Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 24

Ο καλόγερος του Μάθιου Λιούις

 
Ο καλόγερος, μυθιστόρημα, Μάθιου Λιούις, μτφρ. Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Εκδόσεις Gutenberg 2005

 

Ένα μυθιστόρημα που πρωτοεμφανίστηκε το 1796, γραμμένο από έναν ευφυέστατο συγγραφέα, τολμά και καταπιάνεται με ένα θέμα ηθικής που έμελλε να υποστεί έντονη λογοκρισία στην εποχή του και να εγείρει διχογνωμία και διάσταση απόψεων.

Ο πάτερ Αμβρόσιος, ένας χαρισματικός καλόγερος, μοιάζει να ξεπήδησε από την κούνια του Θεού και να ρίχτηκε στη γη για να κηρύξει τη μετάνοια και να καταδικάσει κάθε είδος αμαρτίας, μαγεύοντας σαν άλλος ένας εκλεκτός ενός ανώτερου όντος, το γοητευμένο από την αύρα του ποίμνιο.

Έχοντας υπερβολική αυτοπεποίθηση και μάλλον δικαιολογημένα, δεν διστάζει να τιμωρήσει τη μοναχή Αγνή όταν μαθαίνει πως όχι μόνο παρέβη τους μοναχικούς της όρκους αλλά πως επίσης κουβαλά στα σπλάχνα της τον καρπό του έρωτά της με τον ευγενή Ραϋμόνδο.

Η νέα, απογοητευμένη από την ανηλεή αντιμετώπισή του, παραδίδεται στη μνησίκακη ηγουμένη του τάγματος της Αγίας Κλάρας όπου ανήκε, αναθεματίζοντας τον Αμβρόσιο με ειλικρινή πόνο ψυχής.

Εκείνος, απρόσβλητος, αγέρωχος και αλαζονικός, μη δίνοντας σημασία σε σύμβολα και οιωνούς, συνεχίζει να κάνει το κήρυγμά του, συνεχίζει να προσεύχεται ευλαβικά και να λατρεύει με μαγεμένη αφοσίωση την εικόνα της θεϊκής Μαντόνας, ενισχύοντας έτσι την πίστη του και την αρετή της ψυχής του.

Όμως το πνεύμα του σατανά δεν είχε αποφασίσει να αφήσει ατιμώρητη μια τέτοια αλαζονική στάση ζωής υποκινημένη από αισθήματα σαθρής κενοδοξίας.

Σαν ερπετό που σέρνεται κοντά του η Ματθίλδη, η νέα που η μορφή της ανήκει σ’ εκείνην της Μαντόνας κεντρίζει με το ρόδο της τον Αμβρόσιο και από τότε εκείνος παύει να εξουσιάζει τα πάθη του. Αφήνεται σ’ αυτά δίχως ντροπή και ενδοιασμό, δίχως φόβο και τύψεις συνειδήσεως, ρουφά με όλη του τη δύναμη τις ηδονές που του προσφέρει η ζωή, λησμονώντας με μεγάλη ευκολία το λόγο για τον οποίο ένα ανώτερο ον τον είχε στείλει στη ζωή.

Εφόσον το αρρωστημένο πάθος του για τη Ματθίλδη περάσει, η μορφή της όμορφης, αθώας και πανάρετης Αντωνίας, της νεαρής που είχε ερωτευτεί ο Λορέντζο, o αδερφός της μοναχής Αγνής, του γίνεται έμμονη ιδέα και βάζει σκοπό της ζωής του να την κατακτήσει. Προσπαθώντας να υπερβεί εμπόδια που η φύση του έβαζε, όπως η συνεχής παρουσία στο πλευρό της Αντωνίας της άρρωστης μητέρας της Ελβίρας, προβαίνει σε πράξεις εγκληματικές που δύσκολα θα συγχωρούσε ακόμα κι ένας Θεός της κατανόησης, της συγχώρεσης και της αγάπης.

Τα σκοτεινά σύμβολα, οι λιτανείες από σκιερές αινιγματικές μορφές, οι νεκρικές ερωτικές κλίνες, οι κατακόμβες του μαρτυρίου και του θανάτου, η μαύρη μαγεία, η συμφωνία με τον διάβολο μπροστά στα αδιέξοδα του ήρωα, όλα βοηθούν στην εξυπηρέτηση της ροής αυτού του γοτθικού μυθιστορήματος, αυτού του τόσο αριστοτεχνικά δομημένου αναλόγως βέβαια της ψυχοπαθολογίας του κεντρικού ήρωα.

Πρόκειται για ένα αριστουργηματικό έργο γεμάτο ρεαλιστικές περιγραφές, ζοφερό και συμβολικό περιεχόμενο, άκρως τολμηρό και ευφυέστατο. Ιδανικό για τους λάτρεις του φανταστικού.

Όμως τι είναι πραγματικά ο Καλόγερος;

Ένας ακόλαστος και βλάσφημος ιερωμένος; Ένας αχρείος και λάγνος αμαρτωλός; Ένας αναίσχυντος δολοφόνος της ανθρώπινης ύπαρξης;  Ένας τραγελαφικά υποκριτής;

Ο Αμβρόσιος θα μπορούσε να είναι ο καθένας από μας, εφόσον ενσαρκώνει δυο πτυχές τις ανθρώπινης φύσης, την αγγελική και την δαιμονική.

Ποιος από μας δεν θα στεκόταν αλαζονικός μπροστά στην ουσία της ύπαρξης αν του δινόταν μια τέτοια μεθυστική εξουσία εξ ουρανού;

Πώς θα ένιωθε καθένας από μας αν του έδινε το ποίμνιο να καταλάβει πως εκείνος είναι ο εκλεκτός; Πώς θα ένιωθε ο καθένας από μας αν είχε την εξουσία να δαμάσει τα πάντα;

Και ποιος δεν θα δελεαζόταν από το αντικείμενο του πόθου του, αν τον κατέκλυζαν σφοδρές εμμονικές επιθυμίες σε τέτοιο βαθμό που θα τον έκαναν να φτάσει στα όρια της τρέλας και της αρρώστιας; Ποιος δεν θα υπέκυπτε μπροστά σε ένα τόσο μανιασμένο παραλήρημα; Ποιος δεν θα γέμιζε με τρόμο και θα αφηνόταν να ηττηθεί μπροστά στην απειλή της επερχόμενης τιμωρίας που οι ένοχες πράξεις του θα επέφεραν;

Αυτό όμως που πραγματικά νίκησε τον Αμβρόσιο ήταν ο ίδιος του ο εαυτός. Έπεσε στην παγίδα που του έστησε η ιδιότητά του, τυφλωμένος από ένα όνειρο μιας θρονιασμένης ματαιοδοξίας. Ήταν το δικό του αμάρτημα, η δική του αλαζονεία.

Να πώς επιλέγει κάθε τελώνιο πνεύμα το θύμα του.

Μια ενάρετη από επιλογή ψυχή ίσως και να μην αποτελούσε τόσο μεγάλη πρόκληση.

Η ενθρόνιση της αρετής στην ψυχή όμως από κενοδοξία, δελεάζει…

Και σ’ όποιον τολμά κάτι τέτοιο, μια νέα πρόκληση γεννιέται για κάθε διάβολο που καιροφυλακτεί.

Και είναι μάλλον πολλές εκεί έξω…

Άτη Σολέρτη
Vakxikon Radio
Vakxikon Blog