Βοηθητικό μενού

Ραμόν Λουλ: Το Βιβλίο του Εραστή και του Αγαπημένου

Μεταφράζει ο Γιώργος Μπλάνας
 
 
Πως ο αναχωρητής Mπλακέρνα έγραψε το Βιβλίο του Eραστή και του Aγαπημένου


Ο αναχωρητής από τη Ρώμη, επισκέφτηκε ένα μοναστήρι και περνώντας κάμποσο καιρό με τους μοναχούς, διαπίστωσε πως έμπαιναν συχνά σε πειρασμό και το χειρότερο πως δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν σε τέτοιες περιπτώσεις. Έτσι, σκέφτηκε να ζητήσει απ’ τον Μπλακέρνα να του γράψει ένα βιβλίο για τη ζωή των μοναχών. Λογάριαζε να το χρησιμοποιήσει σαν οδηγό, στην προσπάθειά του να διδάξει τους αδελφούς πώς να παραμένουν ακλόνητοι στη μεγάλη απόφασή τους. Ο Μπλακέρνα σκέφτηκε πολύ το τι και πώς του βιβλίου. Κάποτε, αποφάσισε να προσευχηθεί και να παρακαλέσει ολόψυχα τον Θεό να του υποδείξει εκείνος τον τρόπο συγγραφής και τη θεματολογία. Καθώς προσευχόταν λοιπόν, με δάκρυα στα μάτια κι η ταπεινή ψυχή του είχε υψωθεί στο υπέρτατο σημείο μέθεξης με το θείο, άναψε μέσα του φλόγα μεγάλη κι ένοιωσε να τον συντρίβει όλη εκείνη η αφοσίωση. Την ίδια στιγμή, σκέφτηκε πως τίποτε δεν είναι τόσο δυνατό όσο η απόλυτη πνευματική αγάπη του Εραστή για τον Αγαπημένο.  Έτσι, αποφάσισε να γράψει το «Βιβλίο του Εραστή και του Αγαπημένου», στο οποίο ο Εραστής θα ήταν ο πιστός και αφοσιωμένος χριστιανός κι ο Αγαπημένος ο ίδιος ο Κύριος Υμών Ιησούς Χριστός.
 
Τότε, θυμήθηκε πως τον καιρό που ήταν παπάς, κάποιος Σαρακινός του είπε πως είχε και η δική τους θρησκεία άγιους ανθρώπους, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζαν οι Σούφιδες και πως αυτοί δίδασκαν συνεχώς την αγάπη, παραδειγματίζοντας τους ακροατές με σύντομες ιστορίες, που τόνωναν το αίσθημα αφοσίωσης. Αυτές οι ιστορίες απαιτούν πολύ προσεκτική έκθεση, γιατί από τον τρόπο σύνθεσης εξαρτάται το νόημα, από το νόημα η ικανότητα να  επιδρούν στη θέληση του αναγνώστη και από την επίδραση η δύναμη με την οποία αυξάνεται το αίσθημα αφοσίωσης. Του φάνηκε καλή ιδέα και κατέληξε πως έπρεπε να γράψει  το βιβλίο του με παρόμοιο τρόπο. Έδιωξε λοιπόν τον αναχωρητή και του είπε πως σύντομα θα του έστελνε, με τον διάκονό του, το «Βιβλίο του Εραστή και του Αγαπημένου». Έτσι θα είχε έναν καλό βοηθό στην προσπάθειά του να τονώσει την αφοσίωση και την πίστη των μοναχών.  

Γ.Μ.

 
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Προσευχόταν ο Μπλακέρνα και σκεπτόταν τι ένιωθε, όταν ένοιωθε αφοσιωμένος στον Θεό κι όταν σταματούσε να προσεύχεται και να σκέπτεται, καθόταν κι έγραφε τις σκέψεις που έκανε για τον Θεό. Κι έκανε το ίδιο κάθε μέρα και κάθε μέρα συλλογιζόταν με διαφορετικό τρόπο, προσευχόμενος, ώστε το «Βιβλίο του Εραστή και του Αγαπημένου» να έχει ποικιλία και συντομία και η ψυχή αυτού που το διαβάζει να καθρεφτίζεται εύκολα και πολλές φορές στα γραπτά.  

Έτσι, με την ευλογία του Θεού, άρχισε το βιβλίο του ο Μπλακέρνα και το έκανε μεγάλο όσο ένας ολόκληρος χρόνος. Κάθε μέρα και μια ιστορία. Κάθε ιστορία σύντομη, αλλά αρκετή για μιαν ολόκληρη μέρα. Κι όλα σύμφωνα  με τους κανόνες της αφοσίωσης στον Θεό.

ΕΔΩ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΟΙ ΗΘΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

1. Ρώτησε τον Αγαπημένο ο Εραστής, αν έχει μείνει μέσα του κάτι που δεν το αγάπησε ακόμα. «Μονάχα αυτό που αν το αγαπήσεις, θα μ’ αγαπήσεις πιο πολύ», απάντησε εκείνος.

2. Είναι απέραντοι οι δρόμοι της αγάπης του Εραστή για τον Αγαπημένο κι είναι επικίνδυνοι, γεμάτοι βάσανα και δάκρυα και αναστεναγμούς. Είναι οι δρόμοι όπου καίει αλύπητα ο ήλιος της αγάπης.

3. Μαζεύτηκαν πολλοί Εραστές για να τιμήσουν τον έναν Αγαπημένο, αυτόν που γέμιζε όλων τις καρδιές. Κι εκδήλωναν την αγάπη τους με λόγια τρυφερά κι έκαναν σκέψεις όμορφες. Τον πόνεσαν τον Αγαπημένο κείνα τα λόγια και κείνες οι σκέψεις. Τον πόνεσαν τόσο, ώσπου στο τέλος ένοιωσε σχεδόν ευτυχισμένος.  

4. Έκλαψε κι είπε ο Εραστής: «Πότε θα φύγει το σκοτάδι από τη γη; Πότε θα κλείσουν οι δρόμοι για την κόλαση και πότε το νερό που τρέχει προς τα κάτω, θ’ αλλάξει φύση και θ’ αρχίσει να τρέχει προς τα πάνω; Πότε οι αθώοι θα μετρηθούν και θα βρεθούν απ’ τους ενόχους πιο πολλοί;»

5. «Αχ, πότε ο Εραστής θα είναι έτοιμος να δώσει και τη ζωή του ακόμα για τον Αγαπημένο και πότε ο Αγαπημένος θα τον δει να σβήνει από αγάπη για κείνον;»  

6. Είπε στον Αγαπημένο ο Εραστής: «Εσύ που δίνεις φως στον ήλιο, άναψε φλόγα αγάπης στην καρδιά μου». Κι ο Αγαπημένος: «Αν δεν καιγόταν η καρδιά σου από αγάπη, δεν θα έκλαιγες, ούτε θα ερχόσουν να δεις αυτόν που αγαπάς».

7. Θέλησε να δει ο Αγαπημένος πόσο τον αγαπούσε ο Εραστής και τον ρώτησε σε τι διαφέρει η παρουσία από την απουσία. «Σε ό,τι διαφέρουν η άγνοια και η λήθη από την γνώση και την μνήμη», απάντησε εκείνος.

8. Ρώτησε τον Εραστή ο Αγαπημένος: «Σου ξεπλήρωσα ποτέ την αγάπη που μου χάρισες;» «Ναι», απάντησε εκείνος. «Δεν ξεχώρισα ποτέ τον πόνο απ’ τη χαρά σου».

9. «Πες μου, Εραστή», είπε ο Αγαπημένος, «μπορείς ν’ αντέξεις κι άλλο πόνο;» Κι εκείνος: «Φυσικά, αφού μπορώ ν’ αντέξω κι άλλη αγάπη».

10. Ρώτησε τον Εραστή ο Αγαπημένος: «Θυμάσαι τι είναι αγάπη;» Κι εκείνος: «Αν δεν θυμόμουν, πώς θα ήξερα τι είναι πόνος και βάσανα και θλίψη;»

11. Ρώτησαν τον Εραστή: «Γιατί δεν απαντάς στο κάλεσμα του Αγαπημένου;» «Αντιστέκομαι γενναία στον κίνδυνο να έρθει και ν’ αρχίσω να τον στολίζω με λόγια τρυφερά», απάντησε εκείνος.   

12. «Ανόητε Εραστή, γιατί πετάς το σώμα σου, μοιράζεις τα λεφτά σου, αρνείσαι τα υλικά αγαθά κι οι άνθρωποι φτάνουν να σε περιφρονούν;» Κι αυτός: «Για να τιμήσω τον Αγαπημένο που δεν αγάπησαν και δεν τίμησαν καθόλου οι πολλοί˙ αυτόν που αγάπησαν και τίμησαν πολύ οι λίγοι».   

13. «Πες μας, λοιπόν, τρελέ από αγάπη, ποιος φαίνεται πιο καθαρά, ο Εραστής ή ο Αγαπημένος;» Κι αυτός: «Ο Αγαπημένος φαίνεται από την αγάπη του κι ο Εραστής από τα δάκρυα, τους στεναγμούς, τους πόνους και την θλίψη».

14. Ήθελε ο Εραστής να πει σε κείνον που αγαπά τα βάσανα που πέρασε• κι ήθελε να του πει πως τώρα πια πεθαίνει. Και βρήκε τον Αγαπημένο να διαβάζει ένα βιβλίο, που έγραφε για τα βάσανα που πέρασε και τις χαρές που πήρε από κείνον.   

16. «Πες μου, πουλί που κελαηδάς, ανήκεις στον Αγαπημένο; Αυτός σε γλίτωσε απ’ την πείνα της αγάπης με αγάπη;» Και το πουλί: «Για ποιον νομίζεις κελαηδώ; Γι’ αυτόν που είναι ο Κύριος της αγάπης και γι’ αυτόν που θεωρεί την πείνα της αγάπης ατιμία».

17. Ανάμεσα στο φόβο και την ελπίδα κατοικεί η αγάπη και τρέφεται με σκέψεις. Όμως αν ρίξει τα θεμέλια του σπιτιού της πάνω στις υλικές απολαύσεις, πέφτει το σπίτι και η λήθη την σκοτώνει.

18. Τα μάτια και η μνήμη του Εραστή διαφώνησαν. Κι είπαν τα μάτια πως είναι πιο καλά να βλέπουν τον Αγαπημένο, παρά να τον θυμούνται. Κι είπε η μνήμη πως χωρίς τη θύμηση τα μάτια δεν υγραίνονται, ούτε χτυπάει δυνατά η καρδιά.  

19. Ρώτησε ο Εραστής το νου και την καρδιά του, ποιο απ’ τα δυο μπορούσε να βρεθεί πιο γρήγορα κοντά στον Αγαπημένο. Έτρεξαν τότε και τα δυο, μα ο νους ήταν κοντά στον Αγαπημένο πριν προλάβουν καν να ξεκινήσουν.

20. Διχόνοια απομάκρυνε τον Εραστή από τον Αγαπημένο. Το πρόσεξε ένας άλλος Εραστής κι έκλαψε, έκλαψε πολύ, μέχρι που ενώθηκαν οι δυο τους.

20 Τα δάκρυα κι οι αναστεναγμοί έφεραν κρίση μπροστά στον Αγαπημένο και τον ρωτούσαν ποιο δείχνει πιο βαθιά αγάπη. Κι ο Αγαπημένος έκρινε και είπε πως οι αναστεναγμοί φτάνουν μέχρι την αγάπη, ενώ τα δάκρυα μέχρι τα μάτια.  

21. Ο Εραστής ήρθε να πιει από την πηγή που δίνει αγάπη σ’ αυτούς που δεν αγάπησαν κι η θλίψη του έγινε διπλή. Ύστερα ήρθε ο Αγαπημένος και για να διπλασιάσει την αγάπη του Εραστή,  ήπιε από εκείνη την πηγή που διπλασίασε τις θλίψεις του ο άλλος.

22. Ο Εραστής αρρώστησε κι ο Αγαπημένος βάλθηκε να τον φροντίζει: τιμές τον τάισε, τον πότισε αγάπη. Τον στήριξε με υπομονή, τον έντυσε με όλη την ταπεινότητά του και με αλήθεια τον έκανε καλά.  

23. Ρώτησαν τον Εραστή πού είναι ο Αγαπημένος του κι αυτός απάντησε: «Είναι ένα σπίτι ευγενικό όσο κανένα σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Εκεί θα τον βρείτε. Και μες στις πράξεις της αγάπης μου, στα βάσανα, στα δάκρυά μου».

24. Ρώτησαν τον Εραστή: «Πού πηγαίνεις;»
«Έρχομαι από τον Αγαπημένο μου».
«Από πού έρχεσαι;»
«Πηγαίνω στον Αγαπημένο μου».
«Πότε θα επιστρέψεις;»
«Όταν φτάσω στον Αγαπημένο μου».
«Πόσον καιρό θα λείψεις;»
«Όσο οι σκέψεις μου θα είναι κοντά στον Αγαπημένο μου».

25. Τα πουλιά κελαηδούσαν την αυγή κι ο Εραστής, που είναι αυγή, ξύπνησε κι έπαψαν τα πουλιά να κελαηδούν κι ο Εραστής πέθανε για τον Αγαπημένο την αυγή.

26. Το πουλί τραγουδούσε στον κήπο του Αγαπημένου, όταν ήρθε ο Εραστής και είπε στο πουλί: «Αν δεν καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον απ’ τη γλώσσα, ας μιλήσουμε με αγάπη˙ γιατί στον Αγαπημένο μου εγώ βλέπω το δικό σου τραγούδι.

27. Ο εραστής, που είχε παλέψει πολύ να βρει τον Αγαπημένο, ένοιωσε να έρχεται ο ύπνος. Φοβήθηκε πως έτσι θα ξεχνούσε τον Αγαπημένο κι έκλαψε και το κλάμα τον κράτησε άγρυπνο˙ δεν ήταν ο Αγαπημένος μια απουσία στη συνείδησή του.  

28. Ο Εραστής συνάντησε τον Αγαπημένο: «Δεν είναι ανάγκη να μιλήσεις. Δείξε μου με τα μάτια τις λέξεις της καρδιάς, που λένε τι θέλεις από εμένα».

29. Ο Εραστής παράκουσε τον Αγαπημένο κι ύστερα έκλαψε. Κι ο Αγαπημένος χώθηκε μέσα στο ρούχο του Εραστή και πέθανε, για να του δώσει πίσω όσα είχε χάσει. Και του έδωσε πολλά παραπάνω.

30. Ο Αγαπημένος χαρίζει αγάπη βαθιά στον Εραστή, δεν τον λυπάται για τα βάσανά του. Αν τον λυπόταν, θα μπορούσε να τον αγαπήσει ακόμα πιο βαθιά και τότε όσο περισσότερα θα ήταν του Εραστή, τόσο μεγαλύτερη θα ήταν η χαρά του.

31. Είπε ο Εραστής: «Με συντρίβουν τα μυστικά του Αγαπημένου μου, γιατί αποκαλύπτονται στις πράξεις μου, αλλά σωπαίνουν στη γλώσσα μου κι οι άνθρωποι δεν τα αναγνωρίζουν».

32. Η αγάπη απαιτεί να υποφέρει ο Εραστής και να υπομένει με ταπεινότητα και τρόμο και φροντίδα κι εμπιστοσύνη, έτοιμος πάντα ν’ αντιμετωπίσει τους μεγαλύτερους κινδύνους για να τιμήσει τον Αγαπημένο. Κι η αγάπη απαιτεί ο Αγαπημένος να είναι ειλικρινής και γενναιόδωρος, συγκαταβατικός και δίκαιος απέναντι στον Εραστή του.

33. Γύρισε κάμπους και βουνά ο Εραστής, γυρεύοντας να δει με πόση θέρμη αγαπιέται τον Εραστής του. Και βρήκε μόνο αδιαφορία. Έτσι, άρχισε να σκάβει τη γη, μήπως και βρει εκεί την πίστη που οι άνθρωποι είχαν θάψει και ξεχάσει.  

34. «Πες μου, πουλί που κελαηδάς για την αγάπη, γιατί με βασανίζει η αγάπη του Αγαπημένου μου, αφού τον υπηρετώ πιστά;» Και το πουλί απάντησε: «Αν δεν υπέφερες πώς θα ήξερες ότι τον αγαπάς».

35. Γύρευε ο Εραστής τους δρόμους που οδηγούν στον Αγαπημένο κι έχει χαθεί μέσα στις σκέψεις του. Ξαφνικά, παραπάτησε κι έπεσε μέσα στ’ αγκάθια. Και του φάνηκαν λουλούδια τ’ αγκάθια κι η γη στρωμένη με αγάπη.

36. Ρώτησαν τον Εραστή αν θα εγκατέλειπε τον Αγαπημένο του για κάποιον άλλο. Κι αυτός απάντησε: «Μα, ποιος μπορεί να συγκριθεί με το απόλυτο καλό, το υπέρτατο μεγαλείο, τη δύναμη, τη σοφία, την αγάπη, την τελειότητα;»

37. Τραγουδούσε και θρηνούσε ο Εραστής για τον Αγαπημένο, κι έλεγε πως η αγάπη στην καρδιά του Εραστή λάμπει πιο δυνατά από την αστραπή κι ακούγεται πιο δυνατά από την βροντή. Κι έλεγε πως το δάκρυ ταράζει πιο δυνατά από το κύμα της θάλασσας˙ οι αναστεναγμοί ανήκουν στην αγάπη παρ’ όσο ανήκει το λευκό στο χιόνι.

38. Ρώτησαν τον Εραστή, γιατί είναι δοξασμένος ο Αγαπημένος του. Κι απάντησε:
«Γιατί είναι δόξα». Τον ρώτησαν, γιατί είναι δυνατός. Κι απάντησε: «Γιατί είναι δύναμη». Και γιατί είναι σοφός; «Γιατί είναι σοφία». Και γιατί είναι καλός; «Γιατί είναι αγάπη».

39. Ο Εραστής ξύπνησε το πρωί κι άρχισε να ψάχνει τον Αγαπημένο του. Έτρεχε στους δρόμους και σταματούσε τους περαστικούς και τους ρωτούσε αν τον είδαν. Κάποιος τον ρώτησε: «Πότε τον έχασες από τα μάτια σου;» κι εκείνος απάντησε:
«Ποτέ. Από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισε ο νους μου, είναι μπροστά στα μάτια μου, γιατί το κάθε τι που βλέπω, μου τον θυμίζει».

40. Με το βλέμμα γεμάτο σκέψεις, πόνους, δάκρυα και αναστεναγμούς κοίταζε τον Αγαπημένο ο Εραστής και με το βλέμμα γεμάτο συγκατάβαση, δικαιοσύνη, ευσέβεια, έλεος και γενναιοδωρία κοίταζε τον Εραστή ο Αγαπημένος. Κι ένα πουλί κελάηδησε μέσα σε κείνες τις χαρούμενες ματιές.

41. Τα κλειδιά της αγάπης είναι φτιαγμένα με σκέψεις, δάκρυα κι αναστεναγμούς και το κορδόνι που τα δένει, είναι πλεγμένο με καθαρή συνείδηση και ταπεινότητα και αφοσίωση και ικανοποίηση. Κλειδοκράτορες: το έλεος και η δικαιοσύνη.

42. Χτύπησε ο Εραστής την πόρτα του Αγαπημένου, όλο αγάπη και ελπίδα. Κι άκουσε εκείνος τα χτυπήματα, όλο ταπεινότητα, συμπάθεια, υπομονή, φιλανθρωπία. Άνοιξε η πόρτα, όλο θείο μεγαλείο κι ανθρωπιά και πέρασε ο Εραστής να συναντήσει τον Αγαπημένο.

43. Η ατομικότητα και η κοινότητα έσμιξαν κι έγιναν ένα κι έσπειραν φιλία και καλοσύνη ανάμεσα στον Εραστή και στον Αγαπημένο.  

44. Δυο πυρκαγιές καταυγάζουν την αγάπη του Εραστή. Τη μια την τρέφουν επιθυμίες, απολαύσεις και στοχασμοί. Την άλλη, φόβος, βάσανα, δάκρυα κι οδυρμοί

45. Πόθησε ο Εραστής τη μοναξιά και πήγε να βρει τη συντροφιά του Αγαπημένου, που τον κρατούσε μοναχό μέσα στον κόσμο.  

46. Ο Εραστής καθόταν ολομόναχος στην όμορφη σκιά ενός δέντρου. Μαζεύτηκαν τριγύρω του οι άνθρωποι και τον ρωτούσαν γιατί καθόταν μόνος. Κι αυτός απάντησε πως από τη στιγμή που ήρθαν κοντά του, ένιωσε μοναξιά, ενώ προηγουμένως είχε συντροφιά του τον Αγαπημένο.

47. Με τα σημεία της αγάπης μιλούν ο Εραστής κι ο Αγαπημένος. Με φόβο, σκέψεις, δάκρυα και αναστεναγμούς λέει ο Εραστής τα βάσανά του στον Αγαπημένο.

48. Ο Εραστής αμφέβαλε αν ο Αγαπημένος θα τον βοηθούσε στη μεγάλη του ανάγκη. Συντριβή και μεταμέλεια ήταν γεμάτη η καρδιά του Εραστή κι ο Αγαπημένος την γέμισε έλεος κι ελπίδα˙ δάκρυα γέμισε τα μάτια του και αναστεναγμούς το στήθος του, για να μπορέσει η αγάπη να επιστρέψει.

49. Το ίδιο είναι το «εδώ» και το «εκεί», ανάμεσα στον Εραστή και στον Αγαπημένο˙ σαν το νερό με το κρασί σμίγουν η αγάπη του Εραστή και του Αγαπημένου˙ σαν τη ζέστη με το φως ταιριάζουν˙ σαν την ουσία με την ύπαρξη ενώνονται και κάνουν Ένα.   

50. Είπε στον Αγαπημένο ο Εραστής: «Εσύ πληγώνεις κι εσύ κλείνεις την πληγή˙ εσύ γιατρεύεις και πονάς κι όπου πονάς καλύτερα γιατρεύεις».

51. Αναστέναξε και είπε ο Εραστής: «Τι είναι η αγάπη μου;»
«Η αγάπη σου της δόξας μου είναι σφραγίδα και σημάδι», απάντησε ο Αγαπημένος.

52. Συνέλαβαν τον Εραστή, τον χτύπησαν, τον αλυσόδεσαν κι άρχισαν να τον βασανίζουν, για χάρη του Αγαπημένου. «Πού είναι τώρα ο Αγαπημένος σου;» ρωτούσαν οι βασανιστές. Κι αυτός τους απαντούσε: «Μα δεν τον βλέπετε; Είναι η αγάπη μου γι’ αυτόν που μεγαλώνει και το κουράγιο που μου δίνει για ν’ αντέξω τα βασανιστήριά σας».

53. Είπε ο  Εραστής στον Αγαπημένο: «Από τότε που σε γνώρισα, δεν έφυγα μακριά σου, ούτε εγκατέλειψα την αγάπη που σου έχω˙ μέσα σου, μαζί σου, για χάρη σου ήμουν πάντα εκεί που πρέπει». Κι απάντησε ο Αγαπημένος: «Από τότε που με γνώρισες και μ’ αγάπησες, δεν σε λησμόνησα, δεν σ’ εγκατέλειψα, δεν σε ξεγέλασα».

54. Ο Εραστής διέσχιζε μια πόλη, τραγουδώντας σαν τον τρελό για τον Αγαπημένο κι οι άνθρωποι τον ρώτησαν αν είχε χάσει εντελώς το μυαλό του κι αυτός απάντησε, πως τη θέλησή του την απαίτησε ο Αγαπημένος, τη λογική του την πρόσφερε οικιοθελώς κι έτσι του απέμεινε μονάχα η μνήμη˙ για να τον θυμάται.

55. Είπε ο Αγαπημένος: «Ενάντια στην αγάπη είναι να κοιμάται ο Εραστής και να ξεχνά τον Αγαπημένο». Κι απάντησε ο Εραστής: «Ενάντια στην αγάπη είναι να μην ξυπνά ο Αγαπημένος τον Εραστή, αφού τον ποθεί».

56. Ανέβηκε η καρδιά του Εραστή στις κορυφές του Αγαπημένου, για να μη σβήσει η αγάπη του στην άβυσσο του κόσμου κι όταν βρέθηκε κοντά του, τον κοίταζε με βλέμμα γεμάτο γαλήνη και χαρά. Ύστερα, ο Αγαπημένος τον κατέβασε στον κόσμο, για να μπορεί να τον κοιτάζει με βλέμμα γεμάτο αγωνία και πόνο.  

57. Ρώτησαν τον Εραστή:
«Έχεις περιουσία;»
Κι αυτός απάντησε:
«Έχω την φτώχια του Αγαπημένου μου».
«Και τι σου προσφέρει;»
«Μια θλίψη ατέλειωτη».
«Και πώς την αντέχεις;»
«Με την εμπιστοσύνη στον Αγαπημένο μου».
«Και τι έμαθες απ’ όλα αυτά;»
«Πως κάθε πλάσμα έχει το νόημα που του έδωσε ο Αγαπημένος μου».

58. Κελαηδούσε το πουλί στην ανθισμένη φυλλωσιά και λουλουδιών, και σάλεψε  άνεμος στα φύλλα και πήρε άνεμος το μύρο των ανθών και ρώτησε ο Εραστής το πουλί τι σημαίνει ο άνεμος στα φύλλα κι ο άνεμος ο μυρωμένος κι αυτό απάντησε πως η κίνηση των φύλλων σημαίνει υπακοή και το μύρο των ανθών, βάσανα κι ατυχίες.  

59. Ποθούσε τον Αγαπημένο ο Εραστής και τριγύριζε και είδα δυο φίλους να συναντιούνται και ν’ αγκαλιάζονται με αγάπη και να φιλιούνται με μάτια δακρυσμένα κι άρχισε να τρέμει ο Εραστής. Τόσο πολύ του θύμισαν εκείνοι οι φίλοι τον Αγαπημένο.  

60. Συλλογιζόταν το θάνατο ο εραστής και τρόμαξε, ώσπου θυμήθηκε τον Αγαπημένο του και είπε σε όσους ήταν γύρω του: «Αχ, φίλοι μου, χαρείτε για να τιμήσετε τον Αγαπημένο και να ξεχάσετε το φόβο, τον κίνδυνο, το θάνατο τον ίδιο».

61. Ρώτησαν τον Εραστή πώς άρχισε η αγάπη του. Κι αυτός απάντησε πως άρχισε από τις καλές πράξεις του Αγαπημένου του και πως αυτή είναι πάντα η αρχή για ν’ αγαπήσει κανείς το διπλανό του και να ξεφύγει από την πλάνη και την αποτυχία.

62. «Πες μου άνθρωπε τρελέ, τι θα έκανες αν σταματούσε να σε αγαπά ο Αγαπημένος σου;» «Θα συνέχιζα να τον αγαπώ, για να μην πεθάνω, αφού η απουσία της αγάπης είναι θάνατος και η αγάπη είναι ζωή» απάντησε.

63. Ρώτησαν τον Εραστή τι σημαίνει καρτερικότητα κι αυτός τους είπε: «Χαρά και πόνος, γι’ αυτόν που επιμένει ν’ αγαπά και να τιμά και να φροντίζει τον Αγαπημένο του, με αντοχή, υπομονή κι ελπίδα».  

64. Ζήτησε ο Εραστής απ’ τον Αγαπημένο να τον πληρώσει για τις υπηρεσίες που του προσέφερε τόσον καιρό. Ο Αγαπημένος μέτρησε τις σκέψεις, τις προσδοκίες, τα δάκρυα, τους κινδύνους και τα βάσανα που πέρασε για κείνον ο Εραστής, πρόσθεσε έλεος στους αιώνες των αιώνων και τον πλήρωσε.  

65. Ρώτησαν τον Εραστή τι σημαίνει ευτυχία κι αυτός απάντησε: «Να θυμάσαι τις ταπεινώσεις που πέρασε ο Αγαπημένος σου, αυτός ο εντιμότερος απ’ όλους».
«Και δυστυχία; Τι σημαίνει δυστυχία, τρελέ;»
«Να θυμάσαι τις ταπεινώσεις που πέρασε ο Αγαπημένος σου, αυτός ο εντιμότερος απ’ όλους».

66. Κοίταζε πίσω του ο Εραστής κι αντίκρισε τον τόπο που είχε πρωτοσυναντήσει τον Αγαπημένο. Κάρφωσε το βλέμμα του εκεί και είπε: «Αχ, τόπε, εσύ που συμβολίζεις την καλοσύνη του Αγαπημένου, πες του πως υπομένω ακόμα τα δάκρυα και τα βάσανα, τους πόνους της αγάπης του». Κι απάντησε ο τόπος: «Όταν βρισκόταν μέσα μου ο Αγαπημένος, υπέφερε και δάκρυσε και πόνεσε, πόνους και βάσανα και δάκρυα, που δεν υπέφερε ποτέ κανένας υπηρέτης του».

67. Είπε ο Εραστής στον Αγαπημένο: «Είσαι τα πάντα, για τα πάντα, στα πάντα, με τα πάντα. Θέλω να σ’ έχω ολόκληρο, για να έχω τα πάντα». Κι απάντησε ο Αγαπημένος: «Δεν γίνεται να μ’ έχεις ολόκληρο, αν δεν σ’ έχω ολόκληρο». Και είπε πάλι ο Εραστής: «Δέξου με ολόκληρο κι αφέσου μου όλος». Ρώτησε ο Αγαπημένος:
«Και τι θα μείνει για τον γιο μου, τον αδελφό και τον πατέρα;» Κι απάντησε ο Εραστής: «Είσαι τόσα πολλά, που φτάνουν για να δίνεις τα πάντα στους πάντες, για πάντα».

68. Βυθιζόταν με τη σκέψη ο Eραστής στο μεγαλείο και τη δύναμη του Αγαπημένου, μα δεν έβρισκε αρχή, ούτε μέση, ούτε τέλος. Και του είπε ο Αγαπημένος: «Τι κάνεις, τρελέ;» Κι απάντησε ο Εραστής: «Μετρώ το κάτω με το πάνω, την αποτυχία με την επιτυχία και την αρχή με το απέραντο, το αιώνιο, ώστε η ταπεινότητα, η υπομονή, το έλεος και η ελπίδα να ταιριάξουν απόλυτα με τη συνείδησή μου».

69. Τα μονοπάτια της αγάπης είναι απέραντα και είναι μια σταλιά, γιατί η αγάπη είναι σαφής, αγνή, διαυγής, ειλικρινής, ευγενική, απλή, δυνατή, ακούραστη, εκτυφλωτική, γεμάτη νέους συλλογισμούς κι αρχαία συμπεράσματα.

70. Ρώτησαν τον Εραστή ποιοι είναι της αγάπης οι καρποί. Κι ο Εραστής απάντησε: «Χαρές και σκέψεις, ελπίδες, στεναγμοί, αγωνίες, βάσανα και κίνδυνοι και πόνοι, απελπισίες. Και δίχως να τους καρπωθεί, κανένας δεν καρπώνεται αγάπη».

71. Βρέθηκε σ’ ένα όμορφο λιβάδι ο Εραστής και είδε τα παιδιά να κυνηγούνε πεταλούδες, μαδώντας και πατώντας γύρω τα λουλούδια. Κι όσο έτρεχαν κι όσο άπλωναν τα χέρια τα παιδιά, τόσο ψηλότερα πετούσαν οι πεταλούδες. Και είπε τότε ο Εραστής: «Το ίδιο κάνουν όσοι προσπαθούν με περίπλοκους συλλογισμούς να καταλάβουν τον Αγαπημένο, αυτόν που ανοίγει την πόρτα του στο απλό και την κλείνει στο περίπλοκο. Η πίστη φανερώνει τα μυστικά του, απ’ το παράθυρο της αγάπης».

72. Άνθρωποι μαζεύτηκαν πολλοί γύρω στον Εραστή κι αυτός παραπονιόταν πως ο Αγαπημένος δεν του είχε αγάπη όλο και πιο μεγάλη και του είχε αγάπη όλο βάσανα και πόνους. Κι ο Αγαπημένος τον συγχώρησε και του είπε πως τα βάσανα κι οι πόνοι που κατηγορεί είναι αγάπη πιο μεγάλη απ’ την αγάπη.

73. «Πες μας, τρελέ, γιατί σωπαίνεις; Τι συλλογίζεσαι, με τόση πίκρα;»
«Τις ομορφιές του Αγαπημένου και πόσο μοιάζει η ευτυχία με τον πόνο που μου φέρνει και μου δίνει η αγάπη».

74. «Πες μας, τρελέ, τι υπήρξε στην αρχή: η καρδιά σου ή η αγάπη;»
«Μαζί καρδιά κι αγάπη υπήρξαν. Αλλιώς δεν θ’ άντεχε αγάπη η καρδιά, ούτε η αγάπη λογισμό».

75. Ρώτησαν τον τρελό πώς άναψε η αγάπη του, με τα μυστήρια του Αγαπημένου του ή με την αποκάλυψή τους στους ανθρώπους. Κι αυτός απάντησε πως η μεγάλη αγάπη δεν βλέπει διαφορά, αφού κρυφά ο Εραστής κρύβει του μυστικού Αγαπημένου τα μυστήρια και κρυφά τ’ αποκαλύπτει, για να μείνουν μυστήρια μυστικά».  

76. Της αγάπης το μυστήριο, αν δεν αποκαλυφθεί, πάθος και θλίψη γίνεται κι η αποκάλυψή του, φόβος και πυρετός.  Γι’ αυτό είναι πάντα πικραμένος ο Εραστής.

77. Κάλεσε η αγάπη τους Εραστές και τους ρώτησε τι θέλουν να τους χαρίσει. Κι όλοι απάντησαν πως ήθελαν το ρούχο εκείνο που θα ήθελε ο Αγαπημένος για να τους αγαπήσει.

78. Μίλησε στους ανθρώπους ο Εραστής και είπε πως η αγάπη θέλει όλοι ν’ αγαπούν, όταν βαδίζουν κι όταν κάθονται, όταν κοιμούνται κι όταν αγρυπνούν, όταν μιλούν κι όταν σωπαίνουν, όταν αγοράζουν κι όταν πωλούν, όταν κλαίνε κι όταν γελούν, όταν χαίρονται κι όταν πονούν, όταν νικούν κι όταν νικιούνται, όταν κάνουν κάτι κι όταν δεν κάνουν τίποτε, γιατί έτσι θέλει η αγάπη.   

79. «Πες μας, τρελέ, πότε σε βρήκε η αγάπη;»
«Ήρθε όταν πλούτισα και γέμισε με σκέψεις κι ελπίδες κι  αναστεναγμούς και πίκρες την καρδιά μου και γέμισε τα μάτια μου με δάκρυα και λυγμούς».
«Τι σου έφερε η αγάπη;»
«Εικόνες όμορφες, τιμές και πλούτη απ’ τον Αγαπημένο».
«Πώς τα έφερε;»
«Με σκέψη και μνήμη».
«Πώς τα πήρες;»
«Μ’ ελπίδα και συμπόνια».
«Και πώς τα διατηρείς;»
«Με δικαιοσύνη, προσοχή, σθένος και μέτρο».

80. Ο Αγαπημένος τραγουδούσε κι έλεγε το τραγούδι του πως ο Εραστής που ντρέπεται να δείξει την αγάπη του και φοβάται να τιμήσει εκείνον που αγαπά, όταν οι άλλοι τον μισούν, όλο και κάτι ξέρει από αγάπη. Το ίδιο κι αυτός που η ατυχία τον συντρίβει. Μα ο Εραστής που απελπίζεται από αγάπη, δεν ξέρει τίποτε απολύτως από αγάπη κι από ελπίδα.  

81. Έγραψε στον Αγαπημένο ο Εραστής και τον ρώτησε αν υπάρχει κάποιος να μοιραστεί μαζί του το βαρύ φορτίο της αγάπης του για εκείνον. Κι ο Αγαπημένος του έγραψε: «Δε σ’ απορρίπτω, δεν σ’ εγκαταλείπω».

82. Ρώτησαν τον Αγαπημένο πώς είναι αγάπη του Εραστή κι αυτός απάντησε πως είναι χαρά μαζί και θλίψη, φόβος μαζί και θάρρος. Και ρώτησαν τον Εραστή πώς είναι η αγάπη του Αγαπημένου κι αυτός απάντησε πως είναι ένα κύμα απέραντης καλοσύνης, αιωνιότητας, δύναμης, σοφίας, ελέους, τελειότητας, που τον κατακλύζει.

83. «Πες μας, τρελέ, τι είναι θαύμα;»
«Να αγαπάς τα απόντα περισσότερο από τα παρόντα, την ίδια στιγμή που αγαπάς τα ορατά κι ασήμαντα περισσότερο από τα αόρατα κι αιώνια».

84. Γύρευε τον Αγαπημένο ο Εραστής κι έτυχε να συναντήσει κάποιον που πέθαινε, χωρίς αγάπη. «Άχαρο πράγμα να πεθαίνει ο άνθρωπος, χωρίς αγάπη», του είπε ψυχορραγώντας. «Μα, γιατί πεθαίνεις χωρίς αγάπη;» τον ρώτησε ο Εραστής. «Γιατί έζησα χωρίς αγάπη» απάντησε εκείνος.

85. Ρώτησε τον Αγαπημένο ο Εραστής τι είναι σημαντικότερο, η αγάπη ή το αίσθημα της αγάπης κι εκείνος του απάντησε ότι για όλα τα πλάσματα, η αγάπη είναι το δέντρο, το αίσθημα της αγάπης ο καρπός, κι οι πίκρες και τα βάσανα τα φύλλα και τα άνθη. Όμως για τον Θεό η αγάπη και το αίσθημα της αγάπης είναι το ίδιο, χωρίς πίκρες και βάσανα.

86. Σκεπτόταν ασταμάτητα ο Εραστής, ώσπου έγινε η σκέψη του μαρτύριο και θλίψη. Τότε παρακάλεσε τον Αγαπημένο να του στείλει ένα βιβλίο για τις ομορφιές του, με την ελπίδα πως αυτό θα τον καθοδηγούσε. Κι ο Αγαπημένος του έστειλε βιβλίο και τα μαρτύρια κι οι δοκιμασίες έγιναν διπλά.

87. Αρρώστησε απ’ την αγάπη ο Εραστής κι ήρθε γιατρός να τον κοιτάξει και μεγάλωσε τις σκέψεις του εραστής ήταν άρρωστος με την αγάπη, και ένας γιατρός και τον έβαλε σε σκέψεις πολλές και βάσανα πολλά κι έτσι γιατρεύτηκε αμέσως.

88. Η αγάπη κι ο Εραστής οδοιπορούσαν χωριστά κι όμως ήταν κι οι δυο γεμάτοι απ’ τη χαρά του Αγαπημένου. Τότε εμφανίστηκε μπροστά τους και δάκρυσε ο Εραστής και χάθηκε η αγάπη κι έσβησε ο Εραστής. Μα ο Αγαπημένος σήκωσε τον Εραστή και τον συνέφερε θυμίζοντάς του τι όμορφος που ήταν.

89. Είπε στον Αγαπημένο ο Εραστής: «Πολλοί είναι δρόμοι που διαλέγεις για να έρθεις στην καρδιά μου και ν’ αποκαλυφθείς στα μάτια μου, πολλές οι λέξεις μου που λεν τα ονόματά σου, όμως η αγάπη σου που με σκοτώνει και μου δίνει τη ζωή, μονάχα μία».  

90. Ο Αγαπημένος αποκαλύφθηκε στον Εραστή, φορώντας ένα νέο κατακόκκινο μανδύα και άπλωσε τα χέρια να τον αγκαλιάσει κι έγειρε το κεφάλι να τον ασπαστεί κι έμεινε ψηλά, πολύ ψηλά για να τον αναζητά.

91. O Aγαπημένος παράτησε τον Εραστή κι εκείνος τον γύρεψε στην μνήμη και στην γνώση, για να κρατήσει την αγάπη ζωντανή. Τον βρήκε κάποτε.
«Πού ήσουν;» τον ρώτησε. Κι εκείνος: «Στη λήθη και στην άγνοιά σου».

92. «Πες μας, τρελέ, δεν ντρέπεσαι, όταν σε βλέπει ο κόσμος να κλαις για τον Αγαπημένο;»
«Να ντρέπεσαι χωρίς να έχεις αμαρτήσει είναι σαν να θέλεις ν’ αγαπήσεις, χωρίς να ξέρεις ν’ αγαπάς», απάντησε εκείνος

93. Ο Αγαπημένος έσπειρε θλίψη και νοσταλγία, τιμή κι αγάπη στην καρδιά του Εραστή κι εκείνος πότισε με δάκρυα τους σπόρους. Ο Αγαπημένος έσπειρε δοκιμασίες και βάσανα και πόνους στο σώμα του Εραστή κι εκείνος γιάτρεψε το σώμα του, μ’ ελπίδες κι αφοσίωση, με καρτερία κι υπομονή.

94. Με την ευκαιρία μιας μεγάλης γιορτής, ο Αγαπημένος προσκάλεσε σε δείπνο τα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα και τους έδωσε πλούσια δώρα. Πήγε λοιπόν κι ο Εραστής.
«Ποιος σου είπε να παρευρεθείς στο δείπνο μου;» τον ρώτησε ο Αγαπημένος.
«Η ανάγκη και η αγάπη με παρακίνησαν να έρθω για να δω ποιος είσαι και πώς συμπεριφέρεσαι» απάντησε ο Εραστής.

95. Ρώτησαν τον Εραστή σε ποιον ανήκει.
«Στην αγάπη» απάντησε εκείνος.
«Από τι είσαι φτιαγμένος;»
«Από αγάπη».
«Ποιος σε γέννησε;»
«Η αγάπη»
«Πού γεννήθηκες;»
«Στην αγάπη».
«Ποιος σε μεγάλωσε;»
«Η αγάπη».
«Από τι ζεις;»
«Απ’ την αγάπη».
«Πώς σε λένε;»
«Αγάπη»
«Από πού είσαι;»
«Απ’ την αγάπη».
«Πού πηγαίνεις;»
«Στην αγάπη».
«Και τώρα πού βρίσκεσαι;»
«Στην αγάπη».
«Έχεις τίποτε άλλο από αγάπη;»
«Ναι˙ σφάλματα και απιστίες στον Αγαπημένο».
«Συγχωρεί ο Αγαπημένος;»
«Ελεεί και αποδίδει δικαιοσύνη. Γι’ αυτό ζω μεταξύ φόβου και ελπίδας».

96. O Aγαπημένος άφησε τον Εραστή κι ο Εραστής τον γύρεψε στην σκέψη του˙ ρώτησε τους ανθρώπους στην γλώσσα της αγάπης, ώσπου τον βρήκε ανάμεσά τους να τον περιφρονούν και του είπε τι μεγάλη αδικία ήταν εκείνη. Ο αγαπημένος αποκρίθηκε πως η αδικία γινόταν επειδή δεν είχε αφοσιωμένους Εραστές και δάκρυσε ο Εραστής κι έκλαψε κι έγινε η θλίψη του μεγάλη κι ο Αγαπημένος τον παρηγόρησε με τόσες ομορφιές.  

97. Το φως στην κάμαρα του Αγαπημένου φώτιζε και την κάμαρα του Εραστή. Σκόρπιζε τα σκοτάδια της, την γέμιζε χαρές, θλίψεις και λογισμούς. Κι ο εραστής την άδειασε τελείως, ν’ ανοίξει ο χώρος για τον Αγαπημένο.

98. Ρώτησαν τον Εραστή ποιο είναι το σύμβολο του Αγαπημένου. Κι αυτός απάντησε: «Ένας νεκρός». Κι αυτοί τον ρώτησαν: «Γιατί ένας νεκρός;» Κι αυτός απάντησε: «Γιατί κάποτε σταυρώθηκε κι ήταν νεκρός κι όσοι θέλουν να δοξαστούν σαν Εραστές του, πρέπει στα χνάρια του να προχωρήσουν».

99. Ο Αγαπημένος θέλησε να μείνει στο σπίτι του Εραστή κι ο οικονόμος του ζήτησε ενοίκιο. Μα ο Εραστής είπε: «Ο Αγαπημένος θα μείνει χωρίς νοίκι και θα πάρει και δώρο από πάνω. Κάποτε πλήρωσε για όλους μας αυτός».

100. Η μνήμη και η θέληση ανέβηκαν μαζί στου Αγαπημένου το βουνό, για να ψηλώσει ο νους, να μεγαλώσει η αγάπη.  

101. Δάκρυα κι αναστεναγμούς ανταλλάσσουν ολημέρα, ο Εραστής και ο Αγαπημένος, για να παρηγορούνται και να ’χουν συντροφιά, να ’χουν αγάπη, ομόνοια.   

102. Ο Εραστής νοστάλγησε τον Αγαπημένο και του έστειλε τις σκέψεις του, με την ελπίδα πως θα επέστρεφαν με τις χαρές που είχε ζήσει στο μεταξύ ο Αγαπημένος..

103. Ο Αγαπημένος έκανε δώρο στον Εραστή, τα δώρα που του έκανε εκείνος: δάκρυα κι αναστεναγμούς, συλλογισμούς και κούραση και θλίψη.

104. Γονάτισε μπρος στον Αγαπημένο ο Εραστής και ζήτησε πλούτη, γαλήνη και τιμή να έχει σ’ αυτόν τον κόσμο. Κι ο αγαπημένος έδειξε το πρόσωπό του στη μνήμη και τη σκέψη του Εραστή κι έγινε ο απώτατος σκοπός στη βούλησή του.

105. Ρώτησαν τον εραστή: «Σε τι συνίσταται η τιμή;» Κι απάντησε: «Στην κατανόηση και την αγάπη για τον Αγαπημένο». Τον ρώτησαν: «Σε τι συνίσταται η ατίμωση;» Κι απάντησε: «Στη λήθη και στο τέλος της αγάπης».

106. «Με βασάνισε η αγάπη, Αγαπημένε, την αγάπη, ώσπου κραύγασα πως το μαρτύριό μου ήσουν εσύ και τότε η αγάπη γλύκανε τις πληγές μου κι εσύ με αντάμειψες με πιο μεγάλη αγάπη και δυο φορές μαρτύριο».

107. Ο Εραστής συνάντησε στο δρόμο για την αγάπη, κάποιον που καθόταν βουβός δακρυσμένος, θλιμμένος και κατηγορούσε και καταριόταν την αγάπη. Κι η αγάπη έλεγε πως του είχε χαρίσει ό,τι πιο ευγενικό: πίστη κι ελπίδα, υπομονή, αφοσίωση, και θάρρος, μετριοπάθεια κι ευτυχία και του έριχνε το φταίξιμο για τα παράπονά του, μετά από τόσα δώρα.

108. Τραγουδούσε ο Εραστής κι έλεγε το τραγούδι: «Τι βάσανο μεγάλο η αγάπη! Τι ευτυχία ν’ αγαπάς Εκείνον, που αγαπάει πάντα, για πάντα˙ τον τέλειο και πλήρη!»

109. Σε τόπο μακρινό ο Εραστής έψαχνε τον Αγαπημένο, όταν συνάντησε δύο λιοντάρια. Φοβήθηκε το θάνατο. Ήθελε να ζήσει και να φροντίσει τον Αγαπημένο. Έστειλε την μνήμη του λοιπόν σ’ Εκείνον, να του πει πως αν η αγάπη ερχόταν και στεκόταν στο πλάι του, ο θάνατος θα ήταν ευκολότερος. Κι ενώ σκεφτόταν και σκεφτόταν τον Αγαπημένο, τα λιοντάρια τον πλησίασαν ταπεινά κι έγλειψαν τα δάκρυά του και χάιδεψαν τα χέρια και τα πόδια του κι εκείνος συνέχισε να ψάχνει τον αγαπημένο».

110. Ο εραστής ταξίδεψε πέρα απ’ το λόφο και την κοιλάδα, μα δεν έβρισκε έναν τρόπο να ξεφύγει απ’ την σκλαβιά, που κρατούσε η αγάπη, τόσον καιρό, τόσον καιρό, το σώμα και τη σκέψη του, τους πόθους, τις χαρές του. Πήγαινε κι έψαχνε, όταν είδε έναν ερημίτη να κοιμάται πλάι σε μια γάργαρη πηγή. Τον ξύπνησε και ρώτησε αν είχε δει στα όνειρά του τον Αγαπημένο κι εκείνος απάντησε πως είτε κοιμάται είτε όχι, η σκέψη του είναι σκλαβωμένη απ’ την αγάπη κι έκλαψαν κι οι δυο μαζί, γιατί ο Αγαπημένος είχε λίγους Εραστές όπως αυτοί.

111. Θλίψη ατέλειωτη και λογισμούς αμέτρητους φέρνει στον Εραστή ο Αγαπημένος κι ο Εραστής απέραντη χαρά του προσπορίζει. Γι’ αυτό του Αγαπημένου η αγάπη είναι πάντα ζωντανή και του Εραστή αιώνια πικραμένη.

112. Κελαηδούσε στο κλαδί του το πουλί: «Μιαν ανθισμένη σκέψη θα δώσω εγώ στον Εραστή που θα μου δώσει δυο». Έδωσε την ανθισμένη σκέψη στον Εραστή κι εκείνος δυο του γύρισε. Έπαψε η θλίψη του πουλιού κι άρχισε η δική του.

113. Έσμιξαν ο Εραστής κι ο αγαπημένος. Τα χάδια, τ’ αγκαλιάσματα, οι ψίθυροι, τα δάκρυα, ξέρουν να πουν τι έγινε. Ύστερα ρώτησε ο Αγαπημένος τον εραστή τι σκέφτεται, τι νιώθει κι εκείνος έμεινε βουβός, να τον κοιτάζει.

114. Πάλευαν μεταξύ τους ο Εραστής και ο Αγαπημένος, ώσπου η αγάπη τους επέβαλε ειρήνη. Για σκέψου, ποιος νίκησε στο τέλος;

115. Ο Εραστής αγαπούσε όσους φοβούνταν τον Αγαπημένο και φοβόταν όσους δεν  τον φοβήθηκαν ποτέ. Τίθεται τώρα το ερώτημα: αγαπούσε ή φοβόταν πιο πολύ;

116. Πήρε το δρόμο του Αγαπημένου ο Εραστής και να, μπροστά του ένα λιοντάρι αγριεμένο, που σπάραζε όποιον το προσπερνούσε αλόγιστα, χωρίς φόβο και πάθος. «Αυτό είναι» είπε ο Εραστής «όποιος φοβάται τον Αγαπημένο πρέπει να φοβάται τα πάντα. Κι όποιος δεν τον φοβάται, δεν έχει να φοβηθεί άλλο από αυτόν τον ίδιο».  

117. Ρώτησαν τον Εραστή: «Τι σου έδωσε η αγάπη;» Κι απάντησε: « Τη χαρά της μετάνοιας, την κατανόηση της γνώσης, την ελπίδα της υπομονής, τη ζωντάνια της εγκράτειας, την παρηγοριά της μνήμης, την αγάπη της φροντίδας, την αφοσίωση στην ένδεια, την περιουσία της φτώχιας, τη γαλήνη της υπακοής, τον πόλεμο ενάντιας στη μοχθηρία».

118. Φώτισε η αγάπη το σύννεφο, που έκρυβε τον Αγαπημένο από τον Εραστή κι άστραψε εκείνο ολόκληρο φεγγάρι μες στη νύχτα, αυγερινός το χάραμα, ήλιος το μεσημέρι, γνώση μέσα στη θέληση κι είδαν ο ένας τον άλλο κι έπιασαν κουβέντα ο Εραστής κι ο Αγαπημένος.

119. Ρώτησαν τον Εραστή: «Τι είναι σκοτάδι;»
«Η απουσία του Αγαπημένου» απάντησε εκείνος.
«Και φως;»
«Η παρουσία του».

120. Του Αγαπημένου τα σημάδια φαίνονται στον Eραστή, που συλλογίζεται όλο θλίψη και δακρύζει και στενάζει κι ο κόσμος τον περιφρονεί, για χάρη της αγάπης.  

121.  «Του αρέσει να τον σκέφτομαι συνέχεια με μάτια δακρυσμένα, λιπόθυμος, σχεδόν νεκρός, τυφλός, βουβός και μόνος» έγραψε κάπου ο Εραστής.

122. Σκέψη και θέληση, κραυγάστε, ξυπνήστε τα σκυλιά που έπρεπε να φυλάνε, όμως αυτά κοιμήθηκαν ξεχνώντας τον Αγαπημένο. Δακρύστε μάτια! Πόνεσε καρδιά! Και μνήμη, εσύ, μη λησμονείς την ατιμία αυτών που τόσο τίμησε ο Αγαπημένος.    

123.  Γέμισαν μίσος οι άνθρωποι για τον Αγαπημένο. Κι ωστόσο αυτός υπόσχεται δώρα κι ανταμοιβές και απειλεί με δικαιοσύνη και σοφία. Μόνο η μνήμη και η θέληση δεν δίνουν σημασία σε απειλές και υποσχέσεις.  

124.  Ο Αγαπημένος στάθηκε στο πλάι στον Εραστή, να τον παρηγορήσει και να γλυκάνει στεναγμούς και να στεγνώσει δάκρυα που χύθηκαν για εκείνον.  Κι όσο πιο δίπλα του τον ένιωθε ο Εραστής, τόσο έκλαιγε και στέναζε, για κάθε εξευτελισμό που είχε περάσει ο Αγαπημένος..  

125. Με την πένα της αγάπης, των δακρύων το νερό, στο χαρτί των στεναγμών, έγραφε ο Εραστής προς τον Αγαπημένο, πως η αφοσίωση έχει χαθεί κι αγάπη έχει πεθάνει κι η πλάνη σφάλμα γίνεται μεγάλο μέσα στους πολλούς.

126. Με τα δεσμά της μνήμης, της γνώσης και της θέλησης τ’ ανέσπαστα δένεται η αγάπη του Εραστή και του Αγαπημένου. Κι είναι υφασμένα τα δεσμά με λογισμό και θλίψη, με δάκρυα και στεναγμούς.   

127. Ξαπλώνει στο κρεβάτι της αγάπης ο Εραστής κι έχει σεντόνι τη χαρά και σκέπασμα τη θλίψη. Κι έχει για μαξιλάρι τα δάκρυα του και κανείς δεν ξέρει αν έγιναν από την ίδια πλέξη.

128. Ο Aγαπημένος έντυσε τον Eραστή. Του έφτιαξε χλαμύδα, μπέρτα και περικεφαλαία από αγάπη, χιτώνα  από σκέψεις, σανδάλια από βάσανα κι ένα στεφάνι δάκρυα.

129. Ο αγαπημένος ζήτησε από τον Εραστή να ορκιστεί πως θα τον θυμάται πάντα. Κι εκείνος του απάντησε πως δεν χρειάζεται, γιατί δεν θυμάται πια πώς να τον ξεχάσει.

130. Ο αγαπημένος ζήτησε από τον Εραστή να τον τιμά, να τον υπερασπίζει εκεί που άλλοι δεν τολμούν. Κι ο Εραστής απαίτησε κι άλλη αγάπη. «Δεν σου φτάνει τόσο σώμα, τόσος πόνος, τόσος θάνατος;» του απάντησε εκείνος.

131. Είπε ο Εραστής στον πολυαγαπημένο: «Μάθε μου πώς να μάθω τους ανθρώπους να σ’ αγαπούν». Κι εκείνος τον γέμισε αφοσίωση, υπομονή, ευσπλαχνία,  βάσανα, σκέψεις, δάκρυα και στεναγμούς. Έφεξε αγάπη η καρδιά του Εραστή, γέμισε η γλώσσα του τραγούδια για τον Αγαπημένο κι η θέλησή σώπασε τα στόματα των πλάνων.

132. Είπε στους ανθρώπους ο Εραστής: «Όποιος θυμάται αλήθεια τον Αγαπημένο, ξεχνά τα πάντα γύρω του κι όποιος ξεχνά τα πάντα για να τον θυμηθεί, δεν έχει τίποτε να φοβηθεί κι είναι συγχωρεμένος».

133. Ρώτησαν τον Εραστή: «Πού γεννιέται η αγάπη και πού ζει και πού πεθαίνει;» Κι αυτός απάντησε: «Γεννιέται μες στην μνήμη και ζει στο λογισμό. Πεθαίνει μες στη λήθη».

134. Ξέχασε ο Εραστής, όλα όσα σκέπει ο ουρανός, για να ξεφύγει η σκέψη του και ν’ ανεβεί ψηλά και να γνωρίσει τον Αγαπημένο, τη θέληση που ατένισε και πόθησε κι έχει διακηρύξει

135. Πήγε στον πόλεμο ο Εραστής, για την τιμή του Αγαπημένου. Κι είχε οπλιστεί με πίστη, ελπίδα κι ευσπλαχνία. Κι είχε οπλιστεί με δικαιοσύνη, σύνεση, δύναμη και εγκράτεια. Μα η ήττα του ήταν βέβαιη αν ο Αγαπημένος δεν έριχνε στη μάχη το ασύγκριτό του μεγαλείο.

136. Ήθελε ο Εραστής ν’ αγαπήσει ολοκληρωτικά τον Αγαπημένο. Μα ο κόσμος δεν τον άφηνε. Κι έγινε πίκρα ο πόθος κι οι σκέψεις του πονούσαν.

137. Έλαμψε μέσα του ο Εραστής και χάρηκε το μεγαλείο του Αγαπημένου.  Ύστερα έγινε νύχτα των σκέψεων, των λογισμών και πια δεν ήξερε τι νιώθει πιο βαθιά: χαρά ή θλίψη.

138. Ο Αγαπημένος έστειλε τον Εραστή στους άρχοντες πιστών κι απίστων, για να τους δώσει μέθοδο και να τους δώσει αρχές και να τους μάθει αγάπη.

139. Αν δεις άνθρωπο καλοντυμένο, ματαιόδοξο, χορτασμένο και καλοκοιμισμένο, ξέρε πως βλέπεις έναν σκλάβο, καταδικασμένο. Κι αν δεις άνθρωπο φτωχά ντυμένο, περιφρονημένο, πεινασμένο, απ’ την αγρύπνια εξαντλημένο, ξέρε πως βλέπεις τον ελεύθερο κι αιώνια ευτυχισμένο.  

140. Ο Εραστής παραπονέθηκε στον Αγαπημένο, για τη φωτιά που κατακαίει τα στήθη του. Ψυχορραγούσε κι ο Αγαπημένος έκλαψε κι απάλυνε τον πόνο του με υπομονή κι ελπίδα.

141. Έκλαιγε ο Εραστής για όσα έχασε και κανείς δεν μπορούσε να τον παρηγορήσει, γιατί ήταν όλα χαμένα για πάντα.

142. Ο Θεός έπλασε τη νύχτα, για να ξαγρυπνούν οι άνθρωποι και να σκέφτονται τη δόξα του Αγαπημένου. Κάποτε, ο Εραστής νόμιζε πως την έπλασε, για να κοιμούνται και ν’ αναπαύονται όσοι μοχθούν αγάπη όλη-μέρα

143. Οι άνθρωποι περιφρονούσαν κι απέφευγαν τον Εραστή, γιατί γυρνούσε ανάμεσά τους σαν τρελός απ’ την αγάπη. Κι εκείνος περιφρόνησε την περιφρόνησή τους κι άρχισε να τους αποφεύγει, αφού δεν αγαπούσαν αυτόν που αγαπούσε.  

144. Είπε ο Εραστής: «Φορώ κουρέλια, μα η αγάπη έχει ντύσει την καρδιά μου με τη χαρά του στοχασμού και η αγάπη έχει ντύσει το κορμί μου με δάκρια και πόνους και αναστεναγμούς».

145. Τραγουδούσε ο Αγαπημένος κι έλεγε το τραγούδι: «Έμαθα εκείνους που προσεύχονταν σε μένα να προσεύχονται σωστά κι οι εχθροί μου τους βασάνισαν κι οι εχθροί μου τους ταπείνωσαν. Είπα λοιπόν στον Εραστή μου, να κλαίει και να θρηνεί τον εξευτελισμό μου και να ’ναι αυτά τα δάκρυα κι οι αναστεναγμοί, καρποί της αγάπη μου».  

146.  Ο Εραστής ορκίστηκε μπρος στον Αγαπημένο πως άντεξε κι αγάπησε τις πίκρες και τα βάσανα που του έδωσε η αγάπη του. Ορκίστηκε και ζήτησε απ’ τον Αγαπημένο να το ξανασκεφτεί. Κι ο Αγαπημένος πήρε όρκο μπροστά στον εραστή πως είναι στη φύση, στην ουσία της αγάπης του, ν’ αγαπά όσους αντέχουν κι αγαπούν τις πίκρες και τα βάσανα που δίνει η αγάπη του. Κι ησύχασε ο Εραστής, χάρηκε για τη φύση και την ουσία της αγάπης εκείνου που αγαπούσε.

147. Ο Αγαπημένος έκλεψε τη φωνή του Εραστή κι εκείνος τον λάτρεψε με τα μάτια.

148. Έκλεγε ο Εραστής και καλούσε εκείνον που αγαπούσε, ώσπου κατέβηκε στη γη ο Αγαπημένος κι έκλαψε και υπέφερε και πέθανε για χάρη της αγάπης: να μάθουν οι άνθρωποι να λένε την αγάπη με τα’ όνομά του.

149. Ο Εραστής κατέκρινε τους χριστιανούς, γιατί στα γράμματά τους, δεν αναφέρουν πρώτο το όνομα του Αγαπημένου, ενώ οι Σαρακηνοί πρώτα τιμούν έναν ψεύτικο προφήτη.

150. Ένας γαιοκτήμονας, χλωμός, αδύνατος, ντυμένος με κουρέλια, σκεπτικός συνάντησε τον Εραστή και του είπε:
«Σε οδηγεί ο θεός, γι’ αυτό μπορείς να βρεις το δρόμο προς τον Αγαπημένο σου».
«Πώς με αναγνώρισες;» τον ρώτησε ο Εραστής. Κι ο γαιοκτήμονας:
«Έχει η αγάπη μυστικά με φανερά σημάδια. Γι’ αυτό αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον οι Εραστές».

151.Η δόξα, η τιμή και το ιερό μεγαλείο του Αγαπημένου είναι ο θησαυρός του Εραστή. Οι σκέψεις και οι πόθοι, τα δάκρυα κι οι αναστεναγμοί του Εραστή είναι η περιουσία του Αγαπημένου.

152. Μαζεύτηκαν οι Εραστές κι ήταν μια ωραία, μεγάλη συντροφιά κι είχαν σημαία τους τη μορφή του Αγαπημένου. Και δεν υπήρχε ανάμεσά τους κανένας άπειρος στην αγάπη, για να μην προσβληθεί ο Αγαπημένος.

153. Η τρέλα εκείνων που διψούν για πλούτο, οδηγεί τον Εραστή στην τρέλα της αγάπης. Και ντρέπεται, ντρέπεται να τριγυρίζει σαν τρελός ανάμεσα σε κείνους, που τον οδήγησαν στην τρέλα της αγάπης. Σκέψου, τι είναι σημαντικότερο, η τρέλα της αγάπης ή ντροπή για την τρέλα της αγάπης;  

154. Σκεφτόταν την αγάπη ο Εραστής κι από την σκέψη την πολλή ένοιωσε θλίψη. Τραγουδούσε την αγάπη ο Αγαπημένος και χαιρόταν ο Εραστής να τον ακούει. Σκέψου, πώς μεγαλώνει πραγματικά η αγάπη;   

155. Στα μυστικά του Εραστή φανερώνονται τα μυστικά του Αγαπημένου. Στα μυστικά του Αγαπημένου φανερώνονται τα μυστικά του Εραστή. Σκέψου, ποια μυστικά φανερώνουν περισσότερα;

156. Ρώτησαν τον τρελό από αγάπη, πώς αναγνωρίζει τον Αγαπημένο.

«Από το έλεος, που είναι η αιώνια κι αμετάβλητη ουσία της θέλησής του» απάντησε εκείνος.

157. Αγάπησε βαθιά ο Εραστής, τόσο βαθιά που θέλησε όλου του κόσμου το καλό και τον Αγαπημένο όλου του κόσμου Αγαπημένο.

158. Η αγάπη κι η αδιαφορία συναντήθηκαν στον κήπο, που κουβέντιαζαν σιγά ο Εραστής κι ο Αγαπημένος. Κι η αγάπη ρώτησε την αδιαφορία τι γύρευε εκεί.
«Ο Εραστής μπορεί να πάψει ν’ αγαπά κι ο Αγαπημένος ν’ αγαπιέται» απάντησε εκείνη. Το άκουσαν ο Εραστής και ο Αγαπημένος κι έγινε η αγάπη τους πιο δυνατή κι έφυγε, χάθηκε η αδιαφορία.

159. «Πες μας, τρελέ, τι σου δίνει μεγαλύτερη χαρά η αγάπη ή το μίσος;»
«Η αγάπη. Μόνο… το μόνο που μισώ είναι πως είναι λίγη».

160. «Πες μας, Εραστή, τι κατανοείς βαθύτερα, το ψέμα ή την αλήθεια; «Το ψέμα». «Γιατί;» «Επειδή είναι ψέμα πως μπορώ κατανοήσω την αλήθεια».

161. Όταν ένιωσε ο Εραστής πως τον αγάπησε ο Αγαπημένος, έψαξε να βρει αν η αγάπη αυτή και το έλεός του ήταν το ίδιο. Και βρήκε πως ήταν το ίδιο και είπε στον Αγαπημένο: «Γιατί λοιπόν η αγάπη σου με βασανίζει; Γιατί το έλεός σου δεν με γλυτώνει από τα βάσανά μου;» Κι αυτός: «Αν δεν σε βασάνιζε η αγάπη, πώς θα τιμούσες την αγάπη;»

162. Ο Εραστής αποφάσισε να πάει μακριά και να φωνάξει αγάπη. Μεταμφιέστηκε για να μην τον αναγνωρίσουν στο δρόμο. Όμως δεν μπόρεσε να κρύψει τα δάκρυα των ματιών του, τον πόνο του προσώπου του, τις σκέψεις και τους στεναγμούς, τη θλίψη της καρδιάς του. Τον έπιασαν, τον παρέδωσαν στο μίσος.  

163. Φυλακισμένος ήταν ο εραστής στο κάτεργο της αγάπης. Σκέψεις και πόθοι κι αναμνήσεις τον αλυσόδεναν. Πίκρες τον βασάνιζαν. Υπομονή κι η ελπίδα τον παρηγορούσαν. Πέθαινε κι ήρθε ο Αγαπημένος και ζωντάνεψε.

164. Ο Εραστής συνάντησε τον Αγαπημένο. Τον αναγνώρισε και δάκρυσε. «Πώς με αναγνώρισες, αφού τα μάτια σου ήταν στεγνά, πριν με κοιτάξεις;» τον μάλωσε εκείνος. Κι ο Εραστής:  «Σε θυμήθηκα, σ’ ένοιωσα σε πόθησα πολύ πριν απ’ τα μάτια μου».

165. «Τι εννοείς όταν λες αγάπη;» ρώτησε ο Αγαπημένος. «Να είναι γεμάτη η καρδιά σου με τα ιερά σημάδια και τις γλυκές κουβέντες εκείνου που αγαπάς. Να τον ζητάς με δάκρυα και πάθος. Τόλμη είναι και φλόγα και φόβος και πόθος προπάντων. του να είναι πάνω απ’ όλα. Είναι αυτό που κάνει τον Εραστή να σβήνει όταν ακούει τις παρακλήσεις του Αγαπημένου, αυτό που με σκοτώνει όλη-μέρα και δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό», απάντησε ο Εραστής.

166. Η αφοσίωση και κι η νοσταλγία γι’ αυτόν που λείπει, έστειλαν τις σκέψεις στην καρδιά του Εραστή, να φέρουν μήνυμα πως πρέπει να δακρύσουν τα μάτια που έκλαψαν πολύ και ήρθε πια ο καιρός να σταματήσουν.

167. «Αν είσαι φωτιά, φέξε την καρδιά μου κι αν είσαι νερό τρέξε απ’ τα μάτια μου, όπως τρέχουν τα δάκρυά μου. Κι αν είσαι σκέψη, μάζεψε τις σκέψεις μου, Αγαπημένε» είπε ο Εραστής.

168. Μια μέρα ο Εραστής συλλογιζόταν τη μεγάλη του αγάπη, τα βάσανα και τους κινδύνους που περνούσε για χάρη εκείνου που αγαπούσε. Και πέρασε απ’ το νου του πως κάποτε θ’ ανταμειφθεί. Ύστερα σκέφτηκε πως ο Αγαπημένος τον έχει ήδη ανταμείψει, με το δικαίωμα ν’ αγαπά τόση ομορφιά και με την αγωνία που φέρνει η αγάπη.

169. Σπούπισε ο Εραστής τα δάκρυά του, για να μη δει κανένας τα βάσανα που του έδινε η αγάπη. Κι ο Αγαπημένος του είπε: «Γιατί θέλεις να κρύψεις τα σημάδια της αγάπης; Εγώ προτίμησα εσένα. Νομίζεις πως δεν υπάρχουν άλλοι που θα τα ήθελαν;»

170. «Πες μας, λοιπόν, εσύ που κατάντησες τρελός απ’ την αγάπη, πόσο θ’ αντέξεις τη σκλαβιά, πόσο θ’ αντέξεις τα δάκρυα, τα βάσανα, τους πόνους;» Κι αυτός: «Ώσπου ο Αγαπημένος να ελευθερώσει την ψυχή μου από το σώμα μου».

171. «Πες μας, τρελέ, έχεις περιουσία;»
«Έχω τον Αγαπημένο μου».
«Έχεις σπίτια, επαύλεις, κάστρα, πόλεις, γη, βασίλεια;»
«Έχω σκέψεις, δάκρυα, πόθους, βάσανα και πόνους που αξίζουν όσο όλα τα βασίλεια του κόσμου».  

172. Ρώτησαν τον Εραστή: «Πώς ξέρεις ότι είναι δίκαιος ο Αγαπημένος σου;»
Κι αυτός απάντησε: «Δίνει και θλίψη και χαρά».

173. «Πες μας, τρελέ, ποιος ξέρει περισσότερα για την αγάπη: αυτός που χαίρετε ή αυτός που είναι θλιμμένος; «Αυτός που είναι και τα δυο» απάντησε εκείνος.  

174. Ρώτησαν τον Εραστή: «Γιατί δεν προστατεύεις τον εαυτό σου από τις ψεύτικες κατηγορίες, τις άδικες επιθέσεις και τα μαρτύρια στα οποία σε υποβάλλουν;»
«Πρέπει να προστατεύσω τον Αγαπημένο μου, από τις ψεύτικες κατηγορίες, τις άδικες επιθέσεις και τα μαρτύρια στα οποία τον  υποβάλλουν.  Στους ανθρώπους αρέσουν όλα αυτά κι αμφιβάλλω αν μπορούν να προστατευτούν» απάντησε εκείνος.

175. «Πες μας , τρελέ, γιατί επιμένεις να υπερασπίζεσαι την αγάπη, αφού σου δίνει τόσα βάσανα και πόνους;»
«Γιατί δίνει νόημα στην άχαρη ζωή μου».

176. Έκλεγε ο Εραστής κι έλεγε στον Αγαπημένο: «Γιατί η αγάπη σου να είναι τόσο σκληρή;» Κι εκείνος τον λυπήθηκε και του έδωσε βάσανα και πόνους και δάκρυα και σκέψεις, για ν’ ανακουφιστεί».

177. «Πες μας, τρελέ, γιατί δεν καταδικάζεις κι εσύ τον ένοχο;»
«Γιατί η αθωότητα δεν είναι ενοχή».

178. Δυνάμωσε ο Αγαπημένος τη σκέψη του Εραστή για να κατανοήσει το μεγαλείο της αγάπης που του χάρισε, και ζωντάνεψε τη μνήμη του για να θυμηθεί τις ατέλειές του, ώστε η θέλησή του να τις μισήσει και να ποθήσει την αγάπη του Αγαπημένου και την τελειότητά του.  

179. Τραγούδησε ο Εραστής στον Αγαπημένο: «Τόσο μεγάλη αγάπη σου έχω, που ό,τι μίσησα είναι χαρά μπροστά σε ό,τι αγάπησα πριν σ’ αγαπήσω».

180. Βρέθηκε σε μια πόλη ο Εραστής και ρώτησε αν υπήρχε εκεί κανείς να κουβεντιάσουν για τον Αγαπημένο. Εκείνοι του έδειξαν έναν φτωχό που έκλαιγε κι έψαχνε κάποιον να κουβεντιάσουν για την αγάπη.

181. Σκεπτικός και προβληματισμένος ήταν ο Εραστής. Απορούσε πώς γίνεται τα βάσανά του να πηγάζουν από την ίδια την ευτυχία του Αγαπημένου. Ύστερα σκέφτηκε τον ήλιο. Πόσο ψηλά είναι κι όμως φτάνει μέχρι τ’ ασθενικά μας μάτια.

182. Η σκέψη του Εραστή στέκεται πάντα ανάμεσα  στη λήθη των δακρύων του και στην ανάμνηση των ηδονών του. Γιατί οι ηδονές ξεχνούν τα δάκρυα και τα δάκρυα τις θυμίζουν.

183. Ρώτησαν τον Εραστή: «Θα πάψει κάποτε η αγάπη σου για τον Αγαπημένο;» Κι αυτός απάντησε: «Ποτέ, όσο έχω μνήμη να θυμάμαι και νου να σκέπτομαι το μεγαλείο της ομορφιάς του».

184. «Πες μας, τρελέ, δυο πράγματα που να μοιάζουν μεταξύ τους».  
«Ο Εραστής και ο Αγαπημένος» απάντησε αυτός.
«Γιατί;»
«Γιατί έχει μεγαλείο η αγάπη τους»

185. «Έχεις καθόλου μέσα σου ευσπλαχνία;» ρώτησαν τον Αγαπημένο. Κι αυτός απάντησε: «Αν δεν είχα, δεν θα είχε μάθει ποτέ ο Εραστής να με αγαπά, ούτε θα του χάριζα τόσα δάκρυα κι αναστεναγμούς, τόσες πίκρες και βάσανα».

186. Γύρευε τον Αγαπημένο ο Εραστής και χάθηκε σε δάσος σκοτεινό. Είδε μπροστά του τότε την Αλήθεια και το Ψέμα. Κουβέντιαζαν για τον Αγαπημένο. Τον υπεράσπιζε η Αλήθεια και τον κατηγορούσε το Ψέμα. Κι ο Εραστής κραύγασε να έρθει η Αγάπη να βοηθήσει την Αλήθεια.

187. Μπήκε στον πειρασμό ο Εραστής να εγκαταλείψει τον Αγαπημένο, για να ξυπνήσει η μνήμη και να τον ξαναβρεί και να βαθύνει η αγάπη, να τον τυλίξει ολόκληρο η σκέψη, να τον λατρέψει η βούληση πραγματικά.

188. Μια μέρα ξέχασε ο Εραστής να θυμηθεί τον αγαπημένο. Την επόμενη θυμήθηκε πως τον είχε ξεχάσει, και γέμισε η καρδιά του θλίψη και πόνο και χαρά κι ευδαιμονία. Θλίψη και πόνο γιατί τον ξέχασε, χαρά κι ευδαιμονία γιατί τον θυμήθηκε.

189. Τόσο βαθιά και ειλικρινής ήταν η επιθυμία του Εραστή να τιμήσει και να στολίσει με εγκώμια τον Αγαπημένο, που άρχισε ν’ αμφιβάλει αν Τον είχε τιμήσει αρκετά. Και ήταν τόσο ισχυρή η απέχθεια που ένιωσε για τη ραθυμία του, ώστε άρχισε ν’ αμφιβάλει αν την απεχθάνεται αρκετά. Κι έπεσε σε βαθύ συλλογισμό ο Εραστής, συντριβόταν ανάμεσα στην αγάπη και τον φόβο.

190. Ο Εραστής ήθελε να πεθάνει από ηδονή και να ζήσει μέσα στην οδύνη. Κι οι ηδονές κι οι οδύνες του ενώθηκαν κι έγιναν μία μόνο επιθυμία. Και γι’ αυτό ο  Εραστής έμοιαζε να πεθαίνει και να ζει την ίδια στιγμή – κάθε στιγμή.

Ο αριστοτελικός φιλόσοφος, και χριστιανός ιεραπόστολος, Ramon Llull ή Άγιος Ραϋμόνδος, γεννήθηκε το 1232 στη Μαγιόρκα, από Καταλανούς γονείς, όπου και πέθανε, το 1316, βαριά τραυματισμένος από το μαρτύριο του λιθοβολισμού στο οποίο τον είχε υποβάλει εξαγριωμένο πλήθος μουσουλμάνων στην περιοχή της Β. Αφρικής, όπου βρίσκεται σήμερα η Αλγερία. Ο Llull, προσπαθώντας να πείσει τον κόσμο της Δύσης και τον κόσμο του Ισλάμ πως ο δρόμος για τον Θεό περνά μέσα από το βασίλειο της Λογικής, έγραψε αμέτρητα βιβλία στην καταλανική, τη λατινική, την αραβική, τη γαλλική, την ιταλική, την οξιτανική και την ισπανική της Καστίλης.

 
Το Βιβλίο του Εραστή και του Αγαπημένου, αποτελεί το πρώτο κεφάλαιο του πέμπτου μέρους του μυθιστορήματος Evast e Blaquerna, του πρώτου μυθιστορήματος που γράφτηκε σε ευρωπαϊκή γλώσσα. Το έργο αυτό, γραμμένο στα καταλανικά, αξιοποιεί μια λογοτεχνική μορφή, γνωστή από τη φιλολογία των μουσουλμάνων Σούφι: το στιγμιότυπο. Αν και ο συμβολισμός αφορά στην σχέση του μοναχού με τον Θεό, προσπαθώντας να την κωδικοποιήσει στη βάση των τριών –κατά τον συγγραφέα- ενεργημάτων της λογικής ψυχής: κατανόηση, μνήμη, βούληση, κάθε αναγνώστης θα μπορούσε εύκολα να αναγνωρίσει μια φιλοσοφία του ανθρώπινου έρωτα στις γεμάτες οδύνη και ηδονή προτροπές. Εξάλλου, ο ανθρώπινος έρωτας και η αγαπητική σχέση με τον Θεό βρίσκονται σε στενή σχέση μέσα στη θρησκευτική διδασκαλία των Σούφι, από την οποία ο Llull φαίνεται να μην δανείστηκε μόνο τη μορφή.
Vakxikon Radio
Vakxikon Blog