Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 11

Ο θάνατος στον "Ματωμένο Γάμο" του Federico Garcia Lorca μέσα από τη λογοτεχνία και το θέατρο

της Ερασμίας Τσίπρα

Οι κοινωνικές και πολιτισμικές προεκτάσεις του θανάτου και οι αναγνώσεις του μέσα από τη λογοτεχνία και το θεατρικό κείμενο -το παράδειγμα του «Ματωμένου Γάμου» του Federico Garcia Lorca
Εισαγωγή

Ο θάνατος, ως ουσία, ως μετάβαση, ως γεγονός, είναι –και δεν θα μπορούσε να μην είναι- ένα κείμενο, μία συνθήκη πολλαπλών αναγνώσεων και ένας καθρέφτης πολιτισμικών συμβάντων. Μία τελολογική αλλά, και κατά πολλούς άλλους, μία ατελής διαδικασιακή κατάσταση η οποία τείνει να οδηγήσει σε έναν άλλο σκοπό, σε μία άλλη υπαρξιακή δέσμευση.

Ο θάνατος, όποια και από τις πολλαπλές αναγνώσεις του να επιλέξουμε, λειτουργεί εντέλλει ως ένα κείμενο που μας αφορά πολιτισμικά και κοινωνικά και που μπορεί να μας δώσει πλήθος πληροφοριών και στοιχεία ερευνών. Μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτισμικό κείμενο ο ίδιος ως γεγονός αλλά κυρίως οι διαδικασίες που συνδέονται με το θάνατο- οι κοινωνικές αναπαραστάσεις του, οι τελετές που συνδέονται με το θάνατο, οι λόγοι γύρω από αυτόν κ.ο.κ.

Ούτως ή άλλως όμως, μπορούμε να ανιχνεύσουμε αυτούς τους λόγους μέσα από διάφορες διαδικασίες, όπως είναι για παράδειγμα ένα θεατρικό έργο. Πώς μπορεί η ανάγνωσή του να μας φανερώσει τους «λόγους»( με την ανθρωπολογική έννοια) γύρω από το θάνατο. Μπορεί, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας την εποχή συγγραφής του και τον ίδιο το δημιουργό, να εξάγουμε συμπεράσματα, έστω και μερική ισχύος, για το θάνατο, για τις αντιλήψεις που τον συνοδεύουν..; Ή, πολύ απλά, ένα θεατρικό κείμενο, δεν είναι απλώς μίας μορφή τέχνης που μιλά με όρους μη ρεαλιστικούς;

Όπως και να επιχειρήσουμε την ανάγνωση, ένα θεατρικό έργο, πρέπει και αξίζει να θεωρείται πολιτισμικό κείμενο, μία φωτογραφία μίας συγκεκριμένης εποχής και ιδεολογίας, ενός συγκεκριμένου στοπ-καρέ χρονικού και πολιτισμικού. Το θεατρικό κείμενο καθρεφτίζει τις απόψεις μίας ολόκληρης εποχής που το φέρει, μίας ολόκληρης διαδικασίας παραγωγής κουλτούρας, είναι το διακριτό εκείνο σημαίνον που μας οδηγεί μέσα από την ανάγνωσή του στο ίδιο αυτοπροσδιοριζόμενο σημαινόμενό του.

Ανάλυση στο "Ματωμένο Γάμο" του Frederico Garcia Lorca- “Bodas De Sangre”

Ματωμένος Γάμος ή Ματωμένα Στέφανα, όπως είναι επίσης γνωστό στα ελληνικά είναι ο τίτλος θεατρικού έργου του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. (ισπ. Bodas de Sangre). Ο Λόρκα εμπνεύστηκε από ένα άρθρο εφημερίδας που ανέφερε ένα έγκλημα στην ανδαλουσιανή πόλη Níjar. Ο Ματωμένος Γάμος είναι ένα από τα τρία τραγικά θεατρικά έργα της "ισπανικής υπαίθρου" του συγγραφέα. Τα άλλα δυο είναι η "Γέρμα" και "Το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα". Και τα τρία έργα υπογραμμίζουν την πειθήνια υποταγή των γυναικών που αποζητούν ελευθερία στην παραδοσιακή κοινωνία της ισπανικής υπαίθρου, η οποία τους αρνείται την κοινωνική ή ερωτική ισότητα.

Κύριοι χαρακτήρες

•    La madre: Μητέρα του Γαμπρού, έχασε τον άνδρα της και το μεγαλύτερο γιο της, που δολοφονήθηκαν από τους Φελίξ. Ο γάμος του γιου της συμβολίζει γι' αυτή την απέραντη μοναξιά μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της.
•    El Novio: Ο Γαμπρός, νεαρός κι ευκατάστατος, με την οικονομική άνεση να πετύχει έναν καλό γάμο.
•    La Novia: Η Νύφη, νέα κοπέλα από καλή οικογένεια, που ζει με τον πατέρα της λίγο παράμερα από το υπόλοιπο χωριό.
•    Léonardo: Ο Λεονάρντο είναι ο μόνος χαρακτήρας "με όνομα". Είναι παντρεμένος κι έχει ένα μικρό γιο με την ξαδέρφη της Νύφης. Είναι της οικογένειας των Φελίξ και παλιά ήταν αρραβωνιαστικός της Νύφης, αλλά δεν την παντρεύτηκε ελλείψει χρημάτων.
•    La Luna: To Φεγγάρι
•    La Muerte: Ο Θάνατος, με τη μορφή μιας ζητιάνας

Υπόθεση του έργου

Η Μάνα, πικραμένη από το θάνατο του συζύγου και του μεγαλύτερου γιου της από το χέρι των Felix, δίνει την ευχή της στο μικρότερο γιο της για να παντρευτεί μια κοπέλα που ζει κοντά στην πόλη και δηλώνει την επιθυμία της να δει εγγόνια. Μια γειτόνισσα συζητάει με τη Μάνα και της αποκαλύπτει πως η Νύφη ήταν παλιά αρραβωνιασμένη με το Λεονάρντο, συγγενή των Felix που σκότωσαν την οικογένειά της. Ο Λεονάρντο είναι τώρα παντρεμένος με την ξαδέρφη της Νύφης και μένει μαζί με τη γυναίκα του και την πεθερά του. Όταν γυρίζει σπίτι από τη δουλειά, τις ακούει να νανουρίζουν το μικρό γιο του. Όταν ένα μικρό κορίτσι καταφτάνει και τους λέει τα νέα για τις προετοιμασίες του γάμου του Γαμπρού με τη Νύφη, ο Λεονάρντο όλο οργή ορμάει έξω από το σπίτι. Η Μάνα επισκέπτεται το σπίτι της Νύφης, όπου συζητά μαζί της και με τον Πατέρα της. Η Υπηρέτρια μένει κάποια στιγμή μόνη με τη Νύφη, την πειράζει για τα δώρα του Γαμπρού, ενώ της αποκαλύπτει ότι ο Λεονάρντο έρχεται τα βράδια κάτω από το παράθυρό της. Εκείνο το βράδυ, τη συναντά και της εκμυστηρεύεται τον πόθο του και το λόγο που δεν την παντρεύτηκε παλιότερα. Η Νύφη επιχειρεί να τον κάνει να σωπάσει, αλλά δεν αρνείται ότι ακόμα έχει αισθήματα γι' αυτόν. Η υπηρέτρια διώχνει το Λεονάρντο, ενώ καταφτάνουν οι καλεσμένοι για το γάμο. Όλοι κατευθύνονται προς την εκκλησία, ενώ η Νύφη ικετεύει το Γαμπρό να την προστατέψει.

Μετά το γάμο, όλος ο κόσμος γυρίζει στο σπίτι της Νύφης για το γαμήλιο γλέντι. Εκεί, αναζητούν τη Νύφη και το Λεονάρντο, αλλά ανακαλύπτουν ότι το έσκασαν με το άλογο. Ο Γαμπρός εξοργισμένος βγαίνει να κυνηγήσει και να σκοτώσει το Λεονάρντο, ενώ η Μάνα διατάζει όλους τους καλεσμένους να χωριστούν σε ομάδες και να ψάξουν το ζευγάρι.

Στο δάσος, όπου βρίσκονται ο Λεονάρντο και η Νύφη, εμφανίζονται τρεις Ξυλοκόποι που συζητούν τα γεγονότα, λέγοντας ότι το ζευγάρι θα ανακαλυφθεί μόλις βγει το φεγγάρι και φωτίσει το δάσος. Το Φεγγάρι εμφανίζεται σαν χαρακτήρας και σε ένα μονόλογο πενθεί τη μοναξιά του και δηλώνει την επιθυμία του να χυθεί αίμα, προκειμένου να τιμωρήσει τους ανθρώπους που το άφησαν έξω από τα σπίτια τους. Ρίχνει το φως του στο δάσος, ενώ συνοδεύεται από μια ζητιάνα, που είναι ο Θάνατος προσωποποιημένος: μαζί συμφωνούν το θάνατο των ζηλιάρηδων ανδρών.

Ο Γαμπρός μαζί με μια κοπέλα ψάχνουν στο σκοτεινό δάσος. Τους εμφανίζεται ο Θάνατος, σαν γριά ζητιάνα και τους λέει ότι θα τους οδηγήσει στο Λεονάρντο. Λίγο πιο μακριά, ο Λεονάρντο και η Νύφη αγκαλιάζονται και σκέφτονται το μέλλον τους, ρομαντικοί αλλά με ένα ασίγαστο και σκοτεινό πάθος ο ένας για τον άλλο. Ακούγονται βήματα: πλησιάζει ο Γαμπρός με το Θάνατο, ο Λεονάρντο φεύγει από τη σκηνή και δυο κραυγές ακούγονται μες στο σκοτάδι.

Πίσω στην πόλη, οι γυναίκες έχουν μαζευτεί κοντά στην εκκλησία και συζητούν για τα γεγονότα. Ο Θάνατος εμφανίζεται σαν ζητιάνα και δηλώνει ότι θάνατος απλώθηκε στο δάσος. Θυμωμένη και πικραμένη η Μάνα βλέπει τη Νύφη να γυρίζει, με το νυφικό της γεμάτο αίματα από τους δυο άνδρες που αλληλοσκοτώθηκαν στο δάσος. Η Μάνα την ανακηρύσσει πόρνη και πάει να τη σκοτώσει, αλλά τελικά απομακρύνεται και προσεύχεται. Η αυλαία πέφτει, όσο η Νύφη και η Μάνα απαγγέλλουν την τραγωδία του Ματωμένου Γάμου.

tsipral2.jpgΙστορικές και κοινωνικές προσεγγίσεις της Ισπανίας την εποχή των έργων του Federico Garcia Lorca

Το 1931 αποφασίζεται με δημοψήφισμα η αποπομπή του βασιλιά Αλφόνσο XIII και ακολουθεί η εγκαθίδρυση της 2ης Ισπανικής Δημοκρατίας, στην οποία υπερισχύουν οι κεντροαριστεροί. Ο φόβος των πολιτικών απέναντι στους στρατιωτικούς, που επί χρόνια είχαν επέμβει με πραξικοπήματα στην πολιτική ζωή του τόπου, δημιουργεί δυσπιστία στο πρόσωπο του αρχαιότερου στρατηγού Χουάν Σανχούρχο, ο οποίος μετατίθεται στην ηγεσία των τελωνοφυλάκων και εκτός του Στρατού. Στη συνέχεια, ο τότε πρωθυπουργός Αθάνια δημιουργεί ένα σύστημα πρόωρων αποχωρήσεων από το στράτευμα, στοχεύοντας κυρίως στους περί τον Σανχούρχο αξιωματικούς. To 1932 ο Σανχούρχο, δυσαρεστημένος, οργανώνει πραξικόπημα με την βοήθεια του πλέον δραστήριου νεότερου στρατηγού Εμίλιο Μόλα, ηγέτη του στρατιωτικού σκέλους του Καρλιστικού κινήματος, ο οποίος εξελίσσεται σε οργανωτή με το γενικό πρόσταγμα. Ο Φράνκο καλείται να συμμετάσχει, αλλά αρνείται, γιατί βρίσκει το όλο σχέδιο επιπόλαιο. Το πραξικόπημα αποτυγχάνει παταγωδώς και ο Σανχούρχο εξορίζεται στην Πορτογαλία, ενώ ο Μόλα μετατίθεται στην φρουρά της Ναβάρα. Στη συνέχεια, η κυβέρνηση συζητά την αυτοδιάθεση των Καταλανών και Βάσκων. Οι περισσότεροι στρατιωτικοί ηγέτες αντιτίθενται στην διάσπαση της Ισπανίας, ο Φράνκο παίρνει την πρωτοβουλία να στείλει σχετική επιστολή στην Βουλή. Στις αρχές 1933 ο Αθάνια τον μεταθέτει δυσμενώς στις Βαλεαρίδες ως Γενικό Διοικητή, ουσιαστικά για να τον απομακρύνει απο την Μαδρίτη. Μετά τον θρίαμβο της κεντροδεξιάς στις νέες εκλογές το 1933, προβιβάστηκε σε στρατηγό τριών αστέρων το 1934, παραμένοντας στις Βαλεαρίδες. Ήταν συμπτωματικά στην Μαδρίτη όταν έγινε η εργατική εξέγερση στην Αστούριας, όπου και στάλθηκε από το υπουργείο Πολέμου για να καθοδηγήσει τις επιχειρήσεις κατάπνιξης της εξέγερσης, συμβουλεύοντας τον Υπουργό Διέγο Ιδάλγο, αν και αρχηγός του Επιτελείου ηταν ο στρατηγός Μασκελέτ.

Το 1935 που αναλαμβάνει το χαρτοφυλάκιο πολέμου ο Χιλ-Ρόμπλες, ο Φράνκο ονομάζεται αρχηγός του Επιτελείου. Μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1936, επιστρέφει στην εξουσία ο Μανουέλ Αθάνια, οδηγώντας το πρόσφατα δημιουργηθέν Frente Popular (πατριωτικό μέτωπο). Το ίδιο έτος υποβιβάζει τον Φράνκο και τον στέλνει γενικό διοικητή στις Κανάριες νήσους.

Ο "θάνατος" στο έργο του Lorca- οι αναπαραστάσεις μέσα από το ρόλο της ζητιάνας και του φεγγαριού

Στο έργο του Lorca εμφανίζονται προς το τέλος του έργου το φεγγάρι και η ζητιάνα, δύο ρόλοι κλειδιά στην προοικονομία του θανάτου των δύο νεαρών ανδρών, στο έργο. Τόσο το φεγγάρι, όσο και η ζητιάνα, απεικονίζονται με δύο τελείως διαφορετικούς τρόπους. Από τη μία το φεγγάρι, προτείνεται από τον ίδιο το συγγραφέα, να αναπαριστάται ως ένας νεαρό αγόρι, μία μορφή νεανική και όμορφη η οποία είναι εκείνη που αναπαριστά την προφητεία και τη θέληση για θάνατο-

«Είμ’ ένας κύκνος στρογγυλός μες στο ποτάμι, είμ’ ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά, και μες στις φυλλωσιές φαντάζω ψεύτικο φως της χαραυγής. Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!....Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει ,ες στον ανταριασμένο αγέρα, που λαχταράει, μολύβι τώρα, πόνος να γίνει μες στο αίμα.... Μα τούτη τη νύχτα θα βαφτούν τα μάγουλά μου κόκκινο αίμα, και τ’ άγρια βούρλα θα ζαρώσουν κάτου απ΄ τα πέλματα του αγέρα. Ίσκιο δε θα’ βρουν και φυλλωσιά για να γλιτώσουν από μένα! Θέλω μονάχα μια καρδιά να μπω, να ζεσταθώ λιγάκι! Δώστε μου, δώστε μου μια καρδιά! Ζεστή! Το αίμα της να βάψει τα κρύα βουνά τα στήθια μου. Αφήστε με να μπω, αχ, αφήστε!»

Εδώ φαίνεται καθαρά το πώς το φεγγάρι αναπαριστά το θάνατο, το πως ο θάνατος συμβολίζεται όμορφος και γλυκός και αυτό γιατί στο έργο οι δύο άνδρες που θα σκοτωθούν είναι όμορφοι και νέοι. Εδώ το φεγγάρι συμβολίζει την προφητεία, το μελλούμενο αλλά και την επιθυμία. Κατά πολλούς, ο Λεονάρντο, ακριβώς επειδή δεν μπορεί να έχει την αγαπημένη του, επιθυμεί το θάνατο, επιθυμεί να σκοτωθεί και να λυτρωθεί, έτσι, το Φεγγάρι, συμβολίζει αυτή την επιθυμία, τη δίψα για «ζεστή καρδιά», νεαρή καρδιά δηλαδή και γεμάτη αγάπη, έρωτα και επιθυμία για ζωή.

Εντελώς παράλληλα, ο ρόλος της ζητιάνας, που επιθυμεί να φέρει τους δύο νέους κοντά για να σκοτωθούν. Προτείνεται από το συγγραφέα να αναπαριστάται ως μία ζητιάνα, συνήθως μεγάλης ηλικίας ή και όχι. Αλλά πάντα, ως μία ζητιάνα. Και αυτό γιατί η θάνατος εδώ συμβολίζεται ως κάτι το τελικό, το έσχατο. Η ζητιάνα είναι που θα πάρει τους άνδρες στο θάνατο, δεν προβλέπει απλώς αλλά πράττει, τελεί. Ο θάνατος, στο έργο του Lorca η ζητιάνα, είναι η «διαβατήρια τελετή» που ενώνει τη  προφητεία με την τέλεση, το βάρος της αγάπης με τη λύτρωση του θανάτου.

Αναλυτικότερα: «Το φεγγάρι όλο κρύβεται, κι εκείνοι ζυγώνουν. Από δω πιο μακριά δεν θα παν. Το ποτάμι βουίζει με τα φύλλα μαζί, κι η βουή θα σκεπάσει το βαρύ σκούξιμό τους. Εδωνά θα γενεί, και σε λίγο. Εδωνά θα πεθάνουν. Αχ, απόστασα πια. Ας καρφώσουν τις κάσες. Στο κρεβάτι μπροστά ο νυφιάτικο, καρτερούν τα σεντόνια τα κάτασπρα τα βαριά τα κορμιά με το λαιμό τον κομμένο. Ούτε ένα πουλί να ξυπνήσει, κι η αύρα να μαζέψει στον κόρφο της τις φωνές που θα βγάλουν, και να φύγει μ’ αυτές για τις μαύρες κορφές, ή στη λάσπη βαθιά την πηχτή να τις θάψει.»

Τόσο το φεγγάρι, όσο και η ζητιάνα, αναπαριστούν μια πιο λυρική θα λέγαμε πλευρά του θανάτου. Αν και το φεγγάρι δρα αυτόνομα και ανθύπαρκτα, εντούτοις η ζητιάνα είναι άμεσα συνδεδεμένη με το θάνατο. Είναι η ίδια ο Θάνατος .Το Φεγγάρι εκπροσωπεί ένα μήνυμα θανάτου, μία προφητεία, ένα μελλούμενο, αλλά η ζητιάνα είναι ο Θάνατος. Είναι η ίδια αυτή έννοια προσωποποιημένη αυτή τη φορά σε ένα μανδύα σαγήνης και έλξης προς τα πρόσωπα και μιας προσπάθειας να τα τραβήξει κοντά της στο μονοπάτι που επέλεξε η τραγική  μοίρα για αυτούς. Στα έργα του Lorca, μιλάει το σώμα. Μιλάει η σάρκα και το κορμί, η ουσία, που μετουσιώνεται σε ένα ατίθασο πλέγμα πνεύματος και συναισθημάτων. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι αυτό που λέει ο Shilling, «επίπεδο της [ασώματης] συνείδησης ή του λόγου». Όπως αναφέρει και η Ελένη Παπαγαρουφάλη, («Δώρα ζωής μετά θάνατον», Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2002), υπάρχει κάποιες φορές η βεβαιότητα των συγγραφέων, ότι επειδή το σώμα ως «σάρκα» βιώνεται προσωπικά ή γίνεται αισθητό άμεσα και στην πραγματικότητα, μπορεί λίγο έως πολύ να αντιστέκεται στις «κοινωνικά κατασκευασμένες» και επιβεβλημένες ιδέες ή σύμβολα ή ηγεμονικούς λόγους .Κατά την ίδια, « το μήνυμα που εκπέμπουν εργασίες αυτού του τύπου είναι σαφές: ανεξάρτητα από το πόσο μπορεί κανείς να παίζει με τα λόγια ή με τα σύμβολα ή με τη φαντασία του σε σχέση με το σώμα το δικό του και των άλλων, αργα ή γρήγορα θα νιώσει πείνα ή δίψα, τρόμο ή πόνο και θα αναγκασθεί να επιστρέψει στη σαρκική, δηλαδή υποκειμενικά αληθινή πραγματικότητα». Έτσι , ενώ το «σώμα» γενικώς μπορεί “να παραμένει στο επίπεδο της ασώματης συνείδησης ή του λόγου” (Shilling, 1993:111 και να αναπαρίσταται ως «φανταστικό» ή «απατηλό», «άσαρκο» ή «ανόργανο», «τεχνο- σώμα» ή «κυβερνο- σώμα», το «σώμα ως σάρκα» αναπαρίσταται ως ένας αληθινά και προσωπικά βιωμένος, αυτάρκης και αυτόνομος εαυτός-υποκείμενο.

Ομοίως, αυτό το μοτίβο της «θανατικής λυρικότητας» του Λόρκα, εμφανίζεται και σε αρκετά ποιήματά του:

«Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.
Φέρνει έν’ αγόρι το νεκροσέντονο
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Έτοιμος και ο κουβάς με τον ασβέστη
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Θάνατος τ’ άλλα, θάνατος μονάχα
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.»

Η συνεχής επανάληψη του μοτίβου της ώρας, δείχνει το ακριβές, το μη αναστρέψιμο, το γραμμένο από τη μοίρα. Ο Λόρκα παίζει πολύ με την έννοια της μοίρας. Παίζει με το πάθος ενάντια στη σύμβαση του προδιαγεγραμμένου και ακόμη και την επανάσταση που κάνουν οι ήρωές του, την έχει προαναγγείλει με τέτοιο τρόπο, ώστε θεωρούμε την υπέρβαση των χαρακτήρων του κάτι το δεδομένο και το μοιραίο. Όλα προαναγγέλλονται, όλα είναι μοιραία και τραγικά, όλα συνδέονται κατά κάποιο τρόπο με το θάνατο, είναι σίγουρα όπως και εκείνος, είναι βέβαια και μη αναστρέψιμα. Ο Λόρκα μιλάει για λόγους ανθρώπων και καταστάσεων και τα συμπλέκει όλα σε ένα πλέγμα ψυχολογικό, σε μία φωτογραφία της Ισπανίας, σε μία ανθρωπολογία ενός πολιτισμικού και ταυτόχρονα τόσο οικείου χώρου ανάπτυξης χαρακτήρων και δράσεων. Δράσεων που συνδέονται με το σώμα, με την ουσία, με την ψυχή, με το θάνατο και με τη ζωή.

Ο ματωμένος γάμος ,γράφτηκε το 1932 γράφτηκε σε μία περίοδο καμπή για την ισπανική κοινωνία. Μέσα από αυτές τις ιστορικές ανακατατάξεις και κατά συνέπεια μέσα από τις διάφορες κοινωνικές και πολιτικές εμπλοκές καταστάσεων και συνθηκών, διαμορφόθηκε ένα κλίμα μοινωνικής δημιουργίας, μία μορφή ανάκαμψης της Τέχνης και ένα πλαίσιο κίνησης όπου αναδύθηκαν διάφορα κοινωνικά και πολιτισμικά σημαίνοντα τα οποία είχαν ένα σημαινόμενο νόημα. Το νόημα αυτό αναδεικνύεται μέσα από το ρόλο των συγγραφέων και των άλλων καλλιτεχνών που έδρασαν ή επηρρεάστηκαν από αυτή την περίοδο. Ομοίως, τόσο στο ματωμένο γάμο, όσο και στα άλλα έργα του Lorca, αναδεικνύεται μία ποιητική πλευρά που εξυμνεί το θάνατο, ή που τον ωαριοποιεί, προσφέροντας ένα βάλσαμο στις συνειδήσεςι των ανθρώπων, ενώ ταυτόχρονα εκφράζει και την ίδια αυτή διακριτή πραγματικότητα του ίδιου του συγγραφέα.

tsipral3.jpgΟ Ζοζέ Σαραμάγκου και μία ιστορία "περί θανάτου.."

Η ιστορία

•    Η ιστορία έχει ως εξής:

Σε μια χώρα (της οποίας το όνομα δε μαθαίνουμε ποτέ) ξαφνικά ο θάνατος  παύει απλά να υφίσταται. Οι γέροι αρνούνται να πεθάνουν, τα σωστικά  συνεργεία ανασύρουν από αυτοκίνητα ανθρώπους που δε θα έπρεπε να είναι  ζωντανοί, και αν κάποιος θέλει να αυτοκτονήσει απλά δε γίνεται. Και εκεί  που στην αρχή όλη τη χώρα καταλαμβάνει ένα κλίμα ευφορίας σιγά-σιγά  αρχίζουν να εμφανίζονται προβλήματα. Οι οίκοι ευγηρίας προειδοποιούν για  υπερπληθυσμό ενηλίκων, οι γιατροί στα νοσοκομεία βλέπουν ασθενείς που  απλά υποφέρουν να μην μπορούν να πεθάνουν και να ησυχάσουν, οι  ασφαλιστικές εταιρίες οι νεκροθάφτες αλλά και το ίδιο ασφαλιστικό  σύστημα της χώρας κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα στην προοπτική η  χώρα να γίνει ένας γιγαντιαίος οίκος ανήμπορων ηλικιωμένων.

•    Κοντά σε όλα αυτά η εκκλησία χάνοντας το έρεισμα του θανάτου χάνει  και το έρεισμα της μετά θάνατον ζωής και την υπόσχεση της δεύτερης  ανάστασης και βλέπει τα ποσοστά της να πέφτουν.
•    Το βιβλίο αυτό δείχνει με μια ρεαλιστική και άκρως κυνική και  εύστοχη ματιά τι θα μπορούσε να πάει στραβά στη ζωή μας αν δεν υπήρχε ο  θάνατος. Όχι όμως με την κλασσική φιλοσοφική έννοια "χωρίς θάνατο δεν  υφίσταται η χαρά της ζωής". Αυτή πλανάται σε όλο το βιβλίο. Είναι εκεί  χωρίς να εκφράζεται. Ο συγγραφέας μας περιγράφει όλες τις  ανατροπές που θα έφερνε στην καθεστηκυία τάξη μια κοινωνίας η απουσία  του θανάτου. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, εκκλησία, ασφαλιστικές εταιρίες  βρίσκονται σε απίστευτη αταξία και ξαφνικά Ο αναγνώστης ανακαλύπτει ότι η κοινωνίας  μας, έτσι όπως είναι δομημένη όσο, και να κάνει ότι μισεί τον θάνατο απλά  δεν μπορεί να δουλέψει χωρίς αυτόν.
•    Την ιστορία αναλαμβάνει να σώσει η Μαφφία (σημ. με 2 φ) η  οποία αναλαμβάνει να μεταφέρει τους ανθρώπους σε άλλη χώρα (όπου ο  θάνατος δουλεύει για κάθε χώρα και πλάσμα  ξεχωριστά). Όλα αυτά όμως έναντι αντιτίμου φυσικά. Και ενώ όλοι φαίνεται να  ξαναβρίσκουν το ρυθμό, τους ο θάνατος επανέρχεται με τη μορφή μιας  πανέμορφης γυναίκας 36 ετών, που υπογράφει σαν "η θάνατος" (με μικρό  προς σεβασμό προς τον μεγάλο ΘΑΝΑΤΟ καθώς η ίδια είναι απλώς υπάλληλος, και με θηλυκό από το γαλλικό morte).


Βλέπουμε έτσι μέσα από την ανάγνωση αυτού του λογοτεχνικού υλικού ότι οι αναπαραστάσεις του θανάτου είναι μεν πολλές αλλά όχι ποικίλες. Σε γενικές γραμμές υπάρχει ένα κοινό ιδεολόγημα περί θανάτου που αφορά την ίδια την υπόθεση του ως κάτι το λυτρωτικό, το εγγενές μεν στην ανθρώπινη φύση αλλά και το αυθύπαρκτο, αυτό το στοιχείο που συνιστά κοινωνία μέσα από την κατάλυση βασικών μορφών της-όπως είναι η ζωή- ενώ παράλληλα προσιδιάζει σε ένα καταστασιακό όλο, τόσο απαραίτητο και τόσο αμφιλεγόμενο ταυτόχρονα. Είναι μία οντότητα ο θάνατος, ένα στοιχείο της ανθρώπινης φύσης και αυτό φαίνεται μέσα ό το μυθιστόρημα. Ο άνθρωπος τον επιζητά, τον έχει ανάγκη για να αποκτήσει το νόημα της ζωής από τη μία- αν και δεν είναι αυτό το συμπέρασμα που θέλει να δώσει ο Σαραμάγκου-αλλά και από την άλλη να μπορέσει να «βιώσει» περισσότερο σύνθετα τη ζωή. Να μπορέσει με λίγα λόγια να αποκτήσει την ελευθερία της επιλογής. Της επιλογής του ζειν και του ευ-ζειν. Της επιλογής να φέρει και να φέρεται από αυτό που λέμε επιθυμία και ανάγκη, για πρώτη φορά ως βιολογικά οριζόμενη. Σε περιπτώσεις αρρώστιας, πόνου κ.λπ, ο άνθρωπος ανεξαρτήτου πολιτισμικών μοτίβων και ταμπού διαπερνάται από τη φυσική ανάγκη, από το ανθρώπινο αίσθημα του πόνου και της ανάγκης εκπλήρωσης συγκεκριμένων καταστάσεων. Εκεί είναι, όπως μας δείχνει και το μυθιστόρημα, που ο ίδιος ο άνθρωπος δρα μέσω της επιθυμίας του και αποζητά το βιολογικό, τον ίδιο το θάνατο, της κατάλυση της σύμβασής ή από μία άλλη ανάγνωση της αναζήτησή της( αν θεωρήσουμε το θάνατο μία σύμβαση, ένα «συμβόλαιο»).

Ο θάνατος και το νόημα της ζωής-φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές και ψυχολογικές προεκτάσεις

Με το ερώτημα τι είναι ο θάνατος, τι είναι η ζωή και ποιο είναι το νόημά της, ασχολείται ο άνθρωπος από παλιά, ιδιαίτερα η φιλοσοφία, η θρησκεία, και οι σχετικά νεότερες επιστήμες όπως είναι η κοινωνιολογία και η ψυχολογία.

Η φιλοσοφία τόνισε κατά διαστήματα το παράδοξο φαινόμενο μιας αντίθεσης που φαίνεται να συνυπάρχει στο θάνατο: η κίνηση και η ακινησία. Από μια άποψη πρόκειται για μια αρχή κάτι διαφορετικού από τη ζωή (μεταβολή) κι από άλλη άποψη δεν είναι παρά ένα τελείωμα (σταθερότητα). Ο θάνατος λοιπόν συναθροίζει μέσα του μια αρχή κι ένα τέλος.

Η αντιφατικότητα αυτή εκφράστηκε αργότερα με μια δυαδικότητα που ανακαλύφθηκε μέσα στη έννοια του θανάτου. Ο θάνατος είναι βέβαιος, η ώρα του αβέβαιη. Το βέβαιο είναι η αμετακίνητη αποτελεσματικότητα του θανάτου πάνω στη ζωή. Αβέβαιο είναι αντίθετα το μεταβλητό στοιχείο της άγνοιας του ακριβή χρόνου αποβίωσης, το συνεχώς αναβαλλόμενο τέλος.

Το ερώτημα που τίθεται κατά τους νεότερους χρόνους δεν αφορά τόσο στο θάνατο ως κάτι που έρχεται «απ' έξω», του οποίου αναζητούνται οι ιδιότητες. Το ερώτημα στρέφεται στην ανθρώπινη ύπαρξη και τη ρωτά, κατά πόσο μπορεί αυτή η ίδια να είναι βέβαιη ή αβέβαιη για το θάνατο. Ο άνθρωπος, το εγώ μας, κατέχει τη βεβαιότητα, το ίδιο εγώ που μπορεί την επόμενη στιγμή να αμφιβάλλει ή και να αδιαφορήσει για το θάνατο.

Στο σημείο αυτό ας ανοίξουμε μια παρένθεση κι ας αναλογιστούμε ότι οι αρχαίοι όπως και οι μεταγενέστεροι φιλόσοφοι δεν είχαν γνώση περί ασυνείδητου. Εμπειρικά και εν μέρει διαισθητικά γνώριζαν αρκετές ιδιότητες της ανθρώπινης ύπαρξης, όχι όμως τις ασυνείδητες διεργασίες που διαδραματίζονται ενδοψυχικά  και διαπροσωπικά. Αυτό είχε σαν συνέπεια η αναζήτηση της αλήθειας ή της πραγματικότητας να γίνεται με σχολαστικότητα και κυρίως με μια έντονη τάση αμφισβήτησης, πέραν του ανταγωνισμού που αναπτυσσόταν κατά διαστήματα, μεταξύ των διαφορετικών φιλοσοφικών σχολών. Η ανακάλυψη μια αλήθειας οδηγούσε σχεδόν αυτόματα στην αμφισβήτηση της ίδιας της αλήθειας. Και τούτο όχι μόνο από άλλους, αλλά κι από τον ίδιο φιλόσοφο. Η ασυνείδητη ανάγκη για έλεγχο και τελειότητα που οδηγεί στην αμφιβολία και αμφισβήτηση δεν ήταν γνωστή, οπότε η αποφυγή ή η διακοπή του φαύλου κύκλου που προαναφέρθηκε δεν ήταν δυνατή, έστω και σε θεωρητικό επίπεδο.

Από την άλλη πλευρά όμως, ακριβώς αυτή η τάση που υπήρχε και φυσικά συνεχίζει να υπάρχει αλλά εν γνώση μας , οδήγησε στην διεύρυνση και τον εμπλουτισμό του τρόπου σκέψης μας, της γλώσσας μας μέσα από την ανακάλυψη ή εφεύρεση νέων πραγμάτων η δυνατοτήτων.

Έχουν διατυπωθεί πολλές σκέψεις και συμπεράσματα για τον θάνατο. Κάθε βεβαιότητα ή αβεβαιότητα ως προς τον θάνατο είναι μόνο κάτω από ορισμένες συνθήκες νοητή που καθορίζουν και το νόημα που παίρνει εκάστοτε ο θάνατος. Ο σωματικός θάνατος π.χ. δεν συμπεριλαμβάνει τον ψυχικό ή πνευματικό τομέα, όπως και το αντίστροφο. Οι σύγχρονες φιλοσοφικές απόψεις διακρίνουν τρεις βασικές τάσεις που καθορίζουν το νόημα του θανάτου: την γνωσιολογική, την υπαρξιακή και την κοινωνιολογική. Η εμπειρική και αποδεικτική βεβαιότητα του θανάτου εκφράζει την γνωσιολογική πλευρά του, ενώ η μάταιη προσπάθεια αποφυγής του θανάτου, την κοινωνιολογική.

Δεν θα εξετάσουμε, για ευνόητους λόγους, τις απόψεις γνωστών φιλοσόφων (Karl Popper, Karl Jaspers, Soren Kierkegaard κ.α.) οι οποίοι υπερτόνισαν την μία ή την άλλη τάση που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Μπορούμε όμως να συμφωνήσουμε, λίγο ως πολύ, με τα εξής:

1.    Ο ερχομός του θανάτου είναι βέβαιος, ο χρόνος άφιξής του αβέβαιος.
2.    Δεν υπάρχει ένας θάνατος, ο καθένας ζει το δικό του θάνατο.
3.    Οι περισσότεροι άνθρωποι ασχολούνται με τον θάνατο τρίτων (διαβάζουν, πληροφορούνται, σκέφτονται το θάνατο άλλων), όχι όμως με το δικό τους θάνατο (πως είναι τα πράγματα όταν σκέφτομαι τον εαυτό μου νεκρό).
4.    Ο θάνατος εξομοιώνει: καθιστά όλους τους ανθρώπους όμοιους είτε υπήρξαν στη ζωή τους πλούσιοι ή φτωχοί, είτε μορφωμένοι ή αμόρφωτοι. Παράλληλα όμως διατηρείται και μια ανομοιότητα. Στο θάνατο μπορούν να αποδίδονται αντιφατικά κατηγορήματα: πως είναι η μεγαλύτερη δυστυχία και η μεγαλύτερη παρηγοριά, πως καλύτερο είναι να πεθάνεις ξαφνικά και πως καλύτερο να πεθάνεις αργά κ.λπ.  Όσο ο θάνατος διατηρεί αυτή την αντιφατικότητα, δεν αντιμετωπίζεται σοβαρά, δηλαδή δεν αντιμετωπίζεται ως ο δικός μου θάνατος.

Κατά τον Kierkegaard σοβαρότητα είναι να ζω την κάθε μου μέρα αφενός σαν να ήταν η τελευταία, αφετέρου τόσο έντονα ανανεωμένη, σα να ήταν η πρώτη μιας μακρόχρονης ζωής.

 Μέσα από την βεβαιότητα και την αοριστία του θανάτου ο Heidegger διατυπώνει μια δυνατότητα προετοιμασίας ή προσδοκίας ως νόημα ζωής. Ενώ ο J.P.Sartre ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να διαπραγματευτεί την άγνοια της θανατικής στιγμής και να πλουτίσει το παρόν του.

Ο Albert Camus λέει:  «Ανάμεσα στην βεβαιότητα που έχω για την ύπαρξη μου και στο νόημα που προσπαθώ να της δώσω, υπάρχει ένα κενό που δεν θα γεμίσει ποτέ. Ο εαυτός μου θα μου μείνει για πάντα ξένος. Όχι μόνο ο κόσμος, όχι μόνο τα πράγματα και οι καταστάσεις, αλλά ο ίδιος ο εαυτός μου δεν έχει νόημα. Ο εαυτός μου δεν μπορεί καν να αντιπαρατίθεται στον παραλογισμό του κόσμου, γιατί είναι αναπόσπαστο κομμάτι και εντέλει κατ' εξοχήν πηγή του παραλογισμού». Έτσι ο Camus θα φτάσει στην αυτοκτονία, είτε σωματική είτε της σκέψης. Στη συνέχεια όμως θα απορρίψει τη λύση αυτή (αυτοκτονώντας απαλλάσσομαι από τον παραλογισμό, αλλά μόνο επειδή πεθαίνω μαζί του) και θα προτείνει αυτό που ονομάζει «επανάσταση». Πρόκειται για μια επίμονη στάση αναζήτησης. Ζώντας με το παράλογο σημαίνει πάνω απ' όλα ότι το αντιμετωπίζεις. Αντίσταση στο παράλογο της ζωής και του θανάτου σημαίνει ότι αυτά τα δεδομένα δε γίνονται πια αποδεκτά ως αναπόφευκτα πεπρωμένα. Ο επαναστατημένος αυτοεπιβεβαιώνεται και βρίσκει τη δικαίωση και το νόημα της ύπαρξής του μέσα στην αντίσταση, κατά το μέτρο που αυτός επαναστατεί: (μύθος του Σίσυφου).

Νεώτερες κοινωνιολογικές έρευνες στρέφουν το βλέμμα τους όχι πια στη φιλοσοφική, αλλά στην τεχνολογικά οργανωμένη κυριάρχηση του θανάτου. Αναφέρουν μια σταυροφορία κατά του θανάτου και διαβλέπουν μια συνειδητή κινητοποίηση κατά του πανάρχαιου αυτού εχθρού. Η προσπάθεια να χρησιμοποιούνται όλα τα δυνατά μέσα για την διατήρηση του έμψυχου σώματος όσο γίνεται περισσότερο χρόνο ακόμα και σε κωματώδη κλινικά νεκρή κατάσταση, φανερώνει μορφές θανάτου όχι απλώς αφύσικες αλλά και απάνθρωπες. Η ισόβια ιατρική ασφάλιση και περίθαλψη γίνεται μια αυτονόητη πραγματικότητα. Ο αγώνας κατά του θανάτου μεταβιβάζεται ολοκληρωτικά στις ικανότητες του γιατρού. Ο ετοιμοθάνατος συμπεριφέρεται σαν ένα άβουλο πειραματόζωο, δείχνοντας όσο το δυνατό λιγότερο φόβο κι απαισιοδοξία για το μοιραίο. Ο γιατρός κανονίζει την τελική έκβαση της ζωής, όπως έχει ήδη κανονίσει επί σειρά ετών την ποσότητα και ποιότητα της διατροφής ή του ύπνου, την κατά καιρούς αποχή από τη δουλειά ή από την ανάπαυση, τον τρόπο και βαθμό της διασκέδασης, της άθλησης, του τοκετού κ.λπ. Ο άρρωστος επαναπαύεται στη γνώση του ειδικού, ο οποίος παίρνει θεϊκές και μαγικές διαστάσεις, κατά το μέτρο που αποφασίζει «για τη ζωή ή για το θάνατο».

Η βελτίωση της υγιεινής κατάστασης δεν εξαρτάται όμως από την ιατρική επιστήμη τόσο, όσο από τη διεθνή πολιτική ή από την κοινωνική συμπεριφορά των λαών. Ο υπερκαταναλωτισμός των πραγμάτων, συμβάντων, αξιών και συμπεριφορών δεν ήταν δυνατό να παραβλέψει την περιοχή του θανάτου. Ο θάνατος έχει μεταβληθεί σε εμπορεύσιμο προϊόν και η συμπεριφορά απέναντι του έχει ενταχθεί μέσα σ' ένα πλαίσιο ακριβόλογων υπολογισμών και ισοζυγιών. Ο «ευπρεπής» θάνατος εξαρτάται πλέον από την επάρκεια χρημάτων για «ικανοποιητική» περίθαλψη στο νοσοκομείο, στο γηροκομείο, στο νεκροταφείο και στο γραφείο κηδειών. Παράλληλα, το άτομο δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του για το θάνατό του, όπως άλλωστε νιώθει αμέτοχο στο θάνατο αμέτρητων ανθρώπων.

Όσον αφορά την ψυχολογία σημαντικές είναι κάποιες απόψεις του Freud για το θάνατο. Ο θάνατος τρίτων είναι κατανοητός, όπως ήδη έχει επισημανθεί. Ο προσωπικός θάνατος είναι αδιανόητος, γι' αυτό, όπως και οι αρχέγονοι άνθρωποι, εξακολουθούμε να είμαστε απλοί παρατηρητές. Κατά βάθος δεν πιστεύει κανένας στο δικό του θάνατο ή με διαφορετικά λόγια, στο ασυνείδητό του ο καθένας είναι πεπεισμένος για την αθανασία του.  Ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου βιώνεται με πόνο, καθότι το καθένα από τα αγαπημένα πρόσωπα αποτελεί ένα μέρος του αγαπημένου μας εγώ. Από την άλλη μεριά ένας τέτοιος θάνατος μας βρίσκει και σύμφωνους, διότι κάθε αγαπημένο πρόσωπο αντιπροσωπεύει και κάτι ξένο. Ο νόμος της αμφιθυμίας συνεχίζει να διέπει τις σχέσεις μας με τα πιο αγαπητά πρόσωπα. Απ' αυτή την συναισθηματική σύγκρουση άλλωστε γεννήθηκε και η ψυχολογία. Πλάι στο πτώμα του αγαπημένου προσώπου επινόησε ο άνθρωπος τα πνεύματα και στη συνείδηση της ενοχής του που συνόδευσε το πένθος του, οφείλεται το γεγονός ότι αυτά τα πρώτα πνεύματα ήταν κακοί δαίμονες που έπρεπε κανείς να τους φοβάται. Οι αλλοιώσεις που επέφερε ο θάνατος τού υπέβαλαν την ιδέα να χωρίσει το άτομο σε σώμα και ψυχή. Η συνεχής ανάμνηση του πεθαμένου αποτέλεσε τη βάση για την παραδοχή άλλων μορφών μεταθανάτιας ύπαρξης. Στη συνέχεια κατάφεραν οι θρησκείες να εμφανίσουν αυτή τη μεταθανάτια ύπαρξη ως την πιο πολύτιμη και πιο αυθεντική, αφαιρώντας έτσι από το θάνατο τη σημασία του.

Οι διεργασίες αυτές και ιδιαίτερα η συνείδηση της ενοχής δημιούργησε και την πρώτη ηθική επιταγή: ου φονεύσεις, η οποία επεκτάθηκε σιγά- σιγά, στο μη αγαπημένο ξένο, τελικά και στον εχθρό (ο σύγχρονος πολιτισμένος άνθρωπος πάντως δε χρησιμοποιεί την επιταγή αυτή για τον εχθρό του).

Στρέφοντας πάλι την προσοχή μας στο ασυνείδητο της δικής μας ψυχικής ζωής, συμπεραίνουμε ότι η πίστη στο θάνατο δεν έχει μέσα μας καμιά αντιστοιχία στο επίπεδο των ορμών. Αυτό μπορεί να είναι άλλωστε και το μυστικό του ηρωισμού. Το άγχος θανάτου είναι, αντίθετα, κάτι δευτερογενές και συνήθως προέρχεται από την συνείδηση της ενοχής.

Από την άλλη πλευρά αναγνωρίζουμε το θάνατο για ξένους και εχθρούς και τον επιβάλλουμε μάλιστα. Το ασυνείδητό μας όμως δεν εκτελεί τη θανάτωση, απλώς τη σκέφτεται και την εύχεται. Ακόμα και στις πιο τρυφερές μας σχέσεις αγάπης, ενυπάρχει μια μικρή δόση εχθρότητας, που μπορεί να υποκινήσει την ασυνείδητη ευχή θανάτου. Απ' αυτή την αμφιθυμική σύγκρουση δεν προκύπτει όμως όπως άλλοτε η ψυχολογία και η ηθική, αλλά η νεύρωση, η οποία μας επιτρέπει να φωτίσουμε και την κανονική ψυχική ζωή.
Μετά απ' όλες αυτές τις σκέψεις και απόψεις για το θάνατο, εύλογο είναι το ερώτημα για το νόημα της ζωής.

Ο Viktor Frankel, ένας ψυχοθεραπευτής που επέζησε το ολοκαύτωμα και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το θέμα αυτό, συγκεντρώνει τις σκέψεις και έρευνές του σε τρεις προτάσεις:

Η πρώτη είναι ότι το νόημα δεν επινοείται αλλά ανακαλύπτεται. Βρίσκεται στον έξω κόσμο και είναι έργο του κάθε ατόμου να το βρει στις συγκεκριμένες περιστάσεις της ζωής του.

Η δεύτερη αναφέρεται στο υπέρτατο νόημα, το οποίο όντως υπάρχει και είναι προσιτό στον καθένα εφόσον έχει επίγνωση ότι, παρά το φαινομενικό χάος, υπάρχει τάξη στο σύμπαν και ότι αυτός αποτελεί μέρος αυτής της τάξεως. Η ύπαρξη του υπέρτατου νοήματος δεν μπορεί ν' αποδειχτεί εκτός αν το άτομο κάνει τους δικούς του πειραματισμούς: δηλαδή ένα άτομο μπορεί να ζει ως εάν υπήρχε Νόημα, Τάξη, Σκοπός, Προσανατολισμός και Έργο (είτε βλέπει αυτές τις έννοιες με θρησκευτικό ή με αθεϊστικό πνεύμα), ή μπορεί να ζει ως εάν το κάθε τι να ήταν ένα αυθαίρετο χάος. Και να δει ποια απ' αυτές τις εναλλακτικές υποθέσεις του γεμίζουν πιο πολύ τη ζωή. Η απόδειξη βρίσκεται στο αποτέλεσμα της έρευνας.

Η τρίτη πρόταση είναι η επίγνωση ότι υπάρχουν νοήματα και μπορούν, και μάλιστα πρέπει, να βρεθούν αν πρόκειται να πληρωθεί το υπαρξιακό κενό. Ακριβώς όπως δεν μπορεί κανείς να βρει την αλήθεια, αλλά πολλά αληθινά αξιώματα, με τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί να βρει το νόημα, αλλά πολλές εμπειρίες γεμάτες με νόημα.

Αντί επιλόγου

Εν κατακλείδι, το νόημα και η ουσία του θανάτου, είναι πολύ δύσκολο να αναλυθεί και κυρίως να προσδιοριστεί επ’ ακριβώς. Παρ’ όλα αυτά, οι διαδικασίες που τον φέρουν και που τον προσδιορίζουν , είναι αντικείμενο ανάλυσης πολλών κλάδων ων επιστημών . στην ανθρωπολογία, η ίδια η έννοια του θανάτου λειτουργεί ως ένα κείμενο αναφοράς πολιτισμικών και κοινωνικών συνιστωσών, ως μία συνθήκη λόγου και αντιλόγου, ως μία διαδικασία πάνω στην οποία εγγράφονται όλα αυτά τα βιολογικά δεδομένα και μέσα από τη δόμησής τους αποδομούνται και στη συνέχεια ένα-ένα τα δομικά στοιχεία τους αμφισβητούνται ή επιβεβαιώνονται σε ένα αέναο παιχνίδι οριοθέτησης του χώρου του θανάτου μέσα από εικασίες, δοξασίες και πλήθος άλλων πολιτισμικών στοιχείων. Έτσι, όπως είπε και ο Jacques Derrida, «Όλα όσα λέγω[…] για την επιβίωση ως συνθετότητα της αντίθεσης ζωή/θάνατος απορρέουν σ’ εμένα από την απροϋπόθετη κατάφαση της ζωής. Η επιζωή είναι η ζωή πέραν της ζωής, η ζωή παραπάνω από τη ζωή, και ο λόγος που αρθρώνω δεν είναι θανατηφόρος, κάθε άλλο, είναι η κατάφαση ενός ζώντος που προκρίνει το ζην και επομένως το επιζήν από τον θάνατο, διότι η επιβίωση δεν είναι απλώς αυτό που απομένει, είναι η κατά το δυνατόν εντονότερη ζωή», (Jacques Derrida, “Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει”, συνέντευξη με τον Jean Birnbaum ,Άγρα(2006:61), από τον πρόλογο στο «Ζωή στο όριο» της Αθηνάς Αθανασίου (Εκκρεμές, 2007). 

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog