Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 21

Στήλη: Δαίμονας χωρίς ταυτότητα -13-

 
Η προηγούμενη νύχτα διήρκησε πιο πολύ απ’ όλες τις προηγούμενες. Παράξενη αίσθηση! Η αποψινή ίσως διαρκέσει λιγότερο. Πρωτόγνωρο προαίσθημα!

Ο δρόμος είχε στενέψει και μικρύνει. Τα αυτοκίνητα είχαν συρρικνωθεί. Τα φώτα έμοιαζαν με τ’ αστέρια. Το παγκάκι, η πλατεία, το στενό σοκάκι, η παραλία, το μπαρ της γωνίας, το λούνα-παρκ, το σπίτι των φίλων,... όλα αποτελούσαν μικρογραφία του κόσμου του. Κι αυτός... είχε μεγαλώσει τόσο. Έμοιαζε με Γίγαντα στον κόσμο των νάνων! Ίσως έφταιγε το μέγεθος των σκέψεών του. Ο γιγαντισμός των ιδεών του, των παρατηρήσεων, των καταγραφών του.

Αυτή τη φορά, περπατούσε αργά, με βλέμμα σταθερά προσηλωμένο σ’ ό,τι αντίκρυζαν τα μάτια του. Περπατούσε αργά και παρατηρούσε καλά, προσέχοντας να μην πατήσει τα μικροσκοπικά ανθρωπάκια που βάδιζαν πλάι του, ανάμεσα στα πόδια του. Ξεφύτρωναν από παντού, από κάθε γωνιά. Από κάθε σπίτι, πόρτα και παράθυρο. Ήταν παντού. Ανθρωπάκια... ανθρωπάκια... ανθρωπάκια.

Μικρά κακοφτιαγμένα, καταραμένα δημιουργήματα ενός ιδεολογικού συμπλέγματος οραμάτων. Φαίνονταν τόσο ακίνδυνα!Ανθρώπινες δαιμονικές μινιατούρες χωρίς το παραμικρό ίχνος εξουσιαστικής δύναμης στα χέρια τους, ικανής ν’ αποκόψει από τη ρίζα, τα ρόδινα άνθη της ψυχής κάθε αμαρτωλής ύπαρξης.


Ό,τι και να έκαναν... γι’ αυτόν ήταν δυσδιάκριτο. Κάθε τους κίνηση, δυσκόλευε την παρατήρησή του. Ήταν τόσο μικρά άλλωστε σε σχέση μ’ εκείνον! Κι όμως... έθεταν σε κίνδυνο την ίδια του την ύπαρξη, εφ’ όσον η δική του πηγή τροφοδοσίας ζωής ολοένα και στέρευε. Οι φωνές συνειδήσεως του πλήθους αυξάνονταν συνεχώς..., αυτή τη φορά όμως χωρίς ηχώ... δεν άγγιζαν καμία εγκληματική ψυχή.

Ο Τιτάνειος Θεός της παρατήρησης έσκυψε και πλησίασε τα ερευνητικά του μάτια στο μικροσκοπικό πλήθος. Θα ‘λεγε κανείς πως το κοιτούσε με τη βοήθεια ενός μεγεθυντικού φακού, γεμάτος περιέργεια για το τι θα φάνταζε, καθρεφτισμένο μέσα στα απροσδιορίστου χρώματος μάτια του.

Αυτή τη φορά, παρατήρησε μια διαφορά από ‘κει ψηλά. Εντόπισε μια τάση... αλλαγής. Την τάση των ανθρώπων ν’ αλλάζουν. Ν’ αλλάζουν τρόπο ζωής, συνταξιδιώτη, σπίτι, γειτονιά, πόλη, χώρα, πρόσωπο, εαυτό.

Παρατήρησε... το κόκκινο κραγιόν, τα ψηλά τακούνια - τα φορεμένα στα ξυρισμένα πόδια ενός άντρα με γυναικεία ρούχα, τις μπλε σκιές στα μάτια των γυναικών, τα βαμμένα μαλλιά ενός άντρα, τα πορτοκαλί νύχια, τα μαδημένα φρύδια, την αλλαγμένη μύτη, το παραμορφωμένο στήθος μιας κοπέλας, το άτριχο σώμα ενός νεαρού, το τραβηγμένο προς τα πίσω πρόσωπο μιας γριάς. Όλα αυτά ήταν τόσο εμφανή πίσω από μια ρόδα ενός ποδηλάτου... πίσω από τη ρόδα του Χρόνου!

Αξιοθρήνητα πλάσματα μιας αξιοθρήνητης ζωής! Σκέφτηκε. Μάσκες! Μάσκες που τις γεμίζεις χρώμα για να μάθουν έτσι να ζουν. Που τις φοράς σ’ άψυχα σώματα για να τους θυμίσεις πως υπάρχουν και ζουν. Μάσκες που τις αλλάζεις, γιατί έτσι ελπίζουν πως θα ζήσουν... καλύτερα. Φούσκες! Που τις γεμίζεις νερό - ζωή και σκάνε. Που τις γεμίζεις αέρα - επιλογή στη ζωή και πάλι σκάνε. Φούσκες, που τις κοιτάς απλά και σκάνε μόνες τους.

Και μ’ αυτή του την τελευταία σκέψη, μίκρυνε τόσο πολύ, που τώρα έγινε αυτός ο Νάνος στον κόσμο των γιγάντων! Σ’ έναν κόσμο με μεγεθυμένες ονειρικές αυταπάτες. Σ’ έναν κόσμο καταστροφικό, ενοχικό, όπου η κάθε του κίνηση είχε τόση δύναμη, ώστε μπορούσε ν’ αλλάξει την πορεία του ίδιου του, του εαυτού.

Το χασμουρητό ενός μωρού- Γίγαντα, έμοιαζε με λιοντάρι που βρυχάται κι είναι έτοιμο να κατασπαράξει τη λεία του. Το φτέρνισμα ενός εφήβου, ήχησε τόσο δυνατά στ’ αυτιά του, που σχεδόν τον έκανε να φοβηθεί, ταρακουνώντας τον, αφήνοντάς του την αίσθηση ενός καταστρεπτικού σεισμού. Ένας κύριος με σκούρο κοστούμι, μιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο, κρατούσε κάτι έγγραφα, και βάδιζε με πολύ γοργό βήμα. Όλο και τον πλησίαζε... Πόσο ακατάστατο ήταν το βήμα του! Σειόταν το έδαφος. Παραλίγο να τον πατήσει και να αποσυνθέσει κάθε του σκέψη και όραμα, αφήνοντας μόνο το αποτύπωμά τους, στη σόλα του παπουτσιού του. Ευτυχώς ή Δυστυχώς τον απέφυγε.

Μια κυρία, φάνηκε απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο να περνάει απέναντι, κατευθυνόμενη προς το μέρος του. Κρατούσε πολλές χάρτινες σακούλες στα χέρια της. Φαινόταν κουρασμένη. Με αργό και σταθερό βήμα, φυσούσε και ξεφυσούσε δημιουργώντας ανεμοστρόβιλο, ικανό να παρασύρει οποιονδήποτε στο πέρασμά του. Ξαφνικά, έκλεισε το στόμα της, (ίσως αλάφρυναν οι χάρτινες σακούλες), σταμάτησε να ξεφυσά. Άρχισε να τον πλησιάζει...

Έτρεχε ο ιδρώτας της. Η κάθε του σταγόνα, έπεφτε στο έδαφος, αφήνοντας την απειλή πλημμύρας, που μπορούσε να πνίξει κάθε ζωντανό ον που βρισκόταν σ’ εκείνο το έδαφος. Μπλεγμένος σε μια δίνη, παλεύοντας με τα αλμυρά κύματα ενός δολοφονικού ιδρώτα, φοβούμενος μην τον παρασύρουν στα σαγόνια ενός μωρουδένιου εφιάλτη... άρχισε να φωνάζει δυνατά, ουρλιάζοντας.... Όμως ΟΧΙ! Δεν ήθελε να μεγαλώσει! Καλύτερα έτσι! Σκέφτηκε. Καλύτερα μυρμήγκι παρά ελέφαντας. Το μυρμήγκι κρύβεται. Ο ελέφαντας δε μπορεί. «Το μυρμήγκι όμως παγιδεύεται ακόμα και μέσα στη φωλιά του. Σαπίζει κι εξαφανίζεται έτσι άθλια όπως και εμφανίζεται». Είπε πάλι η φωνή μέσα του.

Πάντα ήθελε να κρύβεται, να μη φαίνεται. Να φυλακίζεται στο γήινο κλουβί του. Στη γυάλα που η στάθμη του νερού της συνεχώς ανεβαίνει αλλά δεν τον πνίγει. Γνωρίζει πως είναι μόνος κάτω απ’ την ποδιά της μοίρας. Ουρλιάζει με τρεμάμενη φωνή μικρού παιδιού. Φοβάται. Γνωρίζει πως η οργή, η σιχαμάρα, η σαπίλα, ζητούν το μερτικό τους. Γνωρίζει πως πηγή του καθε φόβου του, είναι η σκοτεινή δύναμη του δαίμονά του, που μόνο στον όλεθρο οδηγεί.

-Μην κρύβεσαι!
Ο θάνατος πάντα θα γεννάει παιδιά, σκυλιά που γλείφουνε για να γίνουν λιοντάρια. Κατάρα! Κι οι δαίμονες σε κυνηγούν για να σ’ αφήσουν σημάδια.
Μην κρύβεσαι!
Γελούν, χορεύουν, νωχελικές φαντασιώσεις που ξεγελούν ακόμα και τις ίδιες, για να γίνουν συνήθειες. Περνιούνται για όνειρα οι εφιάλτες - ερινύες που σε στοιχειώνουν, σε στριμώχνουν, σε λιώνουν. Καταδιώκουν. Όπου κι αν πας θα σε βρουν, οι τρομερές θυγατέρες του Άδη. Άκου το πέταγμά τους, κοίτα τις λαμπάδες και τους σκορπιούς που κρέμωνται απ’ τα χέρια τους. Σε ψάχνουν... Νιώθεις να σε ζεσταίνουν οι πνοές των εχιδνών που βγαίνουν απ’ την πλούσια κόμη τους.


Μην κρύβεσαι! Όπου κι αν πας θα σε βρουν. Κι είναι δύσκολο να ξαναγίνεις μυρμήγκι... Έπαιξες. Έχασες; Πέρασες μεσ’ από τη φωτιά. Έζησες; Του διαβόλου το αίνιγμα έλυσες; Της σφίγγας δεν ξέφυγες.
Μην κρύβεσαι!
-Δεν κρύβομαι. Ποτέ δεν μπόρεσα άλλωστε. Δεν μπόρεσα!
-Δειλέ!
-Πάψε! Φύγε! Άσε με! Πάψε!
-Έλα, έλα....!
Τα δαιμόνια και πάλι με καλούν.... Όχι! Δε θέλω ν’ απαντήσω..., γιατί φοβάμαι... πως έτσι θα καταλάβουν που βρίσκομαι και θα μ’ ανακαλύψουν!

Τι δύσκολο να κρύβεσαι.... όταν ξέρεις πως σ’ αναζητούν!
Άτη Σολέρτη (ποιήτρια)

 

Η στήλη Δαίμονας χωρίς ταυτότητα γράφεται από το τεύχος 9 του Vakxikon.gr.

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog