top_arxeio_teuxwn.jpg top_newsletter.jpg
teliko-ekdoseis.jpg
Φύλλα Λογοτεχνίας

Πέντε ποιητές συστήνονται στο περιοδικό Βακχικόν

Image
φώτο : Ελ. Φωτοπούλου
 

Κυριαρχεί η ύπαρξη ενός κουρασμένου στοιχείου του "εγώ" μου

Κυριαρχεί η ύπαρξη ενός κουρασμένου στοιχείου του "εγώ" μου
που κάνει την συνείδηση άτολμη; και μετά
οι λέξεις
που βυθίζονται σαν πλοία
σ’ αυτό το βασανάκι μιας λευκής
θάλασσας που την λένε ωκεάνια σελίδα.

Σ’ όλον τον δρόμο γυάλιζαν στα δεξιά μου τα πετρώματα:
τα μεταλλώδη πετρώματα κοντά σ’ εκείνες τις μακρές γαλαρίες
ανοιγμένες μέσα στα σπλάχνα των βουνών:
σαν αρτηρίες που αιματώνουν τον όγκο τους με απρόσμενο αέρα..

Και το μέρος ανήλιο
πολλές φορές-
θέλει να σε σκλαβώσει.

Με θόρυβο απόφασης των τεσσάρων τροχών πάει το αυτοκίνητο.
Ψηλά- σχεδόν χαμένο μέσα στα βουνά-
πάνω από την κάτω πεδιάδα που επιμένει
να σου ξανά φανερώνεται.

Κι όταν που εμφανίζεται ο ήλιος
σου περιγράφει όλες τις απέναντι κορυφές των άλλων βουνών
που τις ξεπλένει το απολυμαντικό γαλάζιο.

Πόσου πολύτιμου χρόνου σκέφτομαι κατασπατάληση
που αν είχα ένα ρήμα μες τα χέρια μου
ζωντανό: "χαίρομαι" ή "κλαίω"
θα είχα κάνει ένα ποίημα που να σπαρταρά
όπως εκείνα τα μεγάλα ψάρια που ασημίζουνε
ριγμένα έξω από το δίχτυ, πάνω
στο κατάστρωμα ενός γέρικου ξύλινου πλοίου.

Ανηφορίζοντας…

Ο ήλιος μελωδεί στην καρδιά μου και δύο καρφωμένες
λέξεις από ώρα που πολύ με παιδεύουνε
θέλουν να ορίσουν το περίγραμμα ενός λόγου που αυθόρμητα βγαίνει
όπως το ζώο έξω απ’ την φωλιά του..

κοιτώντας μακριά
και κατά τον πανταχού μεγάλο θεό του..

29.7.2009 (ταξιδεύοντας..)

Ο Στρατής Παρέλης ζει στην Αθήνα. Έχει κυκλοφορήσει πλήθος ιδιωτικών εκδόσεων ποίησης.

*

Το παιχνίδι της σιωπής  

Θυμάσαι τί παίζαμε ως ήμασταν παιδιά;
Για να μην ενοχλούμε τους μεγάλους;
Το παιχνίδι της σιωπής;
Όποιος μιλήσει πρώτος χάνει.

Ακόμα το παίζουμε ως μεγάλοι πια όλοι.
Λέγεται συμβιβασμός.
Όποιος εκφραστεί πρώτος χάνει.
Όποιος νοιαστεί πρώτος χάνει.
Όποιος δημιουργήσει πρώτος χάνει.
Και έτσι δεν χάνει κανείς
Και κανείς δεν κερδίζει.

Τηλέφωνο. Ντιλίβερι. Κουδούνι. Πακέτο.
Τι χρωστάω;
Την προσωπικότητα σας.
Ορίστε.
Τα κόμπλεξ σας.
Ευχαριστώ.

Ο Αλέξανδρος Φώτιος Καρακωστής ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Μάσκες Πεσμένες, κι έχει συμμετάσχει στη συλλογική έκδοση "Η Ελιά κι οι Θεοί" (Εκδ. Ελληνικά Γράμματα).

*

Μοναξιά

Άσε με να  σ’ αγαπήσω
Ο χρόνος έφτασε,
Το βλέμμα μου έτοιμο να πιάσει την άκρη του πανιού
Δεν το τυλίγω.
Το αφήνω ν’ ανεμίζει.
Σύμβολο στη γέννηση-στο καινούργιο.

Θα σε δώσω τον πρίγκιπα μου.
Είναι ευαίσθητος. Ζει όπως στα παραμύθια.
Προχωράει, αργά-σταθερά όμως.
Παντοτινά στο πέρασμα του ήλιου
Γλυκιά θέλξη του ονείρου.

Φύλαξε τον πρίγκιπα μου
Δώρο στον υπέρτατο θεό
Ζει για να υπάρχει.

Φύλαξέ τον μου
Και αν δεν τον θέλεις,  θα σε δώσω, για αντάλλαγμα όλο το βασίλειό μου.

Άσε με να σ’  αγαπήσω μοναξιά μου.

Ο Νικόλαος Τσάλης ζει στη Θεσσαλονίκη.

*

Ανάμνηση

Η μυρωδιά του λωτού στριφογυρνά αργά.
Μέσα σε σκοτεινά ρεύματα σιωπή κυλά.
Σε τρίσβαθα του Χάους τυλίγομαι με φόβο
και μια ανάμνηση ξεφεύγει και παίρνει ζωή·
στα πόδια μου κάθεται και μου χαϊδεύει τους ώμους.
Μάγισσες τα δάκτυλά της ξεχύνονται,
με μιαν αιωνιότητα δίπλα,
και τη σάρκα μου άγαρμπα θωπεύουν.

Θυμάμαι…

Προσπάθησα να σηκωθώ από τ’ αβυσσαλέα βάθη,
όπου τύραννοι της ψυχής κατοικούν,
μαζί με την ακατονόμαστη ανάγκη γι’ αυτοκαταστροφή.
Ένιωθα πως έπεσα νεκρός σε τούτη την κλίνη·
το μακελειό μιας ζωής με συνεπήρε, μαζί κι η αθλιότητα
και το σκουριασμένο λεπίδι μού κάρφωσαν στη πλάτη.

Η πληγή ήταν βαθειά κι ορθάνοιχτη,
ο πόνος μου σφοδρός και σιωπηλός.
Ζήτησα βοήθεια από μιαν επιλογή,
μα ίαση στα μάτια της δεν βρήκα.
Σερνόμουν και σαν μωρό παρακαλούσα
μιαν αιθερική μάνα να με σηκώσει
και στα μαραμένα της στήθη να με σφίξει.
Αντ’ αυτού εσένα είδα, πονηρή δεσποσύνη,
και με την ελπίδα ενός ηλιθίου μ’ αντάμειψες.
 
Ο Αναστάσιος Δρακόπουλος ζει στην Πάτρα.

*

Ανικανοποίητος

Σχεδόν μολυσμένος
Ήπιος και συνάμα αγριόχοιρος κλοτσώντας φωτιές στα ποτάμια
Ανέγγιχτος και σχεδόν αλλοπρόσαλλος
Θαυμάζω τέχνης παράνομα όνειρα
Μια ριπή από πρόχειρες συμβουλές και ένας Άδης καθισμένος ανάσκελα
Βλέπω ευθεία κι όλα κινούνται όπως πριν
Καμιά φορά σκέφτομαι εσένα
Δε ραγίζω
Ακουμπάω το μέτωπο στο παράθυρο και με φόβο παρατηρώ τα χελιδόνια
Όταν είμαι ήρεμος θέλω να πεθάνω και να αναστηθώ ξανά
Υπάρχουν τα σημάδια
Δε μασάω
Παραβγαίνω στο τρέξιμο με τη θάλασσα, η οποία χαμογελάει νοερά
Πέρα από την αγανάκτηση υπάρχει μια πατρίδα
Σκουληκιασμένη μα πέρδεται εν' όψη του καλοκαιριού.

Ο Κωνσταντίνος Πρωτόπαπας ζει στην Αθήνα. Είναι μουσικός. Έχει κυκλοφορήσει ιδιωτικές εκδόσεις ποίησης.

 
Πέντε ποιητές γράφουν στο περιοδικό Βακχικόν
Image
φώτο : Θ. Ζαμπάκα
 
 
O Συμ και ο Παν
 
θα ξανάρθει ο καιρός  που το όνειρο
θα μας ξυρίσει το σαράκι και το κουράγιο
μια ελπίδα που έγινε υγρασία
μια μάχη που έγινε τηλεοπτικό σόου
μια πρώην που θέλει πίσω τη γάτα
μια πληγή που στάζει τόσο,
που έγινε λίμνη και σε κατάπιε

μια αλήθεια που έγινε συνήθεια,
από αυτές που κρύβεις

κάτω από την ψυχολογική σου μοκέτα
μαζί με τις επαναστάσεις και τις τσόντες.

μια διαμαρτυρία που γέρασε
και έγινε καρκίνωμα,
ένα απλανές,
αθόρυβο μπουζούκι
στο τέλος του νου,

το κορίτσι που μένει στον πρώτο όροφο
εκείνο που σε γούσταρε
και σήμερα σε κοίταξε λες
και μόλις,
ξανά,
βγήκες από τον τάφο.

Πιάνουμε τα όνειρα κοτσίδα
και τα κάνουμε μπουγάδα
μαζί με τα ξώβυζα βράδια της εφηβείας
μαζί με τις επαναστάσεις που
δεν προλάβαμε να κάνουμε   

και τίποτα δεν θα μείνει στο τέλος, τίποτα δεν υπάρχει στα αλήθεια ξέρεις.

Το Σύμπαν που τόσο αγαπήσαμε θα σπάσει
και ο Συμ και ο Παν θα διαφωνήσουν

θα παλεύουν με τα δόντια να κατακτήσουν το χειρότερο Ιδεατό
έτσι ώστε ο Άλλος να μην μπορεί να τον Κατηγορήσει πια
αν Είσαι ο Χειρότερος τότε δεν μπορεί Κανείς να Σου πει τίποτα

θα υπάρχουν Αλλόφρονες εκδοχές Aγάπης
και Aιώνιες Eλπίδες Ανανέωσης του Είναι

Ποιο είναι

Και θα μένουν  σε διαφορετικά Μαστίγια Σκέψης ο καθένας
θα πιάσουν από μια άκρη ουράνιου τόξου
Και θα αρχίσουν να Μαστιγώνουν

Δεν θα μαλώνουν
Απλά θα υπάρχουν
Θα Διαφωνούν
Τους φτάνει
Δυο ικανοί υποστηρικτές της Aλήθειας
Ποιας αλήθειας

Ο Συμ και ο Παν
οι πρώτοι και οι τελευταίοι διεκδικητές της φαντασίας
Της ονείρωξης των προτετελεσμένων γενονότων
Της πόλωσης του φαντασιακού και του μοντερνισμού σε θέματα ανθρώπινης συνείδησης

Ο Συμ και ο Παν

Η Δημιουργία και ο Θάνατος
Η ειρήνη και ο πόλεμος
Ο Έρωτας και η Προδοσία

Η Γλώσσα κρέμεται έξω από την Ιστορία γυμνή, ξεραμένη

Ανίκανη να περιγράψει το Μέλλον,
δεν έχουν εφευρεθεί ακόμη εκείνες οι λέξεις

Η Προσέγγιση θα γίνει,
ποτέ ολόκληρη,
ποτέ σίγουρη για τον Εαυτό της
θα μοιραστεί σε Γλωσσολόγους
Εικονολάγνους
Φωτογράφους και
Εικαστικούς γενικά

Αυτοί με τη σειρά τους, ανίκανοι, μικροί,
Άγνοια, ή Ανικανότητα πες το
Αυνανισμός ή μια Φευγαλέα Εντύπωση πως μπορούν να καταλάβουν τον Kόσμο

Ποιον κόσμο

Ο Συμ και ο Παν
Ιδιώτες του Γκρεμού

Όλα καταρρέουν,
κατρακυλάν εκεί,
επιτέλους κάτι να ακολουθήσω

Τη Ροή του αδηφάγου Χρόνου
Τη Ροή του Τίποτα
Μόνοι Τους,

ω ναι, τελευταίο τσιγάρο και βλέπουμε
Μόνοι Τους χωρίς το Χάος για Μανδύα

Τα παλιά τα χρόνια
έτσι ήταν ο Συμ και ο Παν

Τώρα δεν είναι Τίποτα
Είναι αυτό που λένε πως Είναι

Ένα Τίποτα που αν του φορέσεις Φτερά

Εκείνα θα μαραζώσουν
Καμία αιτία Θανάτου η Γέννησης
Καμία αιτία Ελπίδας
Η Εγκατάλειψη

Ο Συμ και ο Παν

Ξέρουν να εγκαταλείπουν
τα Γεγονότα και την Ιστορία
Μπορούν να εγκαταλείψουν και το ίδιο τους το Βάρος τους αν Χρειαστεί
Τον Εαυτό τους
Το Βάρος του Εαυτού τους
Το Βάρος της Πραγματικότητας

Ποιας πραγματικότητας

Ό,τι φεύγει, ό,τι υπάρχει, ό,τι μένει
Ό,τι θυμάσαι να Ανασύρεις από τη Σκοτεινή Λάσπη
(γιαγιάδες, πρώην, μισές επαναστάσεις, κάποια δώρα,
ξεχασμένα εισιτήρια με την τάδε,
το μεγάλο πακέτο προφυλακτικών την Τελευταία Εκείνη Ημέρα,
κάποιες Κασέτες που σου έγραψε, Σκόνη)

Ό,τι ξεχνάς μέσα στο Αέναο Γίγνεσθαι
Όλα αυτά είναι κολλημένα στο στέρνο

Μην με ρωτήσεις
Δεν ξέρω αν τα βλέπω

Ποτέ να μη ρωτήσεις
Μπορεί να τα βλέπω
Δεν ξέρω

Ποτέ δεν ήξερα
Ότι κάνεις,
μην απαντήσεις,
ό,τι ελπίζεις
ό,τι ουρανό βλέπεις

με θεό ή σκέτο
μπλε ή μαύρο
ξαναβρίσκονται εδώ
Ο Συμ και ο Παν

Για να εγγυηθούν
Πως δεν μπορούν να δοκιμάσουν ξανά τα ίδια

Ο Χρόνος
Ο Θάνατος
Έχουν Ημερολόγιο
Έχουν Φωνές που ταξιδεύουν και όλο κάπου προσγειώνονται
Σε ανθρώπους,
παλιά μεν σε αρκουδάκια, αυτά που σφίγγαμε μικροί στον ύπνο

Τώρα
Ο Συμ και ο Παν

Ξεπουλάνε ό,τι έχουν και δεν έχουν
Δεν είχαν ποτέ ιδιοκτησία, τώρα χρειάζονται, την επιζητούν

O Κωστής Αργυριάδης είναι φωτογράφος. Ζει στη Θεσσαλονίκη.

*

Συνοχή

Ήρθε η νύχτα στα χέρια μου
Βενετσιάνικο κρύσταλλο,
Από μακριά, μου ακούγονται
Κορίτσια να κλαίνε…
Τα μαλλιά τους λυτά
Σχηματίζουν οδύνες
Για αγάπες που φύγαν…
Και εγώ τρέμω
Να κρατήσω το δώρο μου
Μη μου πέσει και σπάσει…
Ο λυγμός τους με αλλάζει.

Στον καθρέφτη μου βλέπω
Μια παράξενη θάλασσα
Στα ακροδάχτυλα κρέμονται φύκια
Το ελαφρύ μου το ένδυμα,
Το βαραίνουν κοχύλια…
Και ο άνεμος δήμιος
Επιμένει να μου φέρνει την λύπη τους…

Ετοιμάζουν φθινόπωρα
Τα κορίτσια τα ωραία.
Στα λευκά τους φορέματα
Θα κεντήσουν βροχές
Από κόκκινα δάκρυα…
Στα λυτά τους μαλλιά
Θα καρφώσουν δυο σύννεφα…
και εγώ τρέμω
Να κρατήσω τη νύχτα τους
Μη γεμίσει ο κόσμος σκοτάδι.

Στον καθρέφτη μου βλέπω
Μια παράξενη άνοιξη
Στα ακροδάχτυλα σπάζουν οι λέξεις
Το ελαφρύ μου της ύπαρξης
Το βαραίνουν αλήθειες…
Τα κορίτσια μου τα όμορφα

                                                Ετοιμάζουν χειμώνες…

Η Δέσποινα  Κοντάκη ζει στη Χαλκίδα.  

*
 
Δυο ποιήματα για τον John Berryman
 
προσπάθησα να σκαρφιστώ κάτι εκεί ειδικά για εσένα,έφτασα μέχρι τα τέλη της αντοχής την μία
ασυναρτησία μετά την άλλη και αυτό το πομπώδες ύφος.διένυσα απίστευτα χιλιόμετρα μέχρι να φτάσω
σε μία μικρογραφία του βίου•αυτό είναι αποτυχία.προσπάθησα να κρατήσω τις φωνές σταθερές πειθήνιες
στο καλεσμά,οι λύκοι θα με κατατρέχουν όμοια με εσένα,φωνές της μοναξιάς και του τίποτα.
να γράψω  για την πιθανή σου προσχώρηση τα γυαλιά και τα γένια,τον βαθύ συλλογισμό σου εκείνο
το ντελίριο που διασχίζει την ισορροπία.Τι ηλίθιος που ήμουν ένα σαράβαλο για ένα άλλο,ήταν ένας
ξερός κρότος και ο δικός σου απολογισμός ;

ήταν μέσα στο μυαλό μου να ψευδίσω την τρομερή φωνή σου, - ακόμη ονειρεύομαι ο κόσμος
όλο και ασχημαίνει ή - είναι λίγο χλωμή όμως έχει διαμαντένιο κορμί και όμορφα πόδια δεν νομίζω ότι θα την ρίξω
με μωρουδίσματα.. και πάνω από κάθε τι να πω πως σαν έκλαμψη απέναντι από ένα θολό καθρέφτη
θολό όσο και οι ενοχές ένας γδούπος στο πάγο θέλησες να ειπωθεί παραιτούμαι.

το σκέφτομαι και λέω θα ήταν κάτι ωραίο όπως γρατζουνώντας το πρώτο μου πρόσωπο
μοναχικοί πίνοντας το γάλα μας μία διαφωνία θα ήταν προτιμότερο ένας άγριος καβγάς με την παραίσθηση
περσόνα σου που τόσο δυσκολεύτηκε επίσης στην πατρολογία, να συσκεφτούμε που είχες
τρεις γυναίκες και κόρες νοσοκομεία και πανεπιστήμια που πόσο ανεβαίνεις και ακόμη πόσο πιο πάνω θα ήθελες
για όλες τις αγάπες σου και το προβληματισμένο μυαλό,

είμαι ένας ανόητος σίγουρα πιστοποιημένα επικεντρωμένος στην θαυμάσια πράξη με άφησαν πίσω,
να σου δώσω μία φοβερή σκέψη μερικές συλλαβές δεν μπορούν να τρυπήσουν κανένα ουρανό ούτε η αμετάκλητη
μανία, να σου πω πως το πρώτο σπουδαίο βιβλίο ήρθε μαζί με μία σημαντική γέννηση και μία κουκουβάγια
εγκατέλειψε το κλαδί της για άλλη γειτονιά ενώ το κεφάλι μου έτρεμε, φιλάνθρωποι και ακτιβιστές διαφωνούσαν
για την ονομασία των δρόμων και την φύση του αγώνα καθώς στα γονατά ένα βιβλίο απήγγειλες φωναχτά
τον φόβο για την αγάπη  προστάτης με δάκρυα για την μόνιμη απώλεια και οράματα επαναλαμβανόμενα
σε ένα χαλασμένο δίσκο.παραμένει ένας ανόητος τοποθετημένος λάθος ,αρκετά νηφάλιος από το γραφείο του
θέλει να χαιρετίσει.

σαν να είσαι αποφασισμένος ούτε μία νότα να χαράξουμε πέρα από την σκιά του ποταμού.το έναυσμα
από την πέτρα που χτύπησε κατευθείαν τον βυθό. περιμένοντας μέσα στο γρασίδι ελπίζοντας για κάτι.μία τελευταία
πράξη η ορμή ακολούθησε την καθορισμένη πορεία εκεί κοντά στο πλευρό σου. σκάλες και η πόρτα που οδηγεί
στην πίσω αυλή. έχω αρχίσει να τα βρίσκω σκούρα.χαλαρώνω έχοντας μία βόμβα δίπλα μου έτσι σιωπηλός 
βρίσκω τα ίχνη μου μέσα στο χρόνο.κοιτάζω ψηλά και δεν είναι κανείς. μπήγοντας τα δαχτυλά καθώς ο ήλιος δύει
με μία ευγενική χειρονομία τι να πούμε.  τα χωράφια συνορεύουν με δάση και κομμάτια αρχίζουν να ξεκολλούν.
το φως έρχεται από το παράθυρο τοποθετημένος λάθος το κρύο σκοτάδι έρχεται καταπάνω. είναι θέμα ειδικών όμως τι
χρειάζεται’- για παρέτεινε λίγο ακόμη το άγχος την κατάσταση. έχω κάπου στο δωμάτιο ένα παλιό ραδιόφωνο και 
κατευθύνσεις που οδηγούν στο ίδιο σημείο. ήθελα να πω τρομερή στυγνότητα και αλκοολική τυραννία είδα,κρύβομαι.

Ο Νίκος Παναγόπουλος έχει κυκλοφορήσει τρεις ποιητικές συλλογές ιδιωτικής έκδοσης. Ζει στην Αθήνα.

*
 
17 Νοεμβρίου 2010

Οι μπάτσοι έφταιγαν,
Οι κρότου-λάμψης και τα δακρυγόνα.
Δεν σ’ ερωτεύομαι ξανά απ’ την αρχή.

Ήταν η ένταση του πλήθους,
Το χέρι σου στον ώμο μου,
Τα ρούχα μας, υγρά απ’ τη βροχή.

Ήταν τα γνώριμα συνθήματα, η αδρεναλίνη,
Ο ενθουσιασμός στα μάτια των παιδιών,
Τα μασκοφορεμένα πρόσωπα, οι κουκούλες,
Η απαίσια μυρωδιά των χημικών.

Η μνήμη έφταιγε,
Ο σιδερένιος κρίκος της συνήθειας.
Δε λαχταρώ ξανά το παρελθόν.

Ήταν τα πρόχειρα οδοφράγματα,
Οι φωνές μες στο σκοτάδι,
Το πέταγμα αναμμένων μπουκαλιών.

Ήταν το τρέξιμο στους δρόμους και τις γέφυρες,
Οι αναμνήσεις από αλλοτινές πορείες.
Παράφορος μαυροντυμένος έρωτας
Σε μπάχαλα, φωτιές και φασαρίες.

Η Χριστίνα Σανούδου είναι δημοσιογράφος. Ζει στην Αθήνα.

*
 
Σήμερα έλαβα άλλη μια κακή κριτική

ο ουρανός είναι καθαρός
το ψάρι χαμογελάει
και δυο παιδιά παίζουν
στην αυλή
ο Δεκέμβρης μου γελά
και
εκτοξεύομαι
χοροπηδάω
ερωτεύομαι
μυρίζω χρυσάνθεμα
στη καρδιά του χειμώνα
κύριοι
νίκησα

ανοίγω το παράθυρο και  τραγουδώ
ελεύθερος
όπως πάντα ήθελα

Ο Νίκος Σφαμένος έχει κυκλοφορήσει ποιητικές συλλογές ιδιωτικής έκδοσης. Ζει στη Μυτιλήνη.

 
Πέντε ποιητές συστήνονται στο περιοδικό Βακχικόν
Image
φώτο : Ελ. Φωτοπούλου
 
 
Stilnox (Η δικαιοσύνη είναι τυφλή)

                                                                        Στη Natalie Karneef

Περιπλανιέσαι στους αρχαιολογικούς χώρους
με εκείνη τη χαρακτηριστική ανεμελιά των επισκεπτών.
Μυρίζεις τον αέρα και προσπαθείς
να αναπαραστήσεις στο μυαλό σου
την ατμόσφαιρα εκείνων των ημερών.
Ένας άγνωστος προσφέρεται να σε ξεναγήσει.
Δέχεσαι· γιατί, όχι, άλλωστε;
Μοιράζεσαι μαζί του το φαγητό
και τον ακολουθείς στα δρομάκια της πόλης…
 
Ξυπνάς σε ένα άδειο κρεβάτι.
Ζαλίζεσαι. Δεν ξέρεις που βρίσκεσαι.
Είσαι παραβιασμένη…
Stilnox.
Αυτό είναι! Stilnox!
 
Κι εκείνος κυκλοφορεί ακόμα ελεύθερος.
Μέχρι την επόμενη φορά
και την επόμενη αναβολή της δίκης.
 
Η Δικαιοσύνη είναι τυφλή!
Η Δικαιοσύνη είναι τυφλή!
Ίσως να της έδωσαν Stilnox.
Αυτό θα ήταν μια κάποια εξήγηση...
 
Ο Ν. Γ. Λυκομήτρος ζει στην Αθήνα. Είναι μεταφραστής. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή "Ιχνηλάτες του τέλους" (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010).

*
 
Θα μ' άρεσε

Άν κατάφερνα να σε σκοτώσω.
Άν κατάφερνα.
Θα ζούσαμε ευτυχισμένα. 
Θα σε είχα στον χώρο μου.
Το κάθε σου κομμάτι χωριστά.
Θα χάιδευα την καρδιά σου.
Θα σ'άρεσε.
Τα πνευμόνια σου θα μου έδιναν ανάσα.
Θα σ'άρεσε.
Θα άνοιγα το στομάχι σου.
Θα σε τάιζα.
Θα το έραβα με προσοχή.
Τα χείλη σου θα τα δάγκωνα.
Θα σ'άρεσε.
Θα σου έβαφα τα νύχια.
Θα έβαζες και πολλές περούκες.
Ένα στήθος θα είχες.
Θα σου έβαζα το αριστερό χέρι στο πόδι.
Το πόδι στον αριστερό ώμο.
Θα σ'άρεσε.
Θα ήταν όλα όπως θα ήθελα.
Θα ζούσαμε ευτυχισμένα.
Θα σου βγάλω τα μάτια.
Να παίζω βόλους.
 
Η Φωτεινή Μίαρη ζει στην Αθήνα. Είναι φωτογράφος.

*
 
Η διαιώνιση των λέξεων

Σε γωνία κλειστή, αγαπώ τη ζωή.
Τρεμοπαίζουν κεριά.
Τα παντζούρια κλειστά
Υγρασία, σκοτεινή μουσική.
Και το φως χαμηλό, ένοχο παρελθόν.
Δεν το λέω σε κανέναν,
το φυλάω για 'μενα,
αφού αυτό με κραταει ζωντανό.
 
Μ'ασημενιο κλειδί, η σιωπή διαρκεί
και οι ώρες περνάνε.
οι αισθήσεις κυλάνε.
Αντικρίζω μια καινούργια αρχή.
 
Διάβασμα στη σκιά, ομιχλώδες μυαλό
κι οι σελίδες γυρνάνε
και οι λέξεις γελάνε,
αφού βλέπουν να με παίρνουν νεκρό.

Ο Τίμος Αρχοντίδης ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι ηθοποιός.

 
*
 
Φαντάσου το όπως θες
 
Υπάρχει ένα υγρό, το έχεις γνωρίσει
κλείσε τα μάτια και φαντάσου το όπως θες
γλυκό,πικρό ηδονής ή προδοσίας
και ο,τι χρώμα θαρρείς, θέλω να το αγαπήσεις
πέφτει απ τους ουρανούς και ρέει μέσα στο αίμα μας
γλυκαίνει τους πόνους μας, απαλά και μυστικά προπαγανδίζει τις απώλειες μας
ξυπνά βίαια την ζωή μας όταν έχει πέσει αναίσθητη απ το πιώμα
ανακουφίζει την ταραχή μας

είναι αυτό που σε κάνει να ουρλιαζεις τις μεγαλύτερες αλήθειες
να χαίρεσαι όταν συναντάς και άλλους ανθρώπους, σαν κ εσένα νεκρούς
να ποθείς να γνωρίσεις τη φύση τους όταν είναι ακέραια κ αληθινή
να προσεύχεσαι για ευλογιά κ όχι για γιατρειά
να χαμογελάς, όταν κάνεις δεν σε κοιτά
μα γιατί κανένας τους δεν σε κοιτά;
να τους ρωτήσεις στο αυτί τα μυστικά που τους έφεραν στο δρόμο σου
και όλα θα φανούν στο πάτο απ το ποτήρι σου
τα μακρινά φεγγάρια θα γίνουν περπατημένα και γνώριμα και ας είναι τόσο αλαργινά
και αν τρομαξεις μη πεις πως είναι για καλό

αν πάρεις την απόφαση πάνω στον πανικό σου και φύγεις μακριά
ίσως να είσαι αρκετά ικανός για να μη γυρίσεις
μα αλλιώς θα καταλάβεις αργά πως η βούληση πάνω στα χεριά σου
είναι ηφαίστειο που στάζει μαύρο αίμα
και η σάρκα σου θα λιώνει σε κρεβάτια ξένα και ψυχρά
φτερά θα σε παγώνουν όταν κοιμάσαι
και όταν της αρρώστειας η συμφορά έχει πια τελειώσει
άλλα δάκρυα δεν θα χωρούν στα μάτια σου να στοιβαχτουν
θ' αναστηθεί ψηλά στον παράδεισο, χαμηλά στη γη, πάνω και μέσα σε ένα θάνατο
ό,τι αγάπησες και έχασες

μην έρθεις να μας πεις για το ταξίδι σου
αυτοί που ψυχανεμίζονται το τέλος είναι εκλεκτοί
και δε μοιράζονται τα βάσανα σου
όσο για μένα υπάρχει κάτι που ποθώ και ευχή κάνω στην ψυχή μου να το δω
αναρωτιέμαι αν ποτέ θα ρθεί η ώρα να σε ρωτήσω χωρις κανένα δάκρυ
να φιλήσω τα χείλη σου με δέος
να πιω την αρρώστια που σε έκανε να φιλάς σαν μαχαίρι κοφτερό
και από μεριές δίχως πέρασμα και πόρτα να ξεπροβαίνω

και αναρωτιέμαι αν είσαι εσύ που κέρδισες στο τέλος την καρδιά μου
βρίσκομαι σε μιαν ακόμη μοίρα και κολυμπώ
και άμα εξοριστώ, τι να περιμένω να δω;
την τιμωρία για τα αμαρτήματα και την αφέλεια μου;
την αλήθεια και το σκοπό που κρύβεται πιο μέσα απ τα σωθικά μας;
το απόλυτο κενό;
ή όλα αυτά που ποθώ;
βάλτε να πιούμε, έφτασε ο πάτος.
 
Η Τζένη Ντούλια ζει στην Ιταλία. Είναι φοιτήτρια.

*

Α.

                                                          Στην Κατερίνα Γώγου

Πήγε να κάνει την αιρετική
η Κατερίνα

Αν μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις
τότε
η λέξη ελευθερία με πόσες εικόνες
ισοδυναμεί;

Με μία, της απάντησε η κοινωνία
και
της έδειξε τον

θάνατο
 
Β.

Έτσι γράφονται τα ποιήματα! είπε
Φτάνει ένας ήλιος να φωτίζει λιγότερο

κι από κερί

Γ.

Είναι αλήθεια οι γάτες δεν δακρύζουν
κι ας έχουν ψυχές

εφτά

Ο Πέτρος Σκυθιώτης ζει στη Φλώρινα. Είναι φοιτητής.

 
Πέντε ποιητές συστήνονται στο περιοδικό Βακχικόν
Image
φώτο : Αλ. Κατσής
 
 
Φθινόπωρο στην Αθήνα
 
Η γκρίζα πόλη άνοιξε θαρρείς τα δυο φτερά της
φθινόπωρο να υποδεχτεί μέσα στην αγκαλιά της.
Κίτρινα φύλλα δε θα βρεις, δέντρα εδώ δεν έχει
μονάχα λάκκους με νερό σαν αρχινάει να βρέχει.

Κόσμος παντού παράλογος, τρέχει ποτέ δε φτάνει
ατέλειωτος κατάλογος ανθρώπων σε καζάνι.
Βράζουνε όλοι τους μαζί, κοχλάζουν και φουσκώνουν
άθλια βασανίζονται ώσπου στο τέλος λιώνουν.

Μελαγχολία μου γλυκειά, πώς με διακατέχεις
μες την Αθήνα τη μαβιά στη μοναξιά ενέχεις.
Τα θέατρά της καρτερώ, τις πρώτες παραστάσεις
που ναι για την ψυχαγωγία μου ιδανικές προτάσεις.

Υγρή ανατριχίλα περνάει κι ηλεκτρίζει
μια νύχτα στο Λυκαβηττό, στα Εξάρχεια και στου Γκύζη.
Απέραντος ξενώνας για κάθε επαρχιώτη και ξένο μετανάστη
φτωχό και τυχοδιώκτη.

Η γκρίζα πόλη άνοιξε θαρρείς τα δυο φτερά της
φθινόπωρο να ρθει ξανά μέσα στα σωθικά της.
Κίτρινα φύλλα δε θα δεις, πράσινο εδώ δεν έχει
μονάχα λάσπες και νερά φέρνει η βροχή σαν πέφτει.

Η Μαρίνα Αποστόλου ζει στην Αθήνα. Είναι εκπαιδευτικός. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή "Θα περπατήσουμε μαζί" (Εκδόσεις Οσελότος, 2010).

*
 
Ανέραστος Έρωτας

Ρίγησαν τα βλέφαρα στον αδυσώπητο αγώνα
του έρωτα.
Οι ματιές εγκαινίασαν το παιχνίδι
του πόθου.
Σαν σταγόνες φωτιάς που κύλησαν
φευγαλέα στη λάβα
της απόγνωσης.
Δύο άγνωστοι που κατοικούν
στο ανοίκειο της συνύπαρξης,
καρδιοχτυπούν στο άνευ.
Εκεί καθώς συναντιούνται οι ψυχές
πλανεμένες από τον οίστρο
της μοναξιάς
και αγκαλιάζονται σε ένα ανεκπλήρωτο
χαίρε.

Η Κυριακή Βόσσου ζει στην Αθήνα. Είναι εκπαιδευτικός.

*
 
Αναμνήσεις
 
Έχεις το άρωμα του γιασεμιού στα μαλλιά σου
και στο βαθύ γαλάζιο των ματιών σου
καθρεφτίζονται θάλασσες.
Το χαμόγελό σου ζωγραφίζει τοπία
και χρωματίζει ανθρώπους.
Περιστρέφεσαι γύρω από τον άξονά σου
και σκορπίζεις τις κορδέλες
ενός ονείρου, μαγεμένου
απ' την αρμύρα των χειλιών σου.
Τα σύννεφα χορεύουν μαζί σου
σχηματίζοντας τη μορφή
μιας άλλης εποχής, ξένης
ώσπου να ζαλιστείς.
Γέμισε η πλάση λουλούδια.
Λουλούδια ξεπηδούν απ' τη ψυχή σου.
Ποιός γελάει;
Ποιός ζηλεύει τη δροσιά σου;
Παίζεις κρυφτό με το χρόνο
ατέλειωτο παιχνίδι ενοχής!
Μα ξέρεις να χάνεις.
Ξέρεις να φεύγεις και να σκορπάς
αναμνήσεις από λουλούδια, όνειρα και κύμματα.

Η Πηνελόπη Γιαλελή ζει στην Αθήνα. Είναι φοιτήτρια.


*
 
Το Séance

Διάμεσος του ομφαλού ενός νέου σύμπαντος.

Ο μέσω της αντίληψης
Αισθητός κόσμος
Κυλάει μέσω της διαμόρφωσής της
Εντός διαμορφωμένος.

Αυτή είναι μία απλή
Συμπαντική διαλεκτική
Κοσμικής θέσης,
Ποιητικής αντίθεσης,
Σύνθεσης ποιήματος.

Βάθη της γης.
Επιφάνεια κόλασης.
Τέλος κάθε είδους λογικής.
Κοροϊδία της ζωής
Από την ύπαρξη
Και του θανάτου.

Ο Διονύσης Γραμμένος ζει στην Αθήνα. Είναι φοιτητής.

*
 
Το τέλος

Χαρές και γέλια δεν ακούονται παιδιών
μήτε φωνές σε παιδικής χαράς τον τόπο,
γοές ακούω μοναχά
και κλάματα δύστυχων ανθρώπων.

Στο μονοπάτι των Κενταύρων έχω βρεθεί
που όλα γύρω ειν’πια χρωματισμένα
βάτα μ’αγκάθια, φύλακες σκληροί,
κι είναι τα φύλλα δακρισμένα.

Πουλιά τρυγύρω δεν πετούν
ερωτικά παιχνίδια δεν φτι'αχνουν με λουλούδια,
με λύπες βαλθήκαν να στήνουνε χορό,
με καυμούς να φτιάχνουνε τραγούδια.

Είναι κι αυτά μια συντροφιά
της φύσης ανέμελοι τενόροι
τη ζωή μοιρολογάνε με ρυθμό
λες και ειν’του θανάτου κανταδόροι.

Άρχισε πια το δειλινό
σε λίγο φτάνει το σκοτάδι
κι ο ουρανός ροδάλεψε, για δες
και είναι γλυκός σαν χάδι.

Τριγύρω μου όλα τώρα πιά
αρχίζουν πλέον και σκουραίνουν
τα μάτια κλείνουνε σιγά - σιγά
τα βλέφαρα μου νοιώθω να βαραίνουν.

Φθνινόπωρο είναι πιά,
κι η φύση... παλέτα των χρωμάτων
το τέλος είναι πλέον πολύ κοντά
σε λίγο θε’ να ζω, ζωή των αθανάτων.

Αν είν’το τέλος μου αυτό,
την τελευταία μου πνοή αν θε ν’αφήσω
στης Πορταριάς θέλω τα όμορφα στενά,
αντάμα με το φίλο μου,
εκεί να ξεψυχήσω.

Ο Κυριάκος Χριστοφίδης είναι ποιητής.

 
Πέντε ποιητές συστήνονται στο περιοδικό Βακχικόν
Image
φώτο : Στράτος Π.
 
 
ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ MARTIN CARTER

ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΗΛΙΟΣ

Ένας άγιος ήλιος
σεργιάνι βγήκε στη βρετανική Γουιάνα
Σκάλισε με τα χέρια του
το χώμα και είδε

Τα σύννεφα να δαγκώνουν τη ζούγκλα
η βροχή να ματώνει τα δάση
και το ποτάμι με το καμένο νερό
στον Αμαζόνιο να ψάχνει τ'ονομά του.

Τον ποιητή Μάρτιν Κάρτερ
στον ορυζώνα των άστρων
να σηκώνει τα χέρια \.

Πίθηκοι, κροκόδειλοι, φίδια
ν' αποθανατίζουν το μέλλον
με αόρατο δάκρυ.
Δημοκρατία φωτογραφίας

Μεσίστιες σημαίες στη ράδα
του George Town

Έγχρωμα κουνούπια χορεύουν
σε δρόμο του New Amsterdam
West Indies σήμερα.

Μια κατσαρίδα στο τηγάνι του χρόνου η τέχνη
κι εγώ, το απειροελάχιστο τεμαχίδιο της ύλης
πλοηγός σε καταπράσινο σκαρί.

Όταν την ιστορία σε καφάσια
της προβλήτας στοιβάζουν,
ξυπόλυτα δέντρα κόβουν τις φλέβες τους,
γυναίκες,ιεραπόστολοι και μαυράκια
σε λιτανείες προσεύχονται.
Ο βωξίτης περήφανος ηγεμόνας
χαμογελάει τα βράδια.

Ο Γιώργος Βλάχος ζει στην Αθήνα. Δημοσιεύει ποιήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, μεταξύ των οποίων τη "Δεν έχω visa για την ελευθερία" από τις Εκδόσεις Δυτικός Άνεμος.
 
*
 
Η ΑΣΩΜΑΤΟΣ ΚΕΦΑΛΗ

Λειτουργούσε μ’ ένα λειψό κερί
Στον δικό του άγνωστο Άγιο
Όταν το φεγγάρι γινότανε πράσινο
Σαν τα δέντρα.

Χόρευε σε σκοτεινά δωμάτια
Κρύβοντας την ανήμπορη κίνηση.

Φυγάς του εαυτού του
Δεν ξεχνούσε τη μέρα
Που τον άφησαν έξω
Από τον κύκλο του χορού
Γιατί ασχήμιζε τη λεβεντιά.

Κι όταν τα ταμπούρλα
Ούρλιαζαν στο μυαλό του
Βγάζοντας μικρές φωτιές
Ντυνόταν τη στολή του Μεγαλέξανδρου
Κι έσπαζε όλους τους καθρέφτες.

O Γιάννης Ρηγόπουλος ζει στο Άργος. Δημοσιεύει ποιήματα, δοκίμια και κριτικά κείμενα σε ποικίλα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, ενώ έχει εκδοτική ανάμειξη στο περιοδικό "Αναγέννηση". Έχει εκδώσει ουκ ολίγα βιβλία, μεταξύ των οποίων την ποιητική συλλογή "Ενδοφλεβίως", από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης.
 
*

Η ΡΑΤΣΑ...

Για τι τον περασες τον ανθρωπο βρε φιλε
για τιποτα σπουδαιο φοβερο;
ενα σκουληκι ειν' ωρες ωρες
που σερνεται στη γη σιχαμερο


Ντυνει την γυμνια της ψυχης του
με πλουτο κι΄ολα τα υλικα
με περηφανια,κακια,μισος
και ψευτικα ιδανικα

Για οσους πανε να ξεφυγουν
υπαρχουν βλεπεις και αυτοι
την πιο σκληρη του τιμωρια
καθεται χρονια να σκεφτει

ΟΜΩΣ ΓΙΑ ΣΤΑΣΟΥ!!

Μέσα στο άθλιο κοπάδι
μέσα σ' αυτό το συφερτό
ίσως να δεις μεσ' το σκοτάδι
κάποιους να κάνουν το σωστό

Είν' απ' τη ράτσα την ατόφια
την καθαρή και τη σωστή
αυτοί που γι' άνθρωποι λογιούνται
είναι όμως λίγοι, μα σεβαστοί.

Ο Νικηφόρος Βυζαντινός, κατά κόσμον Π. Χατζηγεωργιάδης, ζει στην Αθήνα αλλά και σε χώρες της Ευρώπης. Ασχολείται με την κινηματογραφική μουσική.
 
*

ΚΑΤΑ/ΛΗΓΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Σεσημασμένος χρόνος
Περιφέρεται,
Μας τυλίγει
Ξετυλίγεται,
Μ’ ένα ραβδί
Μας μαρμαρώνει,
Μ’ ένα νεύμα
Μας εξοβελίζει
Νάνοι εμείς
Κι ασήμαντοι
Στου χρόνου
Τις περιστροφές,
Καταλήγουμε,
Δημιουργοί του τίποτε
Και του ποτέ.

Ο Γρηγόρης Σακαλής ζει στην Στενήμαχο Νάουσας. Έχει δημοσιεύσει ποιήματά του σε εφημερίδες και περιοδικά των νομών Ημαθίας και Κοζάνης. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή "Κίβδηλος Καιρός" από τις Εκδόσεις Πλανόδιον.

*

ΚΙΝΗΤΡΟ

Περπατούσα κάποτε σίγουρη για το πού πηγαίνω,
κι ότι θα φτάσω.

Τώρα πια χρησιμοποιώ χάρτες, πυξίδες και
όλα τα σωστά πράγματα,
μα χάνομαι στη μέση της διαδρομής.
Τίποτα δε δείχνει γνώριμο.
Όλοι οι δρόμοι είναι το ίδιο πιθανοί
όπως και όλοι οι προορισμοί.

Και πώς ν' αποφασίσω που να πάω όταν
δεν γνωρίζω το γιατί;

Κι αν αλλού είναι καλύτερα;

Δε γίνεται ν' αποφασίζω σε κάθε διασταύρωση αν θα στρίψω
ή όχι.
Κάποτε σε έβλεπα πάντα στο τέλος του δρόμου και
η επιλογή μου ήταν εύκολη.
Τώρα οι θόρυβοι του δρόμου με τρομάζουν
κι άμα σε δω
φεύγω, γιατί
είναι πάντα πιο εύκολο,
και άλλες δυσκολίες δεν επιθυμώ....


Μα πάντα σαν λέω θα ξαποστάσω,
μια μυρουδιά, ή
ένας ήχος,
κάτι,
με αναγκάζει να αναζητήσω εκείνων των κήπο (V.B.) που μοιραστήκαμε,
με κάποια χρόνια διαφορά βέβαια,
για να χωράνε και των δυο μας τα θέλω! 3

Η Μαριάννα Γιαννουράκου ζει στο Παρίσι. Εργάζεται ως ερευνήτρια.
 
Σημ. : Φωτογραφίες (2) Eλ. Φωτοπούλου, (3) Αλ. Κατσής, (4) Στράτος Π., (5) Θ. Ζαμπάκα.
 
Μετράω στιγμές, του Στέργιου Νιζήρη
 
Image
φώτο : Αλ. Κατσής
 
ME TA ΜΑΤΙΑ ΑΔΕΙΑ
 
Χτες ξημερώματα, οδηγώντας για το σπίτι,  στα φανάρια της Κατεχάκη,
σταμάτησε δίπλα μου πολυτελές αμάξι. Οδηγούσε κύριος άνω των εβδομήντα,
καλοντυμένος και βαρύς. Δίπλα του μια κυρία - η γυναίκα του μάλλον - ίδιας
ηλικίας, φορτωμένη αταίριαστα με κοσμήματα και κομμωτήρια. Στο πίσω κάθισμα
ένα τρίτο πρόσωπο, πιο ηλικιωμένο και πιο έρημο απ' όλους - φίλη ή συγγενής.

Έχει κάτι απόκοσμο η στιγμή.
Μια μυρωδιά θανάτου,
φως από νέον
και το απαραίτητο όρνιο
- εμένα -
που ψάχνει
(τέτοια ώρα!)
να αποθησαυρήσει εικόνες
(ωραίος θησαυρός...) 

Στριμωγμένα σε λίγα τετραγωνικά
διακόσια τόσα χρόνια ζωής,
ασφυκτιούν και σκούζουν
γι' αυτό καθένας τους
έχει αποσυρθεί 
να μην ακούει
- με τα μάτια άδεια.

Από καιρό αποκαμωμένοι,
θα γύρναγαν από συνάθροιση
σαν εκείνες που πήγαιναν κάποτε
και το μάτι τους γυάλιζε
να χορτάσουν την πείνα τους
- με ό,τι θρέφει του καθενός μας
τη βαθειά ανάγκη.

Πριν ανάψει πράσινο
και το συμβάν πάει
να ησυχάσει μαζί
με τ’ άλλα που δε ζήσαμε
ο κύριος έβγαλε τη μασέλα του
και στο φως της βιτρίνας
βάλθηκε να την εξετάζει επίμονα.

Σα να 'θελε να καταλάβει
αυτή την κούραση παιδιού που νιώθει
και κείνη την - ξεχασμένη - προσμονή
για ένα μητρικό χάδι
πριν τον ύπνο.

ΠΑΡ 13 ΝΟΕ 2009
 
*
 
ΑΝΑΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ
 
Χτες πήγαμε βόλτα στο πάρκο και βρήκαμε τον ελέφαντα που είχες δει στον ύπνο σου.
Η βόλτα κράτησε μερικές ώρες. Επιστρέφαμε συχνά στον ελέφαντα και προσπαθούσα να απαντήσω στις ερωτήσεις της μικρής. Αργότερα φάγαμε στο εστιατόριο, ακριβώς απέναντι. Άρχισαν να σερβίρουν και φιλέτο από καμηλοπάρδαλη, μετά από άδεια που
τους δόθηκε, μιας και δεν περιλαμβάνεται στα ζώα του πάρκου τα τελευταία χρόνια.

Μετά που ξυπνάς είναι
που πιάνει δουλειά το όνειρο.
Σου θυμίζει πώς ρήμαξες αλόγιστα
αυτό που νόμισες πολύ.
Και κείνο κατάφυγε
στο τίποτα, όχι στο λίγο.
Χρόνια το παίδευες
σε ταραγμένους κύκλους
που στο τέλος τρελάθηκαν
- σα δαχτυλίδια που έχουν πιάσει
τον Κρόνο απ’ το λαιμό
να τον πνίξουνε.
Κι αυτός τα τρώει.

Το αιματοκύλισμα
το έχει ανάγκη ο Έρωτας
- για την ακρίβεια η έπαρσή του -  
μα δεν αντέχει για καιρό.
Δε ξέραμε τι να κάνουμε 
το εμφύλιο αίμα
- θάλπος και λήθαργος μαζί -
και συνεχίζαμε.
Κι οι δυο μας.
Και πέσαμε
μέχρις ενός.

Όσο να μαστορεύεις
και να τακτοποιείς
στο ντουλάπι με τα περασμένα
πάντα κάτι μετατοπίζεται.
Και μες σε υπόκωφους τρυγμούς
η πραγματικότητα μπάζει.
Στις χαραμάδες της είναι φορές
που ανοίγονται κατακόκκινα πάρκα
που μοιάζουν στις σκέψεις σου
που πηγαίνω με τη κόρη μας
- που δεν αποκτήσαμε.
Ο ελέφαντας θα ‘ναι η Αγάπη
που δε χώρεσε στο τραπέζι μας.

Κι όσο για αυτό
με την καμηλοπάρδαλη,
σίγουρα θέλει να μου πει πως
σε σπίτι που βλέπω σκοινί
να μη μιλάω για κρεμασμένο.

 

ΠΕΜ 31 ΔΕΚ  2009

 
toneo.png