Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 18

Οι κυρίες του πάρκου ή πώς χειραφετήθηκε η ποίηση

Γράφει η Αγγελική Δημουλή
Η φευγαλαία μορφή της γυναίκας μέσα στο αστικό περιβάλλον πρωτοτέθηκε από τον Charles Baudelaire που εγκαινίασε όχι μόνο τη θεματική της περαστικής γυναίκας αλλά κυρίως, το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκείνη εμφανίστηκε και παρουσιάστηκε με το σονέτο του «Σε μια διαβάτισσα»• την ίδια θεματική συναντάμε μερικές δεκαετίες αργότερα και στον Κώστα Ουράνη, στον Λευτέρη Αλεξίου, στον Τέλλο Άγρα, στο Γιάννη Σκαρίμπα αλλά και στον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Η μπωντλερική επιρροή σ’αυτή τη θεματοποίηση της περαστικής γυναίκας είναι φανερή και ενίοτε χρησιμοποιείται σχεδόν αυτούσια. Οι παραπάνω ποιητές άπτονται θεματικά και μορφικά του κινήματος του μετασυμβολισμού.Στο γύρισμα του αιώνα και λίγο αργότερα, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ιδίως, αρχίζουν στην Ελλάδα να κυκλοφορούν γυναίκες μόνες τους περνώντας μέσα από πάρκα και σταθμούς  και δίχως αυτό να συνυποδηλώνει οτι είναι υπηρέτριες ή πόρνες, χαρακτηρισμοί που ήταν γεγονοτολογικοί μέχρι τα προαναφερθέντα χρονικά όρια.

Το ποιητικό υποκείμενο παρουσιάζεται εν γένει στη σχολή αυτή να είναι ψυχικά ακρωτηριασμένο δίχως ποτέ να μιλάει ευθέως για τις αιτίες της θλίψης του. Μια απόπειρα λησμονίας του πάθους του είναι να βρίσκεται μόνος ο ποιητής σε χώρους που δεν έχουν πληγεί από την ορατή αστικοποίηση, όπως τα πάρκα, τα οποία αποτελούν νησίδες υπαίθρου μέσα στην ασφυξία της πόλης. Εκεί λοιπόν ο ποιητής αφήνει το πνεύμα του στην άκρη και παρατηρεί. Σ’αυτό ακριβώς το σημείο οι διερχόμενες γυναίκες μετουσιώνονται στην ποιητική φαντασία σε άπιαστα ινδάλματα.

Οι «Περαστικές» του Ουράνη έτσι συνοψίζουν το πνεύμα του ποιητή που παρατηρεί αυτές τις γυναίκες που ωστόσο δε μοιάζουν σε τίποτα με τις άυλες μορφές του ρομαντισμού, κι αυτό είναι μια ακόμα ένδειξη της μετασυμβολιστικής θεματικής• οι μορφές των γυναικών μολονότι μένουν απόμακρες για τον ποιητή και πάντα βρίσκονται δεσμευμένες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε άλλες ασχολίες όπως το ταξίδι, τον αγαπημένο τους που είναι άλλος απ’τον ποιητή, ωστόσο παρατηρούμε και πάλι τη διαφορά από τις γυναίκες άλλων παλαιότερων ποιητών. Το ιδανικό πρόσωπο της γυναίκας μοιάζει εδώ περισσότερο υγιές και ικανό να διεκπαιρεώσει ένα ταξίδι χωρίς συνοδεία. Ο δρόμος για τη χειραφέτησή της έχει ανοίξει και ο ποιητής βλέπει την αγάπη του να ακυρώνεται μπρος στην περαστική γυναίκα. Οι «Περαστικές» του Ουράνη μαζί με το η «Γυναίκα στο πάρκο» του Ζαχαρία Παπαντωνίου είναι ίσως οι πιο μπωντλερικές περαστικές της γενιάς των μετασυμβολιστών ποιητών  οι οποίες συμπυκνώνονται ταυτόχρονα στην «Άγνωστη του πάρκου» του Λευτέρη Αλεξίου• εδώ η περαστική του Αλεξίου πέρα από τις μπωντλερικές επιρροές της είναι ταυτόχρονα και η πιο ελληνικοποιημένη αντιπροσώπευση της γυναικείας παρουσίας στα χρόνια του μεσοπολέμου που συνδυάζει στην χίμαιρα του άντρα-ποιητή τη θρησκευτικότητα της ορθοδοξίας με την ευρωπαϊκή επιρροή, από το λεξιλόγιο ως τη μορφή και το ρυθμό του ποιήματος.

Η σχέση λοιπόν του μετασυμβολιστή ποιητή με το μοτίβο της περαστικής γυναίκας καταλήγει σχεδόν πάντοτε σε συναισθηματική αβεβαιότητα και επιβεβαίωση των ανεπαρκών σχέσεων που μπορεί να συνάψει ο ποιητής. Το οριστικό πέρασμα της γυναικείας μορφής κάποτε σαγηνευτικής κάποτε νεαρής και κάποτε ώριμης σαν το alter ego του ποιητή που άφησε να φύγει, αφήνει τον ποιητή, για άλλη μια φορά στη μοναξιά του και στη  μοναχικότητα των ρευστών του ονείρων. Άλλη μια προσπάθεια (ελεγχόμενης) φυγής από την πραγματικότητα απέτυχε.

Το σύμβολο τους πρόδωσε• η γυναίκα χειραφετήθηκε.

Περαστικές 

Γυναίκες, που σας είδα σ’ένα τραίνο
τη στιγμή που κινούσε γι’ άλλα μέρη•
γυναίκες, που σας είδα σ’άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο•
γυναίκες σε μπαλκόνια να κοιτάτε
στο κενό μ’ένα βλέμμα ξεχασμένο
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ’ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε:
να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
στα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου,
γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
απ’τη ζωή μου μέσα- και που τώρα
κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!Κώστας Ουράνης

Η άγνωστη του πάρκου

Πάνδημη Βένους; Ή παρθένα Βέστα;
Μύρο αγιωσύνης; Ή βακχίδας νάζι;
η  κυματούσα η διάβα σου τινάζει
και μέσα μας ανάβει τέτοια ζέστα;

Στην προσευκή; Για της σαρκός τη φέστα;
Στον έρωτα; Ή στης νηστείας το μαράζι
το αλαβαστρένιο σου είδωλο μας κράζει;
Στον άδη, για στο φως μας λέει αλέστα;

Μας κοίταξες διαβαίνοντας ωστόσο
και χάθηκες αργά σαν οπτασία
μες την πυκνή θαμπή δεντροστοιχία.

Κι άμα σε λίγο ενιώσαμε το πόσο
μας είχε η ανεξήγητη όψη σου χτυπήσει
για πάντα σαν πεφταστέρι είχες σκορπίσει

Λευτέρης Αλεξίου

Η γυναίκα στο πάρκο

Από το πάρκο επέρασεν η ώριμη κυρία
Μέσα στους όρθιους των δέντρων, ολόρθη, τους κορμούς.
Φύλλα νεκρά της έρριξε η χρυσή δεντροστοιχία
Και μεις- τους μαραμένους μας συλλογισμούς

Θάναι η γυναίκα που έκλαψε πολύ. Στα βλέφαρά της
Η σκιά των τρισευγενικών κατέβη μαρασμών.
Την λύπην εξεδίψασαν τα δάκρυά της
Και την υδρία της γέμισε στη βρύση των λυγμών.

Τα φιλημένα, άλλον καιρό, κρατεί κλεισμένα χείλη,
Κι απάνου απ’τα ξερόφυλλα περνάει θαμπή, σβηστή,
Στο μύρο της υπομονής, που απλώνουνε το δείλι,
Τα πληγωμένα απ’τη βροχή κλαριά, να ξεχαστή.

Κι εγώ, που από το μάταιο τον κόσμο αναχωρούσα,
Την είδα κι είπα: «Είναι νωρίς• θα μείνω». Μυστικά
Στον πόνο και στη γνώση της να εμπιστευτώ μπορούσα
Τα δάκρυά μου τα τωρινά και τ’αναμνηστικά.

Τότε θα γύρωμε κι οι δυό σε μια βαθειά ησυχία,
Οι κουρασμένοι, οι ώριμοι πολύ, να ιστορηθή
Απ’τον καθέναν η παληά πικρή του αποτυχία
Τρυγώντας του άλλου τα φιλιά οπού έχουν μαραθή.

Γλυκό χεινόπωρο της ζωής, σοφή κι ατάραχη ώρα,
Ξέρεις, τα φίλτρα πίνοντας της λύπης να ευτυχής
Και να γευτής τον έρωτα σαν τη χρυσή οπώρα
Βαρειά απ’το μέλι των χυμών στα ρίγη της βροχής.

Την ίδια δόξα επόθησε τη χεινοπωρινή
Καθώς με είδεν η ώριμη γυναίκα, κι η καρδιά της
Τα πληγωμένα ετάραξε για μια στιγμή φτερά της-
Όμως τα ξαναδίπλωσε στην πρώτη υπομονή

Και προσπεράσαμε βουβοί, δειλοί κι αγνοημένοι.
Ο λόγος που δεν ήτανε γραφτό μας ν’ακουστή
Καθώς ξερόφυλλο έπεσε λαμπρό στην κοιμισμένη
Θάλασσα του ανεκπλήρωτου που τόσα μου κρατεί.

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog