμεσα στους τίτλους των εκδοτικών οίκων που κυκλοφορούν εκατό με διακόσιους ετησίως, δεν θα τους διαβάσει στις αμφισβητούμενες λίστες των ευπώλητων, των λεσχών ανάγνωσης, των υποψηφίων για βραβεία αναγνωστών, αλλά δεν αποκλείεται κιόλας.

Χρειάζεται έρευνα. Πρωτίστως χρειάζεται έρευνα στον εαυτό μας : Ποιοι είμαστε, ποιοι νομίζουμε ότι είμαστε, τι αναζητούμε, τι επιδιώκουμε, τι θεωρούμε πληρότητα, τι μας πληρώνει ατομικά διανοητικά και συναισθηματικά, σε ποια πράγματα γινόμαστε οπαδοί ερήμην μας, ποια κοινωνία υπηρετούμε, ποια κοινωνία χρειαζόμαστε, τι άποψη έχουμε για το δικό μας ρόλο και τη δική μας συμμετοχή ή συνεισφορά σ’ αυτήν την κοινωνία που επιζητούμε, πού θεωρούμε ότι βρίσκεται η ατομική μας ευθύνη στα τρέχοντα πράγματα και συνθήκες ζωής, κ.ά.

Ίσως έτσι ο καθένας μας μπορεί να βρει όχι μόνο το βιβλίο που του χρειάζεται, που θα τον βοηθήσει να προχωρήσει ένα βήμα παρακάτω, ένα βήμα πιο μπροστά και πιο βαθιά, αλλά και να επιλέξει να το δωρίσει στους φίλους του. Να συνεισφέρει μ’ ένα μικρό δώρο στη συλλογική εξελικτική μεταμόρφωση.

Διότι αν δεν αλλάξει ο καθένας τον τρόπο με τον οποίο έχει συνηθίσει να ζει τη ζωή του και ν’ αντιμετωπίζει τον εαυτό του, τίποτα δεν θ’ αλλάξει στον κόσμο. Η αλλαγή ποτέ δεν έρχεται απ’ έξω.

Κι αυτό από μόνο του συνιστά έναν απαρατήρητο, ωστόσο απολύτως υπαρκτό σε απαράμιλλο βαθμό δυσκολίας, που προσδιορίζει και χαρακτηρίζει την ατομική μας ύπαρξη εντός του Γίγνεσθαι.

 
toneo.png