Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 15

Ιορδάνης Κουμασίδης : "Μηδέν-μηδέν, 24 στιγμιότυπα που έκριναν τον αγώνα"

Μηδέν-μηδέν, 24 στιγμιότυπα που έκριναν τον αγώνα, Μυθιστόρημα, Ιορδάνης Κουμασίδης, 2012
 
ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗ
Αρετή και τόλμη χρειάζεται. Αρετή και τόλμη. Καμία σχέση με την παλιά εκπομπή της ετ2. Αρετή και τόλμη για ένα στοίχημα. Τέτοια στοιχήματα συνήθως τα βάζουν στα χωριά. Αλλά στην Ελλάδα οι κοινωνίες των μεσαίων σε μέγεθος πόλεων δεν αποτελούν παρά μεγάλα χωριά. «Δεν τολμάς να πας στο νεκροταφείο νύχτα», «χέζεσαι» και τέτοια. «Εγώ είμαι θαρραλέος», σκέφτηκε. Η ανταμοιβή; Δέκα χιλιάρικα και η πολυπόθητη διαβεβαίωση αποδοχής στις παρέες. Χρειάζονται τεκμήρια όμως. Οι οδηγίες είναι σαφείς. Στον τέταρτο κάθετο δρόμο, εντός του νεκροταφείου, αριστερά έχει ένα ακόμη δρομάκι, μικρότερο και χορταριασμένο, όπου χάσκει η φωτογραφία ενός μουστακαλή. Είναι ο κύριος Φ., ιδιαιτέρως άγνωστη προσωπικότητα στους κύκλους της πόλης. Η προσκόμιση αυτής της φωτογραφίας θα αποτελούσε το τεκμήριο ότι όντως πραγματοποιήθηκε η άφοβη βόλτα στις δυο τα ξημερώματα.
Το πήρε απόφαση, θα το κάνει. Οι περισσότεροι στο καφενείο δυσπιστούν. Πίνει δυο μπύρες τάκα τάκα –κερασμένες, ήδη η πρώτη ανταμοιβή- και ξεκινά αμέσως. Δυστυχώς είναι χειμώνας. Τα καλοκαίρια μπροστά απ’ τα μνήματα παιδιά και νεαροί έπαιζαν ποδόσφαιρο ή μπάσκετ (ή άλλοτε δίναν τα πρώτα ημί-ερωτικά τους ραντεβού) μέχρι πολύ αργά, μπαίνοντας συχνά μέσα στο χώρο των τάφων για να ξεδιψάσουν από την εκεί βρύση. Η παιδική χαρά και τα παραμελημένα γηπεδάκια ονομαζόταν κανονικά και με το νόμο ‘μνήματα’, ή ‘ταφεία’ για τις πόντιες μεγαλύτερης ηλικίας. Τα παιδιά ήταν απολύτως συμφιλιωμένα με τα νεκροταφεία. Κανείς δε φοβόταν. Μόνο κάπως οι πολύ μικροί της γειτονιάς που τους φοβέριζαν πως τάχα όταν πέφτει το πυκνό σκοτάδι βγαίνουν ορισμένοι νεκροί και κοιτούν αμίλητοι, χωρίς να παραβιάσουν τα όρια των μνημάτων, αυτή τη ζώνη ζωής-θανάτου. Αν σε δει λοιπόν ο νεκρός μπορεί και να σε πάρει μέσα μαζί του! Η φοβέρα εξαντλούσε την αποτελεσματικότητά της το πολύ μέχρι την ηλικία των δέκα ετών. Γενικώς όμως τα παιδιά παίζανε άφοβα. Λίγο αλλόκοτο το θέαμα για τους μη μυημένους. Στο γηπεδάκι ποδοσφαίρου –τσιμέντο και σύρματα, για να μη φεύγει η μπάλα, ουσιαστικά- συνωστιζόταν κόσμος και κοσμάκης για να παίξει, συχνά λάμβαναν χώρα και φοβερά ντέρμπυ μεταξύ ομάδων κατηχητικού. Τώρα όμως ήταν χειμώνας. Ερημιά. Ούτε καν σκυλιά να αλυχτάν για κάποιο απροσδιόριστο κίνδυνο. Θα το τολμούσε όμως. Αν γυρνούσε πίσω θα ήταν η μεγαλύτερη ήττα της ζωής του. Οπλίστηκε με θάρρος. Δεν πίστευε στη μεταφυσική αυτός. Προχώρησε. Μια μικρή στάση στη μέση του κεντρικού διαδρόμου των νεκροταφείων για να ‘κόψει κίνηση’. Μα τι κίνηση να χει τέτοιον καιρό και τέτοια ώρα; Μέχρι και οι νεκροί μοιάζανε να έχουν λουφάξει για να προφυλαχθούν από το κρύο. Τα ψυχοσάββατα μπορούν να περιμένουν. Η αιώνια ακινησία είναι δώρο. Προχώρησε κι άλλο. Γαμώτο, δε μέτρησε τους δρόμους για στρίψει στον τέταρτο. Ξανά πίσω. Τη δεύτερη φορά σου φαίνεται πιο εύκολο. Προχωράει σχεδόν ανέμελα τώρα. Σαν να έβλεπε τον εαυτό του να καμαρώνει –από μέσα του- υπό τους ήχους των χειροκροτημάτων στο καφενείο, και τις νοικοκυρές την επόμενη στη λαϊκή της Τετάρτης να διασπείρουν τιτιβίζοντας την πληροφορία, αυτή την πράξη απαράμιλλης τόλμης. Έστριψε. Έβλεπε ήδη τον μουστακαλή κύριο Φ. να του χαμογελά μέσα από τη φωτογραφία – το καντηλάκι του ήταν αναμμένο (χειμωνιάτικα; γιατί άραγε;). Πλησίασε με το ύφος του νικητή, το ύφος και το στυλ του μαραθωνοδρόμου που επιβραδύνει λίγο πριν τον τερματισμό καθώς ο δεύτερος δεν έχει εισέλθει καν ακόμη στο στάδιο. Ξαφνικά πάγωσε. Ένοιωσε κάτι κρύο να τον ακουμπά στον αριστερό αστράγαλο. Μια περίεργη, αραχνιασμένη φωνή ακούστηκε. «Και οι νεκροί… Ήρθε η ώρα που οι νεκροί θα πάρουν μαζί τους ζωντανούς», άκουσε πριν το κρύο χέρι τον τραβήξει από τον αστράγαλο μέσα σε έναν ανοιγμένο λάκκο. Δεν πρόλαβε καν να δει τη ζωή του να περνά σαν ταινία, άλλωστε δε θα είχε και ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως φιλμ. Σωριάστηκε με μιας, χωρίς καμία αντίσταση.
Ξύπνησε στο τρελοκομείο του νομού, αδύνατον να προσδιορίσει πόσο καιρό μετά, φάτσα με έναν αστυνομικό να επιμένει να τον ρωτά αν θα κάνει μήνυση σε αυτούς «που σκάρωσαν αυτήν τη ηλίθια φάρσα». Ποια φάρσα όμως; Αυτός ήταν σίγουρος πως επρόκειτο για επίθεση του άλλου κόσμου σε αυτόν. Κοίταξε καλύτερα τον αστυνομικό. Ξαναπάγωσε. Ήταν ο μουστακαλής! Όχι ολόιδιος, ο ίδιος. Άρχισε να ουρλιάζει. Έκανε να τιναχθεί απ το κρεβάτι αλλά κατάλαβε πως ήταν δεμένος πάνω σε αυτό. Ακινητοποιήθηκε. Πέθανε περίπου τρία χρόνια μετά, στο ίδιο κρεβάτι, χωρίς να έχει μετακινηθεί παρά ελάχιστα. Κανείς δεν τον επισκέφθηκε. Εκτός από τον μουστακαλή, που συχνά του χαμογελούσε από μια φωτογραφία καρφωμένη κάπου στο ταβάνι. 
Vakxikon Radio
Vakxikon Blog