Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 17

#3 Ο Πειρίθους συνομιλεί με την Άτη Σολέρτη

Σειρά: Τα blogs στο Vakxikon.gr
Αριθμός στη σειρά: 11
Από τον Σεπτέμβριο του 2010
Συνέντευξη
στην Άτη Σολέρτη
(Σοφία Αργυροπούλου)
Διατηρείτε το http://peirithous.blogspot.com/. Γιατί επιλέξατε αυτό το όνομα;

Ο Πειρίθους, μυθικός βασιλιάς της Θεσσαλίας, συμπλέκεται με την ιστορία του Θησέα. Η συμπλοκή αυτή με την Αθήνα, που σχετίζεται και με την προσωπική μου καταγωγή κατά κάποιον τρόπο, αλλά και ο μύθος ο ίδιος, η φυλάκιση του Πειρίθου στον θρόνο της λήθης μου έδωσε την αφορμή για τον τίτλο του ιστολογίου αλλά και μιας ανάρτησης. Η καταγωγή και ο προορισμός λοιπόν, πίσω από το κάλυμμα του μύθου, μπορώ να πω ότι συμπυκνώνονται σε αυτόν τον τίτλο, κάπως πρόχειρα ίσως.(...)

 
η γραφή είναι σωτηρία
γιατί είναι η πορεία προς την μνήμη
που γνωρίζει.
κι όμως μερικές φορές είναι προτιμότερο
να επιλέγεις στη σκοτεινιά της συνείδησης
τον ύπνο τον πυρετικό
τον γεμάτο υποσχέσεις για την τώρα
αιωνιότητα. εγώ που γράφω αυτές τις
ανοησίες που αύριο δεν θα υπάρχουν
ή που εγώ θα είμαι πια ένας άλλος
γίνομαι το παιδί που επι τέλους θυμάται
και επιλέγει για τους οικείους του
να πει ένα ονειρεμένο παραμύθι
για καληνύχτα.
με αγάπη.
γράμμενο με πυρετό και με μετέωρο βήμα
π το πράγμα το πύρινο
της παγίδας και του πόνου
του προδοτικού πειρίθου
το παίγνιο  και η
προστασία
της α-πουσίας.
πάντα.

Υπάρχει εναρκτήριο λάκτισμα εν είδει κινήτρου για την τέχνη της γραφής; Θα μπορούσατε να γίνετε πιο σαφής; Μιλάτε για τα κίνητρα της τέχνης ή για τις αφορμές της;

Αναφέρομαι στα κίνητρα της τέχνης της γραφής. Μπορείτε σαφώς να τοποθετηθείτε κρίνοντας και εξ’ιδίων. Ένας φίλος μου είπε πως γράφω ναρκισσευόμενος. Εφ’ όσον δεν έχω κάποια καλύτερη απάντηση φαντάζομαι πως προς το παρόν η γραφή για μένα είναι ένας τρόπος αυτοανάλυσης. Σιχαίνομαι που το ακούω, αλλά είναι μια πραγματικότητα, η δυσκολία της διαφυγής από το περιχαρακωμένο εγώ.


Πιστεύετε πως ισχύει αυτό που λέγεται... πως «η τέχνη σώζει»;

Κι αν ισχύει αυτή είναι μια γνώση πικρή. Η τέχνη σώζει μόνο αν κι η ίδια είναι απόσταγμα βιωμένων στιγμών, όχι καθ’ εαυτή.

Υπάρχει κάποιο λογοτεχνικό ή γενικότερα καλλιτεχνικό ρεύμα που σας έχει επηρρεάσει; Κάποιες μορφές ίσως...

Θα έλεγα πως είμαι δέσμιος της γενιάς που προσπαθεί να ξανά-ανακαλύψει τη φόρμα αλλά έχει ήδη απωλέσει το νόημα. Ίσως ακούγεται παράδοξο αλλά η κενότητα του μετα-μοντερνισμού μας έχει οδηγήσει μπροστά σε τέτοια αδιέξοδα. Παρ’ όλα αυτά δεν πιστεύω πως η κατηγοριοποίηση προσφέρει ουσιαστική βοήθεια.
Στο blog σας αναφέρετε:


όλα έχουν ειπωθεί,
ακόμα και η διαπίστωση αυτή έχει ήδη γίνει κοινότοπη.
καταλαβαίνετε πώς δεν διεκδικώ τίποτα,
μόνο να συζητήσουμε.
είναι το λιγότερο που οφείλουμε να κάνουμε.
Πόσο εύκολο είναι να κατακτηθεί εν τέλει η ανθρώπινη επικοινωνία εν τη ουσία της;Θα έλεγα πως είναι κατ’ αρχήν αδύνατο αλλά ταυτόχρονα αποτελεί τη μόνη μας ελπίδα. Η γλώσσα είναι ένα δώρο και μια κατάρα μαζί, αυτό που μας ανυψώνει, αν θέλετε, και αυτό που μας καταδικάζει. Ο άνθρωπος λέγεται έτσι γιατί συνεχώς τείνει προς ένα όριο κι η κατάκτηση του εν τέλει ίσως έχει νόημα μόνο εφ’ όσον είναι αδύνατη.

Πότε επιλέγετε τη σιωπή εν αντιθέσει;

Νομίζω πως η σιωπή είναι η πιο οικεία μου κατάσταση, κάτι σαν το μητρικό πλακούντα, για αυτό όταν μιλάω, το κάνω αρκετά άγαρμπα. Συνεπώς η ομιλία είναι εν τέλει επιλογή. Η γραφή είναι κάπου στη μέση, μια ομιλούσα σιωπή, όταν είναι εύστοχη.

η..

Η συνειδητοποίηση είναι μια πολύ αργή διαδικασία/
καμιά σχέση με έκλαμψη-όλα τα άλλα είναι προφάσεις των πιστών.
τώρα που έπιασε η μέρα να νυχτώνει
φοράς πιο εύκολα τις λέξεις που σκαλώνουν στον ουρανίσκο.

Απέναντί σου εκείνο που ήθελες και καλειδοσκοπικά όλοι βλέπουν το δικό τους.

Ο ΠΟΙΗΤήςο νεκροθάφτηςο Σεπτέμβρης
σηκώνει την φούστα σου
να σου θυμίσει ότι όσο τα βάθη απροσπέλαστα
τόσο δεμένος, εδώ.εδωδά.νάρκη. δεν το τσίμπημα
εντοπίζεις τωνκουνουπιώνε.

οι φωτιές, αχ οι φωτιές.
η πίστη σέσωκε. πώς και γιατί να είναι μια αγκαλιά το
χαμόγελο
εκείνο
αγκαλιά λουλούδια σαν μια λέξη
απ'τα χείλη κολυμπώντας μέχρι στη γλώσσα ψηλά κι εκείνη
εκείνη
πλαταγίζοντας να την ξεβράζει ανάμεσα στα δόντια.
ο επικήδειος της  ένρινος, ρουθουνίζοντας. ο ήχος σαφώς
μ' έναν ανεπαίσθητο παρατονισμό.Α-

φού ο ουρανός απροσπέλαστος, το καλοκαίρι ανύπαρκτο.
οι φωτιές, αχ οι φωτιές.

Τι σας λένε οι φωτιές;


Οι φωτιές είναι ο κόσμος που φαίνεται να έχει χαθεί και ζει μονάχα στη μνήμη, τη συλλογική και την προσωπική. Και θρηνεί ή τουλάχιστον έτσι τον αντιλαμβάνομαι.
η επανάσταση του χρόνου
διαβάζοντας στις γραμμές ανάποδα τα σημεία γίνονται άξαφνα
πυγολαμπίδες!:
τα τσιγάρα δεν είναι παρά αναμμένο χαρτί
κ' αποξηραμένα φύλλα που
ευωδιάζουν, περπατώντας

παραφράζοντας λοιπόν, άλλη μια φορά: τυλιγμένος φλέγομαι
σε πτυσσόμενες φολίδες, ώστε
να εμφανίζομαι μονάχα
σε κάθε της ιστορίας (μουας) τούμπα

Ποια η σχέση σας με το χρόνο;


Είναι νωρίς να μιλήσω για αυτό. Εδώ προσπαθώ μοναχά να θίξω την κυκλικότητα του και την καθετότητα των στιγμών.
Ο θρόνος της Λήθης, το δώρο στους ζωντανούς: δεν είναι οι νεκροί που ξεχνούν ν' ανέβουν,
μα εμείς που για να μπορέσουμε να θυμόμαστε
πρέπει να εκχερσώσουμε το άβατο της μνήμης.
Τι απαγορευμένες επιθυμίες!

Ποια η σχέση σας με τη Μνήμη και τη Λήθη;


Πιστεύω πως δεν ζούμε παρά θυμόμενοι τόσο ώστε η Λήθη θα ‘πρεπε να είναι η μεγαλύτερη προβληματική της ανθρωπότητας. Για αυτό και ο μύθος του Πειρίθου μου έδωσε μια άριστη αφορμή να μιλήσω ακόμη μια φορά για την ζωτική ανάγκη μας να θυμόμαστε τους νεκρούς μας. Είναι ενός είδους ανάσταση κι αυτή.
Ποια η δική σας σχέση με τους νεκρούς σας;


Οφείλω να περάσω από την οδυνηρή διαδικασία να τους θάψω, ώστε να μπορέσω να θρηνήσω. Ο χειρότερος πόνος είναι αυτός που έμεινε αθρήνητος. Μόνο τότε νομίζω πως μπορεί να έρθει η απελευθέρωση από την απουσία.
όμορφη πόλη
τα μάτια στερέψαν κι η ψυχή μας ερήμωσε
κι ήταν αυτό μονάχα που πόνεσε
ότι καθόλου δεν βρήκε ο πόνος χώρο
ως και τα χέρια ξεράθηκαν-γκρίζα κλαδιά
γκρίζα σαν ζώνες διάβασης.ο δρόμος που
διαβήκαμε διακεκομμένος, εκατέρωθεν

δηλαδή προσπελάσιμος! ποια βαθύτης
μου λες και ποιο ρήγμα;ποιες ρίζες
και ποιο σωτήριο αίνιγμα;! αχνοφέγγουμε

και δεν είναι πια
ο φόβος μου άλλος παρά
τα μάτια που ερήμωσαν κι ψυχή,μας,
που στέρεψε.

Πώς φαντάζει το τοπίο της ζωής σήμερα;


Δεν θέλω να είμαι απαισιόδοξος, αλλά δεν μπορώ παρά να διακρίνω μια αποϋλοποίηση της πραγματικότητας, τα πάντα ερημώνουν πολλαπλασιαζόμενα κι εκεί φαίνεται πόσο γυμνοί είμαστε απέναντι στον Άλλον.
Πόσο συχνά αφήνεστε να ονειρευτείτε;


Πολύ συχνά αν και ίσως όχι με τον συμβατικό όρο. Είναι μια συνθήκη της ύπαρξης να πλέκει καταστάσεις υποθετικές-κάτι σαν παράλληλα σύμπαντα.
Μνημονεύοντας μια συνομιλία
Αντιγράφω, señor: το παιδί μεγαλώνει πεθαίνοντας
ένα εκατομμύριο φορές
τουλά-
χιστον
Το παιδί ποτέ δεν υπήρξε
εδώ οφείλω να προσθέσω πως όντας παιδιόθεν
καταδικασμένος στην ασχήμια ένιωσα ένας
διαρκώς μελλοθάνατος. ο λόγος πίσω:
Το ζάρι που γέννησε το χρόνο
χάθηκε παίζοντας το παιδί
την ενοχή του να θυμάται.
Στα ριξίματα, ξανα-γεννήθηκα, ο πάππος,
τόσο προσφωνημένος όσο εμφανώς
βιασμένος, όλα εξ ανάγκης. Εν ονείρω
να σημειώσω στο περιθώριο πως ο señor εχρησιμοποίησεν
τη λέξη sueño-να διαβαστεί θα μπορούσε: υπνηλίως
Νύσταξα αφού ακούγοντας συνεχώς το Όνο-
μα μόνο κόβεται η όρεξη. Εν τω μεταξύ Η κόρη μου
αποφασίζοντας πως εγώ γεννώ τα παιδιά της
με αποκήρυξε.
Αυτός ο λόγος που έπειτα έβγαλα
τα προς το
ζην
πακετάροντας συναρτήσεις ικανοποίησης.
ο señor σιώπησε κάνοντας το σταυρό του 2 φορές:
μια ανάποδα και μια κανόνικα.

δια την απομαγνητοφώνηση d

Ανάμεσα στο θάνατο και τη ζωή τι παρεμβάλλεται;

Αναφέρομαι στα παρεμβάλλοντα μέρη των δυο άκρων. Της αρχής και του τέλους (με τη σχετικότητα που χαρακτηρίζει τους δυο όρους). Με βάση τη δική σας βιωματική εμπειρία. Όπως το αντιλαμβάνομαι, θα έλεγα πως το ενδιάμεσο δεν είναι παρά μια πρόκληση σε δικαίωση. Ο χρόνος που μπορούμε να αντιληφθούμε, το ενδιάμεσο, απαιτεί την ενεργό παρουσία μας, αλλιώς είναι ένα κενό, σχεδόν με την έννοια της φυσικής, μια δυναμική σπαταλημένη.

Τι σχέση έχετε με το παιδί μέσα σας;

Το παιδί είναι η αιωνιότητα του χρόνου, η βασιλεία των παιδιών για μένα δεν είναι παρά η παραδείσια κατάσταση όπου ο χρόνος έχει χάσει κάθε εξουσία, έχει πάψει να είναι Κρόνος. Αλλά, και εκεί έγκειται ένα άλλο παράδοξο, δεν μπορώ να φανταστώ αυτήν την κατάσταση χωρίς συνειδητότητα, χωρίς τη γνώση, κάτι που προφανώς οδηγεί σ’ ένα φαύλο κύκλο.

Ποια είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση της ζωής;

Δύσκολες ερωτήσεις. Για μας, ίσως η ψευδαίσθηση ότι η τέχνη, μόνη, θα μας δικαιώσει.οικουμενικώς
Ο χαμένος άνεμος των ημερών μας, αυτός που
το ψιθυρισμά του αισθανόμαστε
ν'ανατριχιάζει το απαλό πίσω του αυτιού,
αυτός που γέρνει πάνω από τα γοτθικά μνήματα,
τα προεικονίσματα του σήμερα,*
αυτός που σηκώνει τις στάχτες της μνήμης
για να σύρει παντού το παραμύθι
πως δεν υπήρξαμε,
σέρνεται υποκύπτοντας-φαινομενικά-
στην ουρά μιας δυστοπίας
Κι όμως Αυτόν τον άνεμο αυτόν δε θα τον συναντήσεις στο Μεταξουργείο
ένα βράδυ με κρύο, ούτε στην Ομόνοια καθώς διαβάζεις
στα στόματα στα χέρια την πρέζα
μα στην καραγεώργη σερβίας λίγο πάνω από τις επιγραφές,
στην πλατεία φιλικής εταιρίας ανάμεσα στα φώτα
να κουβαλά στον κυματισμό του τις ανάσες των
αποστερημένων της λήθης.
Αυτός ο άνεμος χάνεται γιατί είναι διαρκώς παρών.

*κάπου στο yorkshire συνάντησα το Μέγα Κωνσταντίνο να χτίζει
χαλαρή τη χείρα
μια κενή οικουμενικότητα . Παραδίπλα ο septimius sevirus βούταγε την πένα του
στο αίμα αυτών που ο προηγούμενος "δικαίωσε"
ανακαλώντας την υλικότητα της γραφής ενώ κοράκια έκραζαν προς συνοδεία
μεθυσμένων άγλλων που περιφέρονταν σε μεσαιωνικά πλακάκια
τραγουδώντας-τι θρήνος!-ποδοσφαιρικούς ύμνους. Ο θρύλος για την πτώση της Αυτοκρατορίας
άμα τη φυγεί των κορακιών ξαναγράφεται: ετούτοι οι άνθρωποι οι κλεισμένοι
στις γέφυρες τις πολύβουες της Λόνδρας,
ετούτες οι χαμένες μεταξύ παμπ γηπέδου κρεβατιού
ψυχές θα σβήσουν όταν τα κοράκια αποφασίσουν πως ο οικείος τους τόπους δεν είναι
πια οι πόλεις(όχι γιατί είναι το φυσικό περιβάλλον)
-κάτι τέτοιο δεν ίσχυε ποτέ για τους προπομπούς του θανάτου-
αλλά γιατί
τα σώματα των ανθρώπων ήδη ολοκλήρωσαν την σήψη τους.

Τελικά η ιστορία κάνει κύκλο;


Κάτι τέτοιο υποπτεύομαι, αλλά δεν είμαι δογματικός! Κι αν αλλάζει προσωπεία είναι για να καμουφλάρεται καλύτερα, η εξουσία.
Εικόνες παρελθοντικές, παροντικές, μελλοντικές... Ποιες θα λέγατε πως είναι αυτές που σας εμπνέουν περισσότερο;


Σίγουρα κοιτάω στο χθες για να μπορέσω να πορευτώ στο χρόνο. Το μέλλον μου φαίνεται σαν μια ασταθής χρονική έννοια, δεν μπορώ να την συλλάβω. Αυτό δεν σημαίνει πως αποφεύγω να κοιτάξω το σήμερα κατάματα. Αλλά όπως είναι δύσκολο να αντιληφθείς μια κατάσταση την στιγμή που συμβαίνει, εξίσου δύσκολο είναι να παρατηρήσεις την σύγχρονή σου πραγματικότητα, ή το είδωλό της μιας και μιλάμε για εικόνες, ανεπηρέαστος.
Δώσε μια γαλήνια θάλασσα κι ένα σκεύος που να επιπλέει
και θα σου φέρω λόγια που να ακούγονται πια ως
πρόταση.
Οι συναντήσεις με τον Ε.Α. είναι πάντα προσκλήσεις σε καταβύθιση: έτσι κι αλλιώς εκεί κατοικεί το Νόημα. Η εργασία του πένθους όσο παράδοξο κι αν ακούγεται
κατέληξε να είναι
μια συνειδητή επίθεση στην προφάνεια.
Τα λόγια κτίζονται μέσα στις αντανακλάσεις.
Είμαστε εξόριστοι; Όχι, η εντοπιότητα μας, ανοίκεια, είναι πιο κρίσιμη από ποτέ.
Η οικειοποιήση δρασκελά με ρωμαλέα επίθετα,
εν ολίγοις αντεπιτίθεται.
Στεκόμαστε συνειδητά στην κόψη της γραφής εκεί όπου οι λέξεις
διολισθαίνουν τόσο ώστε να φαίνονται αμετακίνητες.
Σκοτώνοντας το σημαινόμενο, αναζητούμε το γιο, ικανό
να γονιμοποιήσει άλλη μια φορά και για
πάντα, αλλιώς
χαθήκαμε.
So? Εργασία και Χαρά
όχι μόνο αποδομώντας το ανύπαρκτο(sic), μα αγκαλιάζοντας
επιτέλους τη γοητεία του καλέσματος στο χτίσιμο. (tbc)

Γιατί δημιουργείται η ανάγκη να εστιάζει κανείς στο δέντρο και να χάνει το δάσος;

Εγώ από την άλλη δεν κατάλαβα ποτέ, και αυτό είναι το πρόβλημά μου με τις ολιστικές θεωρίες, γιατί να εστιάζει κανείς στο δάσος χάνοντας το δέντρο. Είμαι υλιστής ίσως, με μια πρωτογενή έννοια, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς το δέντρο καθ’ εαυτό, συντροφιά με την έννοια του.


Πώς κρίνετε το χώρο της ποίησης στις μέρες μας;

Η ποίηση σήμερα είναι ανίκανη να παράξει έργο γιατί λείπει νομίζω το υπόστρωμα. Ο συλλογικός μύθος έχει πεθάνει αλλά ελπίζω πως θα είμαστε η γενιά που θα χτίσει. Ταλέντο υπάρχει πολύ, και επιθυμία ίσως, και ναρκισσισμός δυστυχώς, όπως πάντα.
Υπάρχουν σύγχρονοι λογοτέχνες που θαυμάζετε;


Ναι, δεν είμαι τελείως αποκομμένος από την παραγωγή της γενιάς μου ούτε την έχω καταδικάσει συλλήβδην.
Αναμένεται να εκδώσετε κάποιο βιβλίο;


Όχι, δεν είναι στις προθέσεις μου, δεν αισθάνομαι ότι έχω διαμορφώσει αισθητική πρόταση. Αν και ίσως η πρώτη έκδοση να μην χρειάζεται τόση βάσανο!
Τέλος, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω και να σας ζητήσω να κάνετε μια ευχή!


Εγώ σας ευχαριστώ πολύ για την ανέλπιδη τιμή, ήταν πράγματι μια πολύ ιδιαίτερη έκπληξη. Εύχομαι να συνεχίσετε δημιουργικά και με τρόπο περισσότερο άμεσο. Το διαδίκτυο είναι δίκοπο μαχαίρι.
Να είστε καλά! Καλή δημιουργική συνέχεια!

Ενδημικό

Πέρα απ’ το μπουγάζι πέρα ίσως κι απ’ το μεγάλο νησί
με τη ράχη του σαν κήτος που έσπαζε από τα μέσα
το πέλαγο, εκοίταζε. Το μάτι του ίσα
που πέταγε πάνω απ’ την κόψη του νησού με τα λιγοστά
αγριοκάτσικα-τις καλές μέρες που μπορούσε ν’ απλωθεί
ως την πέρα όχθη.
Γέρος ήδη χρόνια πολλά πριν γεννηθώ αναρωτιόταν
μέσα σε σκόρπιες σκέψεις νοσταλγίας μιας άλλης ζωής
πριν ακόμη χνούδι γίνω επιθυμίας ή σύμβασης
εκείνος, ώστε να τον βρω

ιχνήλατος από φύκια τόσο παλιά
όσο η πεθυμιά του να ιστορήσει
να σύρει τη μελωδία, πριν ακόμη κανείς πεθάνει
για σήκω απάνω Γιάννο μου
και μην βαριοκοιμάσαι

Μιας και ο πρώτος θάνατος που θυμάσαι είναι
αυτός της νιότης κι όχι ο άλλος, που ξέχασες-
μες στη μνήμη βουτηγμένος ως τη μύτη, λοιπόν
φοβήθηκε μη σκάσει κι ούτε στη βάρκα μπαίνει
μήτε καν το κουνάει απ’ το κονάκι του

Αλλά καθισμένος εκεί αναμένει τη στιγμή που θα πετρώσει
και θα γίνει μια και καλή τόπος, της μνήμης.
Και το σπίτι, σαν φόντο, να χτίζεται με τους αιώνες
παράνομο μες στα ρουμάνια απ’ τα σκίνα και
με τους ρύακες κατακόρυφους.

Βρέχει ο ουρανός και βρέχεσαι,
χιονίζει, θα κρυώσεις

σε βράχια πορφυρά, απόκρημνα ορμητήρια
εκεί κι η αμερικάνικη βάση, τίποτα παρά ένα εμπόδιο
απ’ το ν’ αγναντεύει στα πιο ψηλά το πέλαο

θα σου βραχούνε τα’ άρματα
και τα χρυσά κουμπιά σου

κι η αίσθηση αυτή έμοιαζε με τότες που
τον ξεμπρόστιασε ο δάσκαλος σ’ όλη την τάξη
γιατί μαρτύρησε στους αντάρτες που υπήρχαν ζωντανά
από τότε δεν θυμάται τον πόλεμο, τον φόβο ούτε
μονάχα την ντροπή, μπροστά σε τόσα παιδιά, εκείνος
ο προδότης.

Είμαι σίγουρος πως εκείνο το απόγιομα με τον άστερο ν’ αχνοφέγγει
πάνω ακριβώς απ’ την πρασούδα και τον γέρο να κοιτάει
μια αυτόν και μια τους καλαμαράδες που βγαίνανε σεργιάνι ασέληνο
ευχήθηκε στο έμπα του φθινοπώρου να γενεί παππούς
για να μπορέσει όλα να τα διηγηθεί απ’ την αρχή δίχως κανείς,
ποτέ, να τον διακόψει.

Τότε, ακούγοντας την θάλασσα ν’ αγριεύει τον βράχο τον δίχως άμμο
τα ψάρια να σπαρταράνε στη θράκα που καιγε
με το τραγούδι του γέρου γι’ αυτά που ‘χασε φεύγοντας απ’ το βουνό

Μνημοσύνη

Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι.
Πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι.
Λίγο πριν κοιμηθώ, άλλη μια φορά χωρίς καθόλου όνειρα,
με σκούντηξε ο Μπλες,
το μαξιλάρι μου. Το 'χω από τότε που θυμάμαι και τι χρώμα
έχει μπορείτε να φανταστείτε όπως
και τις βρωμιές που φέρει και την πλαστικότητα
την τόσο μη εργονομική.
Με σκούντηξε

θα στο πω ξεκάθαρα και μάλλον αντίστροφα από τους
εραστές της γραφής που εκεί μόνο γεννούν
τις ονειρώξεις τους.
ντρέπομαι που δεν
μα δεν έχω τίποτα να γράψω

ούτε για τους γλάρους που κάποτε έκρωξαν
μες στο μπετό το πέταγμά τους
ούτε για το χρόνο
που ερημώνει
περιμένοντας. σ' αυτά τα βάθη,
της ανοχής με αναγνώρισα.
κι ήταν, πιστέψτε με φιλόξενα.
πρώτη φορά

καθισμένος από μένα τον ίδιο
στο θρόνο που έχτισα χωρίς να βλέπω
είδα τα χέρια μου να πολεμούν με.
τα διαλεγμένα τα σπαρτά και
τα καμένα σπίτια ή η έρημος
τελειώνει, το μέτρημα, ο γυρισμός, έτσι φαίνεται.
έφεραν πίσω τον πόνο, αδιάσειστο στοιχείο
ή σχεδόν
από τα βράχια τα ψηλά κι απ΄τις βαθιές τις τρύπες
έφεραν, φέραμε, έτσι φαίνεται.

ελέησον με γιατί δεν είδα
όταν ήταν καιρός κι
η τέφρα με πρόλαβε;

έφεραν, φέραμε την μνημοσύνη, περιμένοντας, ε;
κι όμως η λέαινα η σιωπή παίζει διπλό παιχνίδι
μια στο καρτέρι και μια στο κυνήγι
τις μέρες της χαράζοντας στο γραφείο
και στον τοίχο τις ώρες μου.

Μη απορρίψης με από του προσώπου σου, ακούς;
κι έχω ένα άγχος μήπως μπορέσω και δω
αν έρχεται
και στρέφω συνεχώς πίσω το κεφάλι,
τόσο που πιάστηκα, σαν λέξη ανάμεσα σε κόμματα,

-ο μπλες με σκούντηξε ξεκάθαρα,
πεθαμένο είναι το παιχνίδι.
κι άλλωστε τί είναι απαισιόδοξο παρά
το να κοιτάς κατάματα αυτό που σου
διαφεύγει. μουρμουρίζει το μαξιλάρι
για να κοιμηθώ, έφεραν, φέραμε
τον αγέρα το γλυκό τον
δίχως όνειρα, ξέχνα
τα ερείπια ξέχνα
αυτά που φαίνονται εκείνα βλέπεις
τελειώνει το μελάνι, τελείωνε
τι έφεραν
τι φέραμε
τι έφερες στο κάτω κάτω παρά το σκεύος,
κενό που μέσα του
βαπτίστηκες
κι άλλος κανείς δεν το' δε. σχεδόν.
ας δουν τουλάχιστον αυτό. ή ας τ' ακούσουν.


Άτιτλον

Αργάζοντας πάνω στον τρόπο που οι όψεις
των λιγοστών φύλλων μπαλώνουν τους δρόμους
που δεν ασφαλτοστρώθηκαν, με τις λιγοστές
γυναίκες αβέβαιες και τους άντρες θνητούς
Καθισμένος όχι στο ξύλο, στο παγωμένο μέταλλο
τόσο κοντά στην πνοή τους τόσο μακριά από κάθε
άλλη συναλλαγή ώστε έπειτα να μπορώ όλων τους
τα πεπραγμένα ν’ ανασύρω, εκεί με βρήκε.
Μ’ ένα κομμάτι χαρτί μια φορά γραμμένο
κι όχι δυο. Σταθήκαμε στα χαλίκια και διάβασα:

η μνήμη μου η ζωή μου
οι ώρες που δεν υπάρχετε
ο χρόνος μου να ζω
το δώμα που ερήμην σας μου αφήνετε
ο χώρος μου να ζω
οι ανάσες που δεν αναπνεύσατε
ο τρόπος μου να ζω

Τι να της πω; Κατάλαβα πως λίγο αν
παραπάνω πλησίαζα,
ακαριαία θα πέθαινε.

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog