Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 11

Πρόταση/ Διάβασμα (πεζό) - Βιβή Πηνιώτη

ΠΡΟΤΑΣΗ

Σκούρα, κλασσική κι αισθησιακή  η ατμόσφαιρα στο  εστιατόριο. Πίσω  απ’ το μπαρ υπέροχη κάβα με  εξαιρετικά  κρασιά   κι ένα απ’ αυτά στο τραπέζι τους και πεντανόστιμα φαγητά. Αργεντίνικα τάγκο ακούγονται, ένα ζευγάρι χορεύει, από   σχολή  χορού   μάλλον,   υπέροχοι. Η  Ναυσικά   κούκλα   με  το  στενό κατακόκκινο φόρεμά της και τα μαλλιά πιασμένα ψηλά επιμελώς ατημέλητα. Ο Γιώργος ντυμένος στα μαύρα ατίθασος και σέξι. Αναρωτιέται: πώς θα το δεχτεί εκείνη   άραγε;  Με  χιούμορ  και  ανεμελιά   θα  σκάσει   στα   γέλια   και   θα τσουγκρίσουν τα ποτήρια τους ως επισφράγιση ή συγκινημένη θα του σφίξει το χέρι  πάνω  στο  τραπέζι  και  θα γυρίσει αλλού το πρόσωπό της με δυο δάκρυα που θα την κάνουν ακόμη  πιο λαμπερή; Η Ναυσικά απ’ την  άλλη,  τρελή από αγωνία  αναρωτιέται: τι έχει να της πει  άραγε; Μήπως  ήρθαν  στο  αργεντίνικο εστιατόριο   για  να  της   ανακοινώσει   το  επόμενο   μεγάλο  ταξίδι  τους  στην Αργεντινή;   Στο  Περού;   Στη  Βραζιλία;   Στη  Χιλή;   Ή   μήπως   τη   μόνιμη εγκατάστασή  τους   εκεί; Ή  πιο  κοντά,   στη Γαλλία,  στην Πορτογαλία,   στην Ισπανία;  Και   δέκα   μερούλες  στο  Παρίσι  πάντως  δεν  θα  της  κακόπεφταν. 

Οι  σερβιτόροι  κυλούν  ανάμεσα  στα  τραπέζια  ευθυτενείς   και  καλοντυμένοι κρατώντας ψηλά δίσκους  με πολύτιμα φορτία. Οι  πελάτες κατευχαριστημένοι. Παρέες  γελούν,  κύριοι  μιλούν συνωμοτικά  μεταξύ τους,  κυρίες σνομπάρουν κρυφά η μία την άλλη. Κι αυτό το τάγκο τελείωσε, χειροκροτήματα, υπόκλιση, η μουσική συνεχίζει σε παρόμοιο ύφος, πιο ακουστική.                                   

- Λοιπόν, είσαι έτοιμη ν’ ακούσεις την πρότασή μου;                                        
- Πεθαίνω από αγωνία. Λέγε.                                                                           
- Ναυσικά, θέλεις να παντρευτούμε;

Ένας εκκωφαντικός θόρυβος σαν κεραυνός ακούστηκε. Πελάτες και προσωπικό γύρισαν προς το μέρος τους φανερά ενοχλημένοι. Τελευταίο φάνηκε ένα κεφάλι με καπέλο μάγειρα στο φινιστρίνι της πόρτας που οδηγεί στην κουζίνα.    

Η Ναυσικά πάγωσε. Εκείνος  δείχνοντας  να   μην έχει ακούσει τίποτα συνεχίζει να   την  κοιτάζει  χαμογελαστός   περιμένοντας    την   απάντηση. Εκείνη   μην αντέχοντας  άλλο  το   βλέμμα  του  στρέφει  αλλού  το  πρόσωπο. Έρχεται όμως  αντιμέτωπη   με   δεκάδες   άλλα  πρόσωπα  που  την  κοιτούν  επικριτικά   και  ζητούν    εξηγήσεις   για  τη  φασαρία. Μόνο  σαν χαμήλωσε   τα μάτια της   εις ένδειξιν  συγνώμης  γύρισαν  να συνεχίσουν από κει που διέκοψαν.

Ο Γιώργος  παγώνει  το  χαμόγελό  του   με σκοπό   να το  διατηρήσει   φρέσκο.

Γεμίζει κρασί  τα  μισοάδεια ποτήρια τους, πίνει απ’ το δικό του, της  δίνει λίγο χρόνο να  το  σκεφτεί. Εκείνη  αποφασίζει   να  τον  περάσει   μόνη. Σηκώνεται, παίρνει  το   τσαντάκι   της   και  κατευθύνεται   προς  την τουαλέτα  περνώντας μπροστά  από   τον σερβιτόρο,  που της  κάνει χώρο  με μια ελαφριά  υπόκλιση κατανοώντας  την ανάγκη της.  Με την ίδια ευγένεια ο σερβιτόρος  πηγαίνει  στο τραπέζι τους   και   ρωτά   τον Γιώργο   με  ενδιαφέρον  αν  είναι  όλα εντάξει. Ο Γιώργος,  που είναι έτοιμος   να απαντήσει  αυθόρμητα  πως   κι ίδιος  δεν ξέρει  και  πως    είναι  λίγο  μπερδεμένος,  τελευταία  στιγμή    αντιλαμβάνεται   το  πραγματικό  νόημα   της  ερώτησης   και  απαντάει  το ίδιο ευγενικά  πως  όλα είναι εξαιρετικά κι ευχαριστεί πολύ.

Όταν    η  Ναυσικά  βγαίνει  από   την  τουαλέτα,  άλλο ένα  ζευγάρι   χορευτών επιδίδεται  ήδη  σε μοναδικές φιγούρες  γεμάτες πάθος  και ένταση. Ο  Γιώργος κοιτάζει   σκεφτικός   σε ένα σημείο  απ’ το οποίο περνούν  και ξαναπερνούν  οι χορευτές  καθώς  χορεύουν. Ο σερβιτόρος  σκύβει  κοντά  στο αυτί του   και τον ενημερώνει πως η κυρία προτιμά να περιμένει έξω.

Τους  επόμενους   δύο  μήνες  εκείνη  αρνείται πεισματικά   να τον  δει και   να μιλήσουν. Ευτυχώς  μιλάει  στους κοινούς τους  φίλους. Κι εκείνοι  μεταφέρουν στο Γιώργο  τη βαθιά  απογοήτευση  της Ναυσικάς  εξαιτίας  της πρότασης,  και στην Ναυσικά  την ταπεινή συγνώμη του Γιώργου για την πρόταση.

Έπειτα  από  διακοπή  δύο  μηνών  και την επέμβαση των φίλων τους ο Γιώργος και  η  Ναυσικά    συναντιούνται   ξανά  ένα  μεσημέρι  σ’ ένα  καφέ. Και  αφού περνούν  τα πρώτα λεπτά αμηχανίας είναι και πάλι μαζί όπως πρώτα. Ανέμελοι,
ερωτευμένοι   και   αβέβαιοι. Κάνοντας    μυστικά   και  μια  συμφωνία  μεταξύ  τους:  να  μην αναφερθούν ποτέ  μα ποτέ , ούτε  για αστείο, σ’ εκείνη τη βραδιά στο «Buenos Aires».

ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Σπύρος  κουράστηκε  να διαβάζει  τόσες ώρες  κλεισμένος   στο δωμάτιό  του. Πήγε στην κουζίνα. Η μαμά του μαγείρευε.                                                      

- Φεύγω.
- Πού πας; Έχεις διάβασμα.
- Δεν θ’ αργήσω.
- Δεν θα φας;
- Όχι τώρα. Αργότερα.

Καβάλησε το ποδήλατό του  και με ορθοπεταλιές άρχισε να τρέχει ανάμεσα από αυτοκίνητα  και ανθρώπους,  πότε στο δρόμο,  πότε στο πεζοδρόμιο με τον αέρα να τον χτυπάει  στο πρόσωπο. Στις στροφές  του άρεσε  να πατάει το πίσω φρένο μέχρι τέρμα. Πέρασε  μπροστά από την  καφετέρια  που κάθονταν  οι φίλοι του.
- Ο Σπύρος.
- Σπύρο !
- Πού πας, ρε; Έλα ‘δω.
- Όχι τώρα. Αργότερα.
Λίγα  τετράγωνα  πιο κάτω  μπροστά  σε μια  μονοκατοικία  με αυλή  πάτησε το πίσω  φρένο μέχρι  τέρμα. Ακούμπησε  το ποδήλατο  στον τοίχο και χτύπησε τη τζαμένια πόρτα. Άνοιξε.

- Σπυράκο, αγόρι μου !
Μπήκε μέσα.
- Καιρό είχες να μού ‘ρθεις !
Κάθισε στην τραπεζαρία.
- Έχω διάβασμα, γιαγιά. Δίνω εξετάσεις.
- Α ! Το διάβασμα θέλει ζάχαρη. Ξέρει η γιαγιά-Θαλάσσω. Στάσου ‘δω εσύ.
Χάθηκε  στην   κουζίνα. Ο  Σπύρος   έμεινε   να  παίζει   με  τα  φουντάκια  του τραπεζομάντιλου. Σε λίγο γύρισε με ένα δίσκο στα χέρια:
- Υποβρύχιο φυστίκι και βυσσινάδα με μπόλικα παγάκια. Σπιτική.
Ο Σπύρος έπεσε με τα μούτρα  στο υποβρύχιο. Που και που κοιτούσε τη γιαγιά που έπλεκε  καθισμένη  απέναντί  του. Ήπιε  τη βυσσινάδα του  μονορούφι  και άρχισε να ροκανίζει ένα-ένα τα παγάκια.
- Α, πα, πα, πως τα τρως αυτά τα παγάκια δεν παγώνει το κεφάλι σου;
Ο Σπύρος γέλασε.
- Σιγά, ρε γιαγιά.
Έφαγε και το τελευταίο παγάκι. Η γιαγιά άφησε το πλέξιμο.                             

- Στάσου τώρα, τι άλλο να σου δώσω;
- Τίποτα, γιαγιά, φεύγω.
Σηκώθηκε.
- Κιόλας;
- Έχω διάβασμα, δε σου ‘πα;
Άνοιξε την πόρτα.
- Ε, καλά, αν είναι έτσι… Μην  κάνεις  όμως  τόσο  πολύ να ξανάρθεις. Να ‘ρχεσαι πιο συχνά.
- Εντάξει, γεια.
Καβάλησε το ποδήλατό του.
- Φίλησέ μου τη μαμά και το μπαμπά.
- Εντάξει, γεια.
Στο δρόμο   για το  σπίτι  επέλεξε  να περάσει  μέσα  από το  πάρκο  κι ας  ήταν πιο μακρινή η διαδρομή.
Πήγε  στην  κουζίνα. Η  μαμά  του  είχε  τελειώσει  με τις δουλειές  και  διάβαζε περιοδικά.
- Ήρθες; Σου έχω φτιάξει ζελέ ανανά να φας που σ’ αρέσει.
- Όχι τώρα. Αργότερα.

Κάθισε πάνω στον πάγκο της κουζίνας.
- Μαμά, η γιαγιά η Θαλάσσω δεν είχε φύγει ποτέ απ’ το χωριό όσο ζούσε;
- Ποτέ.
- Ούτε μία φορά;
- Ούτε μία.
- Είσαι σίγουρη;
- Ναι, βρε Σπύρο.
- Πολύ σίγουρη;
- Ε, ναι βρε Σπύρο. Τι σ’ έπιασε τώρα με τη γιαγιά τη Θαλάσσω; Πού τη θυμήθηκες;
- Τίποτα. Έτσι ρωτάω. Να περνάει η ώρα.
- Δεν πάς  να διαβάσεις καλύτερα,  λέω εγώ,  να δεις  πως περνάει   η ώρα;
- Αμάν, ρε μαμά !
Πήδηξε απότομα απ’ τον πάγκο να πάει στο δωμάτιο του.
- Περίμενε ! Το ζελέ σου.
- Όχι τώρα. Αργότερα.

Η Βιβή Πηνιώτη είναι ηθοποιός. Το 2009 κέρδισε το Α' Κρατικό Βραβείο για νέους θεατρικούς συγγραφείας. Ζει στην Αθήνα. 

New layer...
Vakxikon Radio
Vakxikon Blog