Βοηθητικό μενού

Περιεχόμενα Τεύχους 19

Ένα κοριτσάκι - Σιδέρης Δοξακάκης

Είναι ένα κοριτσάκι που ονειρεύεται να είναι σαν όλα τα άλλα κοριτσάκια.Είναι παραμονή Χριστουγέννων και όλοι στον δρόμο βγήκανε για ψώνια με τις οικογένειες τους. Τραγουδούσαν και παρακαλούσαν να πέσει απαλό χιόνι για να φτιάξουνε χιονάνθρωπους και αγγέλους.
Ένα μικρό κοριτσάκι έσερνε ένα καροτσάκι γεμάτο πράγματα. Δεν ήταν καλά - καλά πέντε ετών και είχε περάσει τα δυσκολότερα χρόνια τις ζωής της.
Έσερνε λοιπόν το καροτσάκι και σταματούσε μπροστά σε βιτρίνες που ήταν γεμάτες ζαχαρωτά και παιχνίδια και ονειρεύονταν.
Ονειρεύονταν, όχι τις λιχουδιές και τα πολύχρωμα παιχνίδια αλλά τους μεγάλους ανθρώπους που κρατούσαν στα χέρια τους μικρά παιδιά.
Ονειρεύονταν να είχε μια μητέρα και ένα πατέρα.
Ονειρεύονταν να είχε γονείς.

«Τι πουλάς εκεί μικρή μου;» ακούστηκε μια γλυκιά φωνή.
Η μικρή τρόμαξε καθώς ονειροπολούσε. Γρήγορα όμως βρήκε το κουράγιο για να μιλήσει στην ηλικιωμένη κυρία.
«Έχω τα πάντα» είπε και τράβηξε κοντά της το καροτσάκι.
«Το βλέπω» είπε η κυρία και έσκυψε με ενδιαφέρον επάνω από τα πράγματα.
«Έχω κουμπιά σε πολλά χρώματα. Έχω σκουπάκια και φτυαράκια. Έχω αναπτήρες και στυλό. Έχω ρολόγια και πορτοφόλια. Έχω ένα σορό πράγματα» είπε χαρούμενη κοιτάζοντας ντροπαλά τα τρύπια της παπούτσια.
«Γονείς έχεις μικρό μου;» ρώτησε η κυρία.
Το κοριτσάκι κούνησε το κεφαλάκι της δεξιά και αριστερά.
«Έχεις κάπου να κοιμηθείς το βράδυ;» ρώτησε η κυρία.
Το κοριτσάκι έσκυψε το κεφάλι λυπημένο και έκανε αρκετά βήματα πίσω.
«Που πάς μικρή μου. Εγώ θέλω το καλό σου» είπε η κυρία και η μικρή έστριψε το καροτσάκι για να απομακρυνθεί.
Εικόνες πλημμύρησαν το μυαλό της μικρής. Γνώριζε από πρώτο χέρι τους ανθρώπους και την ελεημοσύνη τους. Η ώρα κόντευε έξι το απόγευμα και ο ήλιος είχε αρχίσει να κρύβετε πίσω από τις ψηλές πολυκατοικίες. Έπρεπε να πουλήσει πράγματα αν ήθελε ένα ζεστό μέρος για να κοιμηθεί το βράδυ.
«Περίμενε» φώναξε η κυρία και άρπαξε με το χέρι της το μπουφάν του κοριτσιού. «Θέλω να αγοράσω αναπτήρες. Και θέλω να με περιμένεις εδώ πέρα για πέντε λεπτά».
Το κοριτσάκι σταμάτησε αμέσως. Η κυρίας διάλεξε δύο αναπτήρες και μέτρησε τρία νομίσματα. Το κοριτσάκι άπλωσε το γαντοφορεμένο χέρι του και τα πήρε. Έσφιξε την γροθιά της επάνω στο στήθος της καθώς ένιωθε να φεύγει ένα βάρος από επάνω της. Το βράδυ θα είχε να κοιμηθεί στο μέρος όπου μαζεύονταν όλα τα άστεγα και ορφανά παιδιά της πόλης.
«Σας ευχαριστώ» ξεστόμισε και είδε την κυρία να απομακρύνετε. Έστριψε βιαστικά το καροτσάκι της προς την άκρη της πόλης. Εκεί πέρα ήταν το μέρος που αποκαλούσε σπίτι και ήθελε τουλάχιστον είκοσι λεπτά για να φτάσει και ήδη είχε αρχίσει να νυχτώνει και το κρύο να γίνετε τσουχτερό.
Περπατούσε και χάζευε τις βιτρίνες και τον κόσμο που βάδιζε βιαστικά καθώς η αγορά έκλεινε.
Τι εκπληκτικές μυρωδιές είναι αυτές που πλανιόνταν στον αέρα. Το στομάχι της τραντάχτηκε καθώς είχε να φάει από χθες το πρωί. Πλησίασε την βιτρίνα που ήταν γεμάτη με λαχταριστές λιχουδιές. Είχε ψωμάκια, κέικ, τυρόπιτες, κρουασάν και λαχταριστές καραμέλες που σίγουρα θα προκαλούσαν εκρήξεις γεύσεων στην γλώσσα. Άφησε το καροτσάκι στην άκρη του πεζοδρομίου και κίνησε να ανοίξει την πόρτα.
«Έξω από το μαγαζί μου» φώναξε ο χοντρός φούρναρης μόλις την αντίκρισε. «Δεν θέλω ζητιάνους στην επιχείρηση μου» πρόσθεσε κουνώντας την σκούπα απειλητικά.
«Όχι κύριε! Δεν ήρθα να ζητιανέψω. Θέλω να αγοράσω ένα μεγάλο ζεστό ψωμί» είπε το κοριτσάκι και έβγαλε από την τσέπη του τα τρία νομίσματα.
Ο φούρναρης αγκάλιασε την σκούπα του και δάγκωσε τα χείλια του από ντροπή. Πέρασε πίσω από τον πάγκο και διάλεξε ένα μεγάλο ψωμί.
«Αυτό είναι καλό;» την ρώτησε.
«Είναι μια χαρά κύριε» απάντησε το κοριτσάκι και άπλωσε τα χέρια του.
«Πρώτα να δω τα χρήματά σου» είπε ο φούρναρης και διάλεξε ένα κέρμα. Ήξερε ότι αν έδινε τσάμπα το ψωμί του, αύριο το πρωί το μαγαζί θα ήταν γεμάτο με ζητιάνους και επαίτες.

Το κοριτσάκι βγήκε αγκαλιά με το ψωμί και τράβηξε το καροτσάκι μέχρι την πλατεία. Οι λάμπες είχαν ανάψει και φώτιζαν τον δρόμο της. Διάλεξε ένα παγκάκι και αφού το καθάρισε προσεχτικά για να μην λερώσει το μοναδικό παντελόνι που είχε, κάθισε για να απολαύσει το μεγάλο ψωμί που αγόρασε.
Ένα αδέσποτο σκυλάκι πλησίασε τρέμοντας με την ουρά ανάμεσα στο πόδια.
«Αχ καημένο μου» είπε το κοριτσάκι και άπλωσε το χέρι του για να το χαϊδέψει. «Μην με φοβάσαι. Ξέρω καλά τον φόβο σου. Κακοί άνθρωποι σε κυνήγησαν, σε φώναξαν και σε χτύπησαν. Όχι όμως εγώ. Θέλω να γίνω φίλη σου» είπε και άπλωσε το χέρι της για να το χαϊδέψει καθώς είχε τραβηχτή την πρώτη φορά.
Το αδέσποτο σκυλάκι πετάχτηκε μπροστά και με μια κίνηση άρπαξε το ψωμί από το χέρι του κοριτσιού και άρχισε να τρέχει μακριά του.
«Όχι. Σε παρακαλώ θα το μοιραστούμε!» φώναξε στο σκυλάκι αλλά αυτό έτρεξε πιο γρήγορα με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί μέσα στο σκοτάδι.
Το κοριτσάκι σταμάτησε το τρέξιμο όταν βρέθηκε κάτω από την τελευταία λάμπα. Το κίτρινο φως άπλωνε σκιές γύρω στην πλατεία και στα ψηλά δέντρα. Το κοριτσάκι έπιασε το άδειο του στομάχι και επέστρεψε στο καροτσάκι. Δεν είχε κακία απέναντι στο σκυλάκι. Ήξερε ότι το καημένο δεν μπορούσε να εμπιστευτεί τους ανθρώπους και τα μικρά παιδιά.

Έπιασε το χερούλι και έσυρε το καροτσάκι. Φαντάζονταν ότι στο μέρος όπου μαζεύονται όλα τα άστεγα παιδάκια να έχει στρωμένα τραπέζια γεμάτα φαγητό, αναψυκτικά και παιχνίδια.
Αυτά σκεφτόταν και φαντάζονταν μέχρι που σταμάτησε μπροστά στην μεγάλη καφέ ξύλινη πόρτα.

«Καλώς την πριγκίπισσά μας» είπε ο πορτιέρης που μπροστά στα μάτια του κοριτσιού φάνταζε με γίγαντα. «Δώσε μου όλα τα χρήματα σου αν θέλεις να περάσεις την πόρτα» είπε και ρούφηξε την κόκκινη μύτη του.
Το κοριτσάκι έβγαλε από την τσέπη του τα δύο νομίσματα και τα έδωσε στον γίγαντα.
«Τι είναι αυτά;» ρώτησε εξοργισμένος. «Αυτά ούτε για τσιγάρα δεν φτάνουν» ούρλιαξε και τα πέταξε μέσα στην λάσπη. Το κοριτσάκι έσκυψε να τα μαζέψει και τότε ο πορτιέρης το έσπρωξε με την μπότα του. Το κοριτσάκι έπεσε μέσα στις λάσπες λερώνοντας τα ρούχα του. Ευτυχώς που πρόλαβε να πιάσει τα κέρματα πριν βυθιστούν.
«Έχει νυχτώσει και δεν έχω που να κοιμηθώ κύριε» είπε τινάζοντας την λάσπη από επάνω της.
«Φύγε από εδώ τώρα» είπε νευριασμένα ο πορτιέρης. Εκείνη την στιγμή δύο αγοράκια κάνανε την εμφάνισή τους. Έδωσαν τα χρήματα τους στον γίγαντα και πέρασαν την πόρτα. Ένας ζεστός αέρας χτύπησε το πρόσωπο του κοριτσιού που για λίγο απόλαυσε επάνω στα παγωμένα μάγουλά του.
«Πάρε δρόμο τώρα. Πήγαινε να βρεις περισσότερα χρήματα» φώναξε ο γίγαντας και έπιασε ένα μακρύ ξύλο.
Το κοριτσάκι παραπάτησε και σκάλωσε στο καροτσάκι. Για καλή του τύχη ισορρόπησε και το έβαλε στα πόδια.

Επέστρεψε στο πάρκο όπου την προσοχή της τράβηξε το φως των φαναριών. Άρχιζε να χιονίζει. Τι υπέροχο θέαμα σκέφτηκε και ξέχασε για λίγο την πείνα της. Άφησε το χερούλι και τράβηξε τον σκούφο πιο χαμηλά. Το κρύο όσο περνούσε η νύχτα μαλάκωνε και το κοριτσάκι άρχισε να χορεύει μέσα στο χιόνι που όλο και πύκνωνε. Όλα γύρω της στριφογύριζαν μαγικά. Τα δέντρα, οι θάμνοι, οι λάμπες και τα παγκάκια ντύνονταν στα λευκά.
«Αχ, το καροτσάκι» θυμήθηκε και έτρεξε κοντά του. Το χιόνι είχε φτάσει στους αστραγάλους και τα βρεγμένα της ρούχα είχαν κοκαλώσει και την εμπόδιζαν να ζεσταθεί.
Τότε πέρασε από το μυαλό της μια ευχάριστη σκέψη. Άρχισε να βουτάει τα χέρια της μέσα στο χιόνι. Το μάζευε από εδώ, το μάζευε από εκεί και άρχισε να το πλάθει. Δεν την πείραζε που τα γάντια της άρχισαν να μουσκεύουν. Το χιόνι μπροστά της άρχισε να αποκτάει σχήμα. Σταμάτησε μετά από πέντε λεπτά και το κοίταξε από δύο μέτρα μακριά. Κάτι έλειπε. Δεν της άρεσε πολύ. Όρμησε επάνω στο καροτσάκι και άρχισε να ψάχνει. Πρώτα διάλεξε δύο κομμάτια σκοινί και δημιούργησε ένα χαμόγελο. Στην συνέχεια πήρε ένα χοντρό στυλό και τον κάρφωσε απαλά και προσεχτικά ακριβώς από επάνω. Έβγαλε και από την τσέπη της τα δύο νομίσματα και τα τοποθέτησε για μάτια.
«Ωραία! Μάτια, μύτη και στόμα έγιναν» είπε και συνέχισε να ψάχνει. Διάλεξε το σκουπάκι και το φτυαράκι και τα τοποθέτησε για χέρια.
«Ωραία. Τώρα ομορφαίνει αλλά και πάλι κάτι...» σκέφτηκε και έβγαλε το κασκόλ που φορούσε και το τύλιξε γύρω από τον λαιμό του. Άνοιξε το σακουλάκι με τα κουμπιά και τα τοποθέτησε επάνω στην κοιλιά δημιουργώντας ένα όμορφο άσπρο σακάκι.
Έκανε δύο βήματα πίσω και θαύμασε τον χιονάνθρωπο που είχε φτιάξει με τα χέρια της για πρώτη φορά.
«Επιτέλους έχω ένα φίλο» είπε και τον αγκάλιασε. Κάθισε στα πόδια του και του έκανε συντροφιά επειδή γνώριζε καλά τι θα πει μοναξιά. Του μιλούσε καθώς τα λεπτά περνούσαν και γίνονταν ώρες.
Το κρύο δυνάμωνε και το χιόνι πύκνωνε καθώς ο δυνατός αέρας το στροβίλιζε επάνω από το παγωμένο κοριτσάκι. Τα μάτια της μικρής άρχισαν να βαραίνουν και τα λόγια της χάνονταν μέσα στην νύχτα καθώς ένιωθε τον ύπνο και την κούραση να την καταβάλουν.
Ένα δυνατό φως χτύπησε το πρόσωπο της. Ένιωσε ότι κάτι το μαγικό θα συνέβαινε. Είδε ξαφνικά τον χιονάνθρωπο να κουνιέται και να της μιλά.
«Σ’ ευχαριστώ μικρή μου που με έφτιαξες με αγάπη και που μου κράτησες συντροφιά. Είναι σειρά μου να σε πάρω από το χέρι και να σου δείξω ότι στο κόσμο μου εγώ είμαι βασιλιάς. Δεν θα σου λείψει τίποτα. Δεν θα πεινάσεις ποτέ, ούτε θα διψάσεις και θα έχει πάντα ζεστασιά. Όλοι στο βασίλειο μου είμαστε μια οικογένεια» είπε ο χιονάνθρωπος και της έδωσε το χέρι του που ήταν φτιαγμένο από σκούπα.
«Δεν το πιστεύω» είπε το κοριτσάκι και με δάκρυα στα μάτια και έπιασε το χέρι του φίλου της. Ένα δυνατό φως τους τύλιξε και ένιωσε ζεστασιά. «Είναι μαγικά» είπε χαρούμενο αγκαλιάζοντας τον σφικτά.

Το επόμενο πρωινό μια παρέα παιδιών βρήκε το μικρό κοριτσάκι ξαπλωμένο μπροστά από τον χιονάνθρωπο. Το πλησίασαν τρομαγμένα και το ρώτησαν το όνομα του. Απάντηση δεν πήρανε ποτέ από τα παγωμένα χειλάκια του κοριτσιού που έμοιαζε να χαμογελά.

Ήταν ένα κοριτσάκι που ονειρεύονταν να είναι σαν όλα τα άλλα κοριτσάκια.

Ο Σιδέρης Δοξακάκης συμμετείχε στη συλλογή διηγημάτων Εισβολή από τις Εκδόσεις Ανατολικός (2010).

Vakxikon Radio
Vakxikon Blog