Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 17

Ανθολογία σύγχρονης ισπανικής ποίησης στα ελληνικά

Mεταφράζει η Άτη Σολέρτη
Εισαγωγή

Η ιδέα για τη δημιουργία αυτής της ανθολογίας, που αφορά στη σύγχρονη ισπανική ποίηση, ξεκίνησε με αφορμή τη γνωριμία μου με τον ισπανό ποιητή και μεταφραστή Mario Domínguez Parra, ο οποίος είχε και την ευγενή καλοσύνη να μου «συστήσει» τους ποιητές που παρουσιάζονται εδώ.   

Ερχόμενη λοιπόν σε επαφή με το έργο αυτών των ποιητών και νιώθοντας την ανάγκη προβολής του λόγω της σπουδαιότητας που το διακρίνει, πήρα την απόφαση να μεταφράσω μερικά από τα ποιήματα, που οι ίδιοι τιμώντας με, μου εμπιστεύτηκαν. Αντιμετωπίζοντας, όπως είναι φυσικό, την όλη διαδικασία της μετάφρασης της ποίησης με τον δέοντα σεβασμό και την προσοχή που απαιτείται προκειμένου να γίνει η απόδοση των νοημάτων όσο πιστότερα γίνεται, ελπίζω πραγματικά να έχω καταφέρει να ανταποκριθώ αντάξια στο παρόν εγχείρημα. Αυτό αποτελεί για μένα τόσο το μεγαλύτερο στοίχημα, όσο και την ευσεβέστερη ευχή.

Θα ήθελα ωστόσο να τονίσω πως η γλώσσα της ποίησης είναι πάντοτε μία. Ίδια. Κοινή για όλους όσους μπορούν να την αντιληφθούν. Μπορεί να ντύνει αλλιώς τις λέξεις της, να συνδυάζει διαφορετικά τα γράμματά της, σε άλλες θέσεις να τοποθετεί τους τόνους της, ενίοτε αλλάζοντας και σκηνικό, όμως η αίσθηση που αφήνει είναι πάντοτε ίδια. Ακόμα κι αν το χρώμα που το τόξο της υιοθετεί, φαντάζει ακαθόριστο, η ακτίνα της τροχιάς της μαγικά θα ανυψώνεται, διασταυρώνοντας εκείνη την ευθεία που ενώνει γη με ουρανό. Την ίδια. Όμοια για όσους μπορούν να την ονειρευτούν.

Τέλος, θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά όλους τους ποιητές που συμμετέχουν στην παρούσα ανθολογία, όχι μόνο γιατί με έκαναν κοινωνό του κόσμου τους, αλλά και γιατί ανταποκρίθηκαν θετικά στην πρόσκλησή μου και δεν δίστασαν να μου εμπιστευτούν τα ποιήματά τους προς μετάφραση. Ένα μεγάλο ευχαριστώ επίσης στον Mario Domínguez Parra, ο οποίος είχε τη γενική επιμέλεια της ανθολογίας και μου έδωσε πολύτιμες συμβουλές γι’ αυτή. Ήταν πραγματικά σημαντική αυτή η βοήθεια.
Και μια τελευταία διευκρίνηση: Η ανθολογία λόγω της μεγάλης της έκτασης, χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος δημοσιεύεται εδώ, στο τεύχος Μαρτίου, και το δεύτερο θα δημοσιευτεί στο επόμενο τεύχος, του Ιουνίου. Η σειρά που τηρήθηκε για την εμφάνιση των ποιητών συμπίπτει με τη σειρά αποστολής των ποιημάτων τους. 

Καλή σας ανάγνωση.
Α.Σ.


Μέρος Πρώτο


Μπρούνο Μέσα
http://bmesa.blogspot.com/


Η ΠΕΤΡΑ

Μέσα στην πέτρα ο χρόνος δεν μένει:
σ’ εκείνη επίσης υπάρχει μια φωνή που τρέμει,
που παρακμάζει και μισεύει.
Γη κοιμισμένη θα γίνει κάποια μέρα,
κι από τους αχανείς δρόμους του κόσμου
η φωνή της θα γίνει αυτή η φωνή,
αυτή που εσύ της παραχώρησες.

(Από το βιβλίο Κανείς, 2002)

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Δεν υπάρχει φιλοσοφία πιο ακριβής απ’ τη σιωπή,
ούτε καλύτερος συγγραφέας από τη λήθη.
Δε θα βρεις βιβλίο από το τίποτα πιο υψηλό,
κι απ’ την ελπίδα λόγο πιο θλιβερό.
Δεν είναι πιο σκληρή η αγρύπνια από το όνειρο,
ούτε πιο γλυκειά η ζωή από το θάνατο.
Δεν υπάρχει εξουσία, ούτε θρίαμβος, ούτε πίστη που μας σώζει:
ο χρόνος είναι ένα λιοντάρι που κατατρώει το μυαλό σου.

Αν νομίζεις πως σου λέω ψέμματα θα το πετύχεις:
εγώ είμαι το λιοντάρι, και είμαι επίσης νεκρός.

(Από το βιβλίο Κανείς, 2002)

Όλοι κατέχουν την αλήθεια τους, αλλά δεν υπάρχει καμία αλήθεια – πιο πέρα από την αξία της ανταλλαγής της, του εμπορίου της – που να αξίζει τίποτα.
Πρέπει να εφεύρουμε μία ξεχωριστή αλήθεια, και πρέπει να αρχίσουμε από τη λέξη την ίδια.
Αυτή η ξεχωριστή αλήθεια, συγχρόνως νέα και αρχαία, βρίσκεται ανάμεσά μας. Βρίσκεται σ’ αυτή τη μικρή που τρώει λαίμαργα ένα παγωτό, μέσα στην ευτυχία της που δεν ψάχνει ούτε προσδοκά, στα λερωμένα χέρια, στη χαρωπή κίνηση των ποδιών. Αρκεί το χαμόγελό της για να γεννηθεί ένα νέο ιδίωμα, έτσι ώστε ότι νομίζουμε πως ξέρουμε, να λιώσει, όπως λιώνει ένα παγωτό που κανένας, εκτός απ’ αυτή τη μικρή, ξέρει πώς να τρώει.

(Από Το βιβλίο Το Βιβλίο του Φάμπιο Μόντες, 2010)

Ο Μπρούνο Μέσα (Σάντα Κρουζ, Τενερίφη, 1975) έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, δοκιμίων, νουβέλων, έχει βραβευτεί με το Εθνικό Βραβείο του Ιδρύματος Ποίησης Loewe Νεανικής Δημιουργίας και έχει κερδίσει την υποτροφία Valle-Inclán της Ισπανικής Ακαδημίας στη Ρώμη (2010-2011).

Φρανθίσκο Λεόν
http://lagalaxiaamediodia.tumblr.com/


ΒΙΒΛΙΟ ΓΥΡΙΣΜΕΝΟ ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΘΕΟ

Το ποίημα περιέχει την εικόνα του θέρους
—πετρώδη εδάφη καυτά και λουόμενοι που κοιμούνται
στον ήλιο, όπως σ’ ένα βιβλίο,
στην ιερή πλευρά των υδάτων.

Το μαύρο βιβλίο και το θέρος
των υπαρκτών υδάτων και των αδιόρατων υδάτων.

Το να επιθυμεί κανείς αυτόν τον αληθινό κόσμο,
το βιβλίο του θέρους που ακτινοβολεί σε σελίδες από πέτρα,
το να αγαπά κανείς τον φίκο τον αληθινό,
τη λευκότητα των αληθινών διαμερισμάτων
στην αργή στάχτη της εσπέρας.

Μόνο ο αναγνώστης έτσι ανυψώνεται με το νου του
ως προς ένα θεό υπέρτατο και πραγματικό,
για να κοιμηθεί κάτω απ’ τον ήλιο του βιβλίου, για να
ονειρευτεί πως είναι πραγματικότητα εκείνο που οραματίζεται.

Ύδατα υπαρκτά και ύδατα αδιόρατα πάνω στο βιβλίο του θέρους.

Μόνο ένας αναγνώστης υποκλίνεται
πάνω σ’ αυτή την εικόνα.

(Από το βιβλίο Όψεις μιας αποκάλυψης, 2009)

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ

Τον συνάντησα καθισμένο δίπλα στην αποβάθρα,
κοιτάζοντας το μεσημέρι.

Γένια κατοικημένα από τρίτωνες
και εργατικά καβούρια στα φύκια του στήθους.

Περνώντας από εκεί, τα παιδιά, του φώναξαν:

«Χαίρε, χαίρε βασιλεύ της Ύδρας!»,

Και τον χλεύασαν γιατί τα μάτια του
αιωρούνταν σταθερά στο θρόνο της παραίσθησης.

Πιο αργά απομακρύνθηκα από το χωριό και τους τουρίστες του
για να βρω τη λύση του λαβύρινθου
και να κατανοήσω τον κόσμο
και να τον συμπτύξω σε μία λέξη
ομοιάζουσα με στοργή.

Περιπλανήθηκα ανάμεσα στα παραθυρόφυλλα και στον ασβέστη,
ανηφορίζοντας στα σοκάκια, όπου το φως μιλούσε στους τοίχους
όπως και στα μαντεία.

Θα ζήσεις στον οίκο του Κρεώφυλου
όταν φτάσεις σε γεροντική ηλικία, και σ’ αυτόν θα πεθάνεις.

Έτριβα με τα δάχτυλά μου τις φλόγες των ανθέων.

Μου γαύγισαν οι σκύλοι φύλακες των πυλών.

Διασταύρωσα την ηλεκτρομαγνητική δύναμη χιλίων τεττίγων:
εδώ η γη αποκρύπτει την ιερή κεφαλή.
-όδευσα σκεπτόμενος την Εκάτη.

Οι πέτρες ψιθύριζαν, «εγέρθητι, εγέρθητι»

Και φτάνοντας στο τέλος και πηγαίνοντας ως το λόφο
και βλέποντας κάτω την αποβάθρα με τις λαμπερές πλάκες σαν δραχμές,
θυμήθηκα εκείνον τον γέρο που πέθανε από πικρία
χωρίς να αποκρυπτογραφήσει το αίνιγμα των ψειρών.

Φυλάξου από το αίνιγμα των Αρκάδων παιδιών, του είπαν.

Ίσως αύριο ακόμα κι εσένα
να μεταμορφώσει η θεά σε έναν παράφρονα,
και τα παιδιά να σου φωνάζουν: «Χαίρε, χαίρε…»

Ποτέ ξανά δεν είδα το Βασιλιά της Ύδρας.

(Από το βιβλίο Ηρακλής Μαινόμενος, ανέκδοτο)

Ο ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ ΚΙ ΕΓΩ

Ξέρω πως μερικές φορές πηγαίνω μόνος, οδηγώντας,
σε ένα δρόμο κοντά στη θάλασσα
που όλα είναι απατηλά και μοναχικά.

Αφήνω πίσω τους φοίνικες, τους διάσπαρτους ψιθύρους,
τα φευγαλέα πουλιά στην άκρη της ασφάλτου.

Ξέρω πως πηγαίνω μόνος, πως κάποιος στο πλευρό μου λέει:

Η ακτινοβολία του Μάη το απόγευμα,
όταν η φωτιά του Μάη γυρίζει για να σου μιλήσει
και ψιθυρίζει: «Ο κόσμος σου είναι κενός».

Σκέφτομαι το Μινώταυρο της εικόνας
που είδα αυτό το πρωινό, ενώ περνάω
τη στροφή και τα φύκη της θάλασσας των Σαργασσών ακτινοβολούν
στις άψυχες άκρες του τίποτα.

Μια φωτιά σε ανθρώπινη μορφή
που επιχρίει τα άστρα, και φωτίζει
τους ώμους και τον αυχένα σου.

Την καθοδηγούσε μια μικρή, όπως ένα γέροντα, και ήταν
τυφλός.]

Ο διορατικός ημίθεος, γερμένος στη βακτηρία του.
Φλεγόμενα τα μάτια, αφού καταβρόχθισε τους άντρες.

Ξέρω πως πηγαίνω μόνος, όπως ο Μινώταυρος,
κοντά σε μια σιωπηλή θάλασσα
στην άκρη της ασφάλτου, πως μερικές φορές έχω περάσει
τη νεφελώδη στροφή της νύχτας, χωρίς να συναντήσω κανέναν.

Μακάρι να μην είμαι εγώ ο Μινώταυρος
τον οποίο τον φέρνουν άρρωστο κάτω από τη φωτιά του Μάη
τα χέρια μιας μικρής,
μην κατανοώντας το όνομα των αρχαίων μύθων.

Εγώ ακολουθώ την άκρη των κυμάτων, οδηγώντας
στη μεγάλη ασυνειδησία των καιρών,
προς το ακαταμάχητο τίποτα.

Η νύχτα των επιπλεόντων φυκών πλησιάζει
και ψιθυρίζει ένα φως : «Ο κόσμος σου είναι κενός».

Μακάρι να μην είμαι εγώ ο Μινώταυρος,
χαμένος στην παράνοια της ύπαρξης.

Τα διαμάντια της θάλασσας αστράφτουν στις παλάμες
γιατί κανένας δεν θυμάται το όνομα των μύθων.

(Από το βιβλίο Ηρακλής Μαινόμενος, ανέκδοτο)

Ο Φρανθίσκο Λεόν (Κανάρια Νησιά, 1970) έχει εκδώσει αρκετά βιβλία και έχει βραβευτεί με το Πρώτο Βραβείο Εθνικής Ποίησης Màrius Sampere και το Βραβείο Ποίησης Pedro García Cabrera. Έχει υπάρξει διευθυντής, συντονιστής και συνεργάτης πολλών λογοτεχνικών περιοδικών (ανάμεσα στα οποία και το ελληνικό «Ευθύνη»). Έχει διατελέσει Λέκτορας Ισπανικών στο Πανεπιστήμιο της δυτικής Βρετάνης (Brest). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, στα ολλανδικά και στα ελληνικά και έχουν συμπεριληφθεί σε πολλές ανθολογίες. Έχει επίσης τακτικά συνεργαστεί με το τμήμα λογοτεχνικής μετάφρασης του Πανεπιστημίου της Λαγκούνα.

Ραφαέλ Χοσέ Ντίαθ
http://rafaeljosediaz.blogspot.com/


ΠΑΙΔΙ ΠΑΡΑΔΟΜΕΝΟ

Το παραδομένο παιδί
που νιώθει το βυθισμένο φύλο στα σπλάχνα του
να φτερουγίζει όπως το ράμφος
από ένα ζαλισμένο κολιμπρί
ή όπως ολάκερο το κορμί
ενός νεαρού κι εκστατικού ερπετού

είναι το κέντρο του κόσμου σ’ αυτή την παραλία
απομακρυσμένη απ’ τον κόσμο
αν το δέρμα του επιχριστεί με άμμο
καθώς βράζουν κυριευμένα τα σπλάχνα του
και τα μάτια του δεν βλέπουν
περισσότερο από ένα αμάλγαμα της θάλασσας και της επιθυμίας.

Εγώ είμαι ένα τίποτα, αυτό είναι τα πάντα
αυτό στη στιγμή αυτή, αυτό που παραδίδεται
στους χίλιους σπασμούς
του οποίου η άσπλαχνη μετάφραση είναι πως ο χρόνος του είναι άλλος,
ένα λουλούδι σχεδιασμένο
χωρίς ορατά περιγράμματα, μια πηγή στο κέντρο του κορμιού του.

Κάνοντάς το να στριφογυρνά
μέχρι, εξαντλημένο, να νομίσει πως χόρεψε
σε οποιαδήποτε φανταστική στάση,
να συλλογιστεί τη φθορά του σαν μια υποταγή, σαν μια παράδοση,
δεν είναι περισσότερο από το πενιχρό βραβείο
γι’ αυτόν που φύλαξε τις πύλες της Εδέμ.

(Ανέκδοτο)

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΖΩΗ

Ακόμα μια φορά, ρωτάς
την ήσυχη ζωή σου: τι θα γίνει με σένα, ζωή,
κατά πού κατευθύνεις,
σιωπηλή, τα βήματά σου, αν το ξέρεις,
αν ίσως ξέρεις κάτι γύρω από εσένα την ίδια,
ζωή αντιμέτωπη με το ίδιο σου το κενό,
ζωή αποχωρισμένη από την αυθεντική ζωή;

Κι εκείνη ησυχάζει, αφού ξέρει
πως η μοναδική απάντηση υπερβαίνει την ερώτηση.

«Εγώ θα ήθελα», σου λέει,
«να θυμάμαι τον εαυτό μου χωρίς να με ζω καν,
ή να με ζω χωρίς σχεδόν να με θυμάμαι,
να νιώθω ακόμα μια φορά το άγγιγμα των πραγμάτων
χωρίς να μπορώ να συλλογιέμαι ύστερα κάποια σκιά
από το άγγιγμα της σκιάς των πραγμάτων,
να με ζω στο μέγεθος ενός πόνου
που γεννιέται απ’ το παρόν το πιο ηδονικό
και όχι στην επισφαλή ειρήνη και σχεδόν μεταθανάτια
των κουραστικών τελετών, των δουλικών θέσεων».

Σου λέει αυτά τα λόγια
τα οποία η σιωπή καταβροχθίζει
σε άλλο απόγευμα πιο πολύ
κορεσμένη από τον ίδιο της τον εαυτό.

Κι εσύ, που ρώταγες,
παίρνεις το δρόμο προς κάθε απάντηση
δεν είναι παραπάνω από ένα όριο ακόμα που σε χωρίζει
από μια νέα ερώτηση.

(Ανέκδοτο)

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ

Είναι γυμνός στο σπίτι, και, σαν το σκύλο,
καταβροχθίζει ότι βρίσκει : σκουπίδια, ωμό κρέας
σε κόκαλα
από νωπά πτώματα˙
αν έχει διάθεση μαζεύεται για να αφοδεύσει
και τα ίχνη του σάλιου του διαχέει
στα χαλιά, στις πολυθρόνες και στα μαξιλάρια
στα οποία οποιαδήποτε ώρα, αργότερα,
θα γείρει για να κοιμηθεί,
χορτασμένος, σε στάση πλαδαρή.
Στο ξύπνημα τους γαυγίζει
σε σκιές που δεν ξέρει
αν γεννήθηκαν από ένα όνειρο ή από το δικό του
μαζεμένο, μεμψίμοιρο κορμί,
ενώ τεντώνεται.
Οσφραίνεται τα δωμάτια,
χτυπάει τη μουσούδα στις γωνίες
πριν ξεράσει
και γρυλίζει
σαν να ήταν ένας σκύλος εγκαταλελειμμένος,
μη ξέροντας πως δεν είχε ποτέ έναν ιδιοκτήτη,
πως ποτέ δεν υπήρξε ζεστασιά κοντά στο κλάμα του
και πως κανείς δεν θα ροκανίσει
τα κουβαριασμένα κόκαλά του.

(Ανέκδοτο)

Ο Ραφαέλ Χοσέ Ντίαθ (Σάντα Κρούζ, Τενερίφη, 1971), πτυχιούχος Ισπανικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Λαγκούνα, διετέλεσε Λέκτορας Ισπανικών στο Πανεπιστήμιο της Τζένα και της Λειψίας. Διεύθυνε το περιοδικό «Paradiso». Έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, δοκιμίων και διηγημάτων. Έχει βραβευτεί με το Βραβείο Ποίησης Tomás Morales και Pedro García Cabrera. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά. Ο ίδιος έχει μεταφράσει Arthur Schopenhauer, Hermann Broch, Philippe Jaccottet, Gustave Roud, Pierre Klossowski, Jacques Ancet, Fabio Pusterla, Ramón Xirau και William Cliff. Για την ώρα είναι καθηγητής στο I.E.S. Pintor Antonio López στη Μαδρίτη.

Κοριολάνο Γκονθάλεθ Μοντανιέθ
http://coriolanogonzalez.blogspot.com/

ΕΠΤΑ ΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ ΚΙ ΕΝΑΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΑΫΠΝΟ
One of these days (βερσιόν στην Πομπηία). Pink Floyd
1
Η εικόνα της γυναίκας που φλέγεται
με λάδι βράζοντας το χέρι
και του αντρός που του καίγονται τα χείλη
ενώ του φιλάει το δέρμα για να του καταπραΰνει τον πόνο.
Το στόμα με ανοιχτή πληγή που ψάχνει σε άλλο στόμα
την ανάσα που αποκοιμίζει την κραυγή,
το παθιασμένο σάλιο που γιατρεύει με τη σειρά του.
Ο Μιγκέλ Τόργκα έγραψε: «Πάει πολύς καιρός
που δεν έχω γράψει ένα ερωτικό ποίημα».

2
Φωτογραφίες κιτρινισμένες.
Τα πρόσωπα μαραζωμένα που πια κανένας δεν αναγνωρίζει.
Στίχοι γεμάτοι από σκισίματα,
από χαμούς, από νοσταλγία.
Το πάθος με είχε κάνει ξένη
και ξαφνικά το ξεχείλισμα.
Η πράξη της γραφής μόνο αυξάνει
την ανάγκη της επιμονής,
της πίστης πως το ποίημα είναι απαραίτητο.
Ο Μπόρχες έγραψε: « Το να είμαι μαζί σου ή το να μην είμαι μαζί σου
είναι η μέτρηση του χρόνου μου».

3
Το βλέμμα που φυλάει τα όνειρά μου αυτή τη νύχτα˙
η πεποίθηση πως ακόμα μες στο σκοτάδι
θα είναι δυνατό να σε συναντήσω˙
το αβέβαιο πέρασμα από τα μισοφωτισμένα σοκάκια
σε πόλεις φανταστικές: η ήττα.
Ο Ραφαέλ Καδένας έγραψε: «Οι αναγνώστες της ποίησης
ψάχνουν, στο βάθος, αποκαλύψεις».

4
Μια λέξη που θα διέσχιζε τις αποστάσεις, το χρόνο,
που θα μάζευε και που θα καρφωνόταν στο ενδότερο του εαυτού μου
για να με αγκυροβολήσει σε ένα καταφύγιο
και να αναμείνω την έλευση του χειμώνα.
Ο Οκτάβιο Παζ έγραψε: «Κάθε ποίημα είναι χρόνος, και φλέγεται».

5
Το δέρμα, το άρωμα.
Δεν υπάρχει άμμος στις παραλίες της εξορίας.
Στη μια πλευρά του γυαλιού το κρύο˙
στην άλλη, η ζέστη.
Άμα τα χέρια μας συναντηθούν.
Ο Μάριο Λούτσι έγραψε: «Τι νύχτα από μακριά
προετοιμάζεται στην ομίχλη».

6
Ένας αέρας μεστωμένος ενός καιρού
που έμεινε παραγκωνισμένος μες στους ιστούς των αραχνών
εκείνου του παλιού σπιτιού,
με μεταφέρει υπνωτισμένα προς εσένα:
αναπνέοντάς σε, πίνοντάς σε, ζώντας σε.
Όντας ένας και μη ξυπνώντας.
Ξαφνικά, η βροχή επέστρεψε
ετοιμοθάνατη και τυφλή.
Η φωνή σου με γεύεται, με μυρίζει,
τη νιώθω βροχή.
Η φωνή σου είναι βροχή.
Ο Ύβ Μπονφουά έγραψε: «αφού
υπάρχει βλέμμα μόνο σ’ αυτό που πεθαίνει».

7
Ο Νικ Μέισον χτυπά με επιμονή τα ντράμς
τη νύχτα της Πομπηίας.
Οι όψεις των ερειπωμένων τοίχων
μοιάζουν να συνοδεύουν με κραυγές και θρήνους.
Τη στιγμή της μεγαλύτερης έντασης
μια μπαγκέτα του ξεφεύγει
κι ο ντράμερ, ευέλικτος, αρπάζει άλλη.
Αυθορμητισμός και ενθουσιασμός,
αδελφωμένοι με τη φωτιά
και την πετρωμένη λάβα του ηφαιστείου.
Γέννηση, θάνατος, ανάσταση.
Στις στάχτες μόνο υπάρχει
ατίμωση και λήθη.
Ο Ρότζερ Γουώτερς ουρλιάζει: «Μία από αυτές τις μέρες
θα σε κόψω κομματάκια».

8
Ακόμα δεν έχω μάθει να προφέρω το όνομά σου.
(Από το βιβλίο Επιστροφή (The dream is over), Santa Cruz de Tenerife, Εκδόσεις Idea, 2009)

Η φωτογραφία δείχνει την εικόνα
ενός νεαρού άντρα που κρατά ένα μωρό
λίγων μηνών
και δίπλα σ’ αυτούς μια γυναίκα
που είναι μητέρα και γιαγιά.
Είναι κοντά σε ένα παράθυρο που βλέπει στο δρόμο
και μια μεγάλη φωτοβολίδα  διασταυρώνει το στιγμιότυπο
σε διαγώνιο φθίνουσα απ’ τα δεξιά στ’ αριστερά.
Το άσπρο και μαύρο της φωτογραφίας
τονίζει τη φωτεινότητα.
Υπάρχει μια λεπτομέρεια που δείχνει
τον αυθορμητισμό της στιγμής:
ο νεαρός άντρας έχει τη ζώνη ξεκούμπωτη.

Έχω αναμνήσεις καθημερινές από αυτόν τον άντρα.
Τελευταία με κατατρέχουν
εκείνες στις οποίες ξυριζόταν.
Θυμάμαι το ξυρισμένο πρόσωπο του νεαρού άντρα,
του ώριμου άντρα, του άντρα στο σημείο του θανάτου,
αν και αυτό δεν το ήξερε κανείς.
Θυμάμαι τις χνουδωτές τρίχες
που αντιστέκονταν στο ξυράφι.
Θυμάμαι ακόμα όταν με ξύρισε
για πρώτη φορά στα δώδεκά μου χρόνια.
Αλλά με τον ίδιο τρόπο που αυτές οι αναμνήσεις
με κατατρέχουν, το κάνει επίσης κι η αμφιβολία,
η οξεία αμφιβολία πως στην πραγματικότητα
δεν μένουν αναμνήσεις
αλλά εικόνες άλλων φωτογραφιών
που αντικαθιστούν το κενό πια όχι μόνο στο νου
αλλά και στα συναισθήματα.

Πραγματικά αγαπάμε εκείνο
και εκείνους  που έχουν φύγει;
Δεν θα κατοικίσουν αυτές οι συγκινήσεις στα χαρτιά,
στις φωτογραφίες, στην ύστατη ανάγκη του να μην αναγνωριστεί
πως μόνο στην αμεσότητα υπάρχει αγάπη και μίσος;
Θα είναι ο θάνατος όχι μόνο μια λέξη
αλλά μια ψυχική κατάσταση που μας συνοδεύει
γιατί όλοι οι καθημερινοί θάνατοι
μας οδηγούν στο τέλος και στην εγκράτεια;

Το σπίτι πια δεν υπάρχει.
Πάνε πολλά χρόνια που δεν υπάρχει παράθυρο
για να εισχωρήσει το φως
και, γι’ αυτό, ούτε η πιθανότητα
να το φανερώσω σε μια προσπάθεια
αναβίωσης φωτογραφίας και παρελθόντος.
Το σπίτι κατεδαφίστηκε για να κτιστεί άλλο
που πήρε τις αναμνήσεις του, τις σκιές του.

Τίποτα δεν απομένει πια
αλλά το φως όταν διαπερνά τα τζάμια…

(Από το βιβλίο Η άλλη ακτή (Τετράδια του Γκιγιέρμο Φόντες), Santa Cruz de Tenerife, Εκδ. Baile del Sol, 2008.)

Ο ΤΖΙΜΙ ΧΕΝΤΡΙΞ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΟΥΝΤΙΓΙΑ

Στην άμμο, μέσω των ακουστικών,
ακούω τον Τζίμι Χέντριξ στο Γούντστοκ.
Στο βάθος η καταλαγιασμένη διάδοση των κυμάτων.
Έχει πανσέληνο και η παλίρροια είναι μεγάλη.
Σιγά σιγά φέρνει την άμμο
που η θάλασσα του χειμώνα σήκωσε.
Τα βότσαλα εξαφανίζονται˙
μία νέα παραλία, ένα νέο τοπίο.
Αφαιρούμαι στον καθαρό ορίζοντα.
Ο ήλιος πέφτει. Ίσως η πράσινη ακτίνα.
Τα παιδιά μου μες στο νερό, πάνω σε ένα στρώμα θαλάσσης,
επίσης παρατηρούν και αναμένουν.
Την τελευταία στιγμή ένα σύννεφο
εμποδίζει το φαινόμενο.
Τα παιδιά βγαίνουν τρέμοντας
και σκεπάζονται με την πετσέτα.
Αύριο.
Hear my train a’comin.

(Από το βιβλίο Κείμενα της Εξορίας. Ανέκδοτο)

Ο Κοριολάνο Γκονθάλεθ Μοντανιέθ (Σάντα Κρουζ, Τενερίφη, 1965), έχει σπουδάσει Ισπανική Φιλολογία. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία ποίησης και έχει λάβει μέρος σε ανθολογίες σύγχρονης ποίησης των Κανάριων Νησιών, ποίησης σχετιζόμενης με το ιαπωνικό είδος χαϊκού καθώς επίσης και ποίησης μεταφρασμένης στα ρουμάνικα. Ως κριτικός έχει δημοσιεύσει σχετικά με τον Eugenio Millet Rodríguez. Έχει μεταφράσει από τα ρουμάνικα το  «el camino hacia Tenerife (drumul spre tenerife)», βιβλίο του Eugen Dorcescu.  Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ρουμάνικα, στα γαλικιανά και στα αμασίκ.

Τζόρντι Ντόθε
http://jordidoce.blogspot.com/

ΜΙΑ ΖΩΗ
1. Εδώ και τώρα. Χωρίς γιατρειά. Τυφλά χτυπήματα.

2. Γεννήθηκε με ξεχωριστές φράσεις χαραγμένες στις παλάμες των χεριών του. Η φράση του αριστερού χεριού γράφτηκε απ’ την καλή˙ η φράση του δεξιού, απ’ την ανάποδη. Όταν δίπλωνε ένα από τα χέρια του σε μια γροθιά η παλάμη του άλλου ακτινοβολούσε.

3. Εκλεκτός στην τυχαιότητα. Ανασφαλής και ευμετάβλητος. Νήμα αίματος, σύντομο όπως η πτώση ενός φύλλου.

4. Εκείνη ήταν μια προέκταση του κορμιού του. Εκείνη ήταν το απόλυτο όριο του κορμιού του. Κορώνα ή γράμματα, νόμισμα σιωπηρό για την είσοδο στον κόσμο.

5. Παιδί αβέβαιο. Έβρεχε τα πόδια στο νερό, δειλά. Κάθε φορά που γελούσε, μια εκτεταμένη παλίρροια περιέλουζε τον ύφαλο των ωρών.

6. Τα πράγματα δεν ήταν αυτό που φαίνονταν. Θέλησε να τα βοηθήσει.

7. Ζώα σε κάθε στιγμή, να τρώνε από το χέρι του. Εκεί πέρα μακριά, η αιωνιότητα. Ένας ουρανός στον οποίο πάντα συμβαίνουν θαύματα, ένα πρόσωπο που τον παρατηρεί και στον οποίο λέει λόγια. Μεγάλα κύματα χτυπούν την παραλία κι εκείνος ακούει τον παλμό του αίματός του, εμφατικό και χωρίς συναίσθηση.

8. Όλα ήταν δύσκολα. Έπρεπε να σταματήσει προτού μιλήσει. Έπρεπε να πάψει προτού ανυψώσει την πτήση.

9. Αυτή η σκέψη κάνοντας κόμπους στο κενό. Αυτή η σκέψη πατώντας τα νερά της λίμνης. Η ωραία έλλειψη βαρύτητας.

10. Γιόρτασε την ενηλικίωσή του βλέποντας να περνάνε τα σύννεφα. Δεν κατάφερε να διακρίνει καμία μορφή.

11. Κάποιος ήθελε να τον πείσει για το αντίθετο. Αφέθηκε να φλερτάρει.

12. Πομπές μυρμηγκιών περιμάζευαν τις φράσεις τους και τις μοίραζαν στα δυο και στα τρία. Καθένα διάλεγε την εκλεκτή του, την κουβαλούσε σπίτι ανάμεσα στα δόντια, τη γλύκαινε με νυχτερινά σάλια, τη χολή των υποψιών.

13. Ο δρόμος διασχιζόταν από γέφυρες που πήγαιναν κι έρχονταν σε όλες τις κατευθύνσεις, και ήταν γυναίκες κυρτωμένες στις πιο αταίριαστες στάσεις, γυμνές, δείχνοντας με υπερηφάνεια το ημίφως μαγνητισμένο απ’ το φύλο τους.

14. Αν μονάχα μπορούσε να συγκρατηθεί. Αν μονάχα μπορούσε να κρατήσει, πτηνό παλλόμενο, ο χρόνος ανάμεσα στα χέρια του.

15. Το κεφάλι στα σύννεφα. Βιβλία καλά τακτοποιημένα στις ραφιέρες. Το ακορντεόν του φύλου εμψυχώνοντας τις ώρες, τις συστολές και διαστολές του. Καρδιά προειδοποιημένη.

16. Τα φαντάσματα ροκάνιζαν την πόλη και δεν υπήρχε μέρος για τους ζωντανούς. Χτύπησε ξύλο. Έφαγε χωρίς εγκράτεια.

17. Σύννεφα γύρης στο πλάγιο φως του απογεύματος. Ένας αέρας λεπτός κινεί τις ακακίες και ξυπνά αμφιβληστροειδείς χιτώνες, αναλαμπές, βραδύνουσες ακολασίες. Εσύ είσαι το όνειρό μου, πράσινο όνειρο της ύπαρξης, εύθραυστο αλλά διαρκές.

18. Το να είσαι αόρατος δεν είναι τόσο επίπονο, σκέφτηκε. Περπατώντας ως το πάρκο και ώσπου οι ρίζες να καθυστερήσουν να απαντήσουν. Τα παιδιά με διαπερνούν με τα παιχνίδια τους. Οι γυναίκες είναι κουρασμένες από τους πατεράδες τους. Είμαι μια χούφτα στάχτης που προσδοκά έναν ευνοϊκό άνεμο. Είμαι το εκλεκτό χέρι για να με ανεμίσω.

19. Για ποιο λόγο η φαντασία. Τα τέρατα έγιναν υπερβολικά πραγματικά.

20. Το πρώτο που είδε ήταν ένα βλεφάρισμα, τις δυο ράβδους των πύργων του να σπινθηροβολούν στον ήλιο. Η πόλη της επαγγελίας. Στην αρχή δεν θέλησε να τη δει. Όλα τεράστια, φανταστικά όπως ένας χοντροκομμένος αντικατοπτρισμός. Μόνο τα βήματά του δεν έλεγαν ψέμματα. Μόνο τα βήματά του τον καταδίκαζαν.

21. Τυφλά χτυπήματα. Χωρίς γιατρειά. Εδώ και τώρα. Επιτέλους.

22. Τίποτα δεν συνέβη. Τίποτα δεν άφησε ποτέ να συμβεί.

(Από το βιβλίο Σκύλοι στην Παραλία, 2011)

ΤΟΤΕ

Όταν ο κόσμος μετατράπηκε στον κόσμο
το φως έλαμπε σαν από συνήθεια
πάνω από ένα ρολόι αδιάφορο,
ο αέρας ήταν γεμάτος ξεκινήματα
και χίλιες φορές σε χίλιες διαφορετικές οδούς
κάποιος παραπατούσε σε μια πέτρα
κι αυτή η πέτρα του άνοιγε τα μάτια˙
ήταν η ευκαιρία που όλοι περιμέναμε
για να πάρουμε τις ίδιες αποφάσεις,
να φιλήσουμε εκ νέου το ίδιο έδαφος,
να πούμε τα αντίο της ημέρας πριν του χθες˙
και το πρόσωπο αγαπημένο και συνηθισμένο
που προσποιούταν ν’ ακούει
ή προσέφερε ένα χέρι αφηρημένο
διαχωρίστηκε ξανά πολύ νωρίς.
Πίσω από τα παράθυρα το ημίφως μεγάλωνε,
ένας γλάρος τα σκουπίδια σκάλιζε
και τα παιδιά έπαιζαν σχεδόν στα τυφλά
αδιαφορώντας για τις κραυγές των μητέρων τους.
Ήταν μια οποιαδήποτε μέρα κάτω από τον ουρανό,
με το θόρυβο του βάθους της στις φλέβες μας
και την αιθάλη της νύχτας να εξαλείφει εγγύτητες.
Όποιος φύλαξε ένα νόμισμα στην τσέπη του,
δεν έγινε πιο πλούσιος το πρωί.
Τίποτε δεν συνέβη που να μπορεί να ενθυμηθεί κανείς,
κανένας από εμάς δεν συνειδητοποίησε
πότε ο κόσμος μετατράπηκε στον κόσμο.

(Ανέκδοτο, 2009)

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΑΝΟΙΧΤΑ ΣΤΗΝ ΟΧΘΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Ήταν οι καιροί της νέας λιτότητας.
Τζάμια σπασμένα στις βιτρίνες
κι ο άνεμος να διασχίζει τα ρολόγια˙
πρόσωπα που οι καθρέφτες δεν αιχμαλώτιζαν
και λέξεις λεκιασμένες απ’ την πείνα.
Οι σκύλοι πήγαιναν κι έρχονταν στη γειτονιά
μιμούμενοι τις γκροτέσκες μορφές των δέντρων.
Στις βόλτες τους σχεδίαζαν ένα τροπικό δάσος αρωμάτων
και στο βάθος του τροπικού δάσους έναν λαμπερό ναό
γεμάτο από πουλιά που ποτέ δεν θα ακούγαμε.

Όλος ο κόσμος έβγαινε με βαλίτσες,
μετακινούμασταν χωρίς διάθεση να ταξιδέψουμε.
Μακριά απ’ την καχυποψία των αυλών
ο ουρανός έθετε εξισώσεις ακατανόητες
όπως η ομιλία των εραστών.

Πολλές φορές ο ήλιος έλαμψε δια της απουσίας του,
πολλές φορές τον κάναμε να λάμπει στα όνειρα.
Κάθε μέρα κατά τη διάρκεια ενός χρόνου
έφταναν γράμματα από μέρη για να τα εξερευνήσουμε,
γράμματα λευκά για τον νεκρό πατέρα μου.

Και ο ταχυδρόμος, με το πρώτο φώς,
ξεκουραζόταν σε ένα παγκάκι της γωνίας
για να καταλαγιάσει τη δίψα του
στην επίμονη ομίχλη
που δάγκωνε τα βήματά του.

(Ανέκδοτο, 2009)

Ο Τζόρντι Ντόθε (Γκιχόν, 1967) έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, έχει μεταφράσει W. H. Auden, William Blake, T. S. Eliot, Ted Hughes και Charles Tomlinson ανάμεσα σε άλλους και έχει εκδώσει επίσης πεζά, μελέτες, άρθρα και δοκίμια σχετικά με σημαντικούς ποιητές και την τέχνη. Έχει τιμηθεί με το Βραβείο «Casa de America». Έχει διατελέσει Λέκτορας Ισπανικών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και τώρα συντονίζει το εκδοτικό τμήμα του Κύκλου Καλών Τεχνών της Μαδρίτης.
 

Μιγκέλ Άνχελ Γκαλίντο

Ποιήματα από το ανέκδοτο βιβλίο Εμφανίσεις, 2011
IΟνειρεύτηκα πως ήσουν ζωντανός, ραίνοντας τις πληγές δυο ατόμων
Τη σφραγίδα στο δέντρο που καρατομεί τη μητέρα.

Το δόγμα μου έχει διαλυθεί στη γλώσσα του νεαρού Πούφεντορφ.
Τον είδα να πεθαίνει σε αρκετές περιστάσεις, τον φίλησα
Με τα χέρια δεμένα στην όιλ διάλεκτο του ταράνδου, δράττοντας πανικούς Νατουραλισμοί, ταβέρνες που πυροδοτούν το άσμα των πρωτοπόρων:
Η αθλιότητα δεν είναι ένα
ιερό μυστήριο.

Ονειρεύτηκα πως έφτιαξες ξανά ψωμί μες στο γκρεμό & πως το μοίραζες
Ανάμεσα σ’ εκείνους που ξεγύμνωσαν την μάρτυρα Καταλίνα ενώ
Πυροβολούσαμε μία βραδεία ανάβαση στους ουρανούς της ακαθαρσίας.

Πόσες έρημοι ταλάντευσαν την ανέγγιχτη ευτυχία μας.

ΙI

Νοσταλγώ τη λιωμένη ουσία απ’ το κερί των παιδιών
Που ονειρεύονταν κεφάλια στην αποτύπωση.

Το πάτημα θα είναι για όλους ίδιο, ξηρό, απελπισμένο.

Κοίμησέ τη προτού μας λείψει να οργώσουμε καρδιές
Στην ιχνογραφία των φανατικών που συγκαλύπτουν την ενάρετη αγάπη.

III

Πλύθηκα σε ύδατα που άπλωναν χέρια σε αγίους
Βάφτισα άλλα κορμιά, στόματα αδελφικά
Φοράδες που στράφηκαν στις επαρχίες, κόρες που ορκίστηκαν να μετατραπούν
Σε σπίτια βαμμένα πράσινα αλλά που ποτέ δεν επέστρεψαν.

Οι πνιγμένοι του Νερέτβα έκαναν έφοδο στο ποίημα:
Δεν έχει τρικυμία στην αγροικία.  Δεν υπάρχει αφθονία από καρδιές
Μάκτρα κατευνασμένα. Μένει μόνο ένας γερασμένος αρχειοφύλακας που σκαλίζει
Μες στη γη, που γδέρνεται στις όχθες ενός καθρέφτη.

Σβήνω από την όψη & από τις αναγγελίες
Το ραμμένο αίμα των Λαγίδων.

IV

Σταμάτησα να διδάσκω λογοτεχνία στις κόρες του Πόπλερ γιατί
θέλω να γυρίσω να εγκατασταθώ στη φτωχολογιά. Αγγελολογίες, μήτρες απ’ αυτόν που λιθοβόλησε την αγάπη ηχώντας ξερόκλαδα σε αλσύλλια & διαδρόμους, εκθηλύνοντας ένα γάβγισμα, συννεφιάζοντας λίτρα χρηματιστηριακού ιδρώτα.

Όλες οι τηλεοράσεις της μεγάλης οροσειράς διαλύουν το σύννεφο.
Μαύρες καρδιές από πηλό γκρεμίζονται πάνω στο εθνικό συμπόσιο, μπαλώνουν χαμόγελα επώασης. Αναμεταδίδουν την καθημερινή τελετουργία. Πυροβολισμοί. Η χαίτη του χρηματιστή ξεκολλάει γιατί μένει μόνο μια ζωή στους εχθρούς των σταγόνων της Αμερικής & οι πυρομάντεις μου φωνάζουν δυνατά από το προεδρικό γκαράζ. Μου πετάνε τις σύριγγές τους, τρώνε από το πρόσωπο του πατρός, απ’ το διαβητικό του σώμα αποτελούμενο από Νέον.

Εγώ θα κοιμηθώ στο Λεπροκομείο της Ανατολής γιατί ξέρω πως εκεί, κεκαλυμμένος από τις προσμείξεις των αγγέλων, δεν θα υποφέρουν κατά μόνας τα φαντάσματά μου.

V

Βρέφος με ιερό λείψανο, ακτινοβόλησε στα ξύλα
Τις σημειώσεις σου για την επιγεγραμμένη
Ιερουσαλήμ.

Οι ορφικοί θα σου υπαγορεύσουν τα αινίγματα
Πώς να συλλαμβάνεις τους ενόχους
Ενώ ακονίζεις τη μάχαιρα της εσχάτης Επιφάνειας στη Γη.

Η εικόνα της αναζήτησης είναι υπερβολική:
Σήμερα αποκεφάλισαν το νεαρό μιγά.

Η βραδύτητά του είναι η κατάπτωσή μου.

Ακόμα θυμάμαι με τι ενθουσιασμό έμαθε να ξυρίζεται.
Δάκρυα, ουγγιές που έχουν κοπεί
Στις μυστηριώδεις επαρχίες του δουλεμπορίου.

VI

Γυρίζω στο νησί για να κόψω τα δέντρα
Που προηγούνται αυτού του ποιήματος.

ΘΑΥΜΑ

Άγγελοι γνωστοί σαν Χάρυβδη επενδύουν
Στο καραβόπανο της απελευθέρωσης.

Βλεφαρίδες, αδένες, ντιβάνια κραυγάζουν
Στον ιδρυτή της ζωής.

Ξεκουράζομαι ανάμεσα στους πνιγμένους της ύστατης νύχτας.

Είμαι στη λίστα, τα ονόματά μου γδέρνουν την κατοικία.

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Η σκιά της οξιάς ζευγαρώνεται άπειρη.Το στόμα του πατρός μαραίνει το εδρικό σπίτι
Ξεφτίζει κάτι από ένδυμα σε περίπτωση που βρέξει στους σταθμούς των αυτοκινήτων.

Ο άγγελος τοποθετεί το φύλο του στην κουφάλα,  κοπανίζει με οργή
Αλλά ούτε σε μένα δεν έχει έλθει για να με πιάσει απ’ το χέρι

Προτιμά τον ιδρώτα των πορνών που επικυρώνουν το
Πιαμόντε

Ο Μιγκέλ Άνχελ Γκαλίντο (1973) έχει σπουδάσει Φιλοσοφία και κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στη Νομική. Έχει εκδώσει σχεδόν 20 βιβλία και έχει βραβευτεί σε διαφορετικά μέρη στην Ισπανία και στη Γαλλία. Ήταν ομιλητής στις 9 εβδομάδες της Ποίησης των Κανάριων Νήσων (Ateneo de La Laguna, 1995, Τενερίφη). Έχει λάβει μέρος σε ανθολογίες που αφορούν στη λογοτεχνία των Κανάριων Νήσων και της Ισπανίας γενικότερα. Μερικά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά για το τμήμα αγγλικών και αμερικάνικων σπουδών του Πανεπιστημίου του Σάλτσμπουργκ και στα ελληνικά για το ηλεκτρονικό περιοδικό «Βακχικόν».

Μάριο Μαντούκα Γκόμεθ
http://mariomanducagomezelrefugiodelheyoka.blogspot.com/

Ο ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΜΑΓΟΥ
Γερμένο άφησα τον κρόταφό μου μέσα στην ασυνήθιστη περιφρόνηση μιας λέξης, κι από το όνειρο συνεπαρμένος δεν αντιλήφθηκα πως απομακρυνόταν εκείνη από μένα, ικέτευσα τα απόκρυφα να κρύψουν εκείνη τη σκοτεινή προφητεία και ντροπιασμένος απ’ αυτή κατέβηκα στο πιο μεγάλο βάθος της αβύσσου…Σαν ένα ρυάκι διέτρεξα προσεχτικό το μονοπάτι, που πια είχε σημανθεί, και κουλουριάστηκα κρυμμένος μες στη μηχανορραφία μέσω της αθέτησης εκείνης της συμφωνίας. Ποιος θα μπορούσε ίσως να μου δανείσει κάποια μούσα ακόμα κι αν ήταν ήδη μεταχειρισμένη; Ή ίσως να μου παραχωρήσει για κάποιο χρόνο την κυριότητα ενός μονάχα των δακρύων της…

Από τότε την απύθμενη κόλαση των νικημένων ποιητών διατρέχω, ικέτης πάω ολοφυρόμενος κάποια ρίμα που πίσω στα ίχνη μου ανατρέχω, και σας ομολογώ πως δεν βρήκα βάλσαμο που να μπορεί να μετριάσει τόσο αξιολύπητη οδύνη. Αν κάποιος ξέρει από λέξεις, στίχους ή από κάποια σύντομη ωδή, να πάρει αυτά τα δεδομένα και να έρθει σε επαφή με αυτόν τον βάρδο χωρίς γη…

Εγώ είμαι, αν θέλει να το ξέρει κάποιος, εκείνος ο παράλογος μαθητευόμενος του μάγου, που δοκίμαζε αποτυχημένα ξόρκια, συνεχώς, είμαι ένα μαντείο σε λήθαργο, είμαι ένας τύραννος χωρίς βασίλειο στη δυστυχία ξεπεσμένο, τι θα μπορούσα να σας διηγηθώ που εσείς δεν ξέρετε από εμένα και που δεν έχει ήδη αφηγηθεί, εγώ, είμαι ο γελωτοποιός αυτού του διηγήματος, που ακόμα, δεν έχει μπορέσει να διηγηθεί…

(Από τη λογοτεχνική ανθολογία του 2007  Del tálamo al cálamo της Εταιρείας Συγγραφέων της Εξτρεμαδούρα “Cálamus”)

ΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ

Αν μπορούσα μορφή να σου δώσω
όταν μονάχα στα όνειρα εμφανίζεσαι.
αν έστω μόνο μπορούσα να σε πλησιάσω
όταν πολύ μακριά σε νιώθω.
αν μπορούσα, μόνο με το να το επιθυμώ,
να σου μιλήσω όσο διαρκεί ένα σύντομο λεπτό,
αν μπορούσα μέσα σε σένα να εγκλωβιστώ
όταν φτάνει ο χειμώνας ο σκληρός
όλα θα άξιζαν τον κόπο…..
Αν ήξερες πόσο καιρό περιπλανιόμουν
δίχως να συναντώ ένα δρόμο.
αν ήξερες την ένδεια ενός κόσμου
που την ισορροπία του έχει χάσει.
αν μπορούσες να μ’ ακούσεις στη σιωπή
δίχως έναν ήχο να προφέρεις.
θα ήξερες πως να κατανοήσεις αυτό που νιώθω
πως πια το ‘χεις κατανοήσει, ξέρω….

(Ανέκδοτο)

ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ;

Σήμερα εξορίζω τα συναισθήματά μου στη λησμονιά,
που είναι το βάλσαμο που τις αμυχές επουλώνει,
και καθώς σπρώχνω απαλά ενός παραπλανητικού προορισμού τα πανιά
που αν και μοιάζει μακρινός, ανάμεσα στους στίχους μου σήμερα επιβιώνει…

Το χρόνο θέλησα να συγκρατήσω με των δαχτύλων μου τις άκρες
μην ξέροντας πως το έσκαγε σιγά σιγά κι ανεπανόρθωτα,
με λέξεις έκανα αναχώματα που σταματούσαν των κυμάτων τις φουρτούνες
αγνοώντας πως ήταν σα στιλέτο η θάλασσα που το μνημονικό μου διατρυπούσε…

Γι’ αυτό ψάχνω ανάμεσα στις τέφρες των αρχαίων κόσμων
τα βλέμματα απορρίπτοντας, κάποια τελετουργία εξορίζοντας
αποκηρύττοντας σαν άλλοτε τις πιο δεσμευτικές επιθυμίες
που σαν τα όνειρα τα παιδικά όπως πάντα πια έχουν φύγει…

Εγώ είμαι αυτός που έμεινε στις υποσχέσεις των αργοπορημένων χαραυγών πιασμένος
είμαι εγώ αυτός που ολίσθαινε στης αδειανής ματιάς σου τη λαχτάρα προστατευμένος,
στη σεμνότητα αυτού που τίποτα ποτέ δεν προσδοκά πλεγμένος
στην απογοήτευση του να δει να φτάνει το πρωινό υποταγμένος…

Εγώ είμαι εκείνος ο ληστής, που ζούσε απ’ την πνοή σου
είμαι εκείνος που περπατούσε στο σύρμα των φιλιών σου
και στα γλυκά πρωινά των καλοκαιριών της ασφυξίας
εγώ ήμουν εκείνος που τρεφόταν με τη λάμψη των ματιών σου…

(Ανέκδοτο)

Ο Μάριο Μαντούκα Γκόμεθ (Σάντα Κρούζ, Τενερίφη, 1967), έχει σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λαγκούνα (κατέχοντας τον τίτλο του Κύκλου Ανωτάτων Σπουδών στα Αγγλικά από την «Επίσημη Σχολή των Γλωσσών») και Παιδαγωγικά (με ειδίκευση στην Παιδαγωγική και Διδακτική Μεθοδολογία) στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα στην Ισπανία. Συγγραφέας από την εφηβεία, μέλος της εταιρείας των συγγραφέων της Εξτρεμαδούρα «Cálamus», έχει εκδώσει και δημοσιεύσει αρκετά έργα του σε ανθολογίες και περιοδικά και έχει επίσης δημοσιεύσει άρθρα σχετικά με τους ιθαγενείς βορειοαμερικάνους στο περιοδικό του Πανεπιστημίου της Λαγκούνα «El Barraquito».

Ρομπέρτο Γκαρθία ντε Μέσα
http://robertogarciademesa.blogspot.com/

 

ΤΡΑΓΙΚΗ ΑΙΣΘΗΣΗ

Όλοι φυλάμε με ζήλο την τραγική αίσθηση της ζωής,
όμως είναι το μυστικό μας.
Έτσι ώστε κανένας να μην πρέπει να ενημερωθεί.
Άμα σε υποψιαστούν είσαι χαμένος.
Πρώτα οι φίλοι σου θα σε εγκαταλείψουν, και, ύστερα, η οικογένειά σου.
Όλοι θα το κατανοήσουν, αλλά κανείς δε θα τολμήσει να το παραδεχτεί.
Και, φυσικά, θα σε αγγίξει η ευθύνη του να είσαι ορατός,
του να είσαι το εγερτήριο των επιθυμιών σου.
Οφείλεις να προστατευτείς.
Οφείλεις τις συγκινήσεις σου να φροντίσεις.
Οφείλεις να αγρυπνάς σε αυτόν που τα συναισθήματά σου δείχνεις.
Όλοι γνωρίζουμε τη μελαγχολία, αλλά απαγορεύεται να την ασκούμε.
Είναι ένα ριψοκίνδυνο άθλημα.
Δεν πρέπει να το παρατηρήσουν να αφήσεις.
Εκείνοι και εκείνες, οι τέλειοι,
αυτοί που σε διαβάζουν,
αυτοί που ξέρουνε που πρέπει να σταθούν.
Μόνο να ξεγλιστρήσουνε επιθυμούν από αυτές τις ενοχλητικές του παρελθόντος αντηχήσεις,
άλλων ζωών όχι ζωηρών.
Έτσι προσπάθησε να πάψεις άμα δεν θέλεις να σε ξεσκεπάσουν.
Άμα το κάνουν, θα σου κλείσουν όλες τις πόρτες.
Θα νιώσεις πως ξεφεύγουν από σένα, αλλά εκείνοι θα σε δουν απ’ τις σκιές
κι απ’ τη συγκίνηση των λόγων σου θα φοβηθούν.
Μια εμπειρία μιαρή μ’ αυτούς θα ζήσουν στις νυχτερινές στιγμές.
Μία κρυφή ευχαρίστηση θα βρουν σ’ αυτές τις συγκινήσεις που ούτε που θα τολμήσουνε να εξομολογηθούν.
Ναι. Το ξέρουν.
Όλοι έχουν γνωρίσει την τραγική αίσθηση της ζωής σε κάποιο απόκρυφο μέρος των ψυχών τους.
Θα φτάσουνε να το σκεφτούν, αν και δεν το παραδέχονται.
Στις πιο προσωπικές στιγμές θα τρέμουνε από αγωνία,
αλλά επίσης θα χαμογελάσουνε στη θέα της γιγάντιας εικόνας του ίδιου τους του κυνισμού.

(Ανέκδοτο)

ΑΥΤΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Αυτή τη νύχτα εγκατέλειψα τα δάχτυλά μου μπροστά από ένα πιάνο,
ερμήνευσα τα άσματα των νεκρών
και χαμογέλασα μετά από το μουρμουρητό,
μετά από τη συνειδητοποίηση, μετά από τις αυτόχειρες σκιές.
Αυτή τη νύχτα διάβασα τις λέξεις ανάμεσα στα απομεινάρια του κορμιού μου,
στο μαύρο φως των φωτεινών μου ημερών,
στις αστραπές του δέρματός μου που πριν πεθάνω με ευλογούν.
Όλοι οι δήμιοι του κόσμου με έχουν διακριτικά καταδικάσει.
Και καθώς ακούω το μουρμουρητό του ανέμου,
ο νους μου έχει σαρωθεί από κάποια παράξενα χείλη.
Εγώ ξέρω πως η μυστική μου κρυψώνα βρίσκεται κάτω από τη σκιά της θάλασσας.
Οι λειχήνες μου εξομολογήθηκαν την ανυπομονησία τους.
Κάτω απ’ τα νερά δεν μπορούν ν’ ακούσουν τα λόγια του ανέμου.
Ανάμεσα σ’ αυτά τα απομεινάρια ψάχνω τα μαραμένα μου ίχνη, την ίδια μου τη λήθη,
τη μυστική φύση των πραγμάτων κι ένα μπουμπούκι διαφάνειας μετά το τέλος.
Είμαι ένας φυλακισμένος αυτού του χαμένου πολέμου,
αλλά κανένας πια δεν θέλει επιζώντες.
Έτσι θα πρέπει να ακούσω το ίδιο μου το μουρμουρητό, την ίδια μου τη μορφή φωτός.
Αυτή η σκοτεινή λιτανεία που με σέρνει προς τις μέρες χωρίς έξοδο,
προς τα παγόβουνα, προς τη ρήξη όλων των φανταστικών κορμιών,
βρίσκεται ανάμεσα στα δάχτυλά μου, όταν προσποιούμαι πως παίζω  πιάνο τα μεσάνυχτα,
όταν ακούω τις καμπάνες μιας εκκλησίας που αναγγέλλουν το τέλος της αιωνιότητας.

(Ανέκδοτο)

ΤΑ ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΑ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)

Ξεκινώντας την παρτίδα του σκακιού, το πιόνι βρίσκεται πιο κοντά στο κέντρο˙ επομένως, θα έχει πιο πολλές πιθανότητες να σπάσει τον πίνακα στη μέση.

Φορές, η διάδοση της θλίψης μεταμορφώνεται σε ένα φτερούγισμα πεταλούδας.

Η αληθινή ευτυχία συνίσταται στο να γνωρίζουμε ακριβώς από πού ερχόμαστε και για πού πάμε. Κι αφού ποτέ δεν θα μπορέσουμε να το ξέρουμε με ακρίβεια, τότε θα είμαστε αιώνια δυστυχείς. Εκτός κι αν θεωρούμε πως η ζωή είναι ένα όνειρο και πως δεν έχει σημασία τίποτα απ’ όλο αυτό. Επομένως, θα μπορέσουμε να είμαστε υποκριτικά ευτυχείς. Το οποίο δεν είναι λίγο.

Η ερήμωση κρύβεται κάτω απ’ τα ρούχα. Η απογύμνωσή μου, λοιπόν, είναι η εκδήλωση της ίδιας μου της ερήμωσης. Η ερήμωσή μου μαζί με άλλου ατόμου είναι η αίσθηση πως μαζί ξεχειλίζουμε το χάρτη της καταστροφής.

Ένα ανθρώπινο ον αρχίζει να ζει όταν δεν αναγνωρίζεται ανάμεσα στις μάσκες του.

Όλοι έχουμε πεθάνει κάποια φορά στη ζωή ή όλοι έχουμε πεθάνει πιο πολλές φορές απ’ όσες πιστεύουμε.

Η απόλυτη καταιγίδα βρίσκεται εντός του ενός.

Αρχίζεις να χάνεις την ελευθερία σου από το πρώτο λεπτό που σε ρωτάνε:
Τι θα κάνεις με αυτή;

Εγώ πιστεύω στα άγρια άλογα που ιππεύουν και ποδοπατούν το νου μου.

Άλλοτε, οι άντρες κι οι γυναίκες συζητούσαν για το ποιος θα έλεγε την τελευταία λέξη, τώρα συζητούν για το ποιος θα προφέρει την τελευταία σιωπή.

Υπάρχουν μέρες στις οποίες δεν αξίζουν οι δικαιολογίες. Υπάρχουν μέρες στις οποίες ένας μετατρέπεται σε κάτι που δεν έχει επιλέξει να γίνει. Υπάρχουν μέρες τόσο παράλογες που δεν ξέρω πώς να τις ονομάσω… Οι μέρες με όνομα απώλειας. Γιατί όταν ένας μετατρέπεται σ’ αυτό το κάτι, ένα μέρος παύει να υφίσταται, και κρύβεται στο άλλο. Και, φυσικά, έχεις χάσει κάτι από σένα. Κι αυτό το καταραμένο και διαστροφικό κάτι είναι ανεπανόρθωτο.

Υπάρχουν διόδια που πληρώνονται αργά ή γρήγορα για να τα περάσει κανείς ελεύθερα, για να φανταστεί την ερήμωση, για να ευχηθεί πως η ανθρώπινη καρδιά μπορεί να είναι η χαρτογραφία η πιο πιστή του κόσμου. Τόσα διόδια σαν ελεύθερες αντιλήψεις. Τόσα σαν απώλειες. Και είναι που οι υπόγειοι κόσμοι κάνουν να ρέει το νερό προς τα μυαλά μας. Το ίδιο νερό που πίνουν οι αυτόχειρες.

Μια στιγμή κορυφαία από κάτι που γεννιέται χωρίς να είναι ορατό. Μία απόλυτη καταιγίδα που παράγει μια έκρηξη στα μάτια σου… Αλλά μην το πεις σε κανέναν. Η ζωή βιώνεται μονάχα μια φορά.

Μου στέλνουν μηνύματα γραμμένα με ελάχιστα φωνήεντα. Μόνο σύμφωνα που δεν μπορούν να προφερθούν. Μόνο σύμφωνα σκληρά, ανήσυχα, γνώριμα, αλλά παράξενα. Τόσο παράξενα… Εγώ έχω ανάγκη να δω τα φωνήεντα. Έχω ανάγκη να νιώσω τα φωνήεντα στη ζωή μου. Γιατί ανάμεσα σ’ εκείνα κατοικεί η ψυχή των πραγμάτων, γιατί ανάμεσα σ’ εκείνα είναι δυνατό να συγκινηθεί κανείς. Με τα φωνήεντα μπορώ να φωνάζω ελεύθερα, με τα σύμφωνα ζω φιμωμένος.

Εγώ πιστεύω πως όλα τα πολιτικά κόμματα του κόσμου ποτέ δεν έχουν σκεφτεί αληθινά το ανθρώπινο ον.

Άν το πνεύμα βρίσκεται σε κρίση, αν το κορμί βρίσκεται σε κρίση (από την αρχή των χρόνων…), εγώ αναρωτιέμαι: Ποια κρίση πραγματικά φοβόμαστε;

Γι’ αυτό βρισκόμαστε εδώ: γιατί η πλήρης υποταγή ακόμα δεν έχει συμβεί.

Χθες βράδυ ονειρεύτηκα με τη μελωδία αυτών που αποτυγχάνουν, επαναλάμβαναν πάντα τα ίδια λόγια: αγάπα με όπως κανείς δεν το έχει κάνει πριν.

(Ανέκδοτο)

Ο Ρομπέρτο Γκαρθία ντε Μέσα είναι ποιητής, δραματουργός, θεατρικός συγγραφέας, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μουσικός και περφόρμερ. Έχει πτυχίο στη Νομική, επίσης διδακτορικό στην Ισπανική Φιλολογία με ειδίκευση στην Ισπανική Λογοτεχνία από το Πανεπιστήμιο της Λαγκούνα (Τενερίφη, Κανάρια Νησιά). Ως ερευνητής, το πεδίο της ειδίκευσής του περιλαμβάνει τα φαινόμενα του μοντερνισμού στην Ισπανική Λογοτεχνία και στο Ευρωπαϊκό και Αμερικάνικο θέατρο του 20ου και 21ου  αιώνα. Έχει εκδώσει 37 βιβλία που περιλαμβάνουν ποίηση, θεατρικά, σύντομα διηγήματα, δοκίμια και κριτικές μελέτες. Κάποια από τα έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και στα γαλλικά και κάποια άλλα έχουν παιχτεί στο θέατρο και στον κινηματογράφο.

Μαρία Xοσέ Αλεμάν
http://mardeaire.blogspot.com/

ΞΕΦΤΙΣΜΕΝΕΣ ΑΚΡΕΣ
Όταν η σιωπή της νύχτας διακόπτεται από ένα μακρινό γάβγισμα κι αργότερα το μακρινό γάβγισμα διακόπτεται για να δώσει τη θέση του στη σιωπή, μοιάζει με μουσική.*

Προτιμώ την ατέλεια στο μακιγιάζ που προσπαθεί να τη συγκαλύψει.

*

Όταν το σώμα είναι κουρασμένο φαίνεται πως ο νους σέρνεται πάνω σε ένα γέρικο άλογο.

*

Το να προσηλώνομαι στη μορφή μέσα στην οποία ο ήλιος μπαίνει απ’ το παράθυρο είναι η μόνη σοβαρή ασχολία που έχω σήμερα ως καθήκον.

*

Όλες τις μέρες την ίδια ώρα διασταυρώνεται με έναν άγνωστο και
αυτομάτως μετατρέπεται στην άγνωστη με την οποία αυτός διασταυρώνεται
όλες τις μέρες την ίδια ώρα.

*

Τρεις φορές έχει ανέβει στο βουνό μέχρι στιγμής αυτό το μήνα για να δείξει το
βουνό στους ξένους, σαν να του ανήκε η επίδειξή του.

*

Είναι ένα θύμα του παρελθόντος του, μα όχι του πραγματικού αλλά αυτού που θυμάται.

*

Αποτριχώνει τα πόδια ενώ καπνίζει σαν ένα είδος του τσίρκου, στο μπάνιο.

*

Γερνάμε παρόλο που δεν γνωρίζουμε τίποτα για τη ζωή. Όμως κρύβουμε το γήρας σαν να ήμασταν υπεύθυνοι γι’ αυτό το λάθος.

*

Το να χάνει κανείς τη μνήμη του πρέπει να είναι παρόμοιο με το να μην έχει ντουλάπα.

*

Το να κοιμάται κανείς είναι μια λειτουργία πρακτική και καθημερινή πατροναρισμένη από το θάνατο.

*

Ένας συγγραφέας που πια δεν είχε τίποτα να πει εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω του το σώμα που έγραφε.

*


Έχει συζητηθεί πολύ να γεμίζουμε την κανάτα με νερό, κάθε φορά που γεμίζουμε την κανάτα με νερό.
*

Μου αρέσει το καλοκαίρι γιατί, καθώς οδηγείς, αγγίζεις τα πόδια μου.

*

Ο νους μου είναι άδειος αλλά δεν ξέρω αν είναι ένα επίτευγμα ή μια εκδίκηση.

*

Δυο σκύλοι διασταυρώνονται στο δρόμο μου, ο ένας θα μπορούσε να είμαι εγώ κι ο άλλος επίσης.

*

Απελπίζομαι, αλλά δεν ξέρω ποια είναι η αιτία, ίσως μια υπέρβαση της υπομονής.

(Ανέκδοτοι Αφορισμοί)

Η Μαρία Χοσέ Αλεμάν Μπασταρρίκα (Λαγκούνα, 1967) έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, έχει βραβευτεί για το έργο της και συντονίζει το τμήμα της Λογοτεχνίας του Ateneo της Λαγκούνα.

Ιβάν Καμπρέρα Καρτάγια


ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Γνωρίζω πως είναι από φωτιά το πεπρωμένο μου,
όπως οι αζαλέες ξέρουν
να αποβάλλουν αυτή την ποσότητα του φωτός
που πια δεν θα χρησιμοποιήσουν,
το φως
που πια δεν χρειάζονται
και αγνοούν, στ’ αλήθεια,
για ποιο λόγο τόσο.

Ξέρω πως ακολουθώ μια γραμμή φωτιάς,
όπως τα πουλιά στον αέρα ιχνογραφούν
ένα τρίγωνο αόρατο
υπαγορευμένο από το ένστικτό τους,
και στην προσπάθειά τους παράγουν
το φως που θα τους λείψει,
όταν δεν αρκεί η πτήση
για να δουν το τέλος.

(Από το ανέκδοτο βιβλίο Πίστεις του θέρους)

ΛΟΓΙΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΒΑΡΚΑΡΗ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΩΠΗΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Εγώ δεν ξέρω αν ακριβώς
κινείς ανάποδα τα κουπιά
γιατί υποχωρούν τα κύματα.

Στων νεκρών τα φαράγγια
ωριμάζουν τα κρασιά
τα πιο όξινα του κόσμου.

Σ’ αυτή τη γη
μεγαλώνουν τα ερείπια
όμοια με το φίδι
της Γένεσης.

Βγαίνεις τη νύχτα
για να δέσεις ένα μπουκέτο παραληρήματος
με γεντιανές γαλάζιες
και μαύρες παπαρούνες.

Το πρόσωπό σου διαγράφεται
πίσω από δάχτυλα πλεχτά.

Υπάρχουν χαμόγελα που πονούν,
και κόβεις δάχτυλα αγγέλων
για να κλείνουν,
για να συνεχίζουν να κλείνουν,
τα βλέφαρα του Θεού.

(Από το ανέκδοτο βιβλίο Εργασία απόκρυψης)

ΠΕΣ, ΠΕΣ ΤΩΡΑ

Πες μου εσύ αν φύλαξες
αρκετή σιωπή
για να κοιμηθείς
με ένα λουλούδι λασπωμένο ανάμεσα στα χέρια.

Πες μου εσύ αν σου μένουν
στον άβακα λογαριασμοί για να εξοφλήσεις
με το στόμα σαχιδικό
όπου ενώνονται όλα
τα ιδιώματα του κόσμου.

Πες μου εσύ, το μάθημά σου τι προστάζει,
τι φασιανό σε έναν νεκρό θα αγοράσεις
όταν ανθίζουν οι ζώνες
στην ταραχώδη οργή του θέρους.

Δεν θα ήξερες τι να απαντήσεις.
Δεν ξέρεις τι φέρουν οι υδρίες
μιας οποιασδήποτε τελετουργίας
ή ποια ζυγαριά κακότυχη σου ψιθυρίζει:
«υπερβολικά ελαφρύ».

Μόνο θέλησες να ατενίσεις
τους λαμπερούς καρπούς της πορτοκαλιάς.
Εκτός από τον φευγαλέο αέρα,
είσαι ίδιος με την άκρη της αύρας
πιο ανάλαφρος.

(Από το ανέκδοτο βιβλίο Εργασία απόκρυψης)

Ο Ιβάν Καμπρέρα Καρτάγια (Τενερίφη,1980) είναι πτυχιούχος στην Ισπανική Φιλολογία από το Πανεπιστήμιο της Λαγκούνα, όπου επίσης σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Φιλοσοφία και εργάζεται ως καθηγητής Ισπανικών. Έχει βραβευτεί σημαντικά για το έργο του (βραβείο ποίησης Pedro García Cabrera, Luis Feria, Félix Francisco Casanova, Julio Tovar, Emeterio Gutiérrez Albelo, Tomás Morales, Juventud-Cultura Canaria, Juan Ramón Jiménez). Συμμετείχε σε πολιτιστικά προγράμματα με κεντρικό άξονα την ποίηση, έχει παρουσιάσει ποιητικές συλλογές σε συνέδρια ποίησης στα Κανάρια Νησιά και έχει προλογίσει βιβλία. Ο ίδιος έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, διηγημάτων, δοκιμίων, συνεντεύξεων, συνεργάζεται με εφημερίδες και  περιοδικά και έχει συμβάλλει στη σύσταση της Εγκυκλοπαίδειας της Λογοτεχνίας των Κανάριων Νήσων. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά.

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog