Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 19

Εαρινό - Ειρήνη Παραδεισανού

Ω θεέ μου, πόσο ανώφελα κραυγάζεις! Σ’ ακούω απ’ τη βαθιά σπηλιά μου, εκεί που μ’ έριξες αιχμάλωτη του νου μου, και φοβάμαι θεέ μου... χρόνια τώρα δεν τολμώ να βγω, να σ’ αντικρίζω κατάματα.
Πώς να σ’ αντικρίσω εξάλλου;
Μ’ έπλασες δειλή και μου ’δωσες από πάνω μια ψυχή αχόρταγη, λιονταριού καρδιά σε σώμα μυρμηγκιού, έτσι μ’ έπλασες, μονάχα για να νομίζω πως μπορώ να σ’ αντικρίσω και να μην παραιτούμαι ποτέ κι εσύ να γελάς, θρονιασμένος εκεί ψηλά, με τις αδέξιες κινήσεις μου και τη γελοία εμμονή μου ν’ αρνιέμαι τη φύση μου την καρφωμένη στα πιο πυκνά σκοτάδια.
Μα ξέχασα..
Μ’ έπλασες σύννεφο μαύρο γεμάτο κεραυνούς και ρεύματα ηλεκτρικά που όμως μέσα του νομίζει πως είναι ήλιος.
Είδες λοιπόν πόσο γελοία σου φαίνομαι;
Φαντάζομαι, διασκεδάζεις πολύ εκεί πάνω... Τόσο σαδιστή ομολογώ δε σε περίμενα.. Να μου δίνεις ένα νου πεπερασμένο και μια γελοία από πάνω εμμονή πως είναι λέει παντοδύναμος.
Χα χα ας  γελάσω..
Και βαυκαλιζόμουνα στην εφηβεία μου με τα λόγια του Καζαντζάκη
«Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος»
Τα πιπιλούσα κι εγώ συνεχώς στις εκθέσεις μου... Τι ωραία που αισθανόμουν σαν έγραφα αυτό το χιλιοειπωμένο «Τη μοίρα μας τη φτιάχνουμε μόνοι μας.» ή το άλλο: «Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δε θέλω».

Έχεις ακούσει πιο γελοίο απόφθεγμα Θεέ μου;

Σίγουρα θα έχεις ξεκαρδιστεί εκεί πάνω μ’ αυτά.

Δεν ελπίζουμε -λέει- τίποτα και δε φοβόμαστε τίποτα.

Ας γελάσω δυνατά και πικραμένα. Αν το ’ξερα πως θα μ’ ακούσεις, θα ’βγαινα τώρα απ’ τη σπηλιά μου να σου φτύσω το γέλιο μου... Μη θαρρείς πως σε φοβάμαι. Το ξέρω όμως πως δε θ’ ακούσεις.
Γι’ αυτό το κρατάω αυτό το γέλιο για άλλες περιστάσεις. Όταν δε θα μπορώ να κάνω τίποτα άλλο, παρά να γελώ, όταν η τρέλα θα μ’ έχει πιάσει στις δαγκάνες της.

Έχεις προσέξει ποιοι σου μοιάζουν περισσότερο Θεέ μου; Οι παράφρονες. «Άρχισε να ψηλώνει ο νους της» λέει ο Παπαδιαμάντης για τη Φόνισσα. «Είχε εξαρθεί εις ανώτερα ζητήματα» λέει. Τι το’ θελε κι αυτή; Κάποια πράγματα Θεέ μου εμείς οι θνητοί πρέπει να τα αφήνουμε απλησίαστα...
Βέβαια δεν είναι να απορεί κανείς που οι περισσότεροι παράφρονες νομίζουνε πως είναι Θεοί. Μόνο ένας παράφρονας Θεός θα μπορούσε να φτιάξει ένα τόσο αλλοπρόσαλλο δημιούργημα όπως είναι ο άνθρωπος.

Δεν πιστεύω να θύμωσες... Μα τι λέω... Γιατί να θυμώσεις; Εσύ μόνο να γελάς ξέρεις...
Νομίζω –ώρες ώρες– πως μας έπλασες μόνο για να διασκεδάζεις.

Είναι στ’ αλήθεια διασκεδαστικό να βλέπεις έναν άνθρωπο να γεννιέται σοφός κι όμως όλοι να νομίζουν πως είναι ανόητος. Για τα μικρά παιδιά μιλώ, που έχουν τη μόνη γνήσια σοφία μέσα τους, τη σοφία του ενστίκτου και του συναισθήματος, που ακόμη δεν έπνιξε αυτός ο τύραννος του νου –εφεύρεση δική σου κι αυτή βέβαια. Να γεννιέται λοιπόν σοφός και μεγαλώνοντας να χάνει αυτή τη σοφία και όσο χάνει τη σοφία του τόσο να αισθάνεται και πιο σοφός. Τόσο σοφός και τόσο αυτάρκης που φτάνει -λέει- στο σημείο να λέει πως δε σ’ έχει ανάγκη.

Ειδικά εκεί –φαντάζομαι– θα ξεκαρδίζεσαι στα γέλια. Σ’ αυτό ειδικά το σημείο. Όταν ακούς να λένε ότι δε σ’ έχουν ανάγκη. Πως είναι –λέει– άθεοι.
Χα χα!!
Έχεις ακούσει Θεέ μου μεγαλύτερη γελοιότητα απ’ αυτήν;
Σαν να λέει ένας σκύλος «είμαι ελεύθερος», επειδή, με  το περιορισμένου βεληνεκούς βλέμμα του δε φτάνει στην αλυσίδα με την οποία τον έχει δεμένο το αφεντικό του. Σαν να φωνάζει ο σκύλος «Ανήκω στον εαυτό μου!».  Και  μόλις κάνει δυο βήματα παραπέρα, κάτι  τον πνίγει στο λαιμό και γυρίζει να γλείψει το χέρι του αφεντικού του.
Έτσι κι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που παριστάνουνε τους άθεους  και μόλις σκοντάψουνε σε μια πέτρα στο δρόμο αυθόρμητα τους βγαίνει η επίκληση «θεέ μου».

Φαντάζομαι πόσο ευφραίνεσαι μ’ αυτά τα « θεέ μου» που ακούς κάθε δευτερόλεπτο σε τόσες διαφορετικές γλώσσες... Πώς να μην αισθάνεσαι παντοδύναμος μετά;
Μα τι λέω; Εσύ τη δύναμη δεν την έχεις θεοποιήσει όπως εμείς. Τη θεωρείς τόσο πια αυτονόητη που την άφησες για μας τους κακόμοιρους να τη λαχταράμε με όλο μας το είναι, να την αποζητούμε με όλους τους πιθανούς τρόπους...

Ο άνθρωπος – λέει- είναι το πιο «δεινόν» απ’ όλα τα όντα. Νομίζω ο Σοφοκλής το έγραψε αυτό. «Δεινόν» σημαίνει πως προκαλεί δέος.
Και το βαθυστόχαστο ερώτημα που θέλω εγώ να θέσω θεέ μου είναι: Δέος σε ποιον; Σε σένα;

Ας γελάσω...
Μα μόνο γέλιο βαθύ και ασυγκράτητο θα μπορούσε να σου προκαλέσει εσένα ο άνθρωπος. Αυτό νομίζω το ξεκαθαρίσαμε...
Τότε σε ποιον;
Στον εαυτό του. Ναι μάλλον αυτήν την απάντηση θα μπορούσα να τη δεχτώ.

Και ξέρεις, θεέ μου, όσο το σκέφτομαι τόσο αντιλαμβάνομαι –ειλικρινά τώρα και χωρίς καμία διάθεση κολακείας– πως σ’ έχουμε αδικήσει εμείς οι άνθρωποι. Ειδικά πριν έρθει ο γιος σου, ο Χριστός στη γη να σταυρωθεί για μας -τότε λίγο αποκαταστάθηκε η φήμη σου- σε θεωρούσαμε σκληρό κι ανελέητο. Έστειλες -λέει- κατακλυσμό και έπνιξες όλους τους ανθρώπους εκτός απ’ τον Νώε. Έκαψες τα Σόδομα και τα Γόμορρα. Ζήτησες απ’ τον Αβραάμ να θυσιάσει το γιο του τον Ισαάκ.

Μα ήσουνα ένας θεός που προκαλούσε πραγματικά δέος. Τρομακτικός όσο δεν παίρνει. Και δεν σου κρύβω πως, μικρή όταν ήμουνα, πριν κοιμηθώ, έκανα την προσευχή μου σε σένα. Όχι όμως από αγάπη. Από φόβο, μήπως μου κάνεις και μένα τα ίδια, μήπως με βάλεις να θυσιάσω τις αδερφές μου ή μήπως μου στείλεις φωτιά και με κάψεις, ή -το χειρότερο- μήπως κατέβεις εσύ ο ίδιος, έτσι τρομακτικός όπως ήσουν στην εικόνα που είχαμε πίσω απ’ την πόρτα, κι ακουμπήσεις πάνω μου το πύρινο βλέμμα σου...
Αργότερα κατάλαβα πως τέτοιο φόβο δε διατρέχω...

Εδώ λοιπόν νομίζω πως έγινε η παρανόηση: Ποιος μας είπε πως όλα αυτά τα έκανες εσύ;

Εσύ μπορεί απλά να καθόσουν στα σύννεφα και να απολάμβανες ένα μακάριο ύπνο. Μπορεί εκείνη τη στιγμή  το βλέμμα σου να ήταν στραμμένο αλλού. Δεν είσαι δα και υποχρεωμένος μέρα νύχτα να μας επιτηρείς…
Ή πολύ απλά μπορεί να γέλαγες με τα χάλια μας που δεν μπορέσαμε να δούμε πιο πέρα από τη μύτη μας και μια φωτιά τόση δα την αφήσαμε να κάψει δυο πόλεις ή καθίσαμε σαν ηλίθιοι να πνιγούμε αντί να φτιάξουμε μια κιβωτό σαν το Νώε.
Τόσο μυαλό θέλει να το σκεφτείς να φτιάξεις μια κιβωτό;

Κατάλαβες Θεέ μου;

Εκεί νομίζω πως σε αδικήσαμε. Η μόνη ευθύνη που ίσως έχεις είναι – αν δεχτούμε πως εσύ μας έπλασες – ότι μας έφτιαξες με λειψό νου. Με νου που εύκολα
τυφλώνεται , συσκοτίζεται, τα χάνει, πώς το λένε;

Οι αρχαίοι αυτό το έλεγαν Άτη και  έλεγαν πως το ’στελναν οι θεοί στους ανθρώπους για να τους βασανίσουν. Μα νομίζω πως κι εδώ αδικούσαν λίγο το Δία.
Δεν είχε -θεέ μου- ο Δίας το χρόνο μα ούτε τη διάθεση να ασχοληθεί μ’ αυτά. Και δεν τον αδικώ.

Φαντάσου τώρα να είσαι ο Δίας, αθάνατος, παντοδύναμος και μακάριος, και να βλέπεις από κάτω συνεχώς ανθρώπους να πολεμούν τον ίδιο τους τον εαυτό με τα λάθη τους, τις αστοχίες τους, τις τύψεις τους, τα δάκρυά τους.

Συγχύζεσαι ή όχι; Ειδικά όταν το ξέρεις καλά πόσο μάταια είναι όλα αυτά.

Μα θα σου πω ένα μυστικό θεέ μου.
Πριν από λίγο είδα απ’ το παράθυρό μου μια εικόνα. Ένα κομμάτι ουρανού που το ’σχιζε στα δυο μια κατάλευκη γραμμή.

Και σκέφτηκα πως είσαι εσύ εκεί μέσα και λυπάσαι -συγχώρεσέ με για την ασεβή σκέψη μου- λυπάσαι που δεν μπορείς, έστω για λίγο, να δανειστείς το βλέμμα μου και να δεις αυτήν την εικόνα μέσα απ’ τα δικά μου μάτια, που δεν μπορείς, έστω για λίγο, να δανειστείς την καρδιά μου και να νιώσεις κατάσαρκα αυτήν την ομορφιά.

Η Ειρήνη Παραδεισανού ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης.

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog