Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 23

Λεοπόλδο Άλας Κλαρίν: Ένας εργάτης

Μεταφράζει ο Τάσος Ψάρρης
Ο Λεοπόλδο Άλας [Leopoldo García-Alas y Ureña], γνωστός επίσης και ως Κλαρίν, θεωρείται από τους σημαντικότερους πεζογράφους της Ισπανίας. Γεννημένος το 1851 στη Θαμόρα, είναι κυρίως γνωστός για το ογκώδες μυθιστόρημά του Ρεχέντα, έργο εφάμιλλο της Μαντάμ Μποβαρύ, από το οποίο και επηρεάστηκε. Ο Άλας ήταν από τους πρωτεργάτες του ισπανικού ρεαλισμού, του λογοτεχνικού ρεύματος που επικράτησε στην Ιβηρική χερσόνησο κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Έγραψε επίσης πολλά εξαιρετικά μικρά έργα, όπως τις νουβέλες El Señor, Las dos cajas και Dona Berta, και τις συλλογές διηγημάτων Cuentos morales, El gallo de Socrates και El Señor y lo demas, son cuentos. Το διήγημα Ένας εργάτης (Un jornalero) προέρχεται από την τελευταία συλλογή.Ο Φερνάντο Βιδάλ έβγαινε από τη Βιβλιοθήκη της Ν., όπου είχε δουλέψει, ως συνήθως, από τις τέσσερις το απόγευμα. Ήταν εννιά το βράδυ· μόλις είχε σκοτεινιάσει.
Η Βιβλιοθήκη ήταν ανοικτή για το κοινό μόνο το πρωί. Οι θυρωροί και οι άλλοι υπάλληλοι έμεναν στο ισόγειο του κτιρίου, και ο Φερνάντο είχε το προνόμιο να απολαμβάνει μόνος του τη Βιβλιοθήκη τα απογεύματα και τις νύχτες, με τους εξής όρους: να είναι πάντα ασυνόδευτος, να καλύπτει τα έξοδα του ηλεκτρικού ρεύματος που κατανάλωνε, και να ανοίγει και να κλείνει ο ίδιος, αφήνοντας φεύγοντας τα κλειδιά στο σπίτι του επιστάτη.
Σε όλη τη Ν., πόλη πολλών χιλιάδων κατοίκων, βιομηχανική, πλούσια, γεμάτη εργοστάσια, δεν υπήρχε πολίτης που να αμφισβητούσε ή να ζήλευε το προνόμιο του Βιδάλ σχετικά με τη Βιβλιοθήκη.
Όπως πάντα, ο Φερνάντο κλείδωσε καλά την εξωτερική πόρτα με το τεράστιο κλειδί, κρατώντας σφιχτά την αρμαθιά που σχημάτιζε μαζί με τα υπόλοιπα, προχώρησε μερικά μέτρα στο πεζοδρόμιο, απορροφημένος, ψάχνοντας, χωρίς να το σκέφτεται, το κουδούνι της πόρτας του σπιτιού του επιστάτη, που βρισκόταν σε απόσταση μερικών μέτρων, στο ίδιο κτίριο.
Αλλά χτύπησε μάταια. Δεν άνοιγαν, δεν απαντούσαν.
Ο Βιδάλ άργησε να αντιληφθεί τη σιωπή. Το μυαλό του ήταν γεμάτο με τις ιδέες που είχαν κατέβει μαζί του στον δρόμο αφήνοντας τις ψυχρές σελίδες των βιβλίων επάνω, στην αιώνια φυλακή.
“Δεν είναι κανείς εδώ”, σκέφτηκε στο τέλος, χωρίς να συνειδητοποιήσει ότι έπρεπε να τον παραξενέψει που δεν ήταν κανείς στο σπίτι του επιστάτη.
«Τι κάνω τώρα;» μονολόγησε, κουνώντας την αρμαθιά των κλειδιών που τον έκανε να μοιάζει με δεσμοφύλακα.
Εκείνη τη στιγμή πρόσεξε κάτι άλλο. Ότι η νύχτα ήταν σκοτεινή, ότι υπήρχαν λάμπες, τρείς, το θυμόταν καλά, κατά μήκος του δρόμου, κι ότι καμία δεν ήταν αναμμένη.
Έπειτα πρόσεξε ότι κανένας δεν θα θεωρούσε γελοία την κατάστασή του, γιατί δεν υπήρχε ψυχή στην οδό ντε λα Μπιμπλιοτέκα. Απόλυτη σιωπή.
Μια μακρινή έκρηξη τον έκανε να αναφωνήσει:
«Ένας πυροβολισμός!»
Ο πυροβολισμός, ή μάλλον η ίδια η λέξη, τον επανέφερε στην πραγματικότητα, στην αληθινή ζωή της πόλης του.
“Όταν έφυγα από το σπίτι, μετά το φαγητό, άκουσα να λένε στο καφενείο ότι απόψε θα γίνουν φασαρίες, ότι οι σοσιαλιστές οι αναρχικοί, ή κι εγώ δεν ξέρω ποιοι, προετοίμαζαν μια εξέγερση για να βγάλουν από τη φυλακή κάποια από τα μέλη της παράταξής τους, και να διακηρύξουν ό,τι μπορεί να διακηρυχτεί. Αυτό πρέπει να είναι. Μάλλον γίνονται φασαρίες.
“Θεός φυλάξοι!” συνέχισε να σκέφτεται, “αν γίνονται φασαρίες, αν συμβαίνει κάτι σοβαρό, ίσως αύριο η Βιβλιοθήκη να είναι κλειστή, ίσως να μην με αφήσουν ή να μην μπορέσω να έρθω το απόγευμα για να τελειώσω τη μελέτη του χειρογράφου στο οποίο έχω ανακαλύψει τόσο πολύτιμα στοιχεία για την ιστορία των ταραχών των συντεχνιών της Ρ. τον _αιώνα. Συμφορά! Αν αύριο δεν ολοκληρώσω τη δουλειά μου, το επόμενο τεύχος της Κοινωνιολογικής και Ιστορικής Επιθεώρησης θα κυκλοφορήσει χωρίς το άρθρο μου, και κανείς δεν ξέρει αν ο κύριος Φλίντερ της Επιθεώρησης των Κοινωνικών και Ηθικών Επιστημών της Ζυρίχης θα με προλάβει, αν αληθεύει, όπως μου γράφουν από εκεί, ότι είδε αυτό το πολύτιμο ντοκουμέντο πέρυσι, όταν εκείνος βρισκόταν εδώ κι εγώ στο Βισύ.
“Όχι, χίλιες φορές όχι. Αυτό δεν μπορώ να το επιτρέψω. Όχι από παιδική έπαρση, αλλά γιατί αυτοί οι ευπαίδευτοι σοσιαλιστές μού είναι αντιπαθείς. Ο Φλίντερ σίγουρα κοιτάζει το συμφέρον του. Σίγουρα θα ερμηνεύσει αυτό το χειρόγραφο κατά βούληση. Με τα στοιχεία που ευνοούν τις θεωρίες του θέλει να κάνει μεγαλεία, να προσκομίσει αδιάσειστες αποδείξεις, αν και κάτι τέτοιο, Θεέ και Κύριε, αποτελεί βεβήλωση της ιστορίας, της τέχνης, της επιστήμης... Όχι, όχι. Εγώ θα πω πρώτος τη γυμνή αλήθεια, αμερόληπτα, αναγνωρίζοντας όλα τα στοιχεία του χειρογράφου που ρίχνουν φως σ’ ένα τόσο επίμαχο ζήτημα, χωρίς όμως να μετατρέψω την έρευνά μου σε όπλο είτε των μεν είτε των δε. Βαρέθηκα τους ουτοπιστές και τους δογματιστές…”
Ακούστηκε κι άλλος πυροβολισμός.
“Λοιπόν, αυτό πρέπει να είναι. Πρέπει να γίνονται φασαρίες.”
Ο Βιδάλ άρχισε να ανηφορίζει με θάρρος τον δρόμο. Στρίβοντας στη γωνία, που βρισκόταν μακριά από τη Βιβλιοθήκη, στον παρακείμενο δρόμο, περίπου στα τριάντα βήματα, είδε στη λάμψη μιας πυράς έναν ακανόνιστο, ζοφερό σωρό που έκλεινε τον δρόμο, που εμπόδιζε τη θέα. “Πρέπει να είναι ένα οδόφραγμα”.
Γύρω από την πυρά διέκρινε σκιές. “Άντρες με τουφέκια” σκέφτηκε. “Δεν είναι στρατιώτες· πρέπει να είναι εργάτες. Βρίσκομαι στα χέρια των εχθρών της τάξης”.
Μια ισχυρή ομοβροντία επιβεβαίωσε τις υποψίες του· άκουσε μπερδεμένες κραυγές, βογγητά, βλαστήμιες.
Δεν υπήρχε αμφιβολία, γίνονταν φασαρίες. “Εκείνο εκεί ήταν ένα οδόφραγμα, και ήταν αδύνατον να το περάσει κανείς.”
Γύρισε πίσω, και μόλις έφτασε στην πόρτα της Βιβλιοθήκης κοντοστάθηκε, έξυσε το ένα του αυτί και συλλογίστηκε. “Αύριο, καλώς ή κακώς, η Βιβλιοθήκη θα είναι κλειστή. Το άρθρο μου δεν θα μπορέσει να βγει εγκαίρως. Ο Φλίντερ θα με προλάβει. Ας μην αφήσουμε για αύριο ό,τι μπορούμε να κάνουμε σήμερα”.
Ακούστηκε μακριά κι άλλη ομοβροντία, ενώ ο Βιδάλ έβαζε το μεγάλο κλειδί στην κλειδαρότρυπα και άνοιγε την πόρτα της Βιβλιοθήκης. Κλείνοντάς την από μέσα άκουσε κι άλλους πυροβολισμούς, πολύ πιο κοντά, και φωνές και οιμωγές. Ανέβηκε τη σκάλα ψηλαφιστά, κι όταν έφτασε σε μια άλλη κλειστή πόρτα πρόσεξε ότι υπήρχε σκοτάδι. Άναψε ένα σπίρτο, άνοιξε την πόρτα μπροστά του και μπήκε στο θυρωρείο, δίπλα από το αναγνωστήριο. Άναψε ένα λυχνάρι πετρελαίου που το τζάμι του ήταν ακόμα ζεστό, καθώς ήταν το ίδιο με το οποίο είχε φωτίσει πριν από λίγα λεπτά τον χώρο. Μπήκε με το φως του στο αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης, βρήκε τα βιβλία και τα χειρόγραφά του, που τα είχε τοποθετήσει σε μια γωνιά, και πέντε λεπτά αργότερα δούλευε με πυρετώδη ζήλο, ξεχνώντας τον κόσμο που τον περιέβαλλε, χωρίς να ακούει τους πυροβολισμούς που αντηχούσαν σε κοντινή απόσταση.
Ούτε και ίδιος ήξερε πόση ώρα παρέμεινε έτσι. Κάποτε αναγκάστηκε να διακόψει τη δουλειά του γιατί το λυχνάρι άρχισε να σβήνει. Η φλόγα τσιτσίριζε, το φως ξεψυχούσε βγάζοντας μια πολύ άσχημη μυρωδιά και σχηματίζοντας φευγαλέες λάμψεις. Ο Φερνάντο καταράστηκε την τύχη του και την κακή του μνήμη που δεν του είχε επιτρέψει να θυμηθεί ότι το λυχνάρι δεν είχε πολύ πετρέλαιο. Στο τέλος, μάζεψε βιαστικά τα χαρτιά, και βγήκε από τη Βιβλιοθήκη στα σκοτεινά, ψηλαφιστά. Έφτασε στην κεντρική έξοδο, άνοιξε, βγήκε. Και γυρνώντας για να κλείσει, αισθάνθηκε δύο σιδερένια χέρια να τον κρατούν κι από τους δύο ώμους και άκουσε βραχνές και εχθρικές φωνές να κραυγάζουν:
«Άλτ!»
«Συλλαμβάνεσαι!»
«Ένας αστός!»
«Σκοτώστε τον!»
“Αυτοί είναι” σκέφτηκε ο Βιδάλ. “Οι δραστήριοι και επιδέξιοι σύντροφοι του κυρίου Φλίντερ!”
Πράγματι, ήταν οι σοσιαλιστές, οι αναρχικοί, ή όπως αλλιώς ονομάζονταν, που είχαν θριαμβεύσει, σ’ εκείνη τουλάχιστον τη γειτονιά. Είχαν συγκεντρώσει κι άλλους αστούς από την περιοχή και είχαν κάνει αυτό που ήθελαν, σκοτώνοντας κάποιους και τραυματίζοντας βαριά κάποιους άλλους, ελευθερώνοντας τους πιο τυχερούς με μερικά μόνο χτυπήματα. Η εμφάνιση του Φερνάντο, που δεν φανέρωνε ούτε μεγάλη χλιδή ούτε υπερβολικά πλούτη καμωμένα από τον ιδρώτα των φτωχών, τους εξαγρίωσε αντί να τους ηρεμήσει. Ήταν έτοιμοι να τον πυροβολήσουν και του έκαναν ξεκάθαρη την πρόθεσή τους.
Κάποιος που έμοιαζε με αρχηγός κοίταξε το κτήριο απ’ όπου έβγαινε ο Βιδάλ και αναφώνησε:
«Αυτή είναι η Βιβλιοθήκη! Είναι ένας σοφός! Ένας σοφός αστός!»
«Θάνατος! Θάνατος!»
«Να τον σκοτώσουμε χτυπώντας τον με τα βιβλία. Να τον πάμε επάνω στην Βιβλιοθήκη και να τον λιθοβολήσουμε με τα βιβλία, με τα σιχαμερά βιβλία που έχουν εκδώσει ο κλήρος, η αριστοκρατία και η μπουρζουαζία για να εκμεταλλευτούν τους φτωχούς, να τους εξαπατήσουν, να τους υποβιβάσουν στην ηθική και υλική σκλαβιά».
«Μπράβο, μπράβο!»
«Καλύτερα να τον κάψουμε σε μια πυρά από χαρτιά».
«Αυτό είναι, αυτό είναι!»
«Να τον ψήσουμε στη βιβλιοθήκη του».
Με σπρωξιές και τραβολογήματα, παρασυρμένος από εκείνη την κτηνώδη και ορμητική λαίλαπα, ο Φερνάντο οδηγήθηκε στο ίδιο αναγνωστήριο όπου, λίγο πριν, μελετούσε τον κώδικα στον οποίο ενδεχομένως υπήρχαν κάποιες αρχαίες αναλαμπές, προάγγελοι της μεγάλης θύελλας που λυσσομανούσε τώρα πάνω από το κεφάλι του.
Οι στασιαστές έφεραν πυρσούς και τουφέκια. Το αναγνωστήριο φωτίστηκε από ένα κόκκινο φως με τρεμάμενες, τρομακτικές λωρίδες σκιάς. Η ομάδα που ανέβηκε στο αναγνωστήριο δεν ήταν πολυάριθμη αλλά πολύ άγρια.
«Κύριοι» φώναξε δυνατά ο Βιδάλ. «Στο όνομα της προόδου, σας εκλιπαρώ να μην κάψετε τη βιβλιοθήκη. Η επιστήμη είναι αμερόληπτη, η ιστορία είναι ουδέτερη. Αυτά τα βιβλία είναι αθώα, δεν λένε ούτε ναι ούτε όχι. Υπάρχουν τα πάντα εδώ. Εκεί, σʼ εκείνους τους μεγάλους τόμους, βρίσκονται τα κείμενα των Αγίων Πατέρων, που κάποια από τα χωρία τους αναγνωρίζουν το δίκιο σας απέναντι στους πλουσίους. Σʼ εκείνο το ράφι μπορείτε να δείτε τους σοσιαλιστές και τους κομουνιστές του ’45. Σʼ εκείνο εκεί πέρα υπάρχει ο Λασάλ. Πιο κάτω έχουμε Το Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ. Και σε όλα αυτά τα ιερά βιβλία, μια ανεκτίμητη συλλογή, υπάρχουν διάφορα σοσιαλιστικά επιχειρήματα: το σαββατικόν έτος, η συνταξιοδότηση, η ίδια η ζωή του Ιώβ… Όχι! Η ζωή του Ιώβ δεν είναι σοσιαλιστικό επιχείρημα. Ωχ, όχι, αυτή είναι η σοβαρή φιλοσοφία, αυτή που θα γνωρίζουν οι φτωχές και φωτισμένες τάξεις των πολύ μελλοντικών και μακρινών αιώνων».
Ο Φερνάντο απόμεινε σκεφτικός, και διέκοψε την ομιλία του, ξεχνώντας τον κίνδυνο που διέτρεχε ο ίδιος και η βιβλιοθήκη. Η ομιλία όμως, αμέσως μόλις έγινε κατανοητή, άσκησε κάποια επίδραση. Ο αρχηγός, ένας μοντέρνος φιλόσοφος του καφενείου και του κλαμπ, ένας απʼ αυτούς τους λογοκόπους και θρασείς δημαγωγούς που αφθονούν, άπλωσε το χέρι του για να κατευνάσει το κύμα της γενικής οργής.
«Ακίνητοι» είπε. «Ας πορευτούμε εν τάξει. Ας ακούσουμε αυτόν τον αστό. Πριν από τη φωτιά της εκδίκησης, το φως του διαλόγου. Ας διαλεχθούμε. Απόδειξέ μας ότι αυτά τα βιβλία δεν είναι εχθροί μας και θα τα σώσεις από τις φλόγες. Απόδειξέ μας ότι δεν είσαι ένας άθλιος αστός, ένας τεμπέλης που ζει όπως ένας βρικόλακας, πίνοντας το αίμα του εργάτη, και θα σου χαρίσουμε τη ζωή, η οποία τώρα κρέμεται από μια κλωστή».
«Όχι, όχι! Θάνατος, θάνατος στον σοφιστή!» φώναξε ένας τσαγκάρης, τρομοκρατημένος από την χρήση αυτής της λέξης που δεν την καταλάβαινε, αλλά που την πρόφερε σωστά και με έμφαση.
«Είναι ένας σοφιστής!» επανέλαβε η ομάδα, και μια ντουζίνα κάννες πλησίασαν στο πρόσωπο και το στήθος του Φερνάντο.
«Ψυχραιμία! Ψυχραιμία! Περιμένετε!» κραύγασε ο αρχηγός που δεν ήθελε να σκοτώσει πριν θριαμβεύσει πρώτα επί του σοφιστή. «Ας τον ακούσουμε, ας διαλεχθούμε».
Αφηρημένος, χωρίς να αναλογίζεται τον τεράστιο κίνδυνο που διέτρεχε εγκύπτοντας στην ψυχολογία των μαζών, στην “κοινωνιολογική τερατολογία” όπως τη χαρακτήριζε ο ίδιος, ο Βιδάλ ερευνούσε εκείνη την ισχυρή παραφροσύνη που τον κρατούσε στα νύχια της. Είδε με τη φαντασία του, ταυτόχρονα, το χορωδιακό των τρελών της τέταρτης πράξης του Παίζοντας με τη φωτιά (1), και τον κύριο Φλίντερ και πολλούς άλλους που, σε τελικά ανάλυση, ήταν υπεύθυνοι για όλη αυτή τη σύγχυση ιδεών και παθών. “Είναι η λογική μεταμορφωμένη σʼ ένα μπερδεμένο κουβάρι αλειμμένο με μπαρούτι που θα λειτουργήσει ως το φιτίλι μιας κοινωνικής έκρηξης!” σκεφτόταν.
«Θάνατος!» ξαναφώναξαν.
«Όχι, αφήστε τον να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να μας πει τι είναι, πώς βγάζει τα προς το ζην».
«Αχ! Δουλεύοντας σκληρά όπως κι εσύ, τίμια όπως κι εσύ!» φώναξε ο Βιδάλ γυρνώντας προς εκείνον που είχε μιλήσει. Δυναμικά, θαρραλέα, παθιασμένα, κινήθηκε παραμερίζοντας με τα χέρια τα τουφέκια που τον στόχευαν και τον εμπόδιζαν να δει τον αντίπαλό του.
Τον είχαν πληγώσει βαθύτατα. Έχοντας βιώσει διαφόρων ειδών ματαιότητες στη μακρά ζωή του ως λόγιος και συγγραφέας, το μόνο που του απέμενε πλέον ήταν η περηφάνια της δουλειάς του. Μετά από εκτεταμένη ενδοσκοπική ανάλυση, η μόνη αρετή που θεωρούσε πως άξιζε να ονομάζεται έτσι, ήταν εκείνη της δουλειάς, μονάχα αυτή!
«Τόσο καλά όσο και εσύ. Πρέπει να ξέρεις ότι, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα του ζητήματος “κεφάλαιο και μισθός”, το οποίο είναι προς επίλυση, όπως είναι φυσικό, γιατί ο κόσμος δεν γνωρίζει ακόμα όσα χρειάζεται για να διευθετήσει ένα τόσο σύνθετο πρόβλημα, όποια κι αν είναι η έκβαση της μάχης μεταξύ κεφαλαιούχων και εργατών, εγώ είμαι από τους ανθρώπους που, ακόμα κι αν πεθαίνουν της πείνας, δεν βάζουν στο στόμα τους ένα κομμάτι ψωμί αν δεν είναι σίγουροι ότι το έχουν κερδίσει τίμια¬.
»Δουλεύω όλη μου τη ζωή, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Εγώ δεν ζητάω οκτάωρο εργασίας (2), γιατί οι οκτώ ώρες δεν μου αρκούν για το τεράστιο έργο που έχω μπροστά μου. Εγώ είμαι ένας χτίστης που δουλεύει σʼ έναν τοίχο που ξέρει ότι δεν πρόκειται να τον δει ποτέ τελειωμένο, και είμαι σίγουρος ότι όταν φτάσω στο ψηλότερο σημείο θα πέσω με το κεφάλι από τη σκαλωσιά. Εγώ εργάζομαι στη φιλοσοφία και την ιστορία και ξέρω ότι όσο περισσότερο εργάζομαι, τόσο περισσότερο προσγειώνομαι στην πραγματικότητα. Δραπετεύω από τη γη ανεβαίνοντας προς τον ουρανό, βέβαιος ότι δεν θα φτάσω στον παράδεισο κι ότι θα χαθώ σε μια άβυσσο, παρʼ όλα αυτά ανεβαίνω, εργάζομαι. Έχω βιώσει στη ζωή ψευδαισθήσεις, έρωτες, ιδανικά, μεγάλες χαρές, ακόμα και μεγάλες φιλοδοξίες. Σιγά σιγά τα έχασα όλα. Πλέον δεν πιστεύω στις γυναίκες, στους ήρωες, στις δοξασίες, στα συστήματα, αλλά το μόνο που δεν απαρνιέμαι είναι η δουλειά. Είναι η ιστορία της ψυχή μου, ο καθρέφτης της ύπαρξής μου. Στο οικουμενικό χάος δεν θα αναγνώριζα τον εαυτό μου αν δεν αναγνώριζα τα ίχνη μου στα απόνερα των προσπαθειών μου. Αναγνωρίζω τον εαυτό μου από τον ιδρώτα του μετώπου μου και την κόπωση της ψυχής μου. Είμαι ένας εργάτης του πνεύματος που τα νεύρα του, αντί να μειώνουν την κούραση του, του στερούν ώρες ξεκούρασης. Την ώρα του ύπνου, στα σκοτεινά, δουλεύω στο κρεβάτι μου χωρίς να το θέλω, στύβοντας το μυαλό μου, δίχως αμοιβή, δίχως όφελος. Και τη μέρα συνεχίζω να δουλεύω για να βγάλω το ψωμί μου και να προχωρήσω το έργο μου. Εγώ δεν ζητάω χειραφέτηση, δεν ζητάω συμβιβασμούς, δεν ζητάω εκδίκηση. Από τα δέκα μου χρόνια, δεν έχει σκοτεινιάσει ούτε μία φορά χωρίς να έχω κομμένο πανί για να δουλέψω τη νύχτα που ερχόταν, χωρίς να σβήσει το λυχνάρι μου· ακόμα και τις λιγοστές νύχτες που δεν έχω δουλέψει στη ζωή μου, κουράστηκα από τις τύψεις γιατί δεν είχα ολοκληρώσει την εργασία μου. Ως παιδί, ως έφηβος, δούλευα πάντα πλάι στη λάμπα της μητέρας μου· η δουλειά μου ήταν το σχολείο της ψυχής μου, η συντροφιά της ηλικιωμένης μητέρας μου, η προσευχή του πνεύματός μου, η τροφή του σώματος του δικού μου και του δικού της.
»Ήμασταν τρεις: η μητέρα μου, η δουλειά κι εγώ. Σήμερα πλέον μένουμε ξύπνιοι τη νύχτα μόνοι εγώ και η δουλειά μου. Δεν έχω άλλη οικογένεια. Το όνομά μου θα χαθεί, η ανάμνηση της ταπεινής μου ύπαρξης θα πεθάνει σύντομα, όμως η δουλειά μου θα συνεχίσει να υπάρχει στα ράφια των αρχείων, μέσα στη σκόνη, σαν ένα κομμάτι κάρβουνο που ίσως κάποτε ανάψει και χαρίσει φως από την επαφή με τη σπίθα ενός μελλοντικού εργάτη, ενός άλλου φουκαρά λόγιου όπως εγώ που θα με βγάλει από το σκοτάδι και την ανυποληψία».
«Μα εσένα δεν σʼ έχουν εκμεταλλευτεί. Ο ιδρώτας σου δεν έχει χρησιμοποιηθεί για να θρέψει κάποιους άλλους¬¬» διέκοψε ο αρχηγός.
«Από τη δουλειά μου¬» συνέχισε ο Βιδάλ, «έχουν πλουτίσει άλλοι: επιχειρηματίες, κεφαλαιούχοι, εκδότες βιβλιοθηκών και εφημερίδων. Δεν είναι όμως σίγουρος ότι δεν είχαν το δικαίωμα. Δεν με παρηγορεί πια το ότι μπορώ να κάνω μια οργισμένη διαμαρτυρία με πραγματικά καλή πίστη. Είναι ένα πολυσύνθετο πρόβλημα. Μένει να διερευνηθεί εάν είναι άδικο να παραμένω εγώ φτωχός και να έχουν πλουτίσει εκείνοι που συνεισέφεραν μόνο υλικά στις εκδόσεις μου –χαρτί, πιεστήριο, εμπορία.
»Δεν έχω τον χρόνο για να ερευνήσω αυτό το πρόβλημα, γιατί τον χρειάζομαι για να αφοσιωθώ αποκλειστικά στο έργο μου. Αυτό που ξέρω είναι ότι ετούτη η αδιάκοπη εργασία, με το σώμα διπλωμένο, τα πόδια ακίνητα, το μυαλό να βράζει χωρίς σταματημό, στραγγίζοντάς με ψυχικά και σωματικά, μου έχει καταστρέψει το στομάχι. Μετά βίας μπορώ να χωνέψω το ψωμί που βγάζω. Και ακόμα χειρότερα, οι ιδέες που συλλαμβάνω μου δηλητηριάζουν την καρδιά και μου διαταράσσουν τη σκέψη. Αλλά δεν έχω ούτε καν την παρηγοριά ότι μπορώ να παραπονεθώ, γιατί αυτό το παράπονο ίσως να ήταν, σε τελική ανάλυση, μια παιδικότητα. Λυπηθείτε με, εντούτοις, αγαπητοί μου σύντροφοι, που δεν υποφέρω λιγότερο από εσάς, και που δεν μπορώ ούτε θέλω να επιζητήσω αποκατάσταση ή αντεκδίκηση. Γιατί δεν ξέρω εάν υπάρχει κάτι για να αποκατασταθεί, ούτε εάν είναι δίκαιο να αποκατασταθεί. Δεν κοιμάμαι, δεν χωνεύω, είμαι φτωχός, δεν πιστεύω, δεν ελπίζω, δεν μισώ, δεν εκδικούμαι. Είμαι ένας εργάτης σʼ ένα τρομερό ορυχείο που εσείς δεν γνωρίζετε, που θα σας φαινόταν σαν κόλαση αν το βλέπατε, και που, παρʼ όλα αυτά, ίσως είναι ο μοναδικός παράδεισος που υπάρχει. Σκοτώστε με, αν το επιθυμείτε, αλλά σεβαστείτε τη βιβλιοθήκη, που είναι ένα κοίτασμα άνθρακα για το πνεύμα του μέλλοντος».
Οι κοινοί άνθρωποι, όπως συμβαίνει πάντα όταν ακούνε μακρές και εμπνευσμένες ομιλίες, σώπαιναν, δείχνοντας σεβασμό απέναντι στο θρησκευτικό μυστήριο της σκοτεινής σκέψης, εκείνης της ειδωλολατρικής θεότητας των σύγχρονων μαζών, ίσως και τον παντοτινών. Η αγόρευση είχε κατευνάσει τα πάθη. Οι εργάτες δεν ήταν πεπεισμένοι αλλά μπερδεμένοι, καθησυχασμένοι παρά την απροθυμία τους. Εκείνος ο άνθρωπος κάτι προσπαθούσε να πει.
Θαρρείς και επρόκειτο για μόλυνση, κολλούσαν την αρρώστια του Βιδάλ· ξεχνούσαν τη δράση και παρέμεναν ακίνητοι για να συζητήσουν ήρεμα και να σκεφτούν. Ακόμα και το μέρος, εκείνοι οι γεμάτοι με βιβλία τοίχοι, τους εξασθένιζε. Αποκτούσαν σιγά σιγά τη μορφή ενός ερωτευμένου λέοντα που αφήνει να του κόψουν τα νύχια.
Ξαφνικά άκουσαν έναν μακρινό θόρυβο. Ένας λόχος στρατιωτών ανέβαινε τη σκάλα. Ήταν χαμένοι. Υπήρξε μια ανώφελη απόπειρα αντίστασης. Κάποιοι πυροβολισμοί· δυο τρεις τραυματίες. Λίγο αργότερα, εκείνη η εξαφανισμένη, ηττημένη ομάδα των στασιαστών βρισκόταν στη φυλακή. Ο Βιδάλ πήγε μαζί τους δεμένος πισθάγκωνα. Κατά τη γνώμη του διοικητή των νικηφόρων δυνάμεων, γνώμη φρικτή και ισχυρή, εκείνος ο γηραλέος κύριος ήταν ο επικεφαλής της ομάδας των αναρχικών που είχαν αιφνιδιάσει στη βιβλιοθήκη.
Πέρασαν όλοι από στρατοδικείο, όπως ήταν φυσικό. Η αστραπιαία εφαρμογή του τυφλού στρατιωτικού νόμου υποστηρίχθηκε από τον εγωισμό και τον φόβο του αληθινού αρχηγού και από την έχθρα των συντρόφων του. Ήταν όλοι οργισμένοι μʼ εκείνον τον προδότη, εκείνον τον μυστικό αστυνομικό, ή ό,τι ήταν τέλος πάντων, που τους είχε ξεγελάσει με τις σοφιστείες και τις ρητορείες του και τους είχε κάνει να ξεχάσουν την λυτρωτική αποστολή τους, την κατάστασή τους, τον κίνδυνο. Όλοι κατέθεσαν εναντίον του. Ναι, ο Βιδάλ ήταν ο επικεφαλής. Με αυτόν τον τρόπο ο αρχηγός την έβγαλε καθαρή, γιατί το έλεος σε κατάσταση πολιορκίας όριζε επιβολή της εσχάτης των ποινών μόνο στους επικεφαλείς των εξεγέρσεων, σε μια κατηγορία στην οποία ανήκε αναμφίβολα ο Βιδάλ. Έτσι, ενώ αυτός που ήθελε να συζητήσει μαζί του τις βάσεις τις κοινωνίας, ο αληθινός αρχηγός, έμεινε ελεύθερος για να κηρύττει και να βγάζει φλογερούς λόγους, ο φτωχός εργάτης του πνεύματος, ο ονειροπόλος και καλλιεργημένος Φερνάντο Βιδάλ έχανε με συνοπτικό τρόπο τη ζωή του μέσω της κλασικής και άκρως συντηρητικής οδού των τεσσάρων πυροβολισμών.

Σημειώσεις
1. Jugar con fuego. Ισπανική οπερέτα (θαρθουέλα) του 1853, σε μουσική Francisco Asenjo Barbieri (1823-94). (Σ.τ.Μ.)
2. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα το εργατικό ωράριο ήταν δέκα ή δώδεκα ώρες. (Σ.τ.Μ.)

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog