Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 21

#8 Χουάν Μανουέλ Μαθίας: "Δεν πρέπει να εξακολουθήσουμε να περιμένουμε τους βαρβάρους"

Σειρά: Τα blogs στο Vakxikon.gr
Αριθμός στη σειρά: 16
Από τον Σεπτέμβριο του 2010
Συνέντευξη
στην Άτη Σολέρτη
(Σοφία Αργυροπούλου)
Διατηρείτε το blog που φέρει τον τίτλο Las diosas y las nubes (Οι θεές και τα σύννεφα). Πώς εμπνευστήκατε τον τίτλο;

Το όνομα του blog μου ήρθε, κάπως ασυνείδητα, από ένα σονέτο του Gerardo Diego (έναν ποιητή της ισπανικής γενιάς του 1927 που θαυμάζω πολύ), με τίτλο Σύννεφα πάνω από την έρημο. Το ποίημα μιλάει για μοναχικά σύννεφα που περνούν, σαν θεές, πάνω απ’ την άγονη έρημο, αφήνοντας τις σκιές τους πάνω στην άμμο, σε έναν αμοιβαίο καθρέφτη. Κατάλαβα ότι αυτή η μεταφορά της παροδικότητας ήταν επίσης πολύ κατάλληλη για κάτι τόσο φευγαλέο, εφήμερο, όπως το διαδίκτυο και τα blogs.

Η έμπνευση πιστεύετε πως είναι κάτι θεόσταλτο;
Πιστεύω στην έμπνευση, ακόμα και αν χρησιμοποιήσουμε αυτή τη λέξη για να αναφερθούμε σε κάτι που δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι είναι ή από πού προέρχεται. Σε αυτό το θέμα, θυμάμαι μια ειρωνεία του Μπόρχες, όταν είπε πως ο Όμηρος πίστευε στην Μούσα και τώρα κάποιοι πιστεύουν στο συλλογικό ασυνείδητο, αλλά αυτό -κατέληξε- είναι απλά μια αλλαγή μυθολογίας. Η ποίηση ζει στο μυστήριο και μπορούμε μόνο να μιλάμε για αυτή με τη δική της γλώσσα, που είναι η γλώσσα του μύθου. Η Μούσα / Θεά την οποία επικαλείται το ομηρικό ποίημα στην αρχή, ανήκει στον πιο ακραίο μύθο, τη δημιουργία, και πιστεύω πως είναι ένας υπέροχος τρόπος για να συμβολίσει το ξένο, το ακατανόητο που δίνει αφορμή για το ποίημα. Κατά την προσωπική μου εμπειρία, πολύ πιο πεζή και ταπεινή, φυσικά, από ότι του Ομήρου, μπορώ να πω ότι δεν ξέρω πώς δημιουργείται ένα ποίημα. Όπως έγραψα σε άλλη περίσταση, πάντα έρχομαι πολύ αργά για τα ποιήματά μου.

Γιατί γράφουμε ποίηση;

Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα, ένα ερώτημα που με βασανίζει από τότε που έγραψα το πρώτο ποίημα της ζωής μου, και πιστεύω ότι θα συνεχίζει να με βασανίζει κάθε φορά που θα τελειώνω ένα ποίημα, ακόμη και αν νομίσω ότι θα είναι το τελευταίο. Αγαπώ την ποίηση, και η σχέση μου μαζί της είναι κατ’ ουσίαν η ίδια με ενός αναγνώστη, η κατάσταση που δίνει περισσότερη ικανοποίηση, και χαρίζει το δώρο του θαυμασμού. Ο ποιητής, όπως είπα και πριν, κινείται στη σφαίρα της μυθολογίας. Τα ποιήματα που αγαπάμε έχουν ένα φωτοστέφανο αιωνιότητας, σαν να ξαναγεννιούνται με άλλες φωνές, οι οποίες αποτελούν μέρος της ζωής μας, ακόμη και τη δική μας φωνή που ακούμε όταν διαβάζουμε. Αυτό, για μένα, είναι η αγάπη για την ποίηση. Γράφοντας ποίηση είναι ένα διαφορετικό πράγμα, μερικές φορές εμπεριέχει πόνο. Για μένα, αυτό είναι αναπόφευκτο.

Ποια αρετή οφείλει να διασώσει ο ποιητής;

Δεν νομίζω πως ο ποιητής είναι ένα ανθρώπινο ον διαφορετικό από τα άλλα. Είναι κάποιος όπως ο καθένας. Το να γράφει κανείς ποίηση είναι μια δραστηριότητα που δεν μας κάνει καλύτερους, με μια μοναδική αρετή. Η ποίηση είναι πραγματικά κάτι που ξεπερνά κατά πολύ τον συγγραφέα. Σε κάθε περίπτωση, δεν πιστεύω πως η ποίηση έχει μια επικουρική λειτουργία (λένε) ηθική ή οποιαδήποτε άλλη χρησιμότητα. Αυτό θα μας οδηγούσε σε χωρισμό της μορφής και του περιεχομένου στην τέχνη. Όμως, η καλή ποίηση πάντα φέρει μια εγγενή καλοσύνη. Όπως και η μουσική, το μήνυμα της ποίησης είναι η ίδια η ποίηση.

Είστε φιλόλογος, ελληνιστής, ποιητής, μεταφραστής. Έχετε αφιερώσει μεγάλο μέρος του λογοτεχνικού έργου σας στη μετάφραση ελληνικής ποίησης. Από αρχαίους Έλληνες λυρικούς ποιητές (Όμηρο, Αλκμάνο, Αλκαίο, Σαπφώ κ.α.) μέχρι και σύγχρονους (Καβάφη, Καρυωτάκη, Πολυδούρη κ.α.) Πώς προέκυψε η τόσο μεγάλη αγάπη και αφοσίωση στην ελληνική γλώσσα και γραμματεία;

Η πρώτη μου επαφή με την ελληνική γλώσσα έγινε στο κολέγιο, όταν σπούδασα Κλασική Φιλολογία. Έγινε, φυσικά, μέσω των αρχαίων ελληνικών. Ήμουν γοητευμένος από την αρχή με τα πάντα που ανήκαν σε αυτή τη γλώσσα, από την πρώτη μέρα που είδα τα γράμματα που ο δάσκαλος έγραφε στον πίνακα. Με γοήτευε το να ανακαλύπτω τις διαφορετικές διαλέκτους και τους συγγραφείς, και τα μυστήρια της Γραμμικής Β στα μυκηναϊκά δισκία. Αλλά όταν μελετούσαμε έτσι την ελληνική γλώσσα, ξεχάσαμε ότι η αρχαία ελληνική είναι μόνο ένα καρέ από μια ταινία, μέρος μιας συνεχούς. Δεν είναι δυνατό να ταριχεύουν κάτι που ζει και κινείται, το έργο αυτό είναι μια χίμαιρα. Η ταξινόμηση της ελληνικής γλώσσας στην αρχαία και σύγχρονη, όπως και κάθε ταξινόμηση, είναι μια τεχνητή ανακατασκευή. Νομίζω ότι πρέπει να μπαίνουμε στην ελληνική γλώσσα πάντα από τον παρόν.

Ο ύμνος στον έρωτα, στη φύση, στην ομορφιά, είναι διάχυτος στην αρχαία ελληνική λυρική ποίηση. Τι θεωρείτε πως συντελεί στη διαχρονικότητά της;

Ένας από τους μεγαλύτερους ισπανούς Ελληνιστές, ο Μανουέλ Φερνάνδεθ Γαλιάνο, δήλωσε ότι η Σαπφώ ήταν η εφευρέτρια της αγάπης για τη Δύση. Ακούγεται σαν μια μεγάλη αλήθεια. Κάθε λέξη από εκείνους τους ποιητές, τους τόσο ποικίλους, πάντα φαίνεται νεογέννητη, σχεδόν με πρωινή δροσιά. Τα πάντα είναι καθαρά και ειλικρινή, τα πάντα είναι ζωντανά. Τα κορίτσια από το παρθένιο του Αλκμάνος θέλουν να είναι εκεί, σε αυτούς τους στίχους, να συνεχίζουν το τραγούδι, για πάντα, ενάντια στην κούραση των Αλεξανδρινών Φιλολόγων. Ο Αρχίλοχος της Πάρου λέει ξανά και ξανά ότι ο άνθρωπος είναι μια διαδοχή των ρυθμών: χαρές και λύπες. Ίσως αυτό είναι η μελαγχολία... Και φαίνεται επίσης ότι η Σαπφώ απαντά στον Φερνάνδεθ Γαλιάνο, λέγοντας ότι το πιο όμορφο είναι αυτό που κάποιος αγαπάει. Ο Σοπενχάουερ μίλησε για «τον κόσμο ως βούληση και ως παράσταση». Αλλά πολύ καλύτερα καταλαβαίνουμε την διαυγή Σαπφώ.

Διακρίνετε κάτι το κοινό στη γραφή των αρχαίων Ελλήνων ποιητών και των σύγχρονων;

Ενάντια στην τεχνητή ιδέα της «λογοτεχνικής ιστορίας», ως κάτι γραμμικό και εξελικτικό, νομίζω ότι ποιητές από διαφορετικές χρονικές στιγμές σε μια γλώσσα δημιουργούν ένα συνεχή διάλογο μεταξύ τους, απαντώντας ο ένας στον άλλον. Ο διάλογος αυτός πάντα γίνεται στο εδώ και τώρα του αναγνώστη. Η ελληνική γλώσσα είναι ένας τεράστιος καμβάς, σαν αυτόν της Πηνελόπης. Μακριά ακούγεται η φωνή του Ομήρου, ο οποίος ξεκίνησε το διάλογο. Η φωνή του, αν και μακρινή, εξακολουθεί να είναι παρούσα, όπως ο ήχος της θάλασσας στο βάθος.

Με τι κριτήρια επιλέγετε ποιήματα ή ποιητές προς μετάφραση;

Ο φίλος μου ο Εδουάρδο Μόγα, ένας μεγάλος Ισπανός ποιητής, έγραψε κάποτε ότι η μετάφραση της ποίησης προκύπτει από μια ακραία ανάγνωση του πρωτότυπου ποιήματος. Νομίζω ότι είναι σωστό. Στην περίπτωσή μου, δεν μπορώ να μεταφράσω ένα ποίημα, αν αυτό το ποίημα δεν με έχει αγγίξει με κάποιο τρόπο και αν δεν με έχει συγκινήσει όταν το διαβάσω. Όταν φτάσω στο σημείο αυτό, της συγκίνησης, πολλές φορές δεν μπορώ να αποφύγω να προσπαθήσω τη μετάφραση του.

Η προσωπικότητα ενός ποιητή, ο βίος του γενικά, θεωρείτε πως επηρεάζει τη σχέση του με το μεταφραστή του;

Όταν γράφω ποίηση, στα ποιήματά μου έρχονται πολλές φωνές, που δεν γνωρίζω, αλλά με γνωρίζουν. Όταν μεταφράζω ποίηση (δραστηριότητα που είναι ένας άλλος τρόπος του να γράφει κανείς ποίηση), έχω επίσης αυτό το παράξενο συναίσθημα, την παρουσία μιας ξένης φωνής που, παραδόξως, είναι επίσης δική μου. Σίγουρα, μεταξύ του μεταφραστή και του μεταφραζόμενου ποιητή υπάρχει μια ανταλλαγή που δεν μπορώ να περιγράψω επαρκώς. Σαν για μια στιγμή και οι δύο να μένουν στο ίδιο σώμα. Αλλά πέρα από αυτό, δεν νομίζω ότι η βιογραφία του ποιητή πρέπει να είναι σχετική με αυτή του αναγνώστη ή του μεταφραστή. Και ακόμα κι αν θέλουμε, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να αγγίξουμε την πραγματική ζωή του ποιητή, γιατί θα βρίσκεται πάντα πίσω από αυτή τη μάσκα που ονομάζεται ποίηση. Μας ενδιαφέρει η μάσκα. Και βλέπουμε πίσω από τη μάσκα ότι παραμένει η μάσκα, απείρως.

Πόσο δύσκολο είναι το έργο ενός μεταφραστή; Πού εντοπίζονται δηλαδή οι δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει;

Κατ' αρχήν (και πιστεύω ότι εδώ η συναίνεση είναι αρκετά μεγάλη), νομίζω ότι η ποίηση είναι ουσιαστικά αμετάφραστη. Μπορούμε να μεταφράσουμε τις ιδέες, αλλά όχι τις λέξεις. Και όπως είπε ο Μαλαρμέ, η ποίηση γίνεται με λέξεις, όχι με ιδέες. Αυτό θα είναι το πρώτο πρόβλημα, το πιο ανυπέρβλητο. Ωστόσο, όταν μιλάμε για ποίηση, πρέπει να καταλάβουμε τον όρο «μετάφραση» με μια λανθασμένη αίσθηση. Έτσι, η μετάφραση ενός ποιήματος δεν θα πρέπει να κρίνεται με βάση το αρχικό ποίημα, όσον αφορά την πιστότητα, αλλά με βάση τη γλώσσα-στόχο, από την άποψη της ποίησης. Η μετάφραση ενός ποιήματος πρέπει να διαβαστεί σαν ένα ποίημα. Φυσικά, είναι απαραίτητο ο μεταφραστής να γνωρίζει τη γλώσσα του αρχικού ποιήματος και το περιβάλλον της. Αλλά τι σημαίνει «γνωρίζει»;  Ο μεταφραστής είναι πάντα ο ταξιδιώτης σε μια ξένη χώρα. Και η δική του έκπληξη θα είναι το τι τρέφει τη δική του μετάφραση.

Υπάρχει κάποιο μυστικό για μια καλή μετάφραση;

Όπως είπα και πριν, νομίζω ότι η μετάφραση της ποίησης είναι ένας άλλος τρόπος για να γράψει κανείς ποίηση. Εδώ εμφανίζεται επίσης η «έμπνευση». Κάθε ποίημα, μετάφραση ή πρωτότυπο, έρχεται από μια πραγματικότητα που είναι πάντα αμετάφραστη. Πιστεύουμε ότι μια γλώσσα, πάνω από όλα, είναι ένα εργαλείο επικοινωνίας, ούτως ώστε να μην υπάρχει πρόβλημα για την ονομασία των πραγμάτων. Αλλά η καρδιά της ανθρώπινης γλώσσας είναι η ανακρίβειά της, που είναι τόσο η καταδίκη της όσο και η σωτηρία της. Οι λέξεις είναι επίσης ποιήματα. Θα θέσω ένα μικρό παράδειγμα. Η ελληνική λέξη «σελήνη» και η λατινική λέξη «luna» προέρχονται από ένα αρχαίο Ινδο-ευρωπαϊκό θηλυκό επίθετο «leuks-na», που σημαίνει «Η φωτεινή». Δεν μπορούμε να αναφερόμαστε στα πράγματα άμεσα, αλλά με μια μεταφορά («Η φωτεινή»). Η ανθρώπινη γλώσσα δεν ξέρει να ονομάζει τα πράγματα. Και αυτή η σιωπή μπορεί να γεμίσει μόνο με την μουσική της λέξης. Βεβαίως, δεν ξέρω ποιο είναι το μυστικό για μια καλή μετάφραση. Αλλά υποψιάζομαι ότι μια μετάφραση ή ένα ποίημα μπορούν να καταστραφούν σε μια στιγμή από την υπερφόρτωση πληροφοριών και μια υπερβολική επιθυμία για επικοινωνία.

Η μετάφραση επηρεάζει τη συγγραφή;

Απολύτως, ναι. Μίλησα και πριν για τη συσσώρευση των φωνών που εμφανίζονται κατά τη διαδικασία της γραφής (ποίηση, μετάφραση, κ.λπ.).  Αλλά το σημαντικό πράγμα είναι ότι όλες αυτές οι φωνές πρέπει να έρχονται φυσικά, χωρίς φαλσέτο. Σαν παράδειγμα της επιρροής της μετάφρασης στην συγγραφή μου, υπάρχει το ποίημά μου Partenio («παρθένιο»), το οποίο καθιερώνει ένα διάλογο με τη δική μου μετάφραση του «πρώτου Παρθενίου» του Αλκμάνος.

Διαβάζοντας ποιήματά σας, θα έλεγα πως σας εμπνέει αρκετά το ιστορικό παρελθόν. Υπάρχουν συγκεκριμένα λογοτεχνικά ή καλλιτεχνικά ρεύματα που έχουν ασκήσει επιρροή στη συγγραφική σας πορεία;

Πέρα από ένα ιστορικό ενδιαφέρον, δεν πιστεύω πάρα πολύ σε λογοτεχνικά κινήματα. Αυτά είναι χορωδίες όπου οι φωνές συγχέονται. Πιστεύω περισσότερο στην σημασία των ονομάτων του προσώπου. Ο Ρουμπέν Δαρίο ξεπερνά τον Modernismo, για παράδειγμα. Ο Ποιητής στη Νέα Υόρκη του Λόρκα πηγαίνει πολύ πιο πέρα από την αυτόματη μηχανή του σουρεαλισμού. Όλες οι ποιητές από τη γενιά του ‘27 είναι κρίσιμης σημασίας για μένα. Αλλά αυτοί δεν ήταν ένα καλλιτεχνικό κίνημα. Ήταν, μάλλον, μια ομάδα μεγάλων ποιητών που μοιράστηκαν ένα στάδιο της ιστορίας. Ήταν ποιητές που δημιούργησαν δεσμούς φιλίας μεταξύ τους: «χωρίς καμία θέση της σχολής ή της θεωρίας», όπως έγραψε ο Jorge Guillén.

Στην ποίησή σας είναι διάχυτα ο λυρισμός και η γλαφυρότητα. Υπάρχει ρυθμός, μέτρο, ρίμα, πλούσια σχήματα λόγου, βαθυστόχαστος στίχος. Γίνεται προσεγμένη χρήση της γλώσσας και κάθε λέξης. Παρατηρεί κανείς ωστόσο, μια τάση σας να μείνετε πιστός σε πιο παραδοσιακές ποιητικές φόρμες. Παράδοση λοιπόν ή μοντερνισμός;

Οι ποιητές του ‘27 άφησαν στο δικό τους έργο ένα καλό παράδειγμα της ισορροπίας μεταξύ αυτών των δύο πραγμάτων. Το όραμά τους για την ιστορία της ισπανικής ποίησης φαίνεται απελευθερωτικό, γιατί αυτή δεν φαίνεται ως μια εξέλιξη (είναι παράλογο να εφαρμόζεται στη τέχνη η έννοια της «εξέλιξης»). Αντιθέτως, οι ποιητές από διαφορετικές εποχές ζουν εκεί ως σε ένα συνεχές-παρόν. Οι ποιητές του ‘27 επικαλέστηκαν τον Γόνγορα, την τρίτη επέτειο του θανάτου του. Ο μεγάλος Λουίς δε Γόνγορα (1561-1627) ήταν ο ποιητής σύμβολο του κινδύνου και της λεκτικής ακροβασίας. Αλλά ο ισχυρισμός αυτός ήταν επίσης ο ισχυρισμός της δημιουργικής ελευθερίας. Κάθε δρόμος είναι ανοιχτός, αν περπατάμε με ελευθερία: ο δρόμος της παράδοσης, ο δρόμος όπου κανείς δεν έχει περάσει και ο δρόμος τον οποίον δημιουργούμε. Αλλά τα πάντα πρέπει να είναι καινούργια. Όπως είπε ο Τηλέμαχος στην Οδύσσεια:

«τὴν γὰρ ἀοιδὴν μᾶλλον ἐπικλείους’ ἄνθρωποι,
ἥ τις ἀκουόντεσσι νεωτάτη ἀμφιπέληται.»(οι άνθρωποι πιο πολύ επαινούν ένα τραγούδι
         όταν ακούν αυτό σαν νέο)


Ο μελαγχολικός τόνος, η αίσθηση της μοναξιάς, η γλυκιά νοσταλγία για την ομορφιά κάθε εποχής που έχει πια περάσει, η παιδική αθωότητα, η προσδοκία για το ανεκπλήρωτο όνειρο, τα ανείπωτα συναισθήματα υπό το φως της χαραυγής, αποτελούν το αβρό άσμα του λόγου σας. Κατά πόσο βιωματική είναι η γραφή σας;
Υπάρχει πάντα ένα βίωμα από προηγούμενη εμπειρία, εφόσον δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε ποίηση από το τίποτα. Αυτή η εμπειρία μπορεί να είναι ένα πρόσωπο, ένα συναίσθημα, μια θέση, μια σκέψη, ένα όνειρο, κάτι που έχουμε διαβάσει, λίγη μουσική, μια εμμονή, ένας οιωνός... Αλλά η μετάφραση αυτών των εμπειριών δεν μπορεί ποτέ να είναι κυριολεκτική. «Ο ποιητής είναι ένας απατεών», δήλωσε ο Πεσόα. Πράγματι, το ποίημα δημιουργεί τον ποιητή, όχι το αντίστροφο. Η ποίηση είναι φαντασία, ένα ψέμα, αλλά ένα αληθινό ψέμα. Το ποίημα θέλει να είναι πραγματικό, όπως εκείνη η εμπειρία που μας ενθουσίασε. Και θα είναι πραγματικό, όταν κάποιος του δανείσει μια φωνή και πάλι.

Παρελθόν – Παρόν – Μέλλον: Τι σας εμπνέει περισσότερο;

Το Παρόν, φυσικά. Αν και το Παρόν είναι ένα φευγαλέο όνειρο, όπως και εμείς, είναι ο τόπος όπου ανήκουμε. Ωστόσο, δεν είναι σκόπιμο να γινόμαστε εθνικιστές του Παρόντος. Το να ζούμε εκεί είναι απλά το πεπρωμένο μας.

Στο ποίημά σας Ασματικό (τίτλος που εγώ του απέδωσα – πρωτότυπος τίτλος En romance) από το βιβλίο σας Άσματα και φυλακές (Cantigas y cárceles, Isla de Siltolá, 2011), μιλάτε για το «είναι» των λέξεων:

Αυτές οι αργές λέξεις κάτι έχουν
από αργό ήλιο που τα απογεύματα τα τελευταία
του Σεπτέμβρη διαλύεται στο ασήμι.

(...)

Αυτές οι αργές λέξεις είναι οι γονείς
που μας κληροδότησαν ναούς, παλιά ενδύματα
και μια ιστορία διδαγμένη στις σοφίτες.
Κι είναι τα σύννεφα επίσης χωρίς ιστορία
που οικοδομεί την έρημο μες στην αδυναμία
όπου μονάχα η πίστη κρατά σε αναμονή
το μετάξι, με το βάρος του θανάτου.

Πιο πέρα από τις άγονες γραμματικές,
πιο πέρα από τα ψυχρά ράφια,
πιο πέρα από των χρόνων τα φύλλα,
και πιο πέρα από τη λογοτεχνία,
αυτές οι αργές λέξεις είναι το δικό μου αίμα,
και καίνε σ’ αυτές μέσα πολλές ζωές μαζί,
πολλά μάτια που κοιτάζουν εκ του χρόνου,
άμα τις κάνω απ’ τις αβύσσους τους να γυρίσουν
στο αυτί για να σου μιλήσουν. Αυτές οι λέξεις
είναι το σώμα μου που θρύψαλα απ’ την άμμο έχει γίνει,
η καρδιά μου από την τρικυμία μεταφερμένη,
η ψυχή μου μέσα στο κοχύλι μαζεμένη.

(μτφρ.: Άτη Σολέρτη)

Η γλώσσα ενός λαού πόσα πράγματα άραγε μας λέει, πόσες αλήθειες αντικατοπτρίζει;

Έγραψα αυτό το ποίημα, που τόσο όμορφα και τόσο αβρά έχετε μεταφράσει, με αυτά τα πράγματα στο μυαλό μου. Είναι μια παλιά έμμονη ιδέα που έχω εδώ και πολύ καιρό. Έχει συχνά ειπωθεί ότι η γλώσσα είναι το πραγματικό σπίτι των ποιητών, και είναι πολύ αληθινό. Αλλά δεν αναφέρομαι στη γλώσσα σαν να είναι ένα σύνολο αφηρημένων κανόνων, ως ένα τυφλό μηχάνημα. Αναφέρομαι στο πλήθος φωνών όπου οι λέξεις έχουν απήχηση. Οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί για την αγάπη, για τη προδοσία , για να συνυπάρχουν, για τα πανέμορφα πράγματα και τα διεστραμμένα. Ο Álvaro Cunqueiro, ένας μεγάλος Ισπανός συγγραφέας και ποιητής (1911-1981), είπε μια φορά  ότι η ποίηση πάντα εξαρτάται από τη φωνή που την προφέρει, και για το λόγο αυτό η ποίηση είναι ουσιαστικά ακάθαρτη. Νομίζω ότι αυτή η ακαθαρσία είναι αυτό που δίνει τη ζωή στις λέξεις και την ποίηση.

Ποια η σχέση σας με τη μνήμη και τη λήθη;

Είναι μια σχέση απορίας. Μνήμη και λήθη φαίνονται οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο Μπόρχες (τον αναφέρω σε αυτή τη συνομιλία για δεύτερη φορά), δήλωσε ότι η λήθη ήταν ένα μέρος της μνήμης. Ανέφερα αυτό επίσης σε ένα ποίημα που έγραψα εδώ και πολύ καιρό, με τίτλο «ελληνιστής;». Αυτό το ποίημα μιλάει για η σχέση μου με την ελληνική γλώσσα σαν μια ένταση μεταξύ μνήμης και λήθης, και για το φόβο μου μήπως ξεχάσω την κλίση κάποιων ρημάτων. Η μνήμη και η λήθη είναι επίσης ο χρόνος: το μεγάλο μυστήριο στο οποίο ζούμε. Στην αρχή αυτής της συνομιλίας ανέφερα τη Μούσα που επικαλέστηκε ο Όμηρος: «μῆνιν ἄειδε θεὰ...», «ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα...».  Ο Όμηρος ποτέ δεν μας είπε το όνομά της, αλλά υποψιαζόμαστε ότι ένα από τα ονόματά της είναι η Μνήμη.

Πώς κρίνετε τη σύγχρονη λογοτεχνική πραγματικότητα;

Είναι δύσκολο να έχουμε μια παγκόσμια έννοια του χρόνου στον οποίο ζούμε, το οποίο είναι κάτι αναγκαστικά ελλιπές. Στην Ισπανία, που είναι, φυσικά, η περιοχή που γνωρίζω καλύτερα, γράφεται τώρα πολύ ενδιαφέρουσα λογοτεχνία. Ευτυχώς, ο σεχταρισμός του παρελθόντος έχει φύγει, και υπάρχει τώρα μια αξιόλογη δημιουργική ελευθερία. Το μειονέκτημα είναι η τρέχουσα οικονομική κρίση, η οποία επηρεάζει τους ανεξάρτητους εκδότες, διαβρώνοντας πολύ τις δυνατότητες δημοσίευσης. Η πιο θλιβερή περίπτωση είναι το πρόσφατο κλείσιμο του εκδοτικού DVD Ediciones, του οποίου η σημασία στη σύγχρονη ισπανική λογοτεχνία υπήρξε θεμελιώδης. Το διαδίκτυο είναι μια πραγματική εναλλακτική λύση για τη διάδοση της λογοτεχνίας. Και αυτό είναι ένα γεγονός σε παγκόσμιο επίπεδο. Αλλά δεν νομίζω ότι αυτό θα πρέπει να αποτελέσει υποκατάστατο για τις παραδοσιακές εκδόσεις. Όλες οι επιλογές μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς πρόβλημα. Υπάρχουν πολλοί τρόποι και δυνατότητες σε αυτούς τους καιρούς. Και αυτό είναι καλό.

Αν δεν κάνω λάθος, έχετε συνδεθεί κι εσείς με τον οίκο DVD Ediciones και πραγματικά είναι όντως αποκαρδιωτικό το γεγονός πως λόγω της οικονομικής κρίσης όλο και πιο πολλοί εκδοτικοί οίκοι αναγκάζονται να κλείσουν. Ας ελπίσουμε βέβαια να αλλάξουν τα πράγματα στο μέλλον...  Αλήθεια, πόσο σας επηρέασε το κλείσιμο των εν λόγω εκδόσεων;

Ο DVD Ediciones ήταν ένας εκδοτικός οίκος για την κατανόηση της ποίησης και της λογοτεχνίας στην Ισπανία τα τελευταία 20 χρόνια. Το πρόσωπο που τον ίδρυσε και τον διεύθυνε όλο αυτό το διάστημα είναι ο Sergio Gaspar. Ο Sergio δεν είναι μόνο ένας μεγάλος ποιητής, αλλά επίσης έχει δημοσιεύσει ποιητές, συγγραφείς και μεταφραστές του υψηλότερου επιπέδου. Αυτός πάντα όριζε τον εαυτό του ως «ένα συγγραφέα ο οποίος δημοσιεύει άλλους συγγραφείς». Ο DVD Ediciones πάντα ήθελε να αποφύγει όλες τις μορφές λογοτεχνικού σεχταρισμού. Κάθε αισθητική είχε μια θέση εκεί, αν μπορούσε να φέρει κάτι νέο. Σε προσωπικό επίπεδο, ο DVD είναι επίσης πολύ σημαντικός για μένα, γιατί ο Sergio δημοσίευσε η δική μου μετάφραση της ποίησης της Σαπφούς στα ισπανικά και το βιβλίο των ποιημάτων μου Tránsito. Πάντα αισθανόμουν πολύ κοντά σε αυτό το εκδοτικό έργο. Από το 2008, διευθύνω την ιστοσελίδα του (www.dvdediciones.com), ένα λογοτεχνικό περιοδικό στο οποίο έχουν συμμετάσχει πολλά από τα κορυφαία ονόματα της σύγχρονης ισπανόφωνης λογοτεχνία. Τα καλά νέα είναι ότι έχουμε αποφασίσει να διατηρήσουμε αυτή την ιστοσελίδα. Παρά το κλείσιμο του οίκου DVD, αυτός συνεχίζει να έχει μια παρουσία στο διαδίκτυο.

Από τον ελληνικό χώρο, υπάρχουν μορφές του καλλιτεχνικού χώρου γενικότερα, που έχετε ξεχωρίσει;

Αν μιλάμε απλά από την άποψη της φήμης, πιστεύω, για παράδειγμα, στην περίπτωση του μεγάλου Καβάφη, ο οποίος έχει καταστεί ένα παγκόσμιο λογοτεχνικό σύμβολο. Ή στην Κική Δημουλά, που είναι πολύ γνωστή στην Ευρώπη, αλλά και στην Ισπανία, όπου δυστυχώς, μόλις τώρα μεταφράστηκε.

Στην Ισπανία έχουν απήχηση οι Έλληνες καλλιτέχνες και λογοτέχνες;

Αν μιλάμε για την ακαδημαϊκή μελέτη του ελληνικού πολιτισμού στην Ισπανία, η κλασική αρχαιότητα εξακολουθεί να έχει ένα μεγάλο βάρος. Αλλά αυτό, όπως είπα και πριν, είναι μια ελλιπής εικόνα της ελληνικής πραγματικότητας. Φανταστείτε πόσο παράλογο θα ήταν να μελετήσει κανείς την αγγλική λογοτεχνία  μόνο μέχρι και το Σαίξπηρ, ή να μελετήσει την ισπανική λογοτεχνία μέχρι και τον Θερβάντες! Η μελέτη της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας έχει μικρή παρουσία, και είναι κρίμα, μια μεταρρύθμιση που εκκρεμεί, γιατί ο Ρίτσος είναι τόσο σημαντικός όσο ο Όμηρος. Έξω από την ακαδημαϊκή κοινότητα, στον τομέα του πολιτισμού της Ισπανίας, σε γενικές γραμμές, η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, δυστυχώς, είναι ελάχιστα γνωστή σε σύγκριση με άλλες λογοτεχνίες, όπως η λογοτεχνία η γραμμένη στα αγγλικά. Αξίζει να αναφερθεί το έργο μεταφραστών όπως η Selma Ancira, η οποία έχει μεταφράσει τον Ρίτσο. Ή το έργο του Mario Domínguez Parra, ο οποίος φέρνει στον Ισπανό αναγνώστη πολλούς σύγχρονους Έλληνες ποιητές.

Πώς βλέπετε το λογοτεχνικό τοπίο στην Ελλάδα σε σχέση με αυτό του εξωτερικού;

Είναι μια πραγματικότητα το γεγονός πως δεν τη ζω άμεσα, δυστυχώς, αλλά αντιλαμβάνομαι ότι είναι πολύ ζωντανή και ενδιαφέρουσα. Το λογοτεχνικό τοπίο που βλέπω μου θυμίζει το δικό μου τοπίο. Θα ήταν ενδιαφέρουσα η δημιουργία δεσμών μεταξύ των δύο, γι' αυτό νομίζω πως η Ανθολογία σύγχρονης ισπανόφωνης ποίησης στα ελληνικά στην οποία εργάζεστε είναι μια πολύ καλή δουλειά, με μεγάλο θάρρος και γενναιοδωρία. Αυτοί οι σύνδεσμοι θα μας εμπλουτίσουν αναμφίβολα.

Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια. Τα εκτιμώ ιδιαιτέρως! Και φυσικά εύχομαι κι εγώ να υπάρξει ένας γόνιμος λογοτεχνικός διάλογος μεταξύ των δυο χωρών. Ποια είναι τα επόμενά σας σχέδια; Αναμένεται να εκδώσετε κάποια δική σας ποιητική συλλογή ή κάποιο βιβλίο μεταφρασμένο από εσάς;

Σύντομα θα δημοσιευθεί η μετάφρασή μου του βιβλίου της Μαρίας Πολυδούρη Οι τρίλιες που σβήνουν, από τις εκδόσεις Vaso Roto. Είναι η πρώτη φορά που αυτό το βιβλίο της μεγάλης ποιήτριας από την Καλαμάτα έχει μεταφραστεί στα ισπανικά. Θα δημοσιευθεί επίσης η μετάφρασή μου της πεζογραφίας του Καβάφη, από τις εκδόσεις Pre-textos.  Όσο για τη δική μου συγγραφή, ετοιμάζω ένα βιβλίο πεζογραφίας, στα όρια μεταξύ ποίησης, δοκιμίων, λογοτεχνικής κριτικής, κλπ...

Τέλος, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω από καρδιάς που με τιμήσατε με αυτή τη διαδικτυακή συνομιλία, να σας ευχηθώ καλή επιτυχία στο λογοτεχνικό έργο σας και να σας ζητήσω να κάνετε μια ευχή!

Σας ευχαριστώ παρά πολύ. Για μένα ήταν μεγάλη τιμή και χαρά να συμμετέχω σε αυτήν τη συνομιλία μαζί σας, μια ποιήτρια και μεταφράστρια της οποίας το έργο εκτιμώ πολύ. Η επιθυμία μου είναι πολύ στοιχειώδης. Οι καιροί είναι δύσκολοι, και κανείς δεν αμφιβάλλει γι’ αυτό. Αλλά ελπίζουμε αυτός ο κόσμος που περπατά προς τα πίσω (για να παραθέσω τα λόγια του μεγάλου ποιητή Blas de Otero) να μην είναι πια στα χέρια των ιδιοκτητών των καζίνο. Δεν θα πρέπει να εξακολουθήσουμε να περιμένουμε τους βαρβάρους.

Τρία ελληνικά ποιήματα για τη μνήμηΜετάφραση: Χουάν Μανουέλ Μαθίας

ERINA DE TELOS | ΗΡΙΝΝΑ ΤΗΣ ΤΗΛΟΥ
(s. IV a. C.)

La rueca
... De los blancos caballos a las olas profundas
te abalanzabas tú con pies enloquecidos,
mas yo entonces gritaba: «¡ya te tengo, mi amiga!»
Y, cuando eras tortuga, corrías dando saltos
a través del recinto del gran patio.
Esto es lo que yo lloro, desventurada Baucis,
con profundo pesar: estos vestigios tuyos
en mi corazón yacen aún ardientes, muchacha.
Cenizas son ahora nuestros gozos de entonces.
De niñas, en los cuartos, junto a nuestras muñecas,
jugando a ser las novias y libres de cuidados.
Y, al despuntar el alba, la madre, que entregaba
la lana a las sirvientas tejedoras,
venía, y te llamaba para salar la carne.
¡Ay, de pequeñas cuánto miedo nos daba Mormo,
la de grandes orejas, que andaba a cuatro patas
y que mudaba de una cara a otra!
Pero cuando marchaste hacia el lecho de un hombre,
mi Baucis, olvidaste cuanto habías oído
de tu madre en la infancia, que Afrodita
el olvido metió en tu corazón.
Y yo que te lamento no asisto a tus exequias:
no tengo pies profanos para dejar la casa,
no conviene a mis ojos contemplar un cadáver
y no puedo llorar con los cabellos libres.
Sin embargo, me araña un rubor de vergüenza...

Αλάκατα
...
εἰς βαθὺ κῦμα
λε]υκᾶν μαινομέν[οισιν ἐλάσαο ποσσὶν ἀφ’ ἵ[π]πω[ν·
ἀλ]λ’, ἴσ[χ]ω, μέγ’ ἄυσα, φ[ίλα. τὺ δ’ ἔοισα]
χελύννα
ἁλ]λομένα μεγάλας [ἔδραμες κατὰ] ξορτίον αὐλᾶς.
τα]ῦτα τύ, Βαῦκι τάλαινα, βαρὺ στοναχεῖσα γόημ[ι·
ταῦτα μοι ἐν κρα[δίαι τεῦς, ὦ κό]ρα, ἴξνια κεῖται
θέρμ’ ἔτι· τῆν[α δ’ ἃ πρίν ποκ’ ἐπα]ύρομες ἄν-
θρακες ἤδη.
δαγύ[δ]ων τ’ ἐχ[όμεσθα νεαν]ίδες ἐν θαλάμοισι
νύμ[φαι]σιν [προσόμοιοι ἀκηδ]έες· ἅ τε ποτ ὄρθρον
μάτηρ, ἃ ἔ[ριον νέμεν ἀμφιπόλ]οισιν ἐρίθοις,
τήνα σ’ ἦλθ[ε κρέας προκαλευμέ]να ἀμφ’ ἁλίπαστον.
αἲ μικραῖς τ[όκα νῶιν ὅσον] φόβον ἄγαγε Μο[ρμ]ώ,
τᾶ]ς ἐν μὲν κο[ρυφᾶι μεγάλ’ ὤ]ατα, ποσσὶ δ’ ἐφοίτη
τέ]τρασιν, ἐκ δ’ [ἑτέρας ἑτέραν] μετεβάλλετ’
ὀπωπάν.
ἁνίκα δ’ ἐς [λ]έξος [ἀνδρός ἔβας, τ]όκα πάντ’
ἐλέσασο
ἄσσ’ ἔτι νηπιάσα[σα] τ[εᾶς παρὰ] ματρὸς ἄκουσας,
Β]αῦκι φίλα· λάθα[ν ἄρ’] ἐ[νὶ φρεσὶ θῆκ’] Ἀφροδίτα.
τῶ τυ κατακλαίοισα τὰ [κάδεα νῦν] παραλείπω·
οὐ [γ]άρ μοι πόδες [ἐντὶ λιπῆν] ἄπο δῶμα βέβαλοι
οὐδ’ ἐσιδῆν φάε[σσι πρέπει νέ]κυν οὐδὲ γοᾶσαι
γυμναῖσιν ξαίταισιν, [ἀτὰρ φο]νικέος αἰδὼς
δρύπτει μ’ ἀμφι...
...
(Literary Papyri. Poetry. Cambridge, Massachusetts, 1962. Ανοικοδόμηση: Denis Page)

CONSTANTINO P. CAVAFIS | ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
(1863-1933)
Regresa...

Regresa muchas veces y tómame,
amada sensación, regresa y tómame--
cuando despierta la memoria del cuerpo,
y un antiguo deseo pasa de nuevo por la sangre;
cuando los labios y la piel recuerdan,
y las manos sienten como si volvieran a tocar.

Regresa muchas veces y tómame de noche,
cuando los labios y la piel recuerdan...

Επέστρεφε...Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα•
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται...

MARÍA POLYDOURI | ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ
(1902-1930)
 

 
Oh, mi corazón...Oh, mi corazón extraña,
ahora cuando el día parte,
el sonrosado amanecer,
el sol, el aire.

Las sonrisas de niño,
la ola que acudía
al bullicio de las alegres
vocecitas nuestras que sonaban.

La barca y su vaivén
en la ebriedad de nuestro sueño;
la suave música que se mezclaba
con la quietud del infinito.

La alborada que enrojecía
el ancho mar de nácar
y el limpio deseo
en nuestros ojos de ángel.

Oh, mi corazón extraña,
ahora que el día se apaga,
el paso de la belleza,
la juventud que se me marcha.

Αχ, η καρδια μου...

Αχ, η καρδιά μου νοσταλγεί,
τώρα που φεύγει η μέρα,
το ροδινό ξημέρωμα,
τον ήλιο, τον αιθέρα.
Τα παιδικά χαμόγελα,
το κύμα που απαντούσε
στο φλοίσβημα της πρόσχαρης
φωνούλας μας που αχούσε.

Τη βάρκα που λικνίζοταν
στη μέθη μας του ονείρου,
το αβρό τραγούδι που έσμιγε
τη σιγαλιά του απείρου.

Τη χαραυγή που ρόδιζε
τα σεντεφένια πλάτια,
την πεθυμιά την άχραντη
στ’ αγγελικά μας μάτια.

Αχ, η καρδιά μου νοσταλγεί,
τώρα που η μέρα σβήνει,
της ομορφιάς το πέρασμα,
τη νειότη που μ’ αφήνει.

Ποίημα του Χουάν Μανουέλ Μαθίας στα ελληνικάΜετάφραση: Άτη Σολέρτη

ΠροσωδίαΉρθαν οι έρημοι
κραυγάζοντας
για να φιλήσουν την κόψη των βλεφάρων.
Θα μπορούσε να είναι το αίμα
μια λευκή παρτιτούρα.
Και η καρδιά περιπλανιόταν μέσα στα περιθώριά της
ξεριζώνοντας τον εαυτό της κάθε βράδυ.
‘Η ίσως η ελπίδα
ένα αργοπορημένο βήμα χορού
αποψιλωμένο πάνω στο ημερολόγιο.
Θα μπορούσε να είναι ο φόβος
το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου
στιγμές πριν αλλάξει από άγγελος.
Ήταν τόση η οργή ή ο λυγμός
που όλες οι αλληλέγγυες βελόνες
παρήλαυναν όπως ένα όνειρο
για να καρφωθούν στα μάτια του πιάνου.

(Από την ποιητική συλλογή Μετάβαση, Eκδ. DVD Ediciones, 2011)

CadenciaVinieron los desiertos
gritando
para besar el filo de los párpados.

Pudiera ser la sangre
una partitura en blanco.
Y el corazón vagaba por sus márgenes
arrancándose las tardes una a una.

O tal vez la esperanza
un tardío paso de baile
desarbolado sobre el calendario.

Pudiera ser el miedo
la habitación de un hotel
momentos antes de mudar de ángel.

Era tanta la cólera o el llanto
que todas las agujas solidarias
marchaban como un sueño
a clavarse en los ojos del piano.

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog