• Blogger

Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 36

Στέλιος Ροΐδης: Μ. για το παράξενο

photo © Στράτος Προύσαλης

photo © Στράτος Προύσαλης

ΑΠΟ ΚΑΠΟΥ

Προχτές συνάντησα ένα κατεστραμμένο πρόσωπο από κάπου.
Ήταν μια μίζερη μέρα από αυτές που δεν ξεχνάν να σου
υπενθυμίζουν ποιος είσαι, που είσαι, και τι πραγματικά κάνεις.
Ο αβίωτος βίος των κατοίκων χαμογελούσε και ξεσήκωνε
τις κουρτίνες της πόλης με το παραμικρό περαστικό αεράκι.
Εκείνος καθόταν και διάβαζε εφημερίδα ανάμεσα από διάφορες
παρέες που συζητούσαν για τα προσωπικά προβλήματα
των άλλων, και εγκύους γυναίκες που μαζεύανε γάλα
και μακαρίζανε όλο ευγνωμοσύνη το άλλο μισό του αιώνα.
Η έκπληξή μου που συνάντησα εκείνο το κατεστραμμένο
πρόσωπο ήταν πολύ έντονη. Ήταν από κάπου αλλά δεν
μπορούσαν να θυμηθώ από πού. Όλα τα άλλα κατεστραμμένα
πρόσωπα της πόλης τα ήξερα και τα γνώριζα καλά. Ήταν
πρόσωπα που είχα μάθει πώς να μιλάω στις καταστροφές τους.
Μετά φυσικά για να με καταλαβαίνουν και εμένα έπρεπε να
τους μιλάω με καταστροφές, και ας μην είχα. Άλλες φορές
άκουγα και έλεγα και μη χειρότερα από μέσα μου. Μετά, με
ρωτούσα, δηλαδή τι εννοείς όταν λες χειρότερα; Τρόμαξα τόσο
πολύ μια μέρα πού μπήκα ολόκληρος μέσα στις τσέπες μου, και
από τότε έχω να βγω.  Λίγο μετά όμως ήρθανε τα σύννεφα και
έπρεπε να βγάλω το παντελόνι. Όλα ήτανε μούσκεμα . Ιδίως το
πρόσωπο μου. Και ποτέ δεν την άντεχα την βροχή στο πρόσωπο
μου. Καθηλώθηκα  λοιπόν στο ίδιο δωμάτιο και αφού βολεύτηκα
άρχισα να δέχομαι επισκέψεις από κάθε λογής ανθρώπους που
είχανε γίνει μούσκεμα από την βροχή. Το δωμάτιο εκείνο ήταν
πολυτελέστατο με δυο μεγάλες οθόνες που παρακολουθούσαν
η μια την είσοδο του δωματίου και η άλλη τα γεγονότα της ημέρας.
Μέσα υπήρχαν έργα τέχνης μεγάλης αξίας που μόνο εγώ δεν τους
έδινα σημασία. Οι άνθρωποι θέλανε να τα αγοράσουν και εγώ τους
πουλούσα τον χρόνο τους. Ο χρόνος της μεγάλης αξίας. Έτσι τον
αποκαλούσαμε. Έτσι τον ξέρανε όλοι. Έτσι τον αγοράζανε.
Και έτσι τον χάνανε αργότερα. Και μου ήταν όλοι ευγνώμονες.
Είχα γίνει πλέον αξιοθαύμαστος αξιοζήλευτος και αυτό ήταν κάτι.
Βέβαια υπήρχε και κόσμος που ήθελε να μπει στις τσέπες μου,
και εγώ για αυτούς μόνο φύλαγα μια ξηλωμένη, που δεν ήταν
καν δικιά μου, αλλά την πονούσα τόσο. Εώς που κάποια στιγμή,
κάποια στιγμή ανακάλυψα ότι είχε ξεκινήσει ειδύλλια και με άλλες
ξηλωμένες τσέπες. Κάπου εκεί, φοβήθηκα μην την χάσω. Τότε
παρήγγειλα και μια τρίτη μεγάλη οθόνη για να την παρακολουθώ
το τι κάνει.- Ήμουνα πλέον εντελώς ήσυχος.- Έτσι έλεγα δηλαδή.
Φανταστείτε  τώρα την έκπληξη μου όταν μια μέρα το πρωί έβαλα
το χέρι μου μέσα κατά τύχη και την βρήκα ραμμένη. Πάγωσα. Αν
το μάθαινε αυτό ο κόσμος κανείς δεν θα περνούσε από εδώ πλέον.
Θα γινόμουν περίγελος. Κανείς δεν θα νοιαζόταν πια. Αλλά δεν
ήταν αυτό το χειρότερο. Το χειρότερο συνέβη, ήταν, όταν η ματιά
μου έπεσε πάνω στην οθόνη αυτής της ραμμένης τσέπης. Η οθόνη
λοιπόν, αγνοώντας τον λόγο, έδειχνε εμένα. Κάθε μου κίνηση,
όπου και να πήγαινα, ότι και αν έκανα η οθόνη με έδειχνε.
Δεν ήξερα τι να κάνω. Έτσι αποφάσισα να κάτσω και να την
κοιτάω και εγώ όπως με κοιτούσε, με την ίδια χαρακτηριστική
ειλικρίνεια και κατήφεια που εκείνη κοιτούσε εμένα. Μετά
χτύπησε το κουδούνι αλλά ούτε που κουνήθηκα από την θέση
μου. Το κουδούνισμα όμως επέμενε, αναγκάζοντάς με, αφού
κοίταξα από την οθόνη της εισόδου, και είδα ποιοι ήτανε να
ανοίξω. Δεν ήξερα κανέναν τους. Όταν εισχώρησαν μέσα  στο
σπίτι, δίχως να προλάβουν να πάρουν ανάσα, μείνανε άναυδοι
όλοι τους. Δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο θέαμα. Προσπαθήσανε
να μου μιλήσουνε, αλλά ούτε που συστηθήκαμε. Με τον
πρώτο ήχο που βγάλανε παγώσανε από το ίδιο το άκουσμα
του, και μετά μείνανε έκθαμβοι εκεί μαζί μου να κοιτάνε την
οθόνη για ώρες, για πολλές ώρες. Καρφωμένοι μπροστά, εκεί.
Μπροστά, σε εκείνη την μεγάλη οθόνη. Αφού τους τάισα
και τους κοίμισα και το άλλο πρωί ξυπνήσανε και φύγανε,
λίγο καιρό μετά, έμαθα πως ο καθένας τους είχε αποκτήσει
και την δικιά του. Την είχε πληρώσει με την αξία του
φυσικά. Μετά από αυτό, δεν ήθελα να τους ξαναδώ.
Και έτσι μετά τα χρόνια περάσανε όπως περνάνε πάντα τα χρόνια.
Τώρα δεν έχω ιδέα, δεν ξέρω ο καθένας τι βλέπει. Θυμάμαι
μόνο τι είδα εγώ. Ξεκίνησα να σας λέω τι είδα εγώ. Ήταν μια
μίζερη ημέρα από αυτές που σου θυμίζουν ποιος είσαι, που
είσαι, και τι πραγματικά κάνεις. Και όλα κινιόντουσαν αδιάφορα.
Εώς που είδα εκείνον. Το πρόσωπο του. Διάβαζε εφημερίδα.
Εγώ σηκώθηκα και τον πλησίασα. Ήθελα να τον γνωρίσω. Πήγα
πάνω από το τραπέζι του και τον χαιρέτησα. Εκείνος κατέβασε την
εφημερίδα, και με κοίταξε. Και μου είπε. Δεν θέλω να σε ξέρω,
δεν θέλω να σε ξέρω, είμαι ένα κατεστραμμένο πρόσωπο από
κάπου, μου είπε. Μετά σηκώθηκε τύλιξε την εφημερίδα και
έφυγε. Τον κοίταζα από μακριά να απομακρύνεται, και ήμουν
τόσο καταγοητευμένος. Ξεχάστηκα.- Έπρεπε να πληρώσω.
 
*

ΤΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ

Τον παλιό ωραίο καιρό υπήρχε ένα μέρος που κρύβαμε τις ευθύνες.
Τον παλιό ωραίο καιρό υπήρχε ένα μέρος που κρύβαμε τις ευθύνες.
Τις ευθύνες μας τις κρύβαμε, στον παλιό ωραίο καιρό. Τον παλιό
ωραίο καιρό, τον κρύβαμε σε ένα παλιό ξεχασμένο σπίτι. Τον
κρύβαμε σε ένα παλιό ξεχασμένο σπίτι γεμάτο ιστορίες, παράξενες
ιστορίες, πολύ. Ήταν θυμάμαι, ένα μέρος σκοτεινό και αναπαυτικό.
Ο χρόνος μας καλούσε κάθε βράδυ να πάμε. Καθόμασταν κυκλικά
όλοι γύρω από τον χρόνο και ήσυχοι μετά, τον αφήναμε να μιλάει
για ώρες μέχρι το ξημέρωμα.  Έτσι τον ακούγαμε ευλαβικά εώς
εκείνη την πρώτη πρωινή ώρα  που πια αποχωρούσαμε για τα
σπίτια μας τελικά ανάλαφροι και εξαγνισμένοι.
Είχαμε γεμίσει ιστορίες, από όσα μας έλεγε ο χρόνος, ιστορίες
που οι περισσότερες σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας
δεν βγαίνανε. Μετά δεν ξέρω πως, αρχίσανε να μην βγαίνουν
οι υπολογισμοί μας. Αυτό ήταν κάτι που δεν το ομολογούσε
κανένας μας πουθενά. Ούτε  το συζητούσαμε ποτέ, μεταξύ μας.
Προσπαθούσαμε να μην το σκεφτόμαστε καν. Πέρα  από τις
ιστορίες του, που μας φαινόντουσαν εώς ένα σημείο γραφικές,
χρειαζόμασταν όμως την παρέα του χρόνου και για ένα ακόμα
λόγο. Γιατί έπρεπε να μάθουμε. Και έπρεπε να μάθουμε κάτι
σημαντικό. Τι σχέση είχαν οι ιστορίες του με τους δικούς μας
υπολογισμούς. Όσες φορές και αν τις ακούγαμε, δεν πέφταμε
ποτέ μέσα. Και όσο οι ιστορίες του βγαίνανε, χανόντουσαν οι
δικοί μας υπολογισμοί. Αλλά το χειρότερο ήταν ότι αυτό μας
άρεσε. Και μας άρεσε υπερβολικά. Στην πραγματικότητα μας
ξετρέλαινε. Με τον καιρό έγινε ένας ακόμη λόγος που ήμασταν μαζί.
Μέσα μας όλοι κάπως ξέραμε, και λέγαμε ότι οι ασχολίες του
χρόνου μάλλον πρέπει να ήταν διαφορετικές, και όχι τόσο αυτές
που μας δήλωνε εκείνα τα ευφάνταστα βράδια. Αλλά και πάλι, δεν
μπορούσαμε να μαντέψουμε ποιες. Έτσι μόνο τον ακούγαμε. Και
φανταζόμασταν απλά τι μπορεί να έκανε αλλού. Τα περισσότερα
από όλα αυτά τα παράξενα πράγματα που έλεγε είχαν συμβεί σε
άλλες εποχές, σε ανθρώπους τόσο ξένους από εμάς, τόσο μακριά
από εδώ. Στο μεταξύ εμείς όλοι μέσα μας, είχαμε καταλήξει
κάπως, στο τι διεργασίες θα ακολουθούσε ο χρόνος στις
ζωές μας. Οι ιστορίες του απευθυνόντουσαν προσωπικά στον
καθένα μας. Και από ένα σημείο και μετά, αυτό που πλέον μας
απασχολούσε ήταν τι ιστορία θα μπορούσε ο καθένας μας, να
βρει για του πει. Ανταγωνιζόμασταν μεταξύ μας για την καλύτερη.
Σιωπηλός, δεν έμενε κανένας μας. Στο παλιό ξεχασμένο σπίτι
οι ιστορίες μιλούσαν για τον χρόνο και ο χρόνος για τις ιστορίες.  
Φυσικά εμείς ήμασταν ιδιαίτερα μοναχικά πλάσματα που
απολαμβάναμε τόσο την όμορφη παρέα μας. Κάθε φορά που
σηκωνόταν ένας να πει κάτι εμείς τον ακούγαμε, και τον άκουγε
και ο χρόνος,  και κάτι βοούσε από τις κρυψώνες μας μέσα, κάτι
διεγερτικό που μας έκανε να προσπαθούμε να πάρουμε ύστερα,
τον λόγο. Νομίζαμε ότι είχαμε καταλάβει καλά, εκείνο τον καιρό,
αυτό το ιδιότυπο παιχνίδι και τους κανόνες του, το ιδιότυπο
παιχνίδι των πιο διεστραμμένων μορφών, που ζωγραφίζαμε τότε,
στα ήσυχα ημερολόγια μας. Σε αυτές τις μορφές θα βλέπαμε
αργότερα πόσο αγαπούσαμε ο ένας τον άλλον. Και με ένα τρόπο
οι άλλοι είχανε γίνει τα ημερολόγια μας, τα πιο μεγάλα μυστικά.
Ντρεπόμασταν τόσο πολύ να τους πούμε τι βλέπαμε, πάνω τους,
αλλά και πάλι θέλαμε με τόση λαχτάρα, να μάθουμε τι είχε γραφτεί
για εμάς επίσης, εκεί. Ταυτόχρονα ακούγαμε τις ιστορίες του
χρόνου, και ο φόβος που ζωντάνευε μέσα μας ήταν πλέον τόσο
άνευ λόγου που σχεδόν θα έλεγες πως μας ενηλικίωνε. Αυτός ήταν
και ο λόγος που όλοι θέλαμε να τον προσεγγίσουμε, και να του
εκμαιεύσουμε κάθε του μυστικό. Πιστέψτε με ήταν πιο δύσκολο
από όσο μπορεί να φανταστεί κανείς. Δεν ήταν διατεθειμένος να
πει τίποτα παραπάνω, από όσα έλεγε μέσα από τις ιστορίες του.
Παραιτηθήκαμε από την προσπάθεια πολύ γρήγορα, για να μην
τον οδηγήσουμε στο σημείο να παρατήσει την παρέα μας, και αντί
για αυτό αρχίσαμε να ακολουθούμε ο καθένας μόνος του, την ζωή
που μας υπαγόρευε αυτός ο μυστήριος τύπος. Κάποιοι από εμάς
μάλιστα όταν κάναμε ότι φεύγαμε από το σπίτι, είχαν την
πρωτοβουλία να τον παρακολουθούνε για να δούνε που πάει.
Το θέμα είναι όμως ότι χανόντουσαν μεταξύ τους και έτσι τελικά
για να μην γίνεται πια αυτό παρακολουθούσαν ο ένας τον άλλον.
Βέβαια τους έπαιρνε χρόνο άλλα άξιζε τον κόπο. Άξιζε τον κόπο.
Ήταν το μόνο που γνωρίζαμε, για αυτόν. Στο τέλος βρήκαμε
ένα χώρο που δεν γνώριζε καν την ύπαρξη του, όπου
συγκεντρωνόμασταν και προσπαθούσαμε να συζητήσουμε,
αναλύοντας τα στοιχεία που είχαμε για αυτόν, βασισμένοι σε
άλλα στοιχεία- που είχαμε συλλέξει δανεικά. Η κουβέντα
όμως σύντομα κατάληγε βαρετή, και ταπεινωμένοι δίχως
άλλη εκλογή, περιμέναμε μέχρι να έρθει το επόμενο βράδυ
για να τον συναντήσουμε και πάλι, μαζί με τις ιστορίες του.
Ήταν ο ήρωας μας πια. Και δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα.  
Εώς που έγινε ένα βράδυ, αυτό. Θυμάμαι ακόμα πολύ καθαρά,
πως έγινε αυτό. Έγινε ένα βράδυ όταν ξεκίνησε πάλι, να μας
αφηγείται μια ακόμα ιστορία. Είχαμε κάτσει γύρω του και
ακούγαμε όλοι όπως πάντα ευλαβικά. Η ιστορία λοιπόν
μιλούσε και αναφερόταν σε ένα παλιό σπίτι, ένα σπίτι σαν
και αυτό ξεχασμένο, που όσοι φτάνανε εκεί δεν γνώριζαν
τίποτα για αυτό. Το μόνο που γνώριζαν ήταν ότι ερχόταν σε
άμεση επαφή με τις αισθήσεις τους, την ακοή, την μυρωδιά,
την όραση, ότι βλέπανε και αναγνωρίζανε. Αλλά δεν γνώριζαν
τίποτα για την ιστορία αυτού του σπιτιού, ούτε γιατί ήταν
ξεχασμένο, πόσο και από ποιούς. Μάλιστα σκοπεύανε και οι
ίδιοι να το ξεχάσουνε, μόλις φεύγανε από εκεί. Και μάλλον
αυτό θα κάνανε. Μόνο που τα βράδια εκείνα, ξαναγυρνούσαν
εκεί, και καθόντουσαν γύρω γύρω γεμάτοι ικανοποίηση και
ακούγανε ιστορίες, ιστορίες που τους ξαλαφρώνανε από
την τόση μοναξιά τους, ιστορίες που γεμίζανε, την ζωή τους,
παράξενες ιστορίες. Αυτό που δεν ξέρανε όμως, ήταν πόσο
καιρό περίμενε αυτό το ξεχασμένο σπίτι, ειδικά για αυτούς
τους συγκεκριμένους ξένους, που ο δρόμος θα έβγαζε, εκεί.
Γιατί το σπίτι γνώριζε τον δρόμο. Ήξερε ότι ο δρόμος βγάζει
εκεί μόνο τέτοιους ξένους. Σαν και αυτούς. Πάντα. Ήξερε
ακόμα ποιος δρόμος ακολουθούσε, μετά από εκεί. Γιατί το
σπίτι ήξερε. Ενώ εκείνοι όχι. Δεν ξέρανε ακόμα ότι είχε ένα
τρόπο δικό του για να τους μιλάει. Αυτό γινόταν μέσα από
το στόμα του καιρού. Το στόμα του καιρού του καθενός
ξεχωριστά. Και όμως μπορεί και να το ξέρανε. Ίσως και για
αυτό επιστρέφανε κάθε βράδυ. Με τον δικό τους ξεχασμένο
καιρό. Στο δικό τους ξεχασμένο σπίτι. Διασκεδάζανε τόσο
πολύ, ενόσω ο καθένας είχε φτιάξει την δικιά του εκδοχή
αυτού του σπιτιού, και αυτού του καιρού μέσα του. Και όλοι
τους πέφτανε έξω. Νομίζανε ότι κάθε ιστορία για αυτούς θα
τελείωνε νωρίς, από την στιγμή που την είχανε πια ακουστά,
αφού πια την είχανε ακούσει, ενώ στην πραγματικότητα από
την στιγμή που την ακούσανε θα τελείωνε πια πάρα πολύ αργά.
Και ότι αυτό το πολύ αργά, ήταν μπροστά τους. Και ότι
βρισκόντουσαν μέσα σε αυτό. Και αυτό ήταν παρών και μιλούσε.
Και αυτό ήταν που διάλεγε. Και είχε διαλέξει. Ένα ένα τα
πρόσωπα αυτού του σπιτιού, το καθένα για άλλο σκοπό.
Το καθένα για άλλη δουλειά. Όταν ερχόταν η ώρα θα την
μαθαίνανε, είπε. Και ο χρόνος είπε όταν έρθει η ώρα θα το μάθεις.
Και ο χρόνος είπε όταν έρθει η ώρα δεν θα μπορείς να ξεχάσεις.
Και ο χρόνος είπε, για τον καθένα, είμαι κάπου μόνος. Και ο
χρόνος πήγε να συνεχίσει την ιστορία του, μετά. Μια πολύ
πολύ παλιά ιστορία που μόνο εμείς θα την ξέραμε λέει, όλη.
Και εμείς που ακούγαμε, και ακούγαμε πολύ προσεκτικά,
δεν θέλαμε να πει άλλο αλλά εκείνος συνέχιζε, και  συνέχιζε να
μιλάει, και τότε δίχως δεύτερη κουβέντα, πεταχτήκαμε έξω  
από το σπίτι εκείνο και ξεκινήσαμε να τρέχουμε. Και εμείς όλοι
αρχίσαμε τότε να τρέχουμε. Για όσο χρόνο μας απόμενε, εμείς
αρχίσαμε να τρέχουμε και δεν κάναμε τίποτα άλλο πια, από
τούτο μόνο. Μετά χαθήκαμε και τίποτα άλλο δεν ξέρω. Από
τότε, δεν ξαναείδα κανέναν τους. Απόσο θυμάμαι, κανείς μας,
δεν έφταιγε.

*Τελευταίο βιβλίο του Στέλιου Ροΐδη: "Η σοκολάτα και το κερί" (ποίηση, Straw Dogs 2016).

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog