Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 11

Ο Άγγελος του Παράξενου Μέρος ΣΤ'

του Ζ.Δ. Αϊναλή

Edgar Allan Poe
(1809-1849)Ο Άγγελος του Παράξενου

Μέρος Β΄


«Παράξενος, πράγματι», τόλμησα να μουρμουρίσω μέσα από τα δόντια μου, «αλλά είχα πάντα την εντύπωση πως οι άγγελοι είχαν φτερά».
«Φντερά!», φώναξε, εμφανώς πικαρισμένος εκείνος, «ντι σκαντά να ντα γκάνω τα φντερά; Mein Gott ! Γκια γκόντα με μπέρασεζ;»
«Ω, όχι», απάντησα, σε επιφυλακή, «δεν είσαι κότα, σίγουρα όχι».
«Γκάτσε ήζυχα ντότε και να προζέχειζ τι λεζ άλλη φορά γιαντί θα σου ντώζω καμιά ζντο γκεφάλι χωρίζ να το καταλάβω. Οι γκότεζ είναι που έχουν φντερά, οι γκουγκουβάγιεζ έχουν φντερά, ντα νταιμόνια έχουν φντερά, ο ντιάβολος έχει φντερά. Εγκώ ντεν έχω φντερά, εγκώ είμαι ο Άγγελοζ ντου Μπαράξενου».
«Και τι δουλειά έχεις μαζί μου για να ‘χουμε καλό ερώτημα;»
«Πφ, ντουλειά!» είπε σαν να έφτυνε τη λέξη, «ο εγκέφαλοζ ζου μπρέμπει να έχει ντελείωζ χαλάζει γκια να ρωτάζ έναν τζέντλεμαν κι έναν Άγγελο γκια ντη ντουλειά ντου!».
Φυσικά δεν θα ανεχόμουν περαιτέρω αυτού του είδους την γλώσσα, ακόμα κι αν προερχόταν από έναν άγγελο. Μαζεύοντας, λοιπόν, όσο κουράγιο μπορούσα, άρπαξα την αλατιέρα που βρισκόταν στο πλάι μου και την πέταξα στο κεφάλι του εισβολέα. Είτε, όμως, εκείνος την απέφυγε επιδέξια, είτε το χέρι μου δεν στόχευσε καλά, το αποτέλεσμα ήταν ένα και το αυτό… διότι το μόνο που κατάφερα ήταν να κάνω θρύψαλα το κρύσταλλο του παλιού ρολογιού στον απέναντι τοίχο. Όσο για τον Άγγελο έδειξε καθαρά το τι σκεφτόταν για την επίθεση μου κοπανώντας με απανωτά τρεις-τέσσερις φορές στο κεφάλι. Τα χτυπήματα ήταν αρκετά για να με καθυποτάξουν, και, αν και αισχύνομαι σχεδόν που το παραδέχομαι, εξαιτίας του πόνου ή της ταπείνωσης μερικά δάκρυα κύλησαν από τα μάτια μου καυτά.
«Mein Gott!» είπε ο Άγγελος του Παράξενου έχοντας μαλακώσει κάπως στο θέαμα της συντριβής μου• «Mein Gott» ο άνθρωποζ αυντός είτε είναι μπολύ μεθυζμένοζ είτε μπολύ ληπημένοζ. Ντεν μπρέμπει να ντο μπίνεις ντόσο ντυνατό! Αφου ζε χαλάει! Μπρέμπει να βάζειζ λίγκο νερό στο κραζί ζου. Έλα, μπιεζ αυντό, σαν καλό παιντί, και μην κλαις άλλο, έλα!»
Και λέγοντας αυτό ο Άγγελος του Παράξενου γέμισε την κούπα μου ξανά (η οποία ήταν ήδη κατά τα τρία τέταρτα γεμάτη με πόρτο) με ένα άχρωμο υγρό από μια από τις μποτίλιες που είχε για χέρια. Παρατήρησα ότι οι μποτίλιες αυτές είχαν ετικέτες λίγο πιο κάτω από το λαιμό και ότι οι ετικέτες αυτές γράφαν: Kirschenwasser (1).

Παρόλα αυτά η αβρόφρονη -ξαφνική- ευγένεια του Αγγέλου ελάχιστα με καθησύχασε. Σε κάθε περίπτωση, βοηθούμενος και από το νερό που μου πρόσφερε, περισσότερες από μία φορά, και στο οποίο φρόντιζε να στάζει πάντα μια μικρή ποσότητα πόρτο κατάφερα με τα πολλά να ανακτήσω σε ικανοποιητικό βαθμό την ψυχραιμία μου προκειμένου να παρακολουθήσω την απίθανη ιστορία του. Δεν θα υποκριθώ, βέβαια, ότι συγκράτησα όλα όσα μου είπε, αλλά σταχυολογώντας από όσα η μνήμη μου κατάφερε να συγκρατήσει θα έλεγα πως, εν ολίγοις, το συμπέρασμα ήταν ότι επρόκειτο για το πονηρό εκείνο πνεύμα που ενέδρευε πίσω από κάθε αναποδιά της ανθρωπότητας και του οποίου η δουλειά ήταν, κυρίως, να προξενεί όλα τα παράξενα περιστατικά που εξακολουθητικά καταπλήσσουν τον σκεπτικιστή. Μια-δυο φορές που τόλμησα να προβάλλω κάποιες αντιρρήσεις αναφορικά με την πειστικότητα των ισχυρισμών του έγινε τόσο έξαλλος από θυμό που θεώρησα πως η καλύτερη στρατηγική που θα μπορούσα να ακολουθήσω στην προκειμένη περίπτωση ήταν να κάτσω στ’ αυγά μου αμίλητος και να τον αφήσω να λέει ό,τι θέλει. Και όσο εγώ τον άφηνα, εκείνος μιλούσε, μιλούσε• στο τέλος έγειρα στην πολυθρόνα μου με τα μάτια κλειστά και βάλθηκα να διασκεδάζω μασουλώντας σταφίδες και εκσφενδονίζοντας τις στις τέσσερις άκριες του δωματίου. Αλλά, για κάποιο λόγο, ο Άγγελος κάποια στιγμή ερμήνευσε την στάση μου ως αδιαφορία και περιφρόνηση. Τινάχτηκε τότε πάνω, κατέβασε το χωνί του μέχρι τα μάτια του, και –με ύφος θιγμένης αξιοπρέπειας– ορκίστηκε έναν ακατάληπτο όρκο, πρόφερε κάποιου είδους απειλή της οποίας το ακριβές νόημα δεν κατάλαβα, και, τέλος, κάνοντας μια χαμηλή υπόκλιση αναχώρησε, ευχόμενος μου, στη γλώσσα του αρχιεπισκόπου στον Ζυλ Μπλας (2): «beaucoup de bonheur et un peu plus de bon sens» (3).
Η αναχώρηση του με ανακούφισε πραγματικά. Τα λίγα ποτηράκια Λαφίτ που είχα κατεβάσει μου είχαν φέρει υπνηλία και ένιωσα μιαν ακατάσχετη επιθυμία να πάρω έναν υπνάκο για δεκαπέντε - είκοσι το πολύ λεπτά, όπως, άλλωστε, το συνήθιζα μετά το δείπνο. Στις έξι είχα ένα σημαντικό ραντεβού, στο οποίο έπρεπε να παραβρεθώ εξάπαντος. Η ασφάλεια του σπιτιού μου είχε λήξει την προηγούμενη ακριβώς μέρα και, έχοντας ξεσπάσει μια άκαιρη φιλονικία, ήμουν υποχρεωμένος να παραστώ ενώπιον του συμβουλίου των διευθυντών της εταιρίας προκειμένου να καταλήξουμε σε μία νέα συμφωνία. Ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι του τοίχου (διότι ήμουν τόσο νυσταγμένος που δεν διανοούμουν ούτε καν να βγάλω απ’ την τσέπη μου το ρολόι μου) διαπίστωσα με ιδιαίτερη χαρά πως είχα στη διάθεση μου εικοσιπέντε ολόκληρα λεπτά. Ήταν πεντέμισι και η ασφαλιστική εταιρία απείχε απ’ το σπίτι μου πέντε μόλις λεπτάκια• απ’ την άλλη ποτέ η απογευματινή μου σιέστα δεν κράτησε πάνω από είκοσι – εικοσιπέντε λεπτά. Αισθάνθηκα λοιπόν αρκετά σίγουρος για τον εαυτό μου ώστε να μου επιτρέψω την πολυτέλεια να πάρω έναν υπνάκο.

Έχοντας πάρει, λοιπόν, τον υπνάκο μου, ξύπνησα φρέσκος-φρέσκος κι έριξα μια ματιά στο ρολόι υποκύπτοντας, σχεδόν, στον πειρασμό ν’ αρχίσω να πιστεύω στο παράδοξο, καθόσον αντί για τα συνηθισμένα μου δεκαπέντε – είκοσι λεπτά, είχα κοιμηθεί μόλις τρία, ενώ οι λεπτοδείκτες με ενημέρωναν πως υπολείπονταν άλλα εικοσιεφτά λεπτά μέχρι την ορισμένη ώρα του ραντεβού. Ξανάκλεισα, λοιπόν, κι εγώ τα μάτια μου και προσπάθησα να ξανακοιμηθώ. Και όντως δεν άργησε να με ξαναπάρει ο ύπνος. Όταν, όμως, ξύπνησα ξανά, προς μεγάλη μου έκπληξη, υπολείπονταν πάντα εικοσιεφτά λεπτά μέχρι τις έξι. Πετάχτηκα όρθιος, λοιπόν, να εξετάσω το ρολόι και διαπίστωσα πως είχε σταματήσει να δουλεύει. Έβγαλα αμέσως έντρομος το ρολόι από την τσέπη μου και διαπίστωσα πως η ώρα είχε πάει εφτάμισι και πως, συνεπώς, είχα αργήσει σχεδόν δυο ώρες στο ραντεβού μου. «Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα δεν έχει νόημα να πάω τώρα», είπα: «θα περάσω αύριο απ’ το γραφείο να απολογηθώ• αλλά, εν τω μεταξύ, τι στο καλό μπορεί να έπαθε το ευλογημένο το ρολόι;». Καθώς το εξέταζα διαπίστωσα πως κάποια από τις σταφίδες που εκσφενδόνιζα από δω κι από κει όσο μιλούσε ο Άγγελος του Παράξενου είχε τρυπήσει το κρύσταλλο και είχε τρυπώσει μέσα στην εσοχή για το κουρδιστήρι , με την μια της άκρη να εξέχει ακόμα, έχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σταματήσει τη λειτουργία του λεπτοδείκτη.
«Α!» αναφώνησα, «να τι συνέβη. Το πράγμα μιλά από μόνο του. Ένα φυσικό ατύχημα, από εκείνα που συμβαίνουν όλη την ώρα!»
Δεν έδωσα περισσότερη σημασία στο ζήτημα και την συνηθισμένη μου ώρα ξάπλωσα στο κρεβάτι. Εκεί, έχοντας τοποθετήσει ένα κερί πλάι στο προσκεφάλι του κρεβατιού και κάνοντας μια ειλικρινή απόπειρα να διατρέξω μερικές σελίδες του «Η πανταχού παρουσία της θεότητας» (4) , με πήρε, δυστυχώς, ο ύπνος μέσα σε λιγότερο από είκοσι δευτερόλεπτα, αφήνοντας το κερί να καίει ως είχε.
Τα όνειρα μου όμως τα τάραζαν φριχτά τα οράματα του Αγγέλου του Παράξενου. Ονειρεύτηκα πως στεκόταν εκεί, στα πόδια του καναπέ, τραβώντας τις κουρτίνες, και απειλώντας με, στο σκοτάδι, με τους απεχθείς τόνους της υπόκωφα βαρελίσιας φωνής του, να με εκδικηθεί πικρά για την περιφρόνηση με την οποία τον είχα μεταχειριστεί. Κατέληξε με ένα κήρυγμα βγάζοντας το χωνί του και χώνοντας το στον οισοφάγο μου και κατακλύζοντας με με έναν ωκεανό Kirschenwasser, το οποίο στάλαζε συνεχόμενα από μία από τις μακρυλαίμικες μποτίλιες που είχε αντί για χέρια. Η αγωνία μου ήταν πραγματικά ανυπόφορη και ξύπνησα κάθιδρος ακριβώς πάνω στη στιγμή που ένας ύπουλος αρουραίος, που είχε κλέψει το αναμμένο κερί μου, το έσκαγε σέρνοντας το προς την τρύπα του χωρίς να προλαβαίνω να κάνω κάτι για να τον εμποδίσω. Ξαφνικά μια ισχυρή, αποπνικτική μυρουδιά με πήρε απ’ τα ρουθούνια. Αμέσως κατάλαβα ότι το σπίτι καιγόταν. Σε λίγα λεπτά οι φλόγες ξεπετάγονταν από παντού με αφάνταστη βιαιότητα και πολύ σύντομα ολόκληρο το κτίριο είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Κάθε έξοδος απ’ το δωμάτιο μου, με εξαίρεση το παράθυρο, είχε αποκλειστεί. Ένα αγουροξυπνημένο πλήθος πάντως συγκεντρώθηκε γρήγορα κάτω στο δρόμο και έσπευσε να ακουμπήσει μια ψηλή σκάλα στο παράθυρο μου. Βιάστηκα, λοιπόν, κι εγώ να κατέβω, σχετικά ασφαλής, όταν ξαφνικά ένας τεράστιος ασβός (του οποίου το παχύσαρκο στομάχι και γενικά η φυσιογνωμία μου θύμισαν ανησυχητικά τον Άγγελο του Παράξενου) ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή κοιμόταν ήσυχα στη λάσπη του δρόμου, αισθάνθηκε ότι ο αριστερός του ώμος χρειαζότανε ξύσιμο επιτακτικά και θεώρησε ότι το καλύτερο σημείο για να ξυστεί ήταν τα πόδια της σκάλας. Η σκάλα άρχισε να κλυδωνίζεται, εγώ άρχισα να πέφτω και σε λίγα δευτερόλεπτα κειτόμουν στο έδαφος με το ένα χέρι σπασμένο.      

Το περιστατικό αυτό, με την απώλεια της ασφάλειας μου –και την ακόμη σημαντικότερη απώλεια των μαλλιών μου, που τσουρουφλίστηκαν ίσαμε τη ρίζα απ’ τη φωτιά–, με προδιαθέσανε με διάφορες αρνητικές εντυπώσεις με αποτέλεσμα να καταλήξω να το πάρω απόφαση να παντρευτώ. Ζούσε στην γειτονιά μια χήρα απαρηγόρητη για τον χαμό του έβδομου άντρα της και στο πληγωμένο πνεύμα της ήταν ακριβώς που προσέφερα μεγαλόψυχα το βάλσαμο των όρκων μου. Εκείνη πάντως φαινόταν κάπως διστακτική απέναντι στην εκδήλωση των φλογερών συναισθημάτων μου. Γονάτισα, λοιπόν, κι εγώ ταπεινά μπροστά στα πόδια της με λατρεία και θαυμασμό. Εκείνη τότε κοκκίνισε και –σκύβοντας– η ευπλόκαμη κόμη της ακούμπησε το περουκίνι που είχα, προσωρινά, δανειστεί από του Γκρανζάν. Δεν ξέρω πως περιπλέχτηκαν οι τρίχες μεταξύ τους, αλλά δυστυχώς αυτό έγινε. Έτσι εγώ σηκώθηκα με το κρανίο μου να λάμπει σαν τη σελήνη, άτριχο και γυαλιστερό και κείνη με περιφρόνηση και οργή που προσπαθούσε να την μισοκρύψει πίσω από τις ξένες τρίχες. Έτσι, ενταφιάστηκαν πρόωρα οι όποιες ελπίδες μου για να κατακτήσω την καρδιά της χήρας από ένα ατύχημα, το οποίο δεν θα μπορούσε, επ’ ουδενί λόγω, να έχει προβλεφθεί, αλλά το οποίο η φυσική αλληλουχία των γεγονότων είχε προκαλέσει.               

Σημειώσεις

(1) Cherry Brandy που κατασκευάζεται κατά κύριο λόγο στο Μέλανα Δρυμό στη Γερμανία.
(2) L’Histoire de Gil Blas de Santillane: Πικαρέσκο μυθιστόρημα του Alain-René Lesage (1668 – 1747) και ένα από τα σημαντικότερα έργα της γαλλικής γραμματείας του 18ου αιώνα.
(3) Γαλλικά στο πρωτότυπο: «καλή τύχη και καλά μυαλά».
(4) The Omnipresence of the Deity: Θρησκευτικό ποίημα του άγγλου ποιητή Robert Montgomery (1807-1855). Δημοσιεύτηκε το 1828.

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog