Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 37

Μαγδαληνή Θωμά: Το δεματάκι του Μπρέζνιεφ

Το λεωφορείο έφτυσε λάσπη μέσα στο χιόνι, ένας γέρος ξερόβηξε. Μύριζε υγρασία κι αλκοόλ. Καβαντζάροντας τη μεγάλη λεωφόρο τα φώτα κύλησαν στο τζάμι σαν χαλασμένο μακιγιάζ.

«Κατεύθυνση Βίιμσι!» λέει ο οδηγός. Αλλά η Άνελι σκεφτόταν το γλέντι που ερχότανε. Της Πρωτοχρονιάς. Έκανε να σκεφτεί και κάτι άλλο, δεν πρόλαβε. Η πόρτα άνοιξε και μπουκάρανε μέσα δυο στρατιώτες. Κρατούσανε όπλα και ο δεύτερος είχε ένα λυκόσκυλο.
«Προπούσκ, άδεια!» φώναξε, «ντοκουμιέντε».
    
Η καρδιά της Άνελι, που λικνιζόταν κιόλας σε ρυθμό Μπόναϊ Εμ, χτύπησε το ακόρντο παράφωνα.
«Μα τι νούμερο έχει αυτό το λεωφορείο;»

Η διπλανή της γύρισε και την κοίταξε.
«Βγαίνει από την πόλη», έκανε. Δεν το ήξερε που πήγαινε προς συνοριακό τομέα;
«Πού να ξέρω, από το κέντρο το πήρα 'γω!»
    
Λίγοι επιβάτες ανακατεμένοι με σκοτάδι. Τσάντες που άνοιγαν, τσέπες που αδειάζαν. Ψάχνανε και δείχνανε στοιχεία και άδειες. Η κυρία από δίπλα κούνησε το κεφάλι της. Μήπως ήξεραν προς τα πού να κάνουν πια... Κάπου που να μην έχει σφυρίχτρα. Γέλασε. Κι ο στρατιώτης πλησίαζε ολοένα. Τώρα ήταν που το πρόσωπο της άλλης γίνηκε άσπρο χαρτί. Κανονικό χαρτί, όπως στη φωτογραφία της θείας Άνου -διότι από φωτογραφία την έβλεπε πάντα η Άνελι τη θεία αυτή. Από κοντά, ποτέ της. Αναστέναξε. Αυτό παθαίνει όποιος ζει στη Φινλανδία, απέναντι: δεν μπορούνε να τον δούνε ποτέ!
«Ντοκουμιέντε», είπε στην Άνελι ο στρατιώτης. Η κυρία που έμοιαζε με τη θεία της την κοίταξε ξανά.
«Ντοκουμιέντε!» έκανε αυτός δυνατότερα σαν να μην τον είχε ακούσει. Ένιωσε στο γόνατό της την ανάσα του σκύλου.  Ο στρατιώτης πάνω της βρομούσε αλκοόλ. Πίσω του στο τζάμι δάκρυζε μια σταγόνα.
«Ασταναβίτε!» φώναξε τότε άγρια. Το λεωφορείο έχυσε εξάτμιση, η μηχανή έσβησε. Όλα τα κεφάλια γύρισαν να την κοιτάξουν. Η Άνελι αισθάνθηκε έναν κόμπο στο στομάχι.
«Μικρό κορίτσι, πού να ξέρει», άκουσε που έλεγε η «θεία Άνου». Μα ο στρατιώτης έσπρωξε το όπλο του στον ώμο της.
«Πέρασε έξω!» της είπε ο οδηγός.
    
Και η Άνελι έβαλε ένα κουράγιο στο γόνατο, ύστερα άλλο ένα, στο άλλο. Σηκώθηκε. Κείνο το όπλο τής χαράκωνε  την πλάτη:
«Νταβάι, νταβάι!» φώναξε ο στρατιώτης.
«Περίμενε εδώ, το λεωφορείο θα γυρίσει, μετά από καμιά ώρα», της σφύριξε ο οδηγός κει που κατέβαινε.
    
Και η πόρτα άνοιξε. Παγωμένος αέρας τής έκαψε τη μύτη, ένα αστέρι σαν ματάκι αναβόσβησε από πάνω της. O αέρας ξύριζε. Ψυχή δεν είχε γύρω. Προχώρησε λιγάκι να ζεσταθεί, οι λαστιχένιες μπότες της άφησαν χνάρι στην άχνα του χιονιού. Στο βάθος πέρα μαύριζαν οι πολυκατοικίες και η γραμμή του δάσους που ξεκίναγε. Το μέρος που ήθελε να πάει δε θα ήταν και πολύ μακριά. Πήρε την απόφαση να πάει με τα πόδια.
    
Αν δεν άξιζαν τον κόπο που έκανε, η Άνελι δεν θα το 'βαζε σκοπό να πάει. Αλλά ήταν σπάνιες, τις μοίραζαν μία στις τόσες, «στο τάδε κέντρο διανομής θα τις βρεις», έλεγαν και τρέχανε όλοι να προλάβουνε. Μακάρι να τις έβρισκε, θα μπορούσε να δώσει και στην Έβελιν, να κάνουνε ανταλλαγή στο σχολείο, όπως τότε με τις τσιχλόφουσκες.
«Πού τις ξετρύπωσες πάλι τις τσίχλες αυτές;» την είχε ρωτήσει ο Κάλιου περιφρονητικά δήθεν, μπουκώνοντας μια στο στόμα του. Μια σταγόνα ρόδισε τα χείλια του σαν γλυκιά λέξη. Η τσιχλόφουσκα εκείνη δεν ήταν ό,τι κι ό,τι. Πρώτα πρώτα, μύριζε αλλιώς. Είχε τέτοια ευωδία, που η μύτη σου πιανόνταν σαν τσιγγέλι, πορτοκαλένιο περιτύλιγμα με κάτι φουσκωτά γράμματα κι από μέσα άλλο χαρτί όλο χρυσάφι που τύλιγε στο δάχτυλό σου, ίσαμε το νύχι! Ούτε η Άνε Βέσκι, η τραγουδίστρια, δεν έβρισκε τέτοιο μανικιούρι! Αφού η ξαδέρφη της τις ήθελε τις τσίχλες μόνο και μόνο για το χαρτί.
«Να μας ξαναφέρει ο ξάδερφός σου από την Αγγλία», της είπε, μπουκώνοντας τη μία και φυλάγοντας την άλλη για την επαύριο. Μεγάλο εφέ είχαν κάνει στο σχολείο εκείνες οι τσίχλες -το μόνο που της έφτασε κι αυτηνής στα χέρια. Ήταν άλλοι, τα έβρισκαν εύκολα, τζιν παντελόνια και δίσκους από τη Δύση, άντε και κάνα Μάλμπορο, αν ήταν τυχεροί. Σιγά τα ωά. Ο Κάλιου σήκωσε τον ώμο του. Όταν ο Κάλιου σήκωνε τον ώμο του, η Άνελι κατέβαζε τον δικό της. Κι ύστερα το βράδυ, τον ονειρευότανε. Ο Κάλιου δεν κοιμότανε. Άδικο που τον τσάκωσε με μάτια κοκκινισμένα; Η θεία Μίλβι κουνάει το κεφάλι της: «έχει μπλέξει με παρέες!» και τους κοιτάζει με νόημα. Σιγά να μην τον ένοιαζε αυτόνα! Και πώς άφηνε το μαλλί μακρύ, ούτε ψύλλος στον κόρφο του, να έρθει ο αστυνόμος και να του ζητήσει τα χαρτιά ή να σκάσει μύτη στο παραθύρι ο Άντρες από απέναντι που λέγανε ότι ήτανε καρφί -καρφί δεν του καιγότανε του Κάλιου. Τι θα μπορούσαν, δηλαδή, να του κάνουν; Να 'ρθουν να τον κουρέψουνε;
    
Δεν πάει έτσι, δεν πάει έτσι, μουρμουρίζει η Άνελι και στρίβει αριστερά. Τα δέντρα πυκνώνουν, κορμοί θεόρατοι και κλαδιά χιονισμένα, το δάσος κοκαλώνει μέσα στη νύχτα. Μα ο αέρας κόβεται. Η Άνελι προχωράει όπως μέσα σε μια μεγάλη φωλιά, δίχως φόβο. Τα μέρη τα ήξερε, τα είχε γυρίσει με το ποδήλατο ή έτσι νόμιζε. Το περίπτερο της παραλίας από κει, το κέντρο διανομής από την άλλη. Το εμπορικό και το φαγάδικο που 'χε τα μαχαιροπίρουνα δεμένα από το πόδι του τραπεζιού, μην τυχόν τα κλέψουνε. Όλα τα φαγάδικα του κόσμου έτσι τα είχανε, βέβαια, αλλά η Άνελι εννοούσε το μέρος που εννοούσε και δεν θα χανότανε. Μπορούσε νά βρει και τον δρόμο.
    
Στάθηκε. Το περπάτημα την είχε ζεστάνει, αλλά οι γαλότσες εκείνες τη χτυπούσανε. Κανένα αστέρι δεν φαινότανε τώρα στον ουρανό. Έρχεται χιόνι, σκέφτηκε και τάχυνε το βήμα. Η ανάσα της μέσα στο μάλλινο κασκόλ τής έβρεχε τον λαιμό. Έκανε να στρίψει άλλη μια, όταν φάνηκε μπροστά η ανηφόρα. Παράξενο. Την ανηφόρα ετούτη πρώτη φορά την έβλεπε. Ήταν ένας αμμόλοφος που σκαρφάλωνε στο σκοτάδι. Έκανε να τον ανέβει, αλλά οι γαλότσες της βουλιάξανε, πάτησε γλίστρα και έπεσε σ' ένα μαύρο μέσα βαθιά. Κάτι σκληρό  ανέβηκε πάνω από το κεφάλι της και η Άνελι έφερε τα χέρια της στα μάτια.
    
Είχε πέσει μέσα σε κάτι θεμέλια, σ' ένα εργοτάξιο, το κατάλαβε μόλις συνήρθε. Ανάσανε άλλη μια. Ζωντανή ήταν ακόμα. Μην το πει, αλλά πεινούσε κιόλας, σα να της γουργούριζε το στομάχι.
«Είναι κανένας εκεί πάνω;» Άκουσε τη φωνή της να φωνάζει. Δυνάμωσε κι άλλο:
«Έ, σεις!» έκανε.
    
Για απάντηση πήρε το βουητό από το δάσος. Το χιόνι τα σκέπαζε όλα μέσα σ' ένα βαθύ, βουβό βουητό. Έβαλε δύναμη να σκαρφαλώσει, μάταια, γύρισε εδώ, εκεί, όσο διέκρινε στις σκιές μέσα. Αδύνατο. Ο τοίχος που τη χώριζε απ' τον κόσμο ήταν μακρύς κι απότομος. Ζάρωσε πάλι πίσω στη γωνία της. Από το άνοιγμα πάνω, ξεχώριζε κομμάτια από μπετόν και τη δαγκάνα ενός γερανού που ανέβαινε στα ουράνια. «Υπη...ρεσία Ο...λυμπιακών Έργων», διάβασε κυριλλικά. Ξανάκλεισε τα μάτια της, πώς διώχνουμε τις σκέψεις.
«Εδώ είμαι, ναι!»
    
Αλλά τα βήματα απομακρύνονταν. Μπορεί τα βήματα να ήταν στο μυαλό της κι εκείνη η τελευταία εικόνα ζωής που μπορούσε η Άνελι να κρατήσει. Πρωτοχρονιά στα θεμέλια κάποιου ολυμπιακού έργου... Για φαντάσου! Έσφιξε το παλτουδάκι της που γινόταν ώρα με την ώρα, φλούδι. Σηκώθηκε, έψαξε να βρει μια άλλη,  πιο απάγκια γωνιά. Το κρύο την πιρούνιαζε, λες και ολόκληρη η νύχτα έμπαινε στο κορμί της.
    
Ένας αναπτήρας, καλό θα ήτανε. Αλλά οι τσέπες της ήταν άδειες. Έψαξε να βρει την τσάντα της, είχε πέσει δίπλα, σ' ένα βαθύ αυλάκι. Τέντωσε το χέρι να τη φτάσει. Αδύνατο. Πήρε τότε ένα μακρύ ξύλο, πέρασε την τσάντα από το λουρί, την τράβηξε κοντά της. Ένα κατόρθωμα κι αυτό. Αλλά η τσάντα εκτός από λίγα καπίκια, ένα τσιμπιδάκι κι ένα τετράδιο, τίποτα άλλο δεν είχε μέσα. Αν είχε σπίρτα, θα μπορούσε να ανάψει κάτι τις να ζεσταθεί. Κάπου το είχε διαβάσει αυτό. Χαμογέλασε. Ήταν το κοριτσάκι δίχως σπίρτα. Έχωσε το κεφάλι στο γιακά και τύλιξε άλλη μία γύρα το κασκόλ της. Η καρδιά της άρχισε να μετράει τους χτύπους αργά.
    
Πετάχτηκε πάνω φοβισμένη. Όχι, δεν έπρεπε να κλείσει τα μάτια... Μα αν δεν είχε τίποτα να δει από γύρω, πώς να τα κρατήσει ανοιχτά... Ο τόπος όλος γέμιζε χιόνι που ο ουρανός το έσβηνε σαν φιλμ σκοτεινιασμένο. Τίποτα δεν έδειχνε το φιλμ αυτό, ούτε λίγο από τη ζωή της. Ούτε λίγο από το πρόσωπό του όπως φώτιζε, κάποια νύχτα καλοκαιριού. Το περσινό, το προπέρσινο καλοκαίρι, δεν θυμότανε... Τότε που είχανε πάει στη λίμνη για μπάνιο, μια παρέα μεγάλη κι ο Κάλιου μαζί. Ψηλά χορτάρια ανέμιζαν το ζεστό αεράκι, τα μελίσσια βούιζαν. Η λίμνη άστραφτε μέσα στα έλατα σαν λίρα. Και η Άνελι σ' εκείνο το νερό μέχρι τη μέση. Έψαχνε με το μάτι να τον βρει -άφαντος ο Κάλιου, χαμένος. Ο σκοπός της εκδρομής της είχε χαθεί. Βγήκε στην όχθη, ξάπλωσε στα χορτάρια και έκλεισε τα μάτια της, όπως τώρα.
    
Και τότε τον είδε. Νόμιζε πως ήταν όνειρο, αλλά ο Κάλιου ήρθε στ' αλήθεια! Πέρασε δίπλα της δίχως να την προσέξει, προχώρησε στην άκρη της λίμνης. Έβγαλε το πουκάμισο, πήρε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του.  Ντράπηκε αυτή, έκανε να μιλήσει, αλλά φωνή δεν της έβγαινε. Ο Κάλιου δεν φορούσε τίποτα από μέσα! Η καρδιά της χτύπησε δυνατά.
    
Τον κοίταζε που κατέβαινε προς τη λίμνη μέσα στα ψηλά χόρτα. Ο ουρανός που έδυε χάλκωνε το νερό κι ο Κάλιου άρχισε να μπαίνει μέσα σ' εκείνο το χυμένο μέταλλο. Και τότε στάθηκε. Γύρισε το κεφάλι του πίσω. Η Άνελι περίμενε ασάλευτη, δεν προσπάθησε να κρυφτεί, μονάχα στεκόταν εκεί και τον κοίταζε. Ο Κάλιου άπλωσε το χέρι του, «έλα», της έκανε με τα μάτια. Και η Άνελι τον κοίταζε.
    
Δεν θα θυμηθεί τίποτε άλλο μετά, πώς συνέχισε η βραδιά και πώς έκλεισε, αν ανάψαν φωτιές στην εξοχή, αν καθίσανε στο ζεστό χορτάρι. Το μόνο που θα θυμηθεί ήταν πώς ο Κάλιου της άπλωνε το χέρι του. Έτριψε τον ώμο της να ζεσταθεί, το κρύο περνούσε τώρα από τα χέρια βαθιά μες στην καρδιά της, έμπαινε στην καρδιά της και την πάγωνε κι αυτή σιγά σιγά. Μια παγωμένη καρδιά κι εκείνος μακριά της. Σήκωσε το κεφάλι της. Κι ο ουρανός ποτισμένος μελάνι -το χιόνι είχε σταματήσει πια. Κι όταν το χιόνι σταματάει, παγώνει η οικουμένη. Καλά το ξέρουνε οι βορειάνθρωποι του χιονιού: κάνε μια κουκούλα στον πάγο μέσα και κάτσε να σημαδεύεις το ταβάνι. Αν δεν έχεις ουρανό να σε πάρει και να σε κάνει αστεράκι...
    
Έσφιξε κι άλλο το παλτό της, μαζεύτηκε κούκου στα γόνατα. Κουνήθηκε πέρα – δώθε, τραμπαλόκουνα. Ωραία κουνιόταν ο κόσμος μέσα στο κρύο. Ή μήπως όχι. Μήπως ήταν όλα παγωμένα και διαρκή, όπως το χέρι του Κάλιου. Καλέ μου Κάλιου... Κι αν άφηνε το χιόνι ετούτο χάμω και πετούσε στα ψηλά; Αν έκανε ποδαρόδρομο ανάποδο απ' το χιόνι; Το κορμί την πονούσε, το παλτό δεν το ένιωθε. Έφτασε η ώρα να 'ρθούνε οι αρειανοί και να την πάρουνε - γυναίκα του Γκαγκάριν!
«Καλά το κατάλαβα εγώ!»
    
Έβαλε τα χέρια στα μάτια, κάποιος φακός χόρευε πάνω της στο σκοτάδι.
«Θέλεις βοήθεια;» ακούστηκε που έλεγε η φωνή. Η Άνελι δεν μπορούσε καλά να δει τον άνθρωπο με τον φακό και το κασκέτο.
«Ποιος είναι;» φώναξε.
«Ο φύλακας. Μη φοβάσαι. Θέλεις να κατέβω να σε βοηθήσω;»
    
Έγινε ησυχία και άκουσε βήματα που πλησίαζαν. Της ήρθε να χοροπηδήσει κι ας ήταν μουδιασμένη σαν μούμια στον τάφο. Σήκωσε το ένα πόδι της και στήριξε το άλλο.
«Είσαι καλά, κορίτσι μου;»
    
Του έκανε «ναι» με το κεφάλι. Είχε φτάσει πιο κοντά τώρα, την κοιτούσε από ψηλά. Ύστερα έσκυψε και στερέωσε στο χιόνι κάτω μια σκαλίτσα.
«Μπορείς;» της έκανε.
    
Δεν ήταν πολύ απότομη σκάλα, μα ήθελε δύναμη. Και τα χέρια της δεν τα όριζε καλά καλά. Έβαλε την παλάμη στο ξύλο, ένα καρφί τράβηξε πόντο από το γάντι της. Η Άνελι γλίστρησε πάλι πίσω.
«Στάσου!» Την είχε προλάβει το χέρι του. Την κρατούσε δυνατά. Κι όπως έσκυψε το κεφάλι του, έπεσε το κασκέτο του στο χιόνι. Τα μαλλιά του ανέμισαν άσπρα κάτω απ' τ' αστέρια. Το πρόσωπό του δεν το ξεχώριζε, μα καταλάβαινε την ανάσα του. Ήταν γέρος, δεν θα άντεχε. Η Άνελι κρεμάστηκε με όλο της το βάρος, το πόδι της ανέμισε, βρήκε τελικά το σκαλί. Γαντζώθηκε απελπισμένα. Ο γέρος πήρε ανάσα. Μέχρι να τη σηκώσει, ο ουρανός γέννησε άλλο ένα αστέρι. Τα σύννεφα πήρανε να μαδάν.
    
Τον έβλεπε τώρα κατά πρόσωπο. Τα χέρια του έτρεμαν, το παλιό τζάκετ που φορούσε έκοβε τον λαιμό του. Έμοιαζε να τον φυσήξεις και να πέσει.
«Σας ευχαριστώ...» πήγε να πει η Άνελι μόλις την έφερε πάνω. Εκείνος έβγαλε από την τσέπη του ένα τσίγκινο μπουκαλάκι και κατέβασε μια. Η Άνελι τον κοίταζε. Κατέβασε άλλη μία. Της το έδωσε.
«Θέλεις;»
    
Το πήρε εκείνη με χέρια που έτρεμαν, το έφερε στο στόμα της. Κατέβασε μια γερή γουλιά. Άναψαν τα σωθικά της, τα μάτια της δάκρυσαν.
«Χι, χι, χι» έκανε ο γέρος. Μια κοντά, μια μακριά της, είδε το κεφάλι του σβούρα, το βλέμμα της θόλωσε και η Άνελι έπεσε στο χιόνι μαλακά...
    
...Τον αισθάνθηκε δίπλα της, την ώρα που της έτριβε το χέρι. Ο γέρος φυσούσε και ξεφυσούσε δυνατά. Αναποδογύριζε το μπουκάλι στα δάχτυλά της και τα έτριβε με δύναμη. Η βότκα της κένταγε τις αρθρώσεις, το δέρμα της έπινε. Μουσκευότανε και άναβε μαζί.
«Εντάξει τώρα;» έκανε ο γέρος.
    
Ένας κίτρινος γλόμπος έβαφε το καμαράκι, λερωμένα τζάμια, κάγκελα απ' έξω και στο τραπέζι πάνω ένας φακός και κάτι φάκελοι. Ο Μπρέζνιεφ στον τοίχο σε σαφώς νεότερη ηλικία, ένα πένθιμο ράφι από δίπλα και ένα σκονισμένο ντιβάνι, στη γωνιά: κανένα άλλο στολίδι δεν είχε κείνο το καμαράκι. Ο γέρος την κοίταξε χαρούμενος. Στο ράφι ήταν βαλμένα μια σειρά μπουκάλια ανοιχτά ή σφραγισμένα. Της τα έδειξε λοξά:
«Η πρωτοχρονιά μου» της έκανε. «Εσύ;»
    
Σήκωσε τον ώμο της, μιμούμενη τον Κάλιου.
«Με περιμένουν».
    
Έψαξε μέσα στα μάτια της να βρει την πηγή που ξεδιψάνε, ύστερα, σαν να ντράπηκε, χαμήλωσε τα μάτια του στη γη. Στο σκονισμένο πάτωμα για την ακρίβεια. Η Άνελι ένιωσε να τον λυπάται. Δεν ήξερε, γιατί το ένιωσε αυτό, μπορεί ο τρόπος που την κοιτούσε ή που δεν την κοιτούσε. Μια ντροπαλοσύνη είχε ο άνθρωπος αυτός που μάλλον την κουβαλούσε από παλιά. Ίσως ήταν και η μόνη περιουσία του. Ούτε το όνομά της δεν τόλμαγε να ρωτήσει.
«Άνελι». Αυτός κατάπιε έναν κόμπο.
«Και τι γυρεύεις, Άνελι, τέτοια ώρα στο δάσος;»
«Με κατέβασε το λεωφορείο. Έψαχνα το Κέντρο Διανομής».
«Μα το Κέντρο Διανομής έχει στάση δική του, παραπέρα. Δε χρειαζόταν να κατεβείς στο πουθενά!»
«Δεν κατέβηκα εγώ, οι άλλοι με κατεβάσανε», του είπε.
«Οι άλλοι;»
«Στρατιώτες. Δεν είχα, είπανε, “προπούσκ”».
    
Ο γέρος άρχισε να παλεύει μια σκέψη. Στον κρόταφό του ψηλά, η φλέβα πήρε να χτυπάει. Κατέβασε με μια κίνηση το τσίγκινο μπουκαλάκι -δεν είχε μείνει άλλο πιοτό. Απαρηγόρητος και θυμωμένος. Γαμώ, τον διάολό μου, γαμώ. Κουβέντα.

Αλλά η Άνελι πήρε την οργή του και σαν να ήθελε να της δώσει λόγια. Δεν ήξερε ούτε αυτή, γιατί το έκανε, μπορεί, επειδή ήθελε να θυμηθεί πάλι στον Κάλιου.
«... Προσπάθησε να με δικαιολογήσει η θεία Άνου, “είναι μικρό κορίτσι”, είπε, “πού να ξέρει από άδειες” κι ότι ήθελα να πάω νωρίς...»
    
Ο γέρος την κοίταζε. Είχε αφήσει τα μάτια του ξέμπαρκα.
« “Η θεία Άνου;”»
«Από τη Φινλανδία», είπε η Άνελι σοβαρά. Ύστερα κοκκίνισε. Έκανε να διορθώσει, ο γέρος σήκωσε τη χερούκλα του. Κάτι μηρύκαζε το μυαλό του που δεν μπορούσε η Άνελι να βρει. Ούτε κι εκείνος μπορούσε να καταλάβει αυτό που του συνέβαινε τώρα με τα λόγια της. Ψύλλοι του τρυπούσανε τ' αυτιά πιο πολλοί απ' αυτούς που είχε στον γιακά από το πουκάμισο. Κάρφωσε τα μάτια του στο πρόσωπό της:
«Έχεις κάποια θεία στη Φιλανδία που τη λένε “Άνου”;»

Του έγνεψε.
«Πώς σε λένε στο επώνυμο;»
Η Άνελι μουρμούρισε το επώνυμό της.
«Κάερ!» έκανε εκείνος δυνατά σαν κοράκι. «Από πού;»
«Από Λίχουλα», είπανε και οι δύο ταυτόχρονα.
    
Ο γέρος άφησε το κεφάλι του να πέσει. Στάθηκε κάμποση ώρα εκεί δίχως να μιλάει, μπορεί και δίχως ν' ανασαίνει. Η Άνελι δεν ήθελε να τον ενοχλήσει πια. Κι όταν σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε, ένα ρεύμα ρυτίδωσε το νερό σαν να φυσούσε αεράκι. Τα μάτια του είχαν πάρει να σαλπάρουνε.
«Την ξέρετε;», ψιθύρισε η Άνελι. Την κοίταξε σαν να ήταν όλες οι απαντήσεις λίγες.
«Από παλιά», είπε. Έπιασε το πακέτο και τσάκωσε ένα άφιλτρο. Το χτύπησε και το έπαιξε στα δάχτυλά του σαν σκοινί. Λησμόνησε να το ανάψει. Από τη τζαμαρία έξω άρχισε το χιόνι. Έπεφτε ήσυχα, βαμπακένια ανάμεσα στα ψηλά δέντρα. Έμοιαζε με ψαλμωδία σε εκκλησία. Η Άνελι σταμάτησε να μιλάει κι αυτή. Περίμενε τον γέρο που περίμενε.
    
Μετά από λίγο, έτριξε την καρέκλα της, σηκώθηκε.

Ο γέρος σαν να ξύπνησε, σηκώθηκε κι αυτός.
«Πρέπει να το προλάβω ανοιχτό», είπε η Άνελι.
«Ορίστε;»
«Το Κέντρο Διανομής».
«Θέλεις από κει κάτι;»
    
Κούνησε το κεφάλι της.
«Έμαθα ότι δίνουνε σακούλες!»
«Σακούλες;»
«Με τον Μίσα ζωγραφιά».
«Τον ποιόνα;»
    
Το αρκουδάκι των Ολυμπιακών, πήγε να πει η Άνελι, αλλά δίστασε. Μπορεί ο γέρος να ήταν τόσο μεγάλος που να μην ήξερε καν τον Μίσα! Ούτε ο Μίσα θα τον ήξερε μάλλον καλά.
«Κι έκανες τόσον κόπο, κόντεψες να σκοτωθείς για μια σακούλα;»
«Είναι πλαστικιά!» του αντιγύρισε η Άνελι.
    
Όπως έπαιρνε τον φακό να της φέξει, την κράτησε.
«Άκου...» ξεκίνησε να της λέει. «Στο Κέντρο εκεί που θα πας, να ζητήσεις τη Βάικε. “Χαιρετίσματα από τον Γιάνους”, να της πεις. Μην το ξεχάσεις όμως, έτσι;»
    
Κι επειδή την είδε που φοβήθηκε:
«Καλή πρωτοχρονιά!» της φώναξε και της κούνησε το χέρι του μέσα απ' τα δέντρα.
    
Η Άνελι βρήκε εύκολα την κατηφόρα που έλεγε, πέρασε ύστερα τον δρόμο και μπήκε στις πολυκατοικίες. Περπατούσε γρήγορα, κόντευε να το συνηθίσει το κρύο. Στη γωνία πάνω του εμπορικού, είδε την ουρά να περιμένει. Δεν ένιωσε έκπληξη, τις είχε συνηθίσει τις ουρές, αλλά κείνη την ώρα μέσα στο κρύο, κάτι δεν της έκανε καλό. Ο κόσμος περίμενε σιωπηλός -κορίτσια τα περισσότερα, γυναίκες με γούνινα καπέλα. Ήταν μια μεγάλη σειρά γυριστή που κύκλωνε τη γωνία και  κατέληγε εμπρός σ' ένα μικρό παραθυράκι.
«Εδώ αγοράζουνε σακούλες;» ρώτησε η Άνελι.
    
Η τελευταία της ουράς κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Έδειχνε νέα, φορούσε ένα παλτό βεραμάν κι ένα καπέλο βελούδινο. Η Άνελι πήρε θέση από πίσω. Ήρθε μετά άλλη μία. Και μετά, άλλη. Η ώρα περνούσε, αλλά η ουρά δεν προχωρούσε.
«Τι γίνεται;»
«Περιμένουνε την καινούργια διανομή».
«Εγώ είμαι εδώ απ' το μεσημέρι», φώναξε τότε μία από τις πρώτες. «Σταμάτησαν σχεδόν μπροστά μου, δυστυχώς».
«Θα έφευγα, αν δεν είχα κάνει τόσον κόπο να έρθω. Από την άλλη άκρη της πόλης έρχομαι!»
«Κι εγώ που την υποσχέθηκα στον γιο μου...»
«Αν περιμένεις κάμποσο, μετά λυπάσαι να τ' αφήσεις», είπε τότε η κοπέλα που στεκόταν μπροστά.
    
Ύστερα σκύβοντας προς τη μεριά της Άνελι:
«Μπορείς να μου κρατήσεις τη θέση; Πρέπει να τρέξω να ετοιμάσω σούπα για τον πατέρα μου. Είναι άρρωστος. Εδώ παρακάτω μένω. Δεν θ' αργήσω...»
    
Η Άνελι της κούνησε το κεφάλι και η κοπέλα έφυγε βιαστικά. Ύστερα από κάποια ώρα, έφτασε και πάρκαρε δίπλα στο μαγαζί ένα φορτηγάκι. Παρέδωσε κάτι κιβώτια και η διανομή ξανάρχισε. Η ουρά πήρε να προχωράει. Οι σακούλες ήταν ωραίες και μεγάλες με τη ζωγραφιά του Μίσα μπροστά. Η Άνελι ανυπομονώντας μετρούσε κεφάλια. Κάθε λίγο και λιγάκι, έκανε κι από ένα επί τόπου να ζεσταθεί. Κι όσο πλησίαζε, την έτρωγε η η έγνοια. Κακό προαίσθημα είχε και δεν ήξερε γιατί. Τη στιγμή που έφυγε η μπροστινή και σήκωσε το χέρι της να πληρώσει τα λίγα καπίκια:
«Πού είναι τα κουπόνια σου;» έκανε η υπάλληλος πίσω από το τζαμάκι. Κι όταν της τα έδωσε κι αυτά: «Τυχερή είσαι, η τελευταία σακούλα».
    
Εκείνη την ώρα, μια φωνή λαχανιασμένη ακούστηκε από πίσω:
«Πρόλαβα, δεν πρόλαβα; Συγνώμη που άργησα... Σ' ευχαριστώ πολύ!»
    
Ήταν η μπροστινή της που είχε γυρίσει!
«Σε ποια να τη δώσω τώρα;» ρώτησε η υπάλληλος κρατώντας τη σακούλα στον αέρα.
    
Η Άνελι έδειξε με τα μάτια την άλλη.
«Ήταν πριν από μένα», ομολόγησε αναστενάζοντας βαθιά.
«Να 'σαι καλά!» της φώναξε η κυρία, «καλή πρωτοχρονιά!»
    
Αισθάνθηκε σαν να είχε χάσει μόλις το ραντεβού με τον Άγιο Βασίλη.
«Τέλος οι σακούλες!» είπε η υπάλληλος δυνατά και πήγε να κλείσει το τζάμι. Αλλά καθώς γύρισε να φύγει:
«Να σσ...ας πω, με συγχωρείτε...» μουρμούρισε η Άνελι δειλά.
    
Η υπάλληλος την κοίταξε σαν τη μύγα που περνάει μπροστά από τη σκοτώστρα.
«Είναι η Βάικε, εκεί;»
«Τι πράμα;»
«Λέω, μήπως είναι η Βάικε, εκεί;» επανέλαβε με φωνή πιο σίγουρη τώρα.
«Βάικε!» φώναξε, «έλα, σε ζητάνε».
    
Στο τζάμι μπροστά παρουσιάστηκε μια κοπέλα με μεγάλα κοκάλινα γυαλιά.
«Θέλετε κάτι;» ρώτησε. Η Άνελι ξερόβηξε:
«Χαιρετίσματα από τον Γιάνους!» είπε ξεθαρρεμένα.
    
Οι πωλήτριες κοίταξαν η μία την άλλη.
«Τέλος η διανομή!» φώναξε η Βάικε στην ουρά που πήγαινε να ξαναφτιάξει. Σκόρπισαν όλοι και απόμεινε η Άνελι μόνη να περιμένει. Τότε η επονομαζόμενη Βάικε έσκυψε χαμηλά. Έβγαλε κάτω από τον πάγκο μία σακούλα. Ήταν μεγάλη, χρωματιστή και, κυρίως, φουσκωμένη... Μια σούπερ σακούλα γεμάτη πράγματα! Και ο Μίσα στη θέση του, κανονικά.
    
Τα μάγουλα της Άνελι ζωήρεψαν τόσο που φώτισαν σαν χριστουγεννιάτικα λαμπάκια. Πήρε τη σακούλα στα χέρια της, μεγάλη όσο μία αγκαλιά και έτρεξε να προλάβει το λεωφορείο που ερχότανε.
    
Στο σπίτι όπου γύρισε έγινε πανηγύρι. Άπλωσε τον θησαυρό στο τραπέζι και όλοι απόμειναν να τον κοιτάζουνε.
«Βλέπω καλά; Μανταρίνια!» είπε η μητέρα.
«Κρασί από το Τοκάι!» έκανε ο πατέρας.
«Λουκάνικα Φρανκφούρτης!» συμπλήρωσε η γιαγιά και σκούπισε ένα δάκρυ, γιατί θυμήθηκε τα νιάτα της από τα χρόνια, τα προ-σοβιετικά. Από τότε είχε να δει λουκάνικα Φρανκφούρτης.
    
Ο Γιάαν ο μικρός, άπλωσε το χέρι του να πάρει το ζαχαρούχο Λετονίας, ενώ από δίπλα, ο θείος Άλντο τσάκωνε το καλύτερο:
«Ζντάνα! Στιγμιαίος καφές!» είπε με επισημότητα.
    
Μονάχα ο Κάλιου σήκωσε απλώς τον ώμο του:
«Το δεματάκι του Μπρέζνιεφ;» έκανε σκάζοντας μισό χείλι προς την Άνελι.
    
Είχε ακούσει, είν' αλήθεια, για το δεματάκι που έδιναν από το σωματείο, όταν και όπου μπορούσανε και δεν ήτανε δώρο, τα στάζανε κανονικά για να το πάρουνε. Μα τούτο δω ήταν δωρεάν και μάλιστα από χέρι του «κάτω πάγκου», όπως λέγανε. Τύχη βουνό στην ατυχία της και γούρι!
«Τ' ακούς;» ήθελε να πει στον Κάλιου. Μα κείνος είχε χωθεί στην τηλεόραση και κοίταζε τις χορεύτριες του καμπαρέ -το 'χανε τάξιμο κάθε Πρωτοχρονιά λίγο Δυτικό πρόγραμμα για όλες τις άλλες, τις κανονικές μέρες. Η μητέρα ετοίμαζε την πατατοσαλάτα στην κουζίνα, ο πατέρας σερβίριζε το Τοκάι και η γιαγιά κοιμότανε στον καναπέ με ένα λουκάνικο στο χέρι. Ο καινούργιος χρόνος έμπαινε λαμπρά. Η καρδιά της Άνελι ταρακουνιόταν. Περίμενε ματαίως να δει στην τηλεόραση Μπόναι Εμ.
«Θέλεις κρασί;» έκανε στον Κάλιου, απλώνοντάς του το ποτήρι. Μα εκείνος δεν γύρισε τη φορά αυτή να την κοιτάξει.

*Τελευταίο βιβλίο της Μαγδαληνής Θωμά είναι η νουβέλα "Θα ερχόσουν μαζί μου στη Νορβηγία;" (εκδόσεις Βακχικόν 2015).

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog